Latest Entries »

W.H. Auden

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Οι Προκαταλήψεις Μας

 

Η κλεψύδρα ψιθυρίζει στου λιονταριού τα νύχια,
Των πύργων τα ρολόγια λεν στους κήπους μέρα-νύχτα,
Για πόσα σφάλματα ο Χρόνος δείχνει ανοχή,
Τί μέγα λάθος το να έχουν πάντα δίκιο.

Όμως ο Χρόνος, όσο δυνατοί κι αν είναι οι χτύποι του ή βαθιοί,
Όσο ασυγκράτητα ο χείμαρρός του αν ρέει,
Ποτέ του δεν εμπόδισε του λέοντα την ορμή
Ούτε και τάραξε ποτέ τη σιγουριά του ρόδου.

Γιατί αυτά, έτσι μοιάζει, μόνο η έκβαση τα νοιάζει:
Ενώ εμείς διαλέγουμε των λέξεων τη μουσική
Και κρίνουμε ένα πρόβλημα απ’ το πόσο αλλόκοτο είναι·

Κι ο Χρόνος ήταν ανέκαθεν για μας αγαπητός.
Πάντα δεν προτιμήσαμε να τριγυρίσουμε λιγάκι
Απ’ το να πάμε απευθείας εκεί που βρισκόμαστε;

 

 

 

Our Bias 

The hour-glass whispers to the lion’s paw,
The clock-towers tell the gardens day and night,
How many errors Time has patience for,
How wrong they are in being always right.

Yet Time, however loud its chimes or deep,
However fast its falling torrent flows,
Has never put the lion off his leap
Nor shaken the assurance of the rose.

For they, it seems, care only for success:
While we choose words according to their sound
And judge a problem by its awkwardness;

And Time with us was always popular.
When have we not preferred some going round
To going straight to where we are?

ΑΡΧΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 1 

Το δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα είναι αναφαίρετο. Η πληροφόρηση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα ή μέσο προπαγάνδας. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: 

α. Να θεωρεί πρώτιστο καθήκον του προς την κοινωνία και τον εαυτό του τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας. 

β. Να θεωρεί προσβολή για την κοινωνία και πράξη μειωτική για τον εαυτό του τη διαστρέβλωση, την απόκρυψη, την αλλοίωση ή την πλαστογράφηση των πραγματικών περιστατικών. 

γ. Να σέβεται και να τηρεί το διακριτό της είδησης, του σχολίου και του διαφημιστικού μηνύματος, την αναγκαία αντιστοιχία τίτλου και κειμένου και την ακριβή χρησιμοποίηση φωτογραφιών, εικόνων, γραφικών απεικονίσεων ή άλλων παραστάσεων. 

δ. Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του. 

ε. Να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης και με επίγνωση των συνεπειών, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει. 

στ. Να επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή, με ανάλογη παρουσίαση και ενδεδειγμένο τονισμό, ανακριβείς πληροφορίες και ψευδείς ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου και του πολίτη και να δημοσιεύει ή να μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου.

 

Για να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους (όσο γίνεται, αν γίνεται). Όταν πέρυσι έσκασε η υπόθεση με τον κύριο Σακελλαρίδη και τα ζαρζαβατικά, εγώ προσωπικά χειροκρότησα την αρχική του στάση, να μην σχολιάσει τα δημοσιεύματα, και την μετέπειτα ανακοίνωσή του, όπου, χωρίς να απολογηθεί ή να εξηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, δήλωσε πως δεν εκβιάζεται. Ο κύριος Σακελλαρίδης δεν χρώσταγε σε κανέναν ούτε συγνώμη, ούτε επεξήγηση, και πολύ ορθά περιφρόνησε τους εκβιαστές, οι οποίοι με όπλο ένα βίντεο, προϊόν δόλιας υποκλοπής, προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά του χτυπώντας την ιδιωτική του ζωή. Η δική μου γνώμη, αλλά αναγνωρίζω την υποκειμενικότητά της, είναι ότι επί αυτού του ζητήματος, ο Σακελλαρίδης είχε δικαίωμα να μην απαντήσει, ακόμα κι αν ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας. Δεν αφορά κανέναν. Δεν είναι υποχρεωμένος να συρθεί στον δημοσιογραφικό απόπατο κανενός Τριανταφυλλόπουλου προς τέρψιν ενός αδηφάγου κοινού. Τελεία. Ας σημειωθεί εδώ προς αποφυγή σχολίων περί ασυνέπειας, ότι εγώ δεν είμαι δημοσιογράφος. Επέλεξα να μην είμαι δημοσιογράφος, και δεν δημοσιολογώ ως δημοσιογράφος. Κρίνω ως πολίτης, ωστόσο με επίγνωση και γνώση (και ακαδημαϊκή και πρότερη εργασιακή) της σημασίας του λειτουργήματος. Η παράπλευρη συζήτηση περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια. Αλλά σημαντική λεπτομέρεια.

Σπιντάρισμα στο σήμερα, και πάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα που προέκυψε την Δευτέρα του Πάσχα με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο λόγος για τον οποίο αντιπαραβάλω τις δυο υποθέσεις δεν είναι για να πείσω κανέναν ότι είμαι αντικειμενικός και ουδέτερος κριτής. Δεν είμαι. Αντιπαθώ την ΠτΒ σαν πέτρα χολής, και δεν το έκρυψα ποτέ. Καταβάλω όμως συνειδητά τεράστια προσπάθεια για να είμαι ακριβοδίκαιη, και δεν επιτρέπω στην αντιπάθειά μου να καθορίσει την ουσία της κριτικής μου (αν και συχνά την αφήνω ανεξέλεγκτη ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιώ). Την παραπάνω εισαγωγή την έκανα για να αποδείξω, ότι υπάρχουν ζητήματα για τα οποία κάποιος δικαιούται να μην μιλήσει, και μάλιστα η αξιοπρέπειά του δεν θίγεται σε τίποτα από την άρνησή του να βουτηχτεί στην χαβούζα. Το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά τα θέματα. Δεδομένου ότι σε αυτή την ιστορία η Κωνσταντοπούλου έχει εμπλακεί με την θεσμική της ιδιότητα (ακόμα κι αν την έχουν εμπλέξει εντελώς εν αγνοία της, και χωρίς η ίδια να ευθύνεται ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι) η υπεράσπιση όχι του ατόμου, αλλά της θέσης της είναι απολύτως απαραίτητη, και είναι απολύτως επιβεβλημένο να ξεκαθαρίσει η ίδια τα πράγματα, ύστερα από την έκταση που έχουν λάβει. Το χρωστάει στον θεσμικό της ρόλο, και σε κανέναν άλλο, να διαψεύσει και να προβεί αν είναι απαραίτητο στις κατάλληλες νομικές ενέργειες για να αποκαταστήσει όχι το όνομά της, αλλά το πρόσωπο της Προέδρου της Βουλής που θίγεται (εφόσον την κατηγορούν ότι επικαλέστηκε την ιδιότητά της αυτή, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν το έκανε). Αντί όμως η ΠτΒ να πράξει τα δέοντα, και απολύτως αναμενόμενα, μιάμιση μέρα και κάτι μετά, συνεχίζει να σιωπά, επιτρέποντας κάθε λογής εικασίες να κόβουν βόλτες στα social και τα παραδοσιακά media. Ίσως ο λόγος να είναι όντως η «λεπτότητα του χαρακτήρα της, το ήθος και η ευγένειά της», που επικαλείται η Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Αιδηψού. Εγώ θα σας πω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η, σε κάθε άλλη περίπτωση ελάχιστα λεπτότροπη κι ευγενής Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν απαντά στις κατηγορίες. Βρήκε όμως την λάθος ώρα να εκδηλώσει την λεπτότητα και την ευγένειά της γιατί αυτή τη στιγμή αυτό που οφείλει να κάνει είναι να απαντήσει άμεσα και με σαφήνεια, ώστε να πάψουν να γεννιούνται σενάρια και να κλείσει αυτό το ζήτημα είτε με δική της απολογία, είτε με απολογία των «συκοφαντών». View full article »

DSC_0545Θα πρέπει να ομολογήσω ότι η σημερινή συνταγή βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, ωστόσο πρέπει να την γράψω, γιατί σύντομα θα την ξεχάσω, και ύστερα θα είναι αργά και κρίμα. Δεν θα σας την δώσω ακριβώς όπως την έκανα –γιατί ξέρω ακριβώς πού έκανα λάθος και γιατί– και μολονότι είμαι απόλυτα βέβαιη ότι η εκδοχή που θα περιγράψω παρακάτω θα είναι απόλυτα πετυχημένη, οφείλω να προειδοποιήσω ότι δεν την έχω δοκιμάσει ακριβώς με αυτό τον τρόπο. Θα εξηγηθώ πιο μετά, ας κάνω τώρα μια μικρή εισαγωγή.

Η ανάγκη δημιουργίας αυτής της συνταγής προέκυψε από έναν ετήσιο μπελά, που ακόμα προσπαθώ να διαχειριστώ. Το Halloween. Κάθε χρόνο το σχέδιό μου για σκάλισμα κολοκύθας γίνεται όλο και πιο φιλόδοξο, και η κολοκύθα που αγοράζω όλο και πιο μεγάλη. Αυτό σημαίνει πως όλο και περισσότερη ποσότητα ψίχας κολοκύθας ξεμένει στην κατάψυξη. Την περσινή την μαγείρευα μέχρι πριν από δυο-τρεις βδομάδες, και εφέτος, που η φιλοδοξία μου ξέφυγε από κάθε μέτρο, σκάλισα όχι μια μεσαία, όχι μια μεγάλη, όχι δυο οκ, αλλά τρεις κολοκύθες, μια πελώρια και δυο κανονικού σχεδόν μεγέθους. Φαντάζεστε τί γίνεται με το κολοκυθοαπόθεμα. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα κολοκυθοπειράματα, και να με συγχωρέσετε, αλλά σιχάθηκα να βλέπω πορτοκαλί σακουλάκια στην κατάψυξή μου· αυτός ο εφιάλτης πρέπει να τελειώνει άμεσα. Περιέργως, η κολοκύθα δεν είναι καθόλου το εύκολο και αθώο υλικό που δίνει την εντύπωση πως είναι. Είναι ένας μυστήριος δαίμονας που πιο συχνά σε οδηγεί σε αποτυχίες παρά σε μαγειρική δικαίωση. Τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου εμπειρία, είστε ελεύθεροι να διαφωνήσετε, κι αν το κάνετε δώστε καμιά συμβουλή και σε μένα. Μέχρι τώρα το μόνο απ’ όσα είχα επιχειρήσει να κάνω, που είχε σοβαρή επιτυχία ήταν η κολοκυθόσουπα, της οποίας την συνταγή μπορώ να δώσω κάποια άλλη στιγμή, κι ένα πολύ ενδιαφέρον ψωμί κολοκύθας, που θέλει ακόμα δουλειά, αλλά σίγουρα θα το ξαναφτιάξω. Όσες γλυκές πίτες προσπάθησα να κατασκευάσω ήταν μια παταγώδης αποτυχία (ή απλά εμένα δεν μ’ αρέσουν, οι άλλοι δοκιμαστές θετικά σχόλια έκαναν, αλλά σάμπως θα μου έλεγαν μέσα στη μούρη μου ότι ήταν κάτι το αποτρόπαιο;).

Όπως και να ‘χει, εφέτος αποφάσισα ότι δεν θα αφήσω τον μηδενισμό της κολοκύθας να νικήσει, και θα βρω έναν τρόπο να δικαιώσω την ύπαρξή της. Στο πλαίσιο αυτό σκάρωσα ετούτη τη συνταγή (με ό,τι υπήρχε στο ψυγείο μου), που αν δεν είχα βαρεθεί να φτιάξω την μπεσαμέλ (την αντικατέστησα με κρέμα γάλακτος –πολύ κακή ιδέα για το μετέπειτα ψήσιμο στο φούρνο, θα ήταν μια χαρά, πραγματικά υπέροχη αν είχε χρησιμοποιηθεί απευθείας σαν σάλτσα για μακαρόνια) θα ήταν συγκλονιστικά επιτυχημένη. Ακόμα κι έτσι ήταν πεντανόστιμη. Και ένα μικρό μυστικό. Η κολοκύθα δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Μπορείτε να την αντικαταστήσετε με κάτι τελείως διαφορετικό (στείλτε μου ένα μήνυμα πριν το κάνετε να το συζητήσουμε) ή να την παραλείψετε εντελώς. Win-win-win.

Σε γενικές γραμμές μπορώ να πω ότι τρέφω μεγάλη αντιπάθεια για το στήθος του κοτόπουλου. Το χρησιμοποιώ σε ινδικά και κινέζικα, κομμένο σε κομμάτια και βυθισμένο σε λιπαρές σάλτσες, αλλά κατά τ’ άλλα το αντιπαθώ, είτε ψητό, είτε κοκκινιστό, είτε στα κάρβουνα, είτε βραστό, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Μου φαίνεται στεγνό, γεμάτο κλωστές, ένα αδιάφορο πράγμα, καμία σχέση με τα ζουμερά μπουτάκια, που ανέκαθεν λάτρευα. Και μόνο το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συνταγή κατάφερα να απολαύσω στήθος κοτόπουλου την καθιστά σπουδαία. Ομολογώ ότι το μαρινάρισμα με γιαούρτι το έχω επιχειρήσει ξανά, και ήταν πάντα επιτυχημένο. Εν ολίγοις, από την παρακάτω συνταγή μπορείτε να πάρετε όποιο κομμάτι σας βολεύει, και να προσαρμόσετε τα υπόλοιπα κατά βούληση. Είναι συνταγή lego, και εκεί έγκειται και η μεγάλη της επιτυχία. Αν κάπου την βρείτε μπερδεψιάρικη (αυτή είναι μια ιδιαίτερα αυξημένη πιθανότητα στην προκειμένη περίπτωση) μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου. Θα χαρώ να δώσω διευκρινήσεις και να διορθώσω τα νεφελώδη σημεία. View full article »

DSC_0412Για κάποιο λόγο στην συνείδηση του κόσμου η σούπα είναι καταγεγραμμένη ως «εύκολο φαγητό», που γίνεται στο πόδι, δεν χορταίνει ιδιαίτερα, παρηγοριά στον άρρωστο, χειμερινό πιάτο, και άλλα πολλά που δεν ευσταθούν αν πραγματικά κανείς εντρυφήσει στην κουλτούρα της. Απ’ τις μπελαλίδικες βελουτέ, που λερώνεις έναν σκασμό τσουμπλέκια, μέχρι τις γαλλικές κρεμμυδόσουπες που πέρα απ’ την κατσαρόλα πρέπει να τις ψήσεις και στον φούρνο (κι αν είσαι μάγκας κατάφερε να το κάνεις μέσα σ’ ένα καρβέλι ψωμί –δεν αστειεύομαι, ψήνουν την σούπα μέσα σ’ ένα κούφιο καρβέλι ψωμί σε ρόλο μπολ), τις πλούσιες πατατόσουπες με τα μπέικα και τις εξωτικές ασιατικές σούπες με τα φιδογυριστά νουντλς, η σούπα είναι τέχνη από μόνη της, και θέλει μεράκι και διάθεση για να μην καταλήξεις εσύ και η οικογένειά σου να την ταυτίσετε με τις αψιές ψευτόσουπες με κοφτό μακαρονάκι ή τις διάφανες κοτόσουπες του πυρετού.

Πιστεύω ότι μπορώ να αφιερώσω όχι ένα κείμενο, αλλά ένα μπλογκ ολόκληρο στο να υμνώ την ομορφιά της σούπας, αλλά προφανώς και δεν σκοπεύω να το κάνω, και σίγουρα όχι αυτή τη στιγμή. Σήμερα θα σας δώσω την συνταγή μιας επαναστατικής κοτόσουπας με πάστα βασιλικού και κριθαράκι που έφτιαξα προχθές, κι έξω απ’ την πόρτα. Ένα ποστ στο οποίο θα αναφερθώ εκτεταμένα στην παρασκευή βασικών ζωμών, στο δέσιμο και στα μυρωδικά υλικά ίσως θα ήταν χρήσιμο, αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι αυτές είναι πληροφορίες που μπορείτε να βρείτε κι αλλού, πιο εμπεριστατωμένες, και επιπλέον αν θέλω να είμαι εντελώς ειλικρινής μαζί σας βασικά βαριέμαι. Όχι ότι αποκλείεται να ξεβαρεθώ κάποια στιγμή και να το κάνω, αλλά σίγουρα αυτό δεν θα γίνει ετούτο το ξημέρωμα.

Η συνταγή είναι μια ελαφριά διασκευή (δηλαδή σχεδόν ταυτόσημη) από αυτό το blog, αλλά εγώ θα σας τα πω πιο χαριτωμένα, οπότε μείνετε μαζί μου. Η συγκεκριμένη σούπα όντως, για να επιβεβαιώσει το στερεότυπο, είναι πάρα πολύ απλή και χρειάζεται ελάχιστη προετοιμασία, όμως η γεύση της είναι αρκετά πρωτότυπη και έξω απ’ τις κλασσικές προσδοκίες, οπότε αξίζει να την δοκιμάσετε. Δεν έχει καμία σχέση με την κλασσική κοτόσουπα, με το αυγολέμονο, και αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, μια και καμιά φορά κολλάμε στις ήδη γνωστές γεύσεις και δεν μας περνάει καν απ’ το μυαλό να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό.

DSC_0419 View full article »

DSC_0322Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι μακαρονού. Τί να κάνουμε; Δεν το ελέγχω. Τα μακαρόνια είναι το μόνο φαγητό στο οποίο επανέρχομαι σχεδόν άμεσα, ακόμα κι αν με καταφέρω να τα σιχαθώ στιγμιαία απ’ την υπερβολική χρήση. Γεγονός για το οποίο είμαι ιδιαίτερα τυχερή, καθώς τα μακαρόνια αποτελούν το κατεξοχήν φαγητό του φτωχού φοιτητή. Από μακαρόνια αποτελείται το αγαπημένο μου «γρήγορο φαγητό», αυτό που θα φτιάξω συνήθως μετά από μια κουραστική μέρα που βαριέμαι να μαγειρέψω. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν συνήθως τα τοστ, οι ομελέτες, οι σαλάτες τουρλού, τα μακαρόνια με τυρί. Όλα αυτά για μένα έρχονται και φεύγουν απ’ την «προσωπική» μου μόδα, και το μόνο που μένει αναλλοίωτο στο χρόνο είναι τα μακαρόνια με φρέσκια ντομάτα τριμμένη (ή περασμένη στο μπλέντερ, ακόμα καλύτερα, μόνο με αλάτι, ρίγανη και καμιά ελιά αν βρίσκεται), φέτα και καλό ελαιόλαδο. Δέκα λεπτά υπόθεση η παρασκευή, και η απόλαυση εγγυημένη. Στο σπίτι μου αυτή η εύκολη συνταγή ήταν ένα συχνό βραδινό (καμιά φορά ακόμα κι αν το μεσημέρι είχαμε κανονικά μαγειρεμένη σάλτσα ή κρέας εγώ θα προτιμούσα την φρέσκια ντομάτα για το βράδυ). Νομίζω ότι αφαιρεί κάτι απ’ την αμαρτία των μακαρονιών, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά έχω την αίσθηση ότι διατροφικά είναι περίπου σαν να τρως χωριάτικη σαλάτα με μια γενναία παπάρα.

Ωστόσο τα μακαρόνια τα λατρεύω σε οποιαδήποτε άλλη μορφή και συνδυασμό (εκτός από παστίτσιο, απεχθάνομαι το παστίτσιο) και η γεμιστή εκδοχή τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να με αφήσει ασυγκίνητη. Το τορτελίνι στην Αθήνα είναι μια πονεμένη υπόθεση. Δεν θυμάμαι πότε τα πρωτοανακαλύψαμε ως οικογένεια, αλλά θυμάμαι την χαρά στις σπάνιες περιπτώσεις που έμπαιναν στο σπίτι, μαγειρεμένα με κρέμα και μπέικον, με κάμποσο τυρί από πάνω, κι αυτή τη στεγνή, ιδιόμορφη γέμιση (τυρί ή κρέας ή μανιτάρι, αυτές ήταν οι τρεις μοναδικές επιλογές) που έσκαγε καμιά φορά έξω απ’ το μακαρόνι, και κατέληγε στο πιάτο χύμα, σαν ξηρή τροφή της ΝΑΣΑ, κι ας ήταν πνιγμένο στην σάλτσα. Καταλαβαίνετε την λαχτάρα μου, όταν την πρώτη φορά που μπήκα σε Αγγλικό σουπερμάρκετ έπεσα πάνω σε ένα τεράστιο ψυγείο με φρέσκα μακαρόνια, όπου τα τορτελίνια και τα ραβιόλια βρίσκονταν σε προσφορά: £2.50 τα δυο πακέτα των τριακοσίων γραμμαρίων. Μεγάλα, μαλακά, γοητευτικά, με τεράστιες ποικιλίες σε γέμιση, δείτε πόσο λαχταριστά δείχνουν στην κατσαρόλα μου, και πείτε μου αν εσείς θα μπορούσατε ποτέ να επιστρέψετε στο ξερό και μαραμένο, αφυδατωμένο, μικρό, σαφρακιασμένο ελληνικό τορτελίνι:

DSC_0314

Δεν ξέρω αν στα έξι χρόνια που λείπω έχει μεσολαβήσει κάποια επανάσταση του γεμιστού μακαρονιού στην Αθήνα. Έχω την αίσθηση ότι κάπου έχει πάρει το μάτι μου τορτελίνια της προκοπής, και είμαι σίγουρη ότι λογικά κάπου θα μπορείτε να τα βρείτε, σε κάποιο ψαγμένο μαγαζί. Αν πέσετε πάνω τους μην αντισταθείτε. Ακόμα καλύτερα, επενδύστε σε κάποιο φτηνό gadget παρασκευής ζυμαρικών, και φτιάξτε τα δικά σας. Δεν το έχω κάνει ποτέ, γιατί δεν έχει παραστεί ανάγκη, αλλά αν επέστρεφα στην Αθήνα είναι δεδομένο ότι θα το έκανα συχνά και με μεγάλο κέφι (όλες οι συνταγές που έχω δει φαίνονται σχετικά απλές). Τα πρώτα χρόνια της τορτελινομανίας συνήθως επέλεγα να τα συνοδεύσω με μια απλή σάλτσα τυριού: σε μέτρια φωτιά λιώνουμε ένα κομμάτι βούτυρο και ένα κίτρινο τυρί της αρεσκείας μας (παραδοσιακά στην Αγγλία τσένταρ, αλλά οτιδήποτε άλλο κάνει, μου αρέσει ιδιαίτερα και το μπρι, κι ας μην είναι κίτρινο καθώς και οποιοδήποτε είδος μπλε τυριού –και μια συνετή μείξη αυτών λειτουργεί επίσης μια χαρά), κι όταν έχει εντελώς υγροποιηθεί το τυρί ρίχνουμε από πάνω μια κρέμα γάλακτος ανακατεύοντας καλά, και αφήνουμε να πάρει βράση για να δέσει. Λίγο φρεσκοτριμμένο πιπέρι και έτοιμο, ούτε αλάτι, ούτε τίποτα. Αυτή είναι η τυπική, παραδοσιακή μου συνταγή, που πάει καλά με τορτελίνι γεμιστό με τυρί, μπέικον ή κάτι καπνιστό. Για τορτελίνια με λιαστή ντομάτα, λαχανικά και μυρωδικά συνήθως θα προτιμήσω σάλτσα πέστο. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισα να φτιάξω τα τορτελίνια μου (με γέμιση σκόρδο και μυρωδικά) με έναν λίγο διαφορετικό και ελάχιστα πιο μπελαλίδικο τρόπο.

Η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη κάψα μου είχε περάσει, κι επίσης στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς μου μετακίνησαν τα φρέσκα μακαρόνια από ένα ψυγείο σε σχετικά εμφανές μέρος μόλις έμπαινες, σε έναν διάδρομο στο τέλος της αγοραστικής μου πορείας, οπότε είχα καιρό να ψωνίσω –όπως προείπα τείνω να περνάω φάσεις, κι αν κάτι το βαρεθώ και το εξαντλήσω ξεχνάω να επανέλθω. Τις προάλλες ωστόσο κάτι με παρακίνησε να τα αναζητήσω, κι έτσι βρέθηκα με δυο πακέτα έτοιμα να μαγειρευτούν στην υγεία μου. Η σάλτσα ροζουλί, η συνταγή της οποίας ακολουθεί –με καραμελωμένα κρεμμύδια και φρέσκα ντοματάκια–, βγήκε λίγο πιο πορτοκαλί απ’ όσο περίμενα, αλλά καθώς ήμουν αποφασισμένη να την ονομάσω έτσι όσο την εφεύρισκα στο μυαλό μου, δεν νιώθω πως έχω πολλά περιθώρια να το πάρω πίσω. Η δόση που ακολουθεί αρκεί για ένα πακέτο των τριακοσίων γραμμαρίων (ενδεχομένως φτάνει και για μισό κιλό), κι αν σταθεί πραγματικά αδύνατο να βρείτε φρέσκα τορτελίνια εικάζω ότι θα ταιριάζει πολύ καλά με ταλιατέλες –θέλει κάτι μαλακό και φλατ για να αναδειχθεί, δεν μου πάει καλά ως ιδέα με τα πιο al dente σπαγγέτι, φιογκάκια, τρυπητά και τα ρέστα.

DSC_0324 View full article »

Ξέρω, ξέρω, ο τίτλος αγγίζει (χουφτώνει δηλαδή για τα καλά) το εντελώς σουρεάλ, αλλά βρέθηκα σε μεγάλη αμηχανία ως προς την ονοματοδοσία της αποψινής μου δημιουργίας. Αυτό το ψαρομπιφτέκι στ’ αγγλικά λέγεται fishcake, πιάστε το από ‘κει, ρίχτε μια ματιά και στην φωτογραφία, και οι συνειρμοί γίνονται αμέσως πολύ προφανείς. Κατοχυρώνω λοιπόν την ονομασία «μουρουνοκέικ» και «πατατοτουρτάκια» κι όπου το δείτε από ‘δω και στο εξής να ξέρετε ότι από μένα το ‘κλεψαν. DSC_0299 Η σημερινή σουρεαλιστική περιπέτεια ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό, στο σουπερμάρκετ, όταν στο ράφι με τις προσφορές είδα ένα λευκό, παχύ, φιλέτο ψαριού, η υφή του οποίου έμοιαζε κάτω απ’ το σελοφάν ενδιαφέρουσα, και σε πολύ ελκυστική τιμή (καθότι ήταν έτοιμο να λήξει). Το πήρα, γύρισα σπίτι, το έχωσα στην κατάψυξη και το ξέχασα. Το θυμήθηκα σήμερα το πρωί όταν ξύπνησα –άγνωστο γιατί– αποφασισμένη να φτιάξω fishsticks, οπότε και το έβγαλα να ξεπαγώσει. Δεν ξέρω τί πήγε στραβά στο ξεπάγωμα, ή ίσως το κακό έγινε όταν πήγα να βγάλω την πέτσα και να το κόψω σε λωρίδες, όπως και να ‘χει με κάποιο τρόπο στο τέλος κατέληξα με ένα ψάρι σε θραύσματα, που δεν μου άφησε άλλη επιλογή, από το να το μετατρέψω σε fishcake, χωρίς αυτή να είναι η αρχική μου πρόθεση. Παρεμπιπτόντως λίγο νωρίτερα είχα κοιτάξει στο λεξικό για να δω τί στο καλό είναι αυτό το «hake» που πήγα και ψώνισα –το βρήκα πολύ διασκεδαστικό όταν ανακάλυψα ότι σήμερα το μενού είχε… μουρούνα. Η μουρούνα είναι ένα είδος μπακαλιάρου, αρκετά λιπαρό ψάρι, από το οποίο φυσικά παράγεται το παλιό καλό μουρουνόλαδο, που στα χρόνια των παππούδων μας σίγουρα, κι ίσως και των γονιών μας χρησιμοποιούνταν ως δυναμωτικό, καθώς είναι πλούσιο σε Ω3 κι άλλα υγιεινά τσιτσιμπλίκια. Η δική μας γενιά ως επί τω πλείστον μάλλον το έχει γλιτώσει, και δεν μπορεί να καταλάβει την φρίκη, που περιγράφεται σε βιβλία εποχής, της υποχρεωτικής κατάποσής του. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ότι είχα επίγνωση. Είχα διαβάσει βέβαια σχετικές ιστορίες, αστείες και όχι, ούτε και θυμάμαι πια πού, αλλά ενώ είχα την αίσθηση ότι οφείλει να βρωμάει μια αδιόρατη ψαρίλα, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ την αληθινή έκταση που μπορεί να πάρει αυτή η μπόχα. Έμελε να το μάθω με τον πιο γελοίο τρόπο που (δεν) θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπου νους. Μερικά χρόνια πριν, ένα βράδυ αληθινής βαρεμάρας αποφάσισα να το ρίξω στον καλλωπισμό μπας και περάσει η ώρα –πράγμα σπάνιο, γιατί συνήθως βαριέμαι το beauté σαν την αμαρτία. Αφού έκανα στο πρόσωπό μου ό,τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα στο ανυπεράσπιστο πρόσωπό της, βρέθηκα να χρειάζομαι baby oil, ή κάτι παρεμφερές, και έντρομη ανακάλυψα ότι δεν είχα τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο. Έψαξα από ‘δω, κοίταξα από ‘κει· τίποτα. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα να κατέβω στην κουζίνα να πάρω ελαιόλαδο, αντ’ αυτού μου ήρθε μια συγκλονιστική κι ανεπανάληπτη έμπνευση, η ψυχαναλυτική προέλευση της οποίας παραμένει άγνωστη. Ενθυμούμενη, λοιπόν, ότι μέσα στο συρτάρι έχω ένα μπουκάλι με χάπια Ω3 (fish-oil έγραφε το κουτί, ούτε και ξέρω πού το είχα βρει, σίγουρα δεν το είχα αγοράσει μόνη μου, κάποιος μου το κληροδότησε), και παρατηρώντας ότι το χάπι ήταν ουσιαστικά μια ζελατινοειδής αμπούλα γεμάτη με υγρό –ΛΑΔΙ!– βρήκα απολύτως φυσιολογική και λογική την ιδέα του να τρυπήσω μια αμπούλα και να χρησιμοποιήσω το περιεχόμενό της για να τρίψω την μούρη μου μ’ αυτό. Και εννοείται έκανα την ιδέα μου πράξη μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Τρύπησα το χάπι μ’ ένα ψαλιδάκι, άδειασα το λάδι σ’ ένα μπαμπάκι και άρχισα να το απλώνω στα μούτρα μου με τέτοια ταχύτητα, που όταν η ψαρομπόχα με χτύπησε στη μύτη ήταν ήδη πολύ, πολύ, ΠΟΛΥ αργά. Ψαροβρωμούσα μουρουνόλαδο για δυο-τρεις μέρες, παρά τα απανωτά πλυσίματα. Και το γεγονός ότι το πρόσωπό μου έλαμπε από υγεία και σφριγιλότητα (μια χαρά δουλειά έκανε το μουρουνόλαδο δηλαδή) δεν ήταν παρηγορητικό ούτε στο ελάχιστο. Και πάλι καλά να λέω. Το ψαλιδάκι μου βρωμούσε περίπου ένα χρόνο, κι ας το ‘βαλα και στην χλωρίνη. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, όπως καταλαβαίνετε, μόλις συνειδητοποίησα τί ψάρι είχα αγοράσει, θορυβήθηκα λιγάκι, ωστόσο δεν παρουσιάστηκε κάποιο οσμικό πρόβλημα, και το μουρουνοκέικ βγήκε πολύ πετυχημένο. Αν δεν με πιστεύετε θα σας δώσω τη συνταγή. Είναι εύκολη, απλή και γρήγορη (επίσης μπορείτε να αντικαταστήσετε την μουρούνα με μπακαλιάρο, ή μια μίξη μπακαλιάρου, και φρέσκου τόνου και σολομού –αλλά μην επιχειρήσετε να το κάνετε μόνο με τόνο ή μόνο με σολομό, θα παραγίνει βαρύ). Είναι νόστιμο και φαντάζομαι πως είναι ένας ωραίος τρόπος για να ταΐσετε το ψάρι σε δύσκολα παιδιά.

View full article »

Robin Williams3       Εχθές το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, δώδεκα παρά-δώδεκα, κι αυτό είναι κάτι σπάνιο. Ξύπνησα τρεισήμιση ώρες αργότερα από έναν εφιάλτη και τα διαολεμένα υδραυλικά του σπιτιού μου, που γυρεύουν φαίνεται να με οδηγήσουν στην παράνοια. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά κάτι με ενοχλούσε, κάτι σχεδόν αδιόρατο, όχι μεταφυσικής φύσεως, μάλλον οι σωλήνες που έτριζαν ήταν, έχει περάσει σε άλλο επίπεδο η φάση. Άνοιξα το FB κι έπεσα με τα μούτρα στην πιο δυσάρεστη είδηση που έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα φανταστεί ότι η μέρα μου θα ξεκινούσε με μια νεκρολογία για την παιδική μου ηλικία.

Ο θάνατος είναι κάτι πολύ σκληρό και πολύ οριστικό, και οι αντιδράσεις μας σ’ αυτόν είναι πάντα εγωιστικές. Όσο τρυφερά κι αν τις ντύσουμε με μελαγχολία, θλίψη και υποστήριξη αυτών που μένουν πίσω, δεν υπάρχει αλτρουιστικός τρόπος για να προσλάβεις τον θάνατο. Αυτό είναι ένας κανόνας με γενική ισχύ, αλλά γίνεται ακόμα πιο προφανής σε θανάτους διασήμων, ανθρώπων με τους οποίους δεν συνυπήρξαμε ποτέ στο χώρο, και δεν σχετιστήκαμε ποτέ μαζί τους σε κανένα διαπροσωπικό επίπεδο. Όταν λυπόμαστε για τον τάδε ή τον δείνα διάσημο εκλιπόντα, λυπόμαστε για κάτι πολύ προσωπικό. Και μας θλίβει η συνειδητοποίηση της δικής μας θνητότητας. Όσο πιο πολύ έχουμε δεθεί με το έργο κάποιου τόσο περισσότερο γεμίζουν μαύρο οι αναμνήσεις μας. Ένα δικό μας κομμάτι πεθαίνει μαζί τους, κι αυτό είναι που κλαίμε. Ένα από τα χιλιάδες R.I.P. στον Ρόμπιν Γουίλιαμς που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο ήταν το πρώτο ποστ που είδα στις τρεις και μισή το πρωί. Μου πήρε κλάσματα του δευτερολέπτου για να βγάλω νόημα. Άρχισα να ψάχνω έγκυρα ειδησιογραφικά πρακτορεία με μια αίσθηση του απίθανου. Δεν πήρε πάνω από μερικές στιγμές για να επιβεβαιώσω την πληροφορία. Συνήθως είμαι ιδιαίτερα μπλαζέ με τους θανάτους διασήμων, και δεδομένου ότι πιστεύω όλα όσα έγραψα παραπάνω, θεωρώ ότι η δημόσια εκδήλωση συναισθήματος σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις είναι μάλλον ποζεριά, γι’ αυτό και συνήθως επιλέγω να απέχω. Όμως σε αυτή την περίπτωση θα γίνω η εξαίρεση που θα επιβεβαιώσει απόλυτα τον κανόνα.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς ήταν ένα δραματικό σοκ. Μαζί του αυτοκτόνησαν δεκάδες χρυσά μεσημέρια μιας μικρής Εβίτας που ξαπλωμένη στα πορτοκαλί πλακάκια του σαλονιού, μαλλιοτραβιόταν με τον αδερφό της για τα διάσπαρτα παντού παιχνίδια, σερνόταν από καναπέ σε πολυθρόνα με το βιβλίο από την δημοτική βιβλιοθήκη και έπαιζε ώρες ατελείωτες Tetris στο φτηνό ηλεκτρονικό που η μαμά της είχε χαρίσει στον Δώρη (μόνο για να το ιδιοποιηθούμε λίγο καιρό αργότερα, γιατί ο θείος δεν το αγαπούσε όσο εγώ, και επίσης με σφαλιάριζε κάθε τρεις και λίγο στο κεφάλι, οπότε ήταν λογικό να παίρνω τα πράγματά του χωρίς καμία τύψη). Αυτοκτόνησαν και τα χειμωνιάτικα απογεύματα, τότε που μέτραγα τις μέρες για τα Χριστούγεννα χωρίς την βοήθεια τζαμποσακούλας, και προσπαθούσα να χωρέσω όλο το σύμπαν στον ελεύθερο χρόνο μου (και ν’ αφήσω απ’ έξω κάθε είδους σχολική εργασία). Αυτοκτόνησαν και τα βράδια του Σαββάτου, που το MEGA έπαιζε «ταινία», καμιά φορά και το Star, αλλά θυμάστε εκείνα τα μισάωρα διαλείμματα για διαφημίσεις στο Star –ήταν μαρτύριο να παρακολουθεί κανείς οτιδήποτε στα mid-90s σ’ αυτό το κανάλι. Πόσο μακρινός και ξένος μοιάζει εκείνος ο καιρός που έπρεπε στ’ αλήθεια να περιμένεις την καινούρια ταινία. Να σηκωθείς, να ντυθείς, να πας στο βίντεοκλαμπ και να ελπίζεις ότι υπήρχαν αρκετές κόπιες για όλη τη γειτονιά, να πάρεις το κουτί με την βιντεοκασέτα και να γυρίσεις σπίτι, να φτιάξετε όλοι μαζί ποπκόρν, και να κλείσετε τα φώτα. Και να χαθείς μέσα στην εικόνα που κράταγε ακόμα μια αθώα μαγεία, γιατί στα δέκα σου όλα είναι δυνατά, ο κόσμος είναι ακόμα πολύ καινούριος και έχεις περισσότερες απογοητεύσεις μπροστά παρά πίσω σου. Δεν έχω πολύ οίστρο το ξέρω, δεν τα λέω ποιητικά όπως άλλοτε. Έχω χάσει τον ύπνο μου μ’ αυτά τα υδραυλικά, και δεν έχω καθόλου διάθεση. Δεν βοήθησαν τα σημερινά νέα. View full article »

Τις προπαραμονές, κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο εξωτικό Κερατσίνι, τα πρωινά που περνάει το σκουπιδιάρικο, ανακράζουν οι σκουπιδιαραίοι: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!». Σ’ όλο το μήκος της διαδρομής, καθώς εκτελούν το δρομολόγιό τους, ξανά και ξανά ένας βραχνός τελάλης φέρνει ένα αμφίβολα γιορτινό μήνυμα στις γειτονιές και τους ανθρώπους. Πρόκειται για έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο, ένα μαντρά που έχω συνδέσει άρρηκτα με τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, και που για χρόνια αποτελούσε ένα μυστηριώδες αίνιγμα: γιατί αυτοί οι άνθρωποι κάνουν το δρομολόγιό τους φωνάζοντας, και τί βαθύτερο κρύβεται κάτω απ’ την κραυγή τους; Τί θέλει να πει ο ποιητής τέλος πάντων. Ο σκουπιδιάρης, έστω, στην προκειμένη περίπτωση.

Μικρή (παιδούλα πάει να πει) είχα προβεί σε μια αλά Ντίκενς δραματική ερμηνεία· μου ακουγόνταν σαν την παραδοχή (ή απόδοση κατηγορίας) ότι οι ίδιοι οι καθαριστές είναι τα σκουπίδια της κοινωνίας μας, παραπεταμένοι και αδιάφοροι, και ως «τα σκουπίδια μας» μάς εύχονταν υποτακτικά «Χρόνια πολλά!», αλλά μας θύμιζαν κιόλας ότι για κάθε γιορτινή στιγμή που εμείς περνούσαμε πάνω στα παχιά χαλιά μας —δίπλα στο αναμμένο τζάκι ανοίγοντας δώρα— αυτοί παραπεταμένοι στις χωματερές περίμεναν να πιάσουν ξανά βάρδια, πάνω σ’ ένα λερό φορτηγό, φορτώνοντας ολημερίς βρωμερούς κουβάδες απορρίματα. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η φαντασία μου κάλπαζε από νηπιακή ηλικία.

Αργότερα η πρώτη ερμηνεία μου φάνηκε λιγουλάκι τραβηγμένη, και το είδα από μια πιο σκωπτική σκοπιά: σκέφτηκα πως ίσως να μας εύχονται περιπαικτικά χρόνια πολλά εκ μέρους των σκουπιδιών, χλευάζοντας την μικροαστική, καταναλωτική, εορταστική υπερβολή μας. Ας διευκρινίσω ξανά πως μιλώ για τα 1990s, μην πάει και παρεξηγηθώ από κανέναν επαναστάτη, κοινωνικό αγωνιστή. Αυτή η ιδέα μου άρεσε πολύ περισσότερο και έτσι την κράτησα για αρκετό καιρό, και δεν προχώρησα άμεσα στην ανασκευή της· ούτε όταν συνειδητοποίησα ότι μαζί με τις φωνές, οι σκουπιδιάρηδες βροντούσαν και τα κουδούνια, σκούζοντας στα θυροτηλέφωνα: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!».

Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να χωνέψω ότι ο πρακτικός λόγος της φωνασκίας ήταν η διόλου ρομαντική αποκομιδή ενός άτυπου εορταστικού μποναμά, που όταν βαρούσαν τα κουδούνια κατέληγε εκβιασμένο ρεγάλο, σπάνια συνοδευόμενο από τις αντίστοιχες θερμές ευχές. Μετά μεγάλωσα κι άλλο, τα πράγματα έγιναν περίπλοκα, μπήκαν κι άλλες έννοιες στην κουβέντα: απεργίες, σκουπιδοβουνά, συνδικαλιστές, διορισμοί απ’ τα παράθυρα και τα συναφή που χαλάσαν λίγο την αμπελοφιλοσοφική μου διάθεση. Ωστόσο η σύνθεση της φράσης, «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», δεν έπαψε ποτέ να με απασχολεί, καθώς είναι σημασιολογικά λειψή, κι ως τέτοια, ανοιχτή σε άπειρες ερμηνείες. Ακόμα κι αν ξέρω τον σκοπό της κίνησης αυτής με απασχολούσε πάντα η καταγωγή της φράσης κι η βαθύτερη σημασία της.

Δεν αισθάνθηκα διόλου υπερήφανη όταν σήμερα το πρωί  καθώς με ξυπνούσε η γκαροφωνάρα —»Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!»— σκέφτηκα για πρώτη φορά καθώς ξεκαθάριζε ο ύπνος από το κεφάλι μου (στα εικοσιοκτώ μου και βάλε) ότι η παράδοση πρέπει να ξεκινά από έναν καιρό που οι καθαριστές του δήμου φώναζαν στις γειτονιές να κατεβάσει ο κόσμος τα σκουπίδια, μια και ακολουθούσε αργία και δεν θα είχαν την ευκαιρία να τα ξεφορτωθούν για αρκετές μέρες. Δεν παίρνω όρκο πως αυτή είναι η εξήγηση, αλλά επιτέλους κατέληξα σε μια ερμηνεία που βγάζει ένα μη σουρεαλιστικό νόημα. Αναρωτιέμαι τί να σκέφτεται ένα πεντάχρονο σήμερα για το ίδιο θέμα. Σήμερα που ο σκουπιδιάρης μόνο φωνάζει (δεν χτυπούν τα κουδούνια πια, το πήρανε απόφαση ότι δεν περισσεύει για ρεγάλο), «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», σαν απομεινάρι άλλων εποχών —χάσαμε το λογαριασμό στις εποχές.

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

View full article »

Στη γειτονιά μου. Ίσως γείτονάς μου. Μπορεί με τη μάνα του να έχουμε ψωνίσει μαζί δίπλα-δίπλα στη λαϊκή. Το αυτό και για τους θύτες. Μπορεί την άλλη μέρα ν’ αγόρασα ψωμί πριν ή μετά τον μαχαιροβγάλτη στον ίδιο φούρνο. Σίγουρα έχω περπατήσει χιλιάδες φορές τον δρόμο όπου τον χτύπησαν. Τί κάνεις όταν το σκουλήκι γυρνά και σέρνεται έξω από την πόρτα σου; Καταλαβαίνεις τότε τη σοβαρότητα των πραγμάτων; Πρέπει να φτάσει στην πόρτα σου για να καταλάβεις;

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, 3:58 π.μ.

© rena lykou (18/9/13 21:26  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

© rena lykou (18/9/13 21:26 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

Πριν από ένα χρόνο και κάτι με χτύπησε μια φριχτή συνειδητοποίηση. Ένας νεαρός οικογενειακός φίλος και γείτονας, ένα καλό παιδί και ήσυχο, ένα μικρό παλικαράκι –ας τον πούμε Σ.– εικοσικάτι χρονών με πλησίασε κι άρχισε να μου πλέκει το εγκώμιο της Χρυσής Αυγής. Πολύ διακριτικά, με δικαιολογίες περισσότερο και όχι με άμεσο θαυμασμό (που υπέβοσκε όμως), διερευνητικά ακόμα και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό θα έλεγα. Η άμεση, σαφής και αμετάκλητη αντίδραση μου δεν φάνηκε να πιάνει τόπο. Ακόμα κι όταν του απέδειξα με στοιχεία (βλ. εδώ) ότι η ιστορία που του είχε πουλήσει η μαύρη συμμορία για τον ηρωισμό και τον αλτρουισμό των μελών της ήταν παραμύθα, και παρά το ότι το παραδέχτηκε και ο ίδιος για το συγκεκριμένο περιστατικό (δεν άφησα άλλωστε και περιθώρια), δεν άλλαξε απόψεις. Τις σπάνιες φορές που τον συνάντησα έκτοτε είδα ότι η συμπάθειά του (στην καλύτερη περίπτωση) έχει εδραιωθεί για τα καλά, και ίσως χωρίς επιστροφή. Κατάλαβα τότε πιο ξεκάθαρα από ποτέ ότι διαρκώς πλησιάζει το αιμοβόρο αυτό κτήνος του φασισμού. Κάθε φορά που γυρνάμε το κεφάλι μας με τρόμο για να κοιτάξουμε πάνω απ’ τον ώμο μας ενώ τρέχουμε να ξεφύγουμε είναι ένα βήμα πιο κοντά μας. Σχεδόν τόσο αμετάκλητα όσο το σούρουπο προοιωνίζει τη νύχτα. Όλο σκοτεινιάζει.

© rena lykou (18/9/13 21:30  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

© rena lykou (18/9/13 21:30 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

View full article »

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.727 ακόμα followers