Latest Entries »

Έλεγα πάλι παλιές ιστορίες, κι εσύ δεν μ’ άκουγες. Και τί ν’ ακούσεις άλλωστε; Χρόνια τώρα, κι οι δυο το ξέρουμε, επαναλαμβάνω διαρκώς την ίδια ιστορία, χωρίς ούτε την στοιχειώδη μέριμνα να την παραλλάξω λιγάκι, να την στολίσω με πιο όμορφες λέξεις, να χαίρεσαι εσύ να την ακούς κι εγώ να τήνε λέω. Τη μαστοριά της αφήγησης την έχασα από καιρό. Το πλούσιο λεξιλόγιο το ξέχασα κάποια στιγμή, ίσως πριν γεννηθείς, μάλλον ποτέ σου δεν με γνώρισες καλλιεπή· σ’ έμαθα στα «όχι» και στα «μη», σ’ ανάθρεψα με τα «δεν πρέπει» και πιθανόν συχνά-πυκνά σ’ ορμήνεψα: «μα τί θα πει ο κόσμος;». Πέρασαν τα χρόνια· ο κόσμος δεν είπε τίποτα τελικά. Κι ύστερα απ’ αυτό πώς να ζητήσω εμπιστοσύνη; Και γιατί να μου την δώσεις;

Κι όμως, έρχεσαι να με δεις μια φορά την εβδομάδα· ευλαβικά κάθε Κυριακή, σαν να ‘μαι εκκλησία, κι όχι ένα ασεβές σκήνωμα ανθρώπου που ποτέ δεν επιθύμησε να βαφτιστεί αγία. Κάθεσαι σε μια άβολη καρέκλα στο κέντρο της κάμαρας και με ακούς να μιλάω χωρίς να με διακόπτεις. Μετά από λίγο σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και περπατώ αγκομαχώντας μέχρι το παράθυρο –αγκομαχώντας στα κρυφά, από μέσα μου, χωρίς να διακόπτω την κουβέντα– για να σταθώ λίγο μπροστά στ’ ανοιχτό τζάμι, να με χτυπήσει ο πρωινός αέρας και να παραστήσω ότι ατενίζω τη θάλασσα, ενώ δεν βλέπω παρά μόνο έναν θολό γαλάζιο καμβά, εναλλασσόμενες μουντζούρες, μια νεοϊμπρεσιονιστική ζωγραφιά φτιαγμένη από φως και χρώμα. Σε κουράζω με τη φλυαρία μου, το ξέρω, και την εμμονή μου να επανέρχομαι διαρκώς στα ίδια και τα ίδια. Μετά από λίγο το παράθυρο, η βοή κουράζουν εμένα –σ’ αυτή την ηλικία βλέπεις προτιμάς την ησυχία, μ’ όποιο τίμημα κι αν αυτή κουβαλάει– και κούτσα-κούτσα ξαναγυρνάω στο κρεβάτι· κάθομαι αργά και προσεκτικά, ταλαντεύομαι καθώς λυγίζω τα δυο μου πόδια ταυτόχρονα. Δεν θέλω να είμαι ξαπλωμένη μπροστά σου, γι’ αυτό διατάζω βουβά τη μέση μου να με στηρίξει και συνεχίζω να σε κουράζω με τη φλυαρία μου.

Γυρνάω το κεφάλι, τάχα αφηρημένη, μα στην πραγματικότητα για να ρίξω άλλη μια θολή ματιά στο κατακόκκινο τριαντάφυλλο που μου έφερες και σήμερα, απαράλλαχτο με της προηγούμενης Κυριακής, και της ακόμα πιο προηγούμενης. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από σένα σε κάθε σου επίσκεψη· τόσο αταίριαστο για μένα –τα κόκκινα τριαντάφυλλα είναι για παθιασμένες ενζενί κι όχι για γυναίκες που τα καλύτερά τους χρόνια πέρασαν πριν τόσο πολύ καιρό ώστε κανείς πια δεν τα θυμάται. Μόνη σου το βάζεις στο κρυστάλλινο βάζο· γεμίζεις νερό μέχρι τη μέση, το ακουμπάς στο κομοδίνο μου. Κι εγώ κάθε φορά που κοιτάζω το καινούριο τριαντάφυλλο –τάχα αφηρημένη– σκέφτομαι, σάμπως δεν θα ήθελε το άμοιρο να ‘ναι ακόμα γραπωμένο από τη μάνα του, να τρώνε οι ρίζες του απ’ το χώμα και να το δροσίζει η πάχνη το ξημέρωμα, αντί να στολίζει έτσι αταίριαστα τα παλιακά μου κρύσταλλα; Κι ύστερα σκέφτομαι αν αυτός που πρώτος βάλθηκε να ψήσει την άμμο, να φυσήξει την κολλώδη μάζα και να κάνει τους κόπους του ανθοδοχείο, φαντάστηκε ποτέ ότι θα συνεργούσε στην αιχμαλωσία ενός τόσο κόκκινου, τόσο μυρωδάτου τριαντάφυλλου; Αμφιβάλω· οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να σκέφτονται τις συνέπειες των πράξεών τους. Από την άλλη μπορεί κι εγώ να υπερβάλλω.

Εσύ κάθεσαι ακόμα στην καρέκλα. Η ασταμάτητη φλυαρία μου σε φέρνει σε αμηχανία, και η αμηχανία σ’ οδηγεί στη σιωπή. Αν κάνω πως σωπαίνω κι εγώ: κενό. Σε κοιτάζω λιγάκι, όσο μου επιτρέπει η θολή όρασή μου. Απλώνω το χέρι σκύβοντας ολόκληρη και πιάνω το δικό σου. «Μωρέ μάνα», μου λες, «θα πάθει η μέση σου, ξάπλωσε επιτέλους στο κρεβάτι». Κουνάω το κεφάλι αρνητικά και σου σφίγγω το χέρι πιο πολύ. «Ευχαριστώ που ήρθες». Κοιτάζεις το ρολόι σου. «Να σου φτιάξω κάτι; Ένα τσάι! Θα φτιάξω και για μένα», μου λες. Σπρώχνεις το χέρι μου στην ποδιά μου, σηκώνεσαι και πας στο κουζινάκι, σκαλίζεις τα ντουλάπια, ανάβεις το γκάζι, μπορώ ν’ ακούσω από ‘δω το μπρίκι να βροντάει στο μάρμαρο. «Γάλα έχεις;», φωνάζεις. Ανοίγεις το ψυγείο και κοιτάζεις μόνη σου. Ξαναγυρίζεις με δυο κούπες. Το δικό μου τσάι θα κρυώσει πάνω στο κομοδίνο και θα το χύσω αργότερα στο νεροχύτη. Ισορροπείς την δική σου κούπα στα γόνατα και ρουφάς με μικρές θορυβώδεις γουλιές. Τίποτα δεν σου ‘μαθα από τρόπους.

«Ήρθε ο ηλεκτρολόγος;», ρωτάς. «Ήρθε μάτια μου· μα όπως ήρθε τον έδιωξα και του ‘πα να μην γυρίσει». Σηκώνεις το κεφάλι. «Γιατί;», με ρωτάς έκπληκτη. «Γιατί ήθελε να χαλάσει τη φωλιά». Δεν καταλαβαίνεις τί σου λέω κι είναι λογικό. «Τη φωλιά, στον τοίχο, πάνω απ’ την εξώπορτα. Βραχυκύκλωσε λέει το κουτί της παροχής και δεν ανάβει το φως». Σωπαίνεις λίγο. «Ωραία, και ποιο είναι το πρόβλημα;», με ρωτάς ύστερα. Προσπαθείς να κρατήσεις την ψυχραιμία σου, κι αυτό το εκτιμώ. «Ήθελε να την χαλάσει και δεν τον άφησα. Και μου ‘πε ότι αν δεν τον αφήσω δουλειά δεν γίνεται. Και τον έστειλα κι εγώ στο καλό του». Με κοιτάς απηυδισμένη, με σμιχτά τα φρύδια, όλο επίκριση. Την χάνεις την ψυχραιμία σου. «Και τί θα γίνει τώρα, ρε μάνα; Για να μην χαλάσει η φωλιά θα σ’ έχω εγώ κάθε βράδυ έγνοια μην τσακιστείς στις σκάλες; Θα τον πάρω να έρθει αύριο». Αχ, πώς το ξέρω το αυστηρό σου. Εγώ δεν σε μεγάλωσα; «Τσάμπα θα τον στείλεις, εγώ θα τον διώξω πάλι». Με βλέπεις που πεισμώνω, μα πεισμώνεις κι εσύ. Είσαι έτοιμη να βάλεις καυγά. Σου πιάνω πάλι το χέρι. «Θα τον διώξω μάτια μου. Η φωλιά είναι ένα σπίτι. Δεν θέλω να ‘ρθουν τα χελιδόνια την άνοιξη και να βρεθούν ξεσπιτωμένα. Έχουν ξεκινήσει από την άλλη άκρη του κόσμου για να ‘ρθουν εδώ, το καταλαβαίνεις; Σε τούτο το σπίτι, σε τούτη τη φωλιά. Θα κλωσήσουν τ’ αυγά τους, και θα κάνουν χελιδονάκια, και το φθινόπωρο θα φύγουν πάλι μακριά. Και θα μου λείψουν όταν φύγουν. Και θα τα περιμένω ξανά την επόμενη άνοιξη. Αν είναι να δω την επόμενη άνοιξη. Πάντως η φωλιά δεν χαλιέται». Τί να μου πεις; «Αχ, μωρέ μάνα, με τα χελιδόνια σου», λέει το στόμα σου.  «Γεροπαράξενη», μου λένε τα μάτια σου. Και πώς να σου πω ότι έχεις άδικο;

Σωπαίνεις πάλι. Πιάνεις ένα περιοδικό απ’ το καλάθι, γυρνάς τις σελίδες, δεν διαβάζεις τίποτα. Ξεφυσάς. Τ’ αφήνεις πάλι πίσω. Με κοιτάς. Σε κοιτάω. Ξεφυσάς. «Λοιπόν, πρέπει να πάω τώρα, ναι;». Κουνάω το κεφάλι. «Θα περάσω την άλλη βδομάδα». Φυσικά. Δεν κακοκαρδίζω. Σηκώνεσαι, μαζεύεις την τσάντα σου, την περνάς στον ώμο σου, στρέφεις το κορμί σου προς την πόρτα. Μετά σαν να θυμάσαι κάτι γυρνάς πίσω και με φιλάς στο μάγουλο. «Ώρα σου καλή», σου λέω. «Να προσέχεις», μου λες. Μα πότε αλλάξαμε ρόλους; Μετά φεύγεις. Θα κοιμηθώ λίγο το μεσημέρι και το απόγευμα ίσως ανοίξω την τηλεόραση.

 

Advertisements

 

Dorianne Laux, 1952

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Μόνο όσο Κρατάει η Μέρα

Σύντομα εκείνη θα ‘ναι μόνο μια περαστική σκέψη,
ένα κέντρισμα πόνου, μια ριπή του ανέμου ανάμεσα από κύμβαλα, σκεβρωμένα κουτάλια
που κρέμονται απ’ τη μαρκίζα μια πρώτη νύχτα σε καινούριο σπίτι,
σε ένα δρόμο όπου κανένα σκυλί δεν τραγουδά, καμία γάτα δεν επισκέπτεται
τη γάτα του γείτονα στη μέση του δρόμου, λαχανιάζοντας
και τρίβοντας γούνα πάνω στη γούνα, πετώντας σπίθες.

Τα άτομά της είναι εκεί έξω, κυκλώνοντας τη γη, μείον
την ευτυχία της, μείον τη θλίψη της, μόνο τα άτομα
νερού του σώματός της, τα άτομα απ’ τα μαλλιά και τα κόκαλα και τα δόντια της,
τα άτομα της σάρκας της, τα μεθυσμένα της άτομα, η αλμύρα της,
και το τυρί και το τσάι της, αλλά όχι τα άτομα απ’ το κονσέρτο
για πιάνο, τα άτομα του γέλιου και της σκληρότητάς της, τα άτομα
απ’ το ψέμα της και τα κρινάκια πλάι στο δρόμο, και τις παντόφλες της,
Θεέ μου, οι παντόφλες της, πού να είναι τώρα;

 

 

Only as the Day Is Long

Soon she will be no more than a passing thought,
a pang, a timpani of wind in the chimes, bent spoons
hung from the eaves on a first night in a new house
on a street where no dog sings, no cat visits
a neighbor cat in the middle of the street, winding
and rubbing fur against fur, throwing sparks.

Her atoms are out there, circling the earth, minus
her happiness, minus her grief, only her body’s
water atoms, her hair and bone and teeth atoms,
her fleshy atoms, her boozy atoms, her saltines
and cheese and tea, but not her piano concerto
atoms, her atoms of laughter and cruelty, her atoms
of lies and lilies along the driveway and her slippers,
Lord her slippers, where are they now?

 

 

 

Έπεσα πάνω σ’ αυτό το κείμενο στο New Yorker προχθές, και μου τράβηξε την προσοχή. Βρήκα την αφήγηση πολύ ειλικρινή, και πολύ ουσιαστική και αρκετά σημαντική. Ο ποιητής Donald Hall έχει γράψει κι άλλα κείμενα για την άκαιρα χαμένη σύζυγό του, επίσης ποιήτρια Jane Kenyon και τη ζωή τους -αυτή που έζησαν κι αυτή που δεν έζησαν. Έχει γράψει και αρκετά ποιήματα για ‘κείνη. Κάποτε η συμβίωσή τους, ένα κομμάτι της, το ωραίο κομμάτι, πριν το θάνατο, καταγράφηκε σε ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής εκπομπής Bill Moyers Journal. Δεν ξέρω να σας πω γιατί το μετέφρασα, αλήθεια, αν και μια εξήγηση είναι ότι εκείνη την ώρα δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Νομίζω όμως ότι άξιζε τον κόπο να υπάρχει στα Ελληνικά. 

Image result

Διπλή Μοναχικότητα

Στα ογδόντα επτά μου είμαι μοναχικός. Ζω μόνος σε έναν όροφο του αγροτόσπιτου του 1803, που ανήκει στην οικογένειά μου από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου. Αφού πέθανε ο παππού μου, η γιαγιά μου η Κέιτ έζησε εδώ μόνη. Οι τρεις κόρες της την επισκέπτονταν. Το 1975 η Κέιτ πέθανε, σε ηλικία ενενήντα επτά χρόνων, και το παρέλαβα εγώ. Περίπου σαράντα χρόνια αργότερα περνάω τις μέρες μου μόνος σε μια απ’ τις δυο μου καρέκλες. Από μια παραγεμισμένη μπλε καρέκλα στο σαλόνι κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τον άβαφτο παλιό αχυρώνα, χρυσαφένιο και άδειο από τις αγελάδες του και τον Ράιλι, το άλογο. Κοιτάζω μια τουλίπα. Κοιτάζω το χιόνι. Στην καρέκλα μου στο σαλόνι γράφω αυτές τις παραγράφους και υπαγορεύω γράμματα. Βλέπω επίσης τις ειδήσεις στην τηλεόραση, συχνά χωρίς ν’ ακούω και αναπαύομαι στην μεγάλη παρηγοριά της απομόνωσης. Κάποιοι θέλουν να με επισκεφθούν, αλλά συνήθως αρνούμαι, διαφυλάσσοντας την διαρκή ηρεμία μου. Η Λίντα έρχεται δυο φορές την εβδομάδα. Οι δυο καλύτεροί μου φίλοι από το Νιού Χαμπσάιρ, που ζουν στο Μέιν και στο Μανχάταν, σπάνια περνούν από ‘δω. Μερικές ώρες τη βδομάδα η Καρολάιν κάνει την μπουγάδα μου, και μού μετράει τα χάπια, και με συμμαζεύει. Περιμένω με κάποια λαχτάρα τον ερχομό της και νιώθω ανακούφιση όταν φεύγει. Μια στο τόσο, ειδικά τις νύχτες, η μοναχικότητα χάνει αυτή την ήρεμη δύναμη και παίρνει το πάνω χέρι η μοναξιά. Είμαι ευγνώμων όταν η μοναχικότητα επιστρέφει.

Γεννημένος το 1928, ήμουν μοναχοπαίδι. Κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης υπήρχαν ένα σωρό σαν κι εμένα, και το Δημοτικό Σχολείο του Σπρινγκ Γκλεν είχε οκτώ τάξεις παιδιών χωρίς αδέλφια. Από καιρό σε καιρό έκανα φίλους στην παιδική μου ηλικία, αλλά οι φιλίες αυτές ποτέ δεν κρατούσαν. Στον Τσάρλι Άξελ άρεσε να φτιάχνει μοντέλα αεροπλάνων από ξύλο μπάλσα και πανί. Το ίδιο κι εμένα, αλλά ήμουν αδέξιος κι έσταζα τσιμέντο στο χαρτί για τα φτερά τους. Τα δικά του μοντέλα πετούσαν. Αργότερα ξεκίνησα συλλογή από γραμματόσημα, το ίδιο και ο Φρανκ Μπένεντικτ. Βαρέθηκα τα γραμματόσημα. Στην εβδόμη και στην ογδόη υπήρχαν τα κορίτσια. Θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένος με την Μπάρμπαρα Πόουπ στο κρεβάτι της, εντελώς ντυμένοι και χώρια, ενώ η μητέρα της μας κοιτούσε αγχωμένη. Τις πιο πολλές φορές ήθελα να μένω μόνος μετά το σχολείο, καθισμένος στο σκιερό σαλόνι. Η μητέρα μου πήγαινε για ψώνια ή έπαιζε μπριτζ με τις φίλες της. Ο πατέρας μου έκανε λογαριασμούς στο γραφείο του· εγώ ονειροπολούσα.

Το καλοκαίρι άφησα το προάστιο του Κονέκτικατ, όπου έμενα, για να βοηθήσω τον παππού μου στο θερισμό σ’ αυτήν εδώ τη φάρμα στο Νιού Χαμπσάιρ. Τον παρακολουθούσα πρωί και βράδυ να αρμέγει επτά αγελάδες Χόλσταϊν. Για μεσημεριανό έφτιαχνα μόνος μου ένα σάντουιτς με κρεμμύδι –μια χοντρή φέτα κρεμμύδι ανάμεσα σε δυο φέτες ψωμί του τοστ. Έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό το σάντουιτς. View full article »

W.H. Auden

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Οι Προκαταλήψεις Μας

 

Η κλεψύδρα ψιθυρίζει στου λιονταριού τα νύχια,
Των πύργων τα ρολόγια λεν στους κήπους μέρα-νύχτα,
Για πόσα σφάλματα ο Χρόνος δείχνει ανοχή,
Τί μέγα λάθος το να έχουν πάντα δίκιο.

Όμως ο Χρόνος, όσο δυνατοί κι αν είναι οι χτύποι του ή βαθιοί,
Όσο ασυγκράτητα ο χείμαρρός του αν ρέει,
Ποτέ του δεν εμπόδισε του λέοντα την ορμή
Ούτε και τάραξε ποτέ τη σιγουριά του ρόδου.

Γιατί αυτά, έτσι μοιάζει, μόνο η έκβαση τα νοιάζει:
Ενώ εμείς διαλέγουμε των λέξεων τη μουσική
Και κρίνουμε ένα πρόβλημα απ’ το πόσο αλλόκοτο είναι·

Κι ο Χρόνος ήταν ανέκαθεν για μας αγαπητός.
Πάντα δεν προτιμήσαμε να τριγυρίσουμε λιγάκι
Απ’ το να πάμε απευθείας εκεί που βρισκόμαστε;

 

 

 

Our Bias 

The hour-glass whispers to the lion’s paw,
The clock-towers tell the gardens day and night,
How many errors Time has patience for,
How wrong they are in being always right.

Yet Time, however loud its chimes or deep,
However fast its falling torrent flows,
Has never put the lion off his leap
Nor shaken the assurance of the rose.

For they, it seems, care only for success:
While we choose words according to their sound
And judge a problem by its awkwardness;

And Time with us was always popular.
When have we not preferred some going round
To going straight to where we are?

ΑΡΧΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 1 

Το δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα είναι αναφαίρετο. Η πληροφόρηση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα ή μέσο προπαγάνδας. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: 

α. Να θεωρεί πρώτιστο καθήκον του προς την κοινωνία και τον εαυτό του τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας. 

β. Να θεωρεί προσβολή για την κοινωνία και πράξη μειωτική για τον εαυτό του τη διαστρέβλωση, την απόκρυψη, την αλλοίωση ή την πλαστογράφηση των πραγματικών περιστατικών. 

γ. Να σέβεται και να τηρεί το διακριτό της είδησης, του σχολίου και του διαφημιστικού μηνύματος, την αναγκαία αντιστοιχία τίτλου και κειμένου και την ακριβή χρησιμοποίηση φωτογραφιών, εικόνων, γραφικών απεικονίσεων ή άλλων παραστάσεων. 

δ. Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του. 

ε. Να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης και με επίγνωση των συνεπειών, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει. 

στ. Να επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή, με ανάλογη παρουσίαση και ενδεδειγμένο τονισμό, ανακριβείς πληροφορίες και ψευδείς ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου και του πολίτη και να δημοσιεύει ή να μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου.

 

Για να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους (όσο γίνεται, αν γίνεται). Όταν πέρυσι έσκασε η υπόθεση με τον κύριο Σακελλαρίδη και τα ζαρζαβατικά, εγώ προσωπικά χειροκρότησα την αρχική του στάση, να μην σχολιάσει τα δημοσιεύματα, και την μετέπειτα ανακοίνωσή του, όπου, χωρίς να απολογηθεί ή να εξηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, δήλωσε πως δεν εκβιάζεται. Ο κύριος Σακελλαρίδης δεν χρώσταγε σε κανέναν ούτε συγνώμη, ούτε επεξήγηση, και πολύ ορθά περιφρόνησε τους εκβιαστές, οι οποίοι με όπλο ένα βίντεο, προϊόν δόλιας υποκλοπής, προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά του χτυπώντας την ιδιωτική του ζωή. Η δική μου γνώμη, αλλά αναγνωρίζω την υποκειμενικότητά της, είναι ότι επί αυτού του ζητήματος, ο Σακελλαρίδης είχε δικαίωμα να μην απαντήσει, ακόμα κι αν ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας. Δεν αφορά κανέναν. Δεν είναι υποχρεωμένος να συρθεί στον δημοσιογραφικό απόπατο κανενός Τριανταφυλλόπουλου προς τέρψιν ενός αδηφάγου κοινού. Τελεία. Ας σημειωθεί εδώ προς αποφυγή σχολίων περί ασυνέπειας, ότι εγώ δεν είμαι δημοσιογράφος. Επέλεξα να μην είμαι δημοσιογράφος, και δεν δημοσιολογώ ως δημοσιογράφος. Κρίνω ως πολίτης, ωστόσο με επίγνωση και γνώση (και ακαδημαϊκή και πρότερη εργασιακή) της σημασίας του λειτουργήματος. Η παράπλευρη συζήτηση περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια. Αλλά σημαντική λεπτομέρεια.

Σπιντάρισμα στο σήμερα, και πάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα που προέκυψε την Δευτέρα του Πάσχα με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο λόγος για τον οποίο αντιπαραβάλω τις δυο υποθέσεις δεν είναι για να πείσω κανέναν ότι είμαι αντικειμενικός και ουδέτερος κριτής. Δεν είμαι. Αντιπαθώ την ΠτΒ σαν πέτρα χολής, και δεν το έκρυψα ποτέ. Καταβάλω όμως συνειδητά τεράστια προσπάθεια για να είμαι ακριβοδίκαιη, και δεν επιτρέπω στην αντιπάθειά μου να καθορίσει την ουσία της κριτικής μου (αν και συχνά την αφήνω ανεξέλεγκτη ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιώ). Την παραπάνω εισαγωγή την έκανα για να αποδείξω, ότι υπάρχουν ζητήματα για τα οποία κάποιος δικαιούται να μην μιλήσει, και μάλιστα η αξιοπρέπειά του δεν θίγεται σε τίποτα από την άρνησή του να βουτηχτεί στην χαβούζα. Το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά τα θέματα. Δεδομένου ότι σε αυτή την ιστορία η Κωνσταντοπούλου έχει εμπλακεί με την θεσμική της ιδιότητα (ακόμα κι αν την έχουν εμπλέξει εντελώς εν αγνοία της, και χωρίς η ίδια να ευθύνεται ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι) η υπεράσπιση όχι του ατόμου, αλλά της θέσης της είναι απολύτως απαραίτητη, και είναι απολύτως επιβεβλημένο να ξεκαθαρίσει η ίδια τα πράγματα, ύστερα από την έκταση που έχουν λάβει. Το χρωστάει στον θεσμικό της ρόλο, και σε κανέναν άλλο, να διαψεύσει και να προβεί αν είναι απαραίτητο στις κατάλληλες νομικές ενέργειες για να αποκαταστήσει όχι το όνομά της, αλλά το πρόσωπο της Προέδρου της Βουλής που θίγεται (εφόσον την κατηγορούν ότι επικαλέστηκε την ιδιότητά της αυτή, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν το έκανε). Αντί όμως η ΠτΒ να πράξει τα δέοντα, και απολύτως αναμενόμενα, μιάμιση μέρα και κάτι μετά, συνεχίζει να σιωπά, επιτρέποντας κάθε λογής εικασίες να κόβουν βόλτες στα social και τα παραδοσιακά media. Ίσως ο λόγος να είναι όντως η «λεπτότητα του χαρακτήρα της, το ήθος και η ευγένειά της», που επικαλείται η Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Αιδηψού. Εγώ θα σας πω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η, σε κάθε άλλη περίπτωση ελάχιστα λεπτότροπη κι ευγενής Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν απαντά στις κατηγορίες. Βρήκε όμως την λάθος ώρα να εκδηλώσει την λεπτότητα και την ευγένειά της γιατί αυτή τη στιγμή αυτό που οφείλει να κάνει είναι να απαντήσει άμεσα και με σαφήνεια, ώστε να πάψουν να γεννιούνται σενάρια και να κλείσει αυτό το ζήτημα είτε με δική της απολογία, είτε με απολογία των «συκοφαντών». View full article »

DSC_0545Θα πρέπει να ομολογήσω ότι η σημερινή συνταγή βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, ωστόσο πρέπει να την γράψω, γιατί σύντομα θα την ξεχάσω, και ύστερα θα είναι αργά και κρίμα. Δεν θα σας την δώσω ακριβώς όπως την έκανα –γιατί ξέρω ακριβώς πού έκανα λάθος και γιατί– και μολονότι είμαι απόλυτα βέβαιη ότι η εκδοχή που θα περιγράψω παρακάτω θα είναι απόλυτα πετυχημένη, οφείλω να προειδοποιήσω ότι δεν την έχω δοκιμάσει ακριβώς με αυτό τον τρόπο. Θα εξηγηθώ πιο μετά, ας κάνω τώρα μια μικρή εισαγωγή.

Η ανάγκη δημιουργίας αυτής της συνταγής προέκυψε από έναν ετήσιο μπελά, που ακόμα προσπαθώ να διαχειριστώ. Το Halloween. Κάθε χρόνο το σχέδιό μου για σκάλισμα κολοκύθας γίνεται όλο και πιο φιλόδοξο, και η κολοκύθα που αγοράζω όλο και πιο μεγάλη. Αυτό σημαίνει πως όλο και περισσότερη ποσότητα ψίχας κολοκύθας ξεμένει στην κατάψυξη. Την περσινή την μαγείρευα μέχρι πριν από δυο-τρεις βδομάδες, και εφέτος, που η φιλοδοξία μου ξέφυγε από κάθε μέτρο, σκάλισα όχι μια μεσαία, όχι μια μεγάλη, όχι δυο οκ, αλλά τρεις κολοκύθες, μια πελώρια και δυο κανονικού σχεδόν μεγέθους. Φαντάζεστε τί γίνεται με το κολοκυθοαπόθεμα. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα κολοκυθοπειράματα, και να με συγχωρέσετε, αλλά σιχάθηκα να βλέπω πορτοκαλί σακουλάκια στην κατάψυξή μου· αυτός ο εφιάλτης πρέπει να τελειώνει άμεσα. Περιέργως, η κολοκύθα δεν είναι καθόλου το εύκολο και αθώο υλικό που δίνει την εντύπωση πως είναι. Είναι ένας μυστήριος δαίμονας που πιο συχνά σε οδηγεί σε αποτυχίες παρά σε μαγειρική δικαίωση. Τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου εμπειρία, είστε ελεύθεροι να διαφωνήσετε, κι αν το κάνετε δώστε καμιά συμβουλή και σε μένα. Μέχρι τώρα το μόνο απ’ όσα είχα επιχειρήσει να κάνω, που είχε σοβαρή επιτυχία ήταν η κολοκυθόσουπα, της οποίας την συνταγή μπορώ να δώσω κάποια άλλη στιγμή, κι ένα πολύ ενδιαφέρον ψωμί κολοκύθας, που θέλει ακόμα δουλειά, αλλά σίγουρα θα το ξαναφτιάξω. Όσες γλυκές πίτες προσπάθησα να κατασκευάσω ήταν μια παταγώδης αποτυχία (ή απλά εμένα δεν μ’ αρέσουν, οι άλλοι δοκιμαστές θετικά σχόλια έκαναν, αλλά σάμπως θα μου έλεγαν μέσα στη μούρη μου ότι ήταν κάτι το αποτρόπαιο;).

Όπως και να ‘χει, εφέτος αποφάσισα ότι δεν θα αφήσω τον μηδενισμό της κολοκύθας να νικήσει, και θα βρω έναν τρόπο να δικαιώσω την ύπαρξή της. Στο πλαίσιο αυτό σκάρωσα ετούτη τη συνταγή (με ό,τι υπήρχε στο ψυγείο μου), που αν δεν είχα βαρεθεί να φτιάξω την μπεσαμέλ (την αντικατέστησα με κρέμα γάλακτος –πολύ κακή ιδέα για το μετέπειτα ψήσιμο στο φούρνο, θα ήταν μια χαρά, πραγματικά υπέροχη αν είχε χρησιμοποιηθεί απευθείας σαν σάλτσα για μακαρόνια) θα ήταν συγκλονιστικά επιτυχημένη. Ακόμα κι έτσι ήταν πεντανόστιμη. Και ένα μικρό μυστικό. Η κολοκύθα δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Μπορείτε να την αντικαταστήσετε με κάτι τελείως διαφορετικό (στείλτε μου ένα μήνυμα πριν το κάνετε να το συζητήσουμε) ή να την παραλείψετε εντελώς. Win-win-win.

Σε γενικές γραμμές μπορώ να πω ότι τρέφω μεγάλη αντιπάθεια για το στήθος του κοτόπουλου. Το χρησιμοποιώ σε ινδικά και κινέζικα, κομμένο σε κομμάτια και βυθισμένο σε λιπαρές σάλτσες, αλλά κατά τ’ άλλα το αντιπαθώ, είτε ψητό, είτε κοκκινιστό, είτε στα κάρβουνα, είτε βραστό, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Μου φαίνεται στεγνό, γεμάτο κλωστές, ένα αδιάφορο πράγμα, καμία σχέση με τα ζουμερά μπουτάκια, που ανέκαθεν λάτρευα. Και μόνο το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συνταγή κατάφερα να απολαύσω στήθος κοτόπουλου την καθιστά σπουδαία. Ομολογώ ότι το μαρινάρισμα με γιαούρτι το έχω επιχειρήσει ξανά, και ήταν πάντα επιτυχημένο. Εν ολίγοις, από την παρακάτω συνταγή μπορείτε να πάρετε όποιο κομμάτι σας βολεύει, και να προσαρμόσετε τα υπόλοιπα κατά βούληση. Είναι συνταγή lego, και εκεί έγκειται και η μεγάλη της επιτυχία. Αν κάπου την βρείτε μπερδεψιάρικη (αυτή είναι μια ιδιαίτερα αυξημένη πιθανότητα στην προκειμένη περίπτωση) μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου. Θα χαρώ να δώσω διευκρινήσεις και να διορθώσω τα νεφελώδη σημεία. View full article »

DSC_0412Για κάποιο λόγο στην συνείδηση του κόσμου η σούπα είναι καταγεγραμμένη ως «εύκολο φαγητό», που γίνεται στο πόδι, δεν χορταίνει ιδιαίτερα, παρηγοριά στον άρρωστο, χειμερινό πιάτο, και άλλα πολλά που δεν ευσταθούν αν πραγματικά κανείς εντρυφήσει στην κουλτούρα της. Απ’ τις μπελαλίδικες βελουτέ, που λερώνεις έναν σκασμό τσουμπλέκια, μέχρι τις γαλλικές κρεμμυδόσουπες που πέρα απ’ την κατσαρόλα πρέπει να τις ψήσεις και στον φούρνο (κι αν είσαι μάγκας κατάφερε να το κάνεις μέσα σ’ ένα καρβέλι ψωμί –δεν αστειεύομαι, ψήνουν την σούπα μέσα σ’ ένα κούφιο καρβέλι ψωμί σε ρόλο μπολ), τις πλούσιες πατατόσουπες με τα μπέικα και τις εξωτικές ασιατικές σούπες με τα φιδογυριστά νουντλς, η σούπα είναι τέχνη από μόνη της, και θέλει μεράκι και διάθεση για να μην καταλήξεις εσύ και η οικογένειά σου να την ταυτίσετε με τις αψιές ψευτόσουπες με κοφτό μακαρονάκι ή τις διάφανες κοτόσουπες του πυρετού.

Πιστεύω ότι μπορώ να αφιερώσω όχι ένα κείμενο, αλλά ένα μπλογκ ολόκληρο στο να υμνώ την ομορφιά της σούπας, αλλά προφανώς και δεν σκοπεύω να το κάνω, και σίγουρα όχι αυτή τη στιγμή. Σήμερα θα σας δώσω την συνταγή μιας επαναστατικής κοτόσουπας με πάστα βασιλικού και κριθαράκι που έφτιαξα προχθές, κι έξω απ’ την πόρτα. Ένα ποστ στο οποίο θα αναφερθώ εκτεταμένα στην παρασκευή βασικών ζωμών, στο δέσιμο και στα μυρωδικά υλικά ίσως θα ήταν χρήσιμο, αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι αυτές είναι πληροφορίες που μπορείτε να βρείτε κι αλλού, πιο εμπεριστατωμένες, και επιπλέον αν θέλω να είμαι εντελώς ειλικρινής μαζί σας βασικά βαριέμαι. Όχι ότι αποκλείεται να ξεβαρεθώ κάποια στιγμή και να το κάνω, αλλά σίγουρα αυτό δεν θα γίνει ετούτο το ξημέρωμα.

Η συνταγή είναι μια ελαφριά διασκευή (δηλαδή σχεδόν ταυτόσημη) από αυτό το blog, αλλά εγώ θα σας τα πω πιο χαριτωμένα, οπότε μείνετε μαζί μου. Η συγκεκριμένη σούπα όντως, για να επιβεβαιώσει το στερεότυπο, είναι πάρα πολύ απλή και χρειάζεται ελάχιστη προετοιμασία, όμως η γεύση της είναι αρκετά πρωτότυπη και έξω απ’ τις κλασσικές προσδοκίες, οπότε αξίζει να την δοκιμάσετε. Δεν έχει καμία σχέση με την κλασσική κοτόσουπα, με το αυγολέμονο, και αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, μια και καμιά φορά κολλάμε στις ήδη γνωστές γεύσεις και δεν μας περνάει καν απ’ το μυαλό να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό.

DSC_0419 View full article »

DSC_0322Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι μακαρονού. Τί να κάνουμε; Δεν το ελέγχω. Τα μακαρόνια είναι το μόνο φαγητό στο οποίο επανέρχομαι σχεδόν άμεσα, ακόμα κι αν με καταφέρω να τα σιχαθώ στιγμιαία απ’ την υπερβολική χρήση. Γεγονός για το οποίο είμαι ιδιαίτερα τυχερή, καθώς τα μακαρόνια αποτελούν το κατεξοχήν φαγητό του φτωχού φοιτητή. Από μακαρόνια αποτελείται το αγαπημένο μου «γρήγορο φαγητό», αυτό που θα φτιάξω συνήθως μετά από μια κουραστική μέρα που βαριέμαι να μαγειρέψω. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν συνήθως τα τοστ, οι ομελέτες, οι σαλάτες τουρλού, τα μακαρόνια με τυρί. Όλα αυτά για μένα έρχονται και φεύγουν απ’ την «προσωπική» μου μόδα, και το μόνο που μένει αναλλοίωτο στο χρόνο είναι τα μακαρόνια με φρέσκια ντομάτα τριμμένη (ή περασμένη στο μπλέντερ, ακόμα καλύτερα, μόνο με αλάτι, ρίγανη και καμιά ελιά αν βρίσκεται), φέτα και καλό ελαιόλαδο. Δέκα λεπτά υπόθεση η παρασκευή, και η απόλαυση εγγυημένη. Στο σπίτι μου αυτή η εύκολη συνταγή ήταν ένα συχνό βραδινό (καμιά φορά ακόμα κι αν το μεσημέρι είχαμε κανονικά μαγειρεμένη σάλτσα ή κρέας εγώ θα προτιμούσα την φρέσκια ντομάτα για το βράδυ). Νομίζω ότι αφαιρεί κάτι απ’ την αμαρτία των μακαρονιών, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά έχω την αίσθηση ότι διατροφικά είναι περίπου σαν να τρως χωριάτικη σαλάτα με μια γενναία παπάρα.

Ωστόσο τα μακαρόνια τα λατρεύω σε οποιαδήποτε άλλη μορφή και συνδυασμό (εκτός από παστίτσιο, απεχθάνομαι το παστίτσιο) και η γεμιστή εκδοχή τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να με αφήσει ασυγκίνητη. Το τορτελίνι στην Αθήνα είναι μια πονεμένη υπόθεση. Δεν θυμάμαι πότε τα πρωτοανακαλύψαμε ως οικογένεια, αλλά θυμάμαι την χαρά στις σπάνιες περιπτώσεις που έμπαιναν στο σπίτι, μαγειρεμένα με κρέμα και μπέικον, με κάμποσο τυρί από πάνω, κι αυτή τη στεγνή, ιδιόμορφη γέμιση (τυρί ή κρέας ή μανιτάρι, αυτές ήταν οι τρεις μοναδικές επιλογές) που έσκαγε καμιά φορά έξω απ’ το μακαρόνι, και κατέληγε στο πιάτο χύμα, σαν ξηρή τροφή της ΝΑΣΑ, κι ας ήταν πνιγμένο στην σάλτσα. Καταλαβαίνετε την λαχτάρα μου, όταν την πρώτη φορά που μπήκα σε Αγγλικό σουπερμάρκετ έπεσα πάνω σε ένα τεράστιο ψυγείο με φρέσκα μακαρόνια, όπου τα τορτελίνια και τα ραβιόλια βρίσκονταν σε προσφορά: £2.50 τα δυο πακέτα των τριακοσίων γραμμαρίων. Μεγάλα, μαλακά, γοητευτικά, με τεράστιες ποικιλίες σε γέμιση, δείτε πόσο λαχταριστά δείχνουν στην κατσαρόλα μου, και πείτε μου αν εσείς θα μπορούσατε ποτέ να επιστρέψετε στο ξερό και μαραμένο, αφυδατωμένο, μικρό, σαφρακιασμένο ελληνικό τορτελίνι:

DSC_0314

Δεν ξέρω αν στα έξι χρόνια που λείπω έχει μεσολαβήσει κάποια επανάσταση του γεμιστού μακαρονιού στην Αθήνα. Έχω την αίσθηση ότι κάπου έχει πάρει το μάτι μου τορτελίνια της προκοπής, και είμαι σίγουρη ότι λογικά κάπου θα μπορείτε να τα βρείτε, σε κάποιο ψαγμένο μαγαζί. Αν πέσετε πάνω τους μην αντισταθείτε. Ακόμα καλύτερα, επενδύστε σε κάποιο φτηνό gadget παρασκευής ζυμαρικών, και φτιάξτε τα δικά σας. Δεν το έχω κάνει ποτέ, γιατί δεν έχει παραστεί ανάγκη, αλλά αν επέστρεφα στην Αθήνα είναι δεδομένο ότι θα το έκανα συχνά και με μεγάλο κέφι (όλες οι συνταγές που έχω δει φαίνονται σχετικά απλές). Τα πρώτα χρόνια της τορτελινομανίας συνήθως επέλεγα να τα συνοδεύσω με μια απλή σάλτσα τυριού: σε μέτρια φωτιά λιώνουμε ένα κομμάτι βούτυρο και ένα κίτρινο τυρί της αρεσκείας μας (παραδοσιακά στην Αγγλία τσένταρ, αλλά οτιδήποτε άλλο κάνει, μου αρέσει ιδιαίτερα και το μπρι, κι ας μην είναι κίτρινο καθώς και οποιοδήποτε είδος μπλε τυριού –και μια συνετή μείξη αυτών λειτουργεί επίσης μια χαρά), κι όταν έχει εντελώς υγροποιηθεί το τυρί ρίχνουμε από πάνω μια κρέμα γάλακτος ανακατεύοντας καλά, και αφήνουμε να πάρει βράση για να δέσει. Λίγο φρεσκοτριμμένο πιπέρι και έτοιμο, ούτε αλάτι, ούτε τίποτα. Αυτή είναι η τυπική, παραδοσιακή μου συνταγή, που πάει καλά με τορτελίνι γεμιστό με τυρί, μπέικον ή κάτι καπνιστό. Για τορτελίνια με λιαστή ντομάτα, λαχανικά και μυρωδικά συνήθως θα προτιμήσω σάλτσα πέστο. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισα να φτιάξω τα τορτελίνια μου (με γέμιση σκόρδο και μυρωδικά) με έναν λίγο διαφορετικό και ελάχιστα πιο μπελαλίδικο τρόπο.

Η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη κάψα μου είχε περάσει, κι επίσης στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς μου μετακίνησαν τα φρέσκα μακαρόνια από ένα ψυγείο σε σχετικά εμφανές μέρος μόλις έμπαινες, σε έναν διάδρομο στο τέλος της αγοραστικής μου πορείας, οπότε είχα καιρό να ψωνίσω –όπως προείπα τείνω να περνάω φάσεις, κι αν κάτι το βαρεθώ και το εξαντλήσω ξεχνάω να επανέλθω. Τις προάλλες ωστόσο κάτι με παρακίνησε να τα αναζητήσω, κι έτσι βρέθηκα με δυο πακέτα έτοιμα να μαγειρευτούν στην υγεία μου. Η σάλτσα ροζουλί, η συνταγή της οποίας ακολουθεί –με καραμελωμένα κρεμμύδια και φρέσκα ντοματάκια–, βγήκε λίγο πιο πορτοκαλί απ’ όσο περίμενα, αλλά καθώς ήμουν αποφασισμένη να την ονομάσω έτσι όσο την εφεύρισκα στο μυαλό μου, δεν νιώθω πως έχω πολλά περιθώρια να το πάρω πίσω. Η δόση που ακολουθεί αρκεί για ένα πακέτο των τριακοσίων γραμμαρίων (ενδεχομένως φτάνει και για μισό κιλό), κι αν σταθεί πραγματικά αδύνατο να βρείτε φρέσκα τορτελίνια εικάζω ότι θα ταιριάζει πολύ καλά με ταλιατέλες –θέλει κάτι μαλακό και φλατ για να αναδειχθεί, δεν μου πάει καλά ως ιδέα με τα πιο al dente σπαγγέτι, φιογκάκια, τρυπητά και τα ρέστα.

DSC_0324 View full article »

Ξέρω, ξέρω, ο τίτλος αγγίζει (χουφτώνει δηλαδή για τα καλά) το εντελώς σουρεάλ, αλλά βρέθηκα σε μεγάλη αμηχανία ως προς την ονοματοδοσία της αποψινής μου δημιουργίας. Αυτό το ψαρομπιφτέκι στ’ αγγλικά λέγεται fishcake, πιάστε το από ‘κει, ρίχτε μια ματιά και στην φωτογραφία, και οι συνειρμοί γίνονται αμέσως πολύ προφανείς. Κατοχυρώνω λοιπόν την ονομασία «μουρουνοκέικ» και «πατατοτουρτάκια» κι όπου το δείτε από ‘δω και στο εξής να ξέρετε ότι από μένα το ‘κλεψαν. DSC_0299 Η σημερινή σουρεαλιστική περιπέτεια ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό, στο σουπερμάρκετ, όταν στο ράφι με τις προσφορές είδα ένα λευκό, παχύ, φιλέτο ψαριού, η υφή του οποίου έμοιαζε κάτω απ’ το σελοφάν ενδιαφέρουσα, και σε πολύ ελκυστική τιμή (καθότι ήταν έτοιμο να λήξει). Το πήρα, γύρισα σπίτι, το έχωσα στην κατάψυξη και το ξέχασα. Το θυμήθηκα σήμερα το πρωί όταν ξύπνησα –άγνωστο γιατί– αποφασισμένη να φτιάξω fishsticks, οπότε και το έβγαλα να ξεπαγώσει. Δεν ξέρω τί πήγε στραβά στο ξεπάγωμα, ή ίσως το κακό έγινε όταν πήγα να βγάλω την πέτσα και να το κόψω σε λωρίδες, όπως και να ‘χει με κάποιο τρόπο στο τέλος κατέληξα με ένα ψάρι σε θραύσματα, που δεν μου άφησε άλλη επιλογή, από το να το μετατρέψω σε fishcake, χωρίς αυτή να είναι η αρχική μου πρόθεση. Παρεμπιπτόντως λίγο νωρίτερα είχα κοιτάξει στο λεξικό για να δω τί στο καλό είναι αυτό το «hake» που πήγα και ψώνισα –το βρήκα πολύ διασκεδαστικό όταν ανακάλυψα ότι σήμερα το μενού είχε… μουρούνα. Η μουρούνα είναι ένα είδος μπακαλιάρου, αρκετά λιπαρό ψάρι, από το οποίο φυσικά παράγεται το παλιό καλό μουρουνόλαδο, που στα χρόνια των παππούδων μας σίγουρα, κι ίσως και των γονιών μας χρησιμοποιούνταν ως δυναμωτικό, καθώς είναι πλούσιο σε Ω3 κι άλλα υγιεινά τσιτσιμπλίκια. Η δική μας γενιά ως επί τω πλείστον μάλλον το έχει γλιτώσει, και δεν μπορεί να καταλάβει την φρίκη, που περιγράφεται σε βιβλία εποχής, της υποχρεωτικής κατάποσής του. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ότι είχα επίγνωση. Είχα διαβάσει βέβαια σχετικές ιστορίες, αστείες και όχι, ούτε και θυμάμαι πια πού, αλλά ενώ είχα την αίσθηση ότι οφείλει να βρωμάει μια αδιόρατη ψαρίλα, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ την αληθινή έκταση που μπορεί να πάρει αυτή η μπόχα. Έμελε να το μάθω με τον πιο γελοίο τρόπο που (δεν) θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπου νους. Μερικά χρόνια πριν, ένα βράδυ αληθινής βαρεμάρας αποφάσισα να το ρίξω στον καλλωπισμό μπας και περάσει η ώρα –πράγμα σπάνιο, γιατί συνήθως βαριέμαι το beauté σαν την αμαρτία. Αφού έκανα στο πρόσωπό μου ό,τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα στο ανυπεράσπιστο πρόσωπό της, βρέθηκα να χρειάζομαι baby oil, ή κάτι παρεμφερές, και έντρομη ανακάλυψα ότι δεν είχα τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο. Έψαξα από ‘δω, κοίταξα από ‘κει· τίποτα. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα να κατέβω στην κουζίνα να πάρω ελαιόλαδο, αντ’ αυτού μου ήρθε μια συγκλονιστική κι ανεπανάληπτη έμπνευση, η ψυχαναλυτική προέλευση της οποίας παραμένει άγνωστη. Ενθυμούμενη, λοιπόν, ότι μέσα στο συρτάρι έχω ένα μπουκάλι με χάπια Ω3 (fish-oil έγραφε το κουτί, ούτε και ξέρω πού το είχα βρει, σίγουρα δεν το είχα αγοράσει μόνη μου, κάποιος μου το κληροδότησε), και παρατηρώντας ότι το χάπι ήταν ουσιαστικά μια ζελατινοειδής αμπούλα γεμάτη με υγρό –ΛΑΔΙ!– βρήκα απολύτως φυσιολογική και λογική την ιδέα του να τρυπήσω μια αμπούλα και να χρησιμοποιήσω το περιεχόμενό της για να τρίψω την μούρη μου μ’ αυτό. Και εννοείται έκανα την ιδέα μου πράξη μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Τρύπησα το χάπι μ’ ένα ψαλιδάκι, άδειασα το λάδι σ’ ένα μπαμπάκι και άρχισα να το απλώνω στα μούτρα μου με τέτοια ταχύτητα, που όταν η ψαρομπόχα με χτύπησε στη μύτη ήταν ήδη πολύ, πολύ, ΠΟΛΥ αργά. Ψαροβρωμούσα μουρουνόλαδο για δυο-τρεις μέρες, παρά τα απανωτά πλυσίματα. Και το γεγονός ότι το πρόσωπό μου έλαμπε από υγεία και σφριγιλότητα (μια χαρά δουλειά έκανε το μουρουνόλαδο δηλαδή) δεν ήταν παρηγορητικό ούτε στο ελάχιστο. Και πάλι καλά να λέω. Το ψαλιδάκι μου βρωμούσε περίπου ένα χρόνο, κι ας το ‘βαλα και στην χλωρίνη. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, όπως καταλαβαίνετε, μόλις συνειδητοποίησα τί ψάρι είχα αγοράσει, θορυβήθηκα λιγάκι, ωστόσο δεν παρουσιάστηκε κάποιο οσμικό πρόβλημα, και το μουρουνοκέικ βγήκε πολύ πετυχημένο. Αν δεν με πιστεύετε θα σας δώσω τη συνταγή. Είναι εύκολη, απλή και γρήγορη (επίσης μπορείτε να αντικαταστήσετε την μουρούνα με μπακαλιάρο, ή μια μίξη μπακαλιάρου, και φρέσκου τόνου και σολομού –αλλά μην επιχειρήσετε να το κάνετε μόνο με τόνο ή μόνο με σολομό, θα παραγίνει βαρύ). Είναι νόστιμο και φαντάζομαι πως είναι ένας ωραίος τρόπος για να ταΐσετε το ψάρι σε δύσκολα παιδιά.

View full article »

Robin Williams3       Εχθές το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, δώδεκα παρά-δώδεκα, κι αυτό είναι κάτι σπάνιο. Ξύπνησα τρεισήμιση ώρες αργότερα από έναν εφιάλτη και τα διαολεμένα υδραυλικά του σπιτιού μου, που γυρεύουν φαίνεται να με οδηγήσουν στην παράνοια. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά κάτι με ενοχλούσε, κάτι σχεδόν αδιόρατο, όχι μεταφυσικής φύσεως, μάλλον οι σωλήνες που έτριζαν ήταν, έχει περάσει σε άλλο επίπεδο η φάση. Άνοιξα το FB κι έπεσα με τα μούτρα στην πιο δυσάρεστη είδηση που έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα φανταστεί ότι η μέρα μου θα ξεκινούσε με μια νεκρολογία για την παιδική μου ηλικία.

Ο θάνατος είναι κάτι πολύ σκληρό και πολύ οριστικό, και οι αντιδράσεις μας σ’ αυτόν είναι πάντα εγωιστικές. Όσο τρυφερά κι αν τις ντύσουμε με μελαγχολία, θλίψη και υποστήριξη αυτών που μένουν πίσω, δεν υπάρχει αλτρουιστικός τρόπος για να προσλάβεις τον θάνατο. Αυτό είναι ένας κανόνας με γενική ισχύ, αλλά γίνεται ακόμα πιο προφανής σε θανάτους διασήμων, ανθρώπων με τους οποίους δεν συνυπήρξαμε ποτέ στο χώρο, και δεν σχετιστήκαμε ποτέ μαζί τους σε κανένα διαπροσωπικό επίπεδο. Όταν λυπόμαστε για τον τάδε ή τον δείνα διάσημο εκλιπόντα, λυπόμαστε για κάτι πολύ προσωπικό. Και μας θλίβει η συνειδητοποίηση της δικής μας θνητότητας. Όσο πιο πολύ έχουμε δεθεί με το έργο κάποιου τόσο περισσότερο γεμίζουν μαύρο οι αναμνήσεις μας. Ένα δικό μας κομμάτι πεθαίνει μαζί τους, κι αυτό είναι που κλαίμε. Ένα από τα χιλιάδες R.I.P. στον Ρόμπιν Γουίλιαμς που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο ήταν το πρώτο ποστ που είδα στις τρεις και μισή το πρωί. Μου πήρε κλάσματα του δευτερολέπτου για να βγάλω νόημα. Άρχισα να ψάχνω έγκυρα ειδησιογραφικά πρακτορεία με μια αίσθηση του απίθανου. Δεν πήρε πάνω από μερικές στιγμές για να επιβεβαιώσω την πληροφορία. Συνήθως είμαι ιδιαίτερα μπλαζέ με τους θανάτους διασήμων, και δεδομένου ότι πιστεύω όλα όσα έγραψα παραπάνω, θεωρώ ότι η δημόσια εκδήλωση συναισθήματος σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις είναι μάλλον ποζεριά, γι’ αυτό και συνήθως επιλέγω να απέχω. Όμως σε αυτή την περίπτωση θα γίνω η εξαίρεση που θα επιβεβαιώσει απόλυτα τον κανόνα.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς ήταν ένα δραματικό σοκ. Μαζί του αυτοκτόνησαν δεκάδες χρυσά μεσημέρια μιας μικρής Εβίτας που ξαπλωμένη στα πορτοκαλί πλακάκια του σαλονιού, μαλλιοτραβιόταν με τον αδερφό της για τα διάσπαρτα παντού παιχνίδια, σερνόταν από καναπέ σε πολυθρόνα με το βιβλίο από την δημοτική βιβλιοθήκη και έπαιζε ώρες ατελείωτες Tetris στο φτηνό ηλεκτρονικό που η μαμά της είχε χαρίσει στον Δώρη (μόνο για να το ιδιοποιηθούμε λίγο καιρό αργότερα, γιατί ο θείος δεν το αγαπούσε όσο εγώ, και επίσης με σφαλιάριζε κάθε τρεις και λίγο στο κεφάλι, οπότε ήταν λογικό να παίρνω τα πράγματά του χωρίς καμία τύψη). Αυτοκτόνησαν και τα χειμωνιάτικα απογεύματα, τότε που μέτραγα τις μέρες για τα Χριστούγεννα χωρίς την βοήθεια τζαμποσακούλας, και προσπαθούσα να χωρέσω όλο το σύμπαν στον ελεύθερο χρόνο μου (και ν’ αφήσω απ’ έξω κάθε είδους σχολική εργασία). Αυτοκτόνησαν και τα βράδια του Σαββάτου, που το MEGA έπαιζε «ταινία», καμιά φορά και το Star, αλλά θυμάστε εκείνα τα μισάωρα διαλείμματα για διαφημίσεις στο Star –ήταν μαρτύριο να παρακολουθεί κανείς οτιδήποτε στα mid-90s σ’ αυτό το κανάλι. Πόσο μακρινός και ξένος μοιάζει εκείνος ο καιρός που έπρεπε στ’ αλήθεια να περιμένεις την καινούρια ταινία. Να σηκωθείς, να ντυθείς, να πας στο βίντεοκλαμπ και να ελπίζεις ότι υπήρχαν αρκετές κόπιες για όλη τη γειτονιά, να πάρεις το κουτί με την βιντεοκασέτα και να γυρίσεις σπίτι, να φτιάξετε όλοι μαζί ποπκόρν, και να κλείσετε τα φώτα. Και να χαθείς μέσα στην εικόνα που κράταγε ακόμα μια αθώα μαγεία, γιατί στα δέκα σου όλα είναι δυνατά, ο κόσμος είναι ακόμα πολύ καινούριος και έχεις περισσότερες απογοητεύσεις μπροστά παρά πίσω σου. Δεν έχω πολύ οίστρο το ξέρω, δεν τα λέω ποιητικά όπως άλλοτε. Έχω χάσει τον ύπνο μου μ’ αυτά τα υδραυλικά, και δεν έχω καθόλου διάθεση. Δεν βοήθησαν τα σημερινά νέα. View full article »