ΑΡΧΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 1 

Το δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα είναι αναφαίρετο. Η πληροφόρηση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα ή μέσο προπαγάνδας. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: 

α. Να θεωρεί πρώτιστο καθήκον του προς την κοινωνία και τον εαυτό του τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας. 

β. Να θεωρεί προσβολή για την κοινωνία και πράξη μειωτική για τον εαυτό του τη διαστρέβλωση, την απόκρυψη, την αλλοίωση ή την πλαστογράφηση των πραγματικών περιστατικών. 

γ. Να σέβεται και να τηρεί το διακριτό της είδησης, του σχολίου και του διαφημιστικού μηνύματος, την αναγκαία αντιστοιχία τίτλου και κειμένου και την ακριβή χρησιμοποίηση φωτογραφιών, εικόνων, γραφικών απεικονίσεων ή άλλων παραστάσεων. 

δ. Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του. 

ε. Να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης και με επίγνωση των συνεπειών, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει. 

στ. Να επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή, με ανάλογη παρουσίαση και ενδεδειγμένο τονισμό, ανακριβείς πληροφορίες και ψευδείς ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου και του πολίτη και να δημοσιεύει ή να μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου.

 

Για να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους (όσο γίνεται, αν γίνεται). Όταν πέρυσι έσκασε η υπόθεση με τον κύριο Σακελλαρίδη και τα ζαρζαβατικά, εγώ προσωπικά χειροκρότησα την αρχική του στάση, να μην σχολιάσει τα δημοσιεύματα, και την μετέπειτα ανακοίνωσή του, όπου, χωρίς να απολογηθεί ή να εξηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, δήλωσε πως δεν εκβιάζεται. Ο κύριος Σακελλαρίδης δεν χρώσταγε σε κανέναν ούτε συγνώμη, ούτε επεξήγηση, και πολύ ορθά περιφρόνησε τους εκβιαστές, οι οποίοι με όπλο ένα βίντεο, προϊόν δόλιας υποκλοπής, προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά του χτυπώντας την ιδιωτική του ζωή. Η δική μου γνώμη, αλλά αναγνωρίζω την υποκειμενικότητά της, είναι ότι επί αυτού του ζητήματος, ο Σακελλαρίδης είχε δικαίωμα να μην απαντήσει, ακόμα κι αν ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας. Δεν αφορά κανέναν. Δεν είναι υποχρεωμένος να συρθεί στον δημοσιογραφικό απόπατο κανενός Τριανταφυλλόπουλου προς τέρψιν ενός αδηφάγου κοινού. Τελεία. Ας σημειωθεί εδώ προς αποφυγή σχολίων περί ασυνέπειας, ότι εγώ δεν είμαι δημοσιογράφος. Επέλεξα να μην είμαι δημοσιογράφος, και δεν δημοσιολογώ ως δημοσιογράφος. Κρίνω ως πολίτης, ωστόσο με επίγνωση και γνώση (και ακαδημαϊκή και πρότερη εργασιακή) της σημασίας του λειτουργήματος. Η παράπλευρη συζήτηση περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια. Αλλά σημαντική λεπτομέρεια.

Σπιντάρισμα στο σήμερα, και πάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα που προέκυψε την Δευτέρα του Πάσχα με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο λόγος για τον οποίο αντιπαραβάλω τις δυο υποθέσεις δεν είναι για να πείσω κανέναν ότι είμαι αντικειμενικός και ουδέτερος κριτής. Δεν είμαι. Αντιπαθώ την ΠτΒ σαν πέτρα χολής, και δεν το έκρυψα ποτέ. Καταβάλω όμως συνειδητά τεράστια προσπάθεια για να είμαι ακριβοδίκαιη, και δεν επιτρέπω στην αντιπάθειά μου να καθορίσει την ουσία της κριτικής μου (αν και συχνά την αφήνω ανεξέλεγκτη ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιώ). Την παραπάνω εισαγωγή την έκανα για να αποδείξω, ότι υπάρχουν ζητήματα για τα οποία κάποιος δικαιούται να μην μιλήσει, και μάλιστα η αξιοπρέπειά του δεν θίγεται σε τίποτα από την άρνησή του να βουτηχτεί στην χαβούζα. Το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά τα θέματα. Δεδομένου ότι σε αυτή την ιστορία η Κωνσταντοπούλου έχει εμπλακεί με την θεσμική της ιδιότητα (ακόμα κι αν την έχουν εμπλέξει εντελώς εν αγνοία της, και χωρίς η ίδια να ευθύνεται ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι) η υπεράσπιση όχι του ατόμου, αλλά της θέσης της είναι απολύτως απαραίτητη, και είναι απολύτως επιβεβλημένο να ξεκαθαρίσει η ίδια τα πράγματα, ύστερα από την έκταση που έχουν λάβει. Το χρωστάει στον θεσμικό της ρόλο, και σε κανέναν άλλο, να διαψεύσει και να προβεί αν είναι απαραίτητο στις κατάλληλες νομικές ενέργειες για να αποκαταστήσει όχι το όνομά της, αλλά το πρόσωπο της Προέδρου της Βουλής που θίγεται (εφόσον την κατηγορούν ότι επικαλέστηκε την ιδιότητά της αυτή, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν το έκανε). Αντί όμως η ΠτΒ να πράξει τα δέοντα, και απολύτως αναμενόμενα, μιάμιση μέρα και κάτι μετά, συνεχίζει να σιωπά, επιτρέποντας κάθε λογής εικασίες να κόβουν βόλτες στα social και τα παραδοσιακά media. Ίσως ο λόγος να είναι όντως η «λεπτότητα του χαρακτήρα της, το ήθος και η ευγένειά της», που επικαλείται η Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Αιδηψού. Εγώ θα σας πω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η, σε κάθε άλλη περίπτωση ελάχιστα λεπτότροπη κι ευγενής Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν απαντά στις κατηγορίες. Βρήκε όμως την λάθος ώρα να εκδηλώσει την λεπτότητα και την ευγένειά της γιατί αυτή τη στιγμή αυτό που οφείλει να κάνει είναι να απαντήσει άμεσα και με σαφήνεια, ώστε να πάψουν να γεννιούνται σενάρια και να κλείσει αυτό το ζήτημα είτε με δική της απολογία, είτε με απολογία των «συκοφαντών».

Αντ’ αυτού τί έχουμε δει ως τώρα; Μέχρι χθες, είδαμε την έντεχνη στοχοποίηση της αρχικής μάρτυρος, με χυδαίο τρόπο, ακόμα πιο χυδαίο αν σκεφτεί κανείς ότι γίνεται από ανθρώπους που (ισχυρίζονται ότι) ιδεολογικά ανήκουν στις τάξεις αυτών που υπέφεραν από τα καθεστώτα που υποχρέωναν σε «πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων». Το ξεσκόνισμα του χρονολογίου, των φίλων, των likes, η ανάρτηση της φωτογραφίας της από δορυφορικά του ΣΥΡΙΖΑ μέσα και σελίδες, το επίπεδο του λόγου που χρησιμοποιήθηκε για να «ξεσκεπαστεί» η κυρία Παναγιωτίδου (θα έπρεπε να) προκαλεί τρόμο σε κάθε δημοκρατικό πολίτη αυτής της χώρας. Μέχρι αργά το βράδυ εχθές, δούλεψε αυτή η υπόγεια λάσπη, μέχρι που κάποια στιγμή, αργά, η ΕΦΣΥΝ προανήγγειλε καυτές αποκαλύψεις, (αλλά για την επόμενη μέρα). Η επόμενη μέρα έφτασε, και το, υπογεγραμμένο, ρεπορτάζ της ΕΦΣΥΝ ξεκινά με τρόπο ζοφερά αντιδημοσιογραφικό, συνεχίζοντας στην χθεσινή «γραμμή» να υπονομεύει τους επώνυμους μάρτυρες του περιστατικού παραθέτοντας στοιχεία άσχετα με την υπόθεση που δημιουργούν εντυπώσεις χωρίς να προσθέτουν κανένα αληθινό νόημα  στην υπόθεση: «Η Βάλια Παναγιωτίδου εργάζεται στον ΟΤΕ κι από ό,τι φαίνεται από το προσωπικό της χρονολόγιο ενεργοποιείται στη ΔΑΠΚΕ ΟΤΕ. Ο υπάλληλος του βενδινάδικου λέγεται Νίκος Αλατσατιανός και «ακολουθεί» στο φέισμπουκ ομάδες όπως «η Κωνσταντινούπολη είναι η πρωτεύουσα του ελληνισμού», όταν δεν παίζει μουσική σε νυχτερινά μαγαζιά». (Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οποιοσδήποτε έχει δραστηριοποιηθεί ποτέ συνδικαλιστικά έχει υπογράψει με το αίμα του πως θέτει εαυτόν στην αιώνια, καταχθόνια υπηρεσία της παράταξης στην οποία πρόσκειται, δεν βλέπω πώς το να παίζεις μουσική σε νυχτερινά μαγαζιά σε καθιστά λιγότερο αξιόπιστο, ή πώς μια ομάδα που «ακολουθείς» στο FB -και στην οποία μπορούν να σε έχουν βάλει χωρίς να σε ρωτήσουν- έχει οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα ως πληροφορία, πέρα από το να δημιουργήσει εντυπώσεις).

Η ΕΦΣΥΝ στη συνέχεια ξοδεύει χώρο και χρόνο παραθέτοντας την ανακοίνωση της Ο.Μ. Σύριζα Αιδηψού, η οποία μέσα σε άλλα σημειώνει πως: «Οπως φαίνεται, ο δυναμισμός της Ζωής Κωνσταντοπούλου ενοχλεί μεγάλα συμφέροντα, τα οποία δημιουργούν φανταστικές ιστορίες, προσπαθώντας να επισκιάσουν το έργο της». Κατόπιν το ρεπορτάζ συνεχίζει με την μαρτυρία ενός νέου προσώπου-κλειδί, το οποίο αν μη τί άλλο καταρρίπτει τον παραπάνω ισχυρισμό ότι η ιστορία είναι «φανταστική». Ο μάρτυρας επιβεβαιώνει ότι υπήρξαν α. το ίδιο το περιστατικό και β. διαγραμμένο βίντεο. Η ΕΦΣΥΝ παρουσιάζει μια από μόνη της όχι απαραίτητα απίστευτη ιστορία, όπου ένας βενζινάς τρελάθηκε και άρχισε να σκυλοβρίζει την Πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, και όλο της το σόι κυριολεκτικά, όσο η ίδια παρέμενε «ήρεμη και εξαιρετικά ευγενής μέσα στο αυτοκίνητό της» ενώ με ένα περίεργο τρόπο, ταυτόχρονα «ήταν έτοιμη να πάθει έμφραγμα». Ως εδώ, όλα καλά. Υπάρχει μια υπόθεση, έρχεται μια αντίθετη τοποθέτηση, κάπως φάσκει και αντιφάσκει, αλλά όχι φοβερά, οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένες, δεν δίνει ιδιαίτερο κίνητρο για τις πράξεις που καταλογίζει στον βενζινά, αλλά από την άλλη ο μάρτυρας δεν μπορεί να είναι μέσα στο κεφάλι του υβριστή, οπότε πάσο.

Αυτή η μαρτυρία πάντως, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστη από την μαρτυρία που παρουσίασε η iefimerida. Το (μεγάλο) δημοσιογραφικό φάουλ (πέρα από την γνωστή αλητεία του παραπλανητικού «ηχητικό» στον τίτλο), το οποίο είναι και πολύ αναμενόμενο, καθώς σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για έγκριτο μέσο, είναι ότι δεν αναζήτησε, ή αν αναζήτησε (που δεν αναζήτησε) δεν σημείωσε τις αρνήσεις που ενδεχομένως έλαβε, τον αντίλογο και την αφήγηση της άλλης πλευράς. Η iefimerida όμως είναι γνωστό, γνωστότατο, ότι βασίζεται σε ευκαιριακά scoops τα οποία κυρίως αντιγράφει μόλις τα εντοπίσει, και είναι ακόμα πιο γνωστό ότι οι συνεργάτες της είναι κακοπληρωμένα (στην καλύτερη) wannabe δημοσιογραφάκια με ανύπαρκτη εκπαίδευση, καμία γνώση των κανόνων και της δεοντολογίας και συχνά χωρίς κατανόηση καν του ότι κανόνες και δεοντολογία υπάρχουν. Η διαδρομή που ακολούθησε η μαρτυρία για να φτάσει στην iefimerida είναι σχετικά ξεκάθαρη. Η κ. Παναγιωτίδου έγραψε το περιστατικό στο FB, κάποιοι το είδαν, το προώθησαν σε έναν δημοσιογράφο ο οποίος το θεώρησε δημοσιογραφικά ενδιαφέρον (και ήταν) και της ζήτησε να το συντάξει σε μορφή αφήγησης με λεπτομέρειες. Η iefimerida αναπαρήγαγε αυτή την αφήγηση και το διαδίκτυο ανέλαβε τα υπόλοιπα. Αυτό δεν κάνει την μαρτυρία ψευδή, κάνει την διαδρομή που ακολούθησε ανορθόδοξη, αλλά ολοένα και πιο συνήθη για την εποχή που διανύουμε. Το να καταγγείλει ένας πολίτης κάτι στην προσωπική του σελίδα στο FB είναι το «Θα πάω στον Αυτιά» της προηγούμενης δεκαετίας, και το να τσιμπήσει ο πιο γρήγορος επιτήδειος την μαρτυρία αυτή και να την πουλήσει αφρόντιστα για είδηση δεν απαιτεί καμία μονταζιέρα. Είναι μια φυσική εξέλιξη της διαδικασίας αναζήτησης της είδησης, σε μια εποχή που οι «δημοσιογράφοι» (και τα «μέσα») είναι πολλοί, ανεκπαίδευτοι και ελάχιστα ελεγχόμενοι. Συνέπεια αυτού, και το μεγάλο πρόβλημα, είναι ότι το άρθρο αν και καλογραμμένο, σχετικά ψύχραιμο, χωρίς χαρακτηρισμούς και γλαφυρές κορώνες ξεκινά προεξοφλώντας ότι το αδιασταύρωτο περιστατικό αποτελεί γεγονός, και δεν χρησιμοποιεί καμία από τις δημοσιογραφικές λεξούλες που ένας πρωτοετής φοιτητής δημοσιογραφίας μαθαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να μεταχειρίζεται όταν μιλάμε για ανεπιβεβαίωτα γεγονότα (εικάζεται, φέρεται, ισχυρίζονται, κ.ο.κ.). Το άρθρο αντιμετωπίζει άτσαλα την μαρτυρία ως δεδομένο, και αυτό πλήττει την αξιοπιστία του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Σε αναγνώριση αυτής της προβληματικής πραγματικότητας, επαναλαμβάνω, η ΠτΒ όφειλε να είχε απαντήσει ταχύτατα ώστε το θέμα να λήξει εν τη γενέσει του.

Όμως το θέμα δεν έληξε. Και δεν λήγει ούτε στο οριακά ανεκτό άρθρο της ΕΦΣΥΝ. Μέσα στην ίδια μέρα, ένα άλλο άρθρο εμφανίστηκε, το οποίο μάλιστα φέρει ώρα δημοσίευσης προγενέστερη (4:41) αυτού της ΕΦΣΥΝ (7:44), και ισχυρίζεται ότι έχει κάνει και το πρωτογενές ρεπορτάζ, συνδέοντας έτσι τα δυο, αφού η αναγγελία της εφημερίδας από το προηγούμενο βράδυ υποδεικνύει τουλάχιστον ένα κοινό timeline στην προσέγγιση του «μάρτυρα». Το κείμενο είναι ένα τρισάθλιο ευκαιριακό κατασκεύασμα από την ERTOpen (μια πλατφόρμα δεν διέπεται από καθόλου μικρότερο υποκειμενισμό απ’ αυτόν που καταλογίζουν στην iefimerida), μια πραγματικά κατάπτυστη καταγραφή των γεγονότων, σε χυδαίο, απόλυτα μη δημοσιογραφικό ύφος και στυλ που ήρθε, όπως μαθαίνουμε από χρήστες του FB, για να «σώσει την τιμή της δημοσιογραφίας». Η επιπέδου Τράγκα εισαγωγή «Μόνο που εμείς αποφασίσαμε να χαλάσουμε τη σούπα κάνοντας ρεπορτάζ που βασίζεται σε μια μαρτυρία με ονοματεπώνυμο…», δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την ποιότητα αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει. Η αφήγηση ξεκινά με μια περιγραφή της προηγούμενης ημέρας από αυτή του περιστατικού, από την οπτική γωνία της Κωνσταντοπούλου, η πηγή της οποίας δεν διευκρινίζεται πουθενά. Περιγραφή της προηγούμενης ημέρας υπάρχει και στο άρθρο της iefimerida, όμως γίνεται από την οπτική γωνία του βενζινά, που έχει ήδη καταγραφεί ως μάρτυρας, και αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός του βενζινάδικου.

Ο Ν.Κ., ο (ανώνυμος ουσιαστικά) συντάκτης της ERTOpen παρακολουθεί ως παντογνώστης αφηγητής την πορεία της ΠτΒ από την λακκούβα που της χάλασε το λάστιχο μέχρι το βενζινάδικο, κι από ‘κει στο σπίτι του οικείου θανόντα, χωρίς καμία αναφορά σε άλλο μάρτυρα, έστω και με προφύλαξη της ανωνυμίας του. Κατόπιν περιγράφεται η ημέρα του επεισοδίου, με τον πλέον επικολυρικό τρόπο. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, σύμφωνα με αυτή την «δημοσιογραφικά έγκυρη» εκδοχή γύρισε στο ίδιο βενζινάδικο για να ελέγξει τον αέρα στο αλλαγμένο και τα υπόλοιπα ελαστικά. Ενώ γίνεται ο έλεγχος η οδηγός παραμένει μέσα στο αυτοκίνητο, γιατί έτσι γεμίζουμε τα λάστιχα και ελέγχουμε την πίεση, με επιπλέον βάρος μέσα στον σκαραβαίο, και χωρίς ποτέ να βγει απ’ αυτό διαπιστώνει ότι τα ελαστικά χάνουν αέρα, πράγμα που, come on now, είναι αδύνατο να διαπιστώσεις μέσα στα δώδεκα δευτερόλεπτα που θέλεις για να βγεις από ένα πρατήριο, αν δεν είναι όλες οι βαλβίδες ανοιχτές και τα λάστιχα μαχαιρωμένα από δέκα μεριές το καθένα. Πάνω σε αυτή την διαπίστωση ακινητοποιεί το όχημα ζητώντας από τον βενζινά να κοιτάξει ξανά την πίεση, οπότε αυτός, χωρίς κανενός είδους άλλη προηγούμενη πρόκληση, ωσάν να ήταν τρελός για δέσιμο (και παραδόξως πώς, κανένα κανάλι δεν έχει κάνει επιτόπια έρευνα για να μάθει από συγγενείς, γείτονες και φίλους ότι ο Νίκος Αλατσατιανός είναι παρανοϊκός, έστω οξύθυμος, νευρικός, κάτι τέλος πάντων) άρχισε να την σκυλοβρίζει πατόκορφα. Σε εκείνο το σημείο, στην αφήγηση του ρεπορτάζ, καταφθάνει ο βασικός μάρτυρας, που ανατρέπει τα δεδομένα, ο πρώην αστυνομικός, Βαγγέλης Βενετής ο οποίος λίγο έως πολύ κάνει κι εδώ τα ίδια που μας είπε η ΕΦΣΥΝ παραπάνω: «Χρειάστηκε να παρέμβω και να τον συγκρατήσω τρεις φορές» (τέσσερις-πέντε, λέει η ΕΦΣΥΝ) και καταλήγει, ««Δεν βγήκε από το αυτοκίνητο της. Δεν μίλησε προς τον υπάλληλο. Δεν απείλησε κανέναν»». Εδώ ο συντάκτης αναφέρεται και στις δυο γυναίκες (τουλάχιστον αυτός χωρίς να τις λοιδορεί) οι οποίες σύμφωνα με αυτή την εκδοχή κάθονταν και μαγνητοσκοπούσαν μια σκηνή στην οποία η ΠτΒ απολύτως ήρεμα διαχειριζόταν ένα ξεκάθαρα εις βάρος της περιστατικό, μέσα από το αυτοκίνητό της, τόσο μέσα από το αυτοκίνητό της ώστε ο ίδιος ο Βενετής είχε νωρίτερα χρειαστεί να το πλησιάσει για να διαπιστώσει ότι επρόκειτο για την Κωνσταντοπούλου.

Σε αυτό το αφήγημα κυριαρχεί το ερώτημα «γιατί να απαιτήσουν να σβήσει το υλικό που αποδείκνυε την ψυχραιμία και την γλυκύτητα της Προέδρου», όμως εγώ δεν θα σταθώ καθόλου σ’ αυτό, δέχομαι ότι ένας πρώην αστυνομικός, όργανο του νόμου και της τάξης, και μια κολλημένη με τους τύπους δικηγορίνα είναι ικανοί να απαιτήσουν την διαγραφή του υλικού απλά και μόνο επειδή είναι τυπικά παράνομο, ακόμα κι αν δεν τους εκθέτει στο ελάχιστο. Αυτό που δεν εξηγείται είναι γιατί οι δυο γυναίκες που σύμφωνα με όλες τις εκδοχές του συριζαφηγήματος έχουν κομματικό μένος απέναντι στην ΠτΒ προσωπικά, και τον ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, ξεκίνησαν να μαγνητοσκοπούν μια σκηνή που δικαιώνει την Κωνσταντοπούλου, κι αφού το έκαναν αυτό για ποιο λόγο επέλεξαν να γυρίσουν στο σπίτι τους και να εκθέσουν τον εαυτό τους με αυτό τον τρόπο για ένα περιστατικό για το οποίο γνώριζαν πολύ καλά ότι υπάρχει μάρτυρας (τρεις μάρτυρες μάλιστα, αφού υποτίθεται ότι τον κ. Βενετή συνόδευαν ο γιός κι η γυναίκα του) που με κάθε σιγουριά θα κατέρριπτε τους ισχυρισμούς τους. Κι επιπλέον πώς είναι δυνατόν να φοβήθηκαν την απειλή της αστυνομίας, για το παράνομον της βιντεοσκόπισης, και να έσβησαν αμέσως το υλικό (χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να τσεκάρει η Πρόεδρος, όπως ισχυρίζονται οι ίδιες), αλλά να μην φοβήθηκαν ότι με τα ψέματα τους θα είχαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση, και μάλιστα από έναν θεσμικά ισχυρότατο κατήγορο. Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν έχει απαντηθεί μέχρι τώρα, και απ’ όσο δείχνει δεν φαίνεται ότι πρόκειται να απαντηθούν. Ο καθένας θα μείνει με τα δικά του συμπεράσματα, που ενίοτε αντιμετωπίζει ως βεβαιότητες, η λάσπη θα κολλήσει σε όλους τους εμπλεκόμενους με περισσότερες ή λιγότερες συνέπειες για τον καθένα, και η ζωή (και η Ζωή) θα συνεχίσει την πορεία της. Θιγμένη για άλλη μια φορά θα βγει η δημοσιογραφία, και μέσω αυτής οι πολίτες που αρκούνται κάθε μέρα σε όλο και χαμηλότερης ποιότητας ενημέρωση. Από τα τρία άρθρα που εξετάσαμε εδώ, το άρθρο της ERTOpen παραβιάζει μακράν τους περισσότερους κανόνες δεοντολογίας, είναι οπωσδήποτε το πιο «βρώμικο», και αυτό που εξυπηρετεί τα περισσότερα συμφέροντα. Ρωτήστε όμως τους γνωστούς και τους φίλους σας να σας πουν την δική τους άποψη για το ζήτημα. Αν δεν συμφωνείτε ήδη μαζί τους θα εκπλαγείτε πολύ δυσάρεστα. Όποια κι αν είναι η αλήθεια (που οπωσδήποτε βρίσκεται κάπου προς την μέση) όλες οι προσεγγίσεις της υπήρξαν τραγικές. Το περιστατικό αυτό συνέβαλε, και θα το δούμε μελλοντικά, σε μεγάλη φθορά, αξιακά, κοινωνικά και δημοσιογραφικά. Και θα έχει συνέπειες.

Advertisements