Χαζεύοντας παλιά αρχεία ενός παλιού υπολογιστή βρήκα τούτο το διήγημα που συνέθεσα στην τρίτη Λυκείου για έναν διαγωνισμό που βέβαια ποτέ δεν κέρδισα. Η αγαπημένη μου καθηγήτρια απογοητεύτηκε ίσως περισσότερο από μένα τότε -εγώ μπορεί και στο βάθος να το ‘ξερα ότι οι λογοτεχνικές μου επιδώσεις δεν θα με δοξάσουν ποτέ. Όπως και να ‘χει λέω να το αναρτήσω εδώ γιατί ποτέ δεν ξέρεις· οι παλιοί υπολογιστές χαλάνε και τα παλιά αρχεία χάνονται, και είναι κρίμα. Δεν θα το διαβάσω καν αυτή τη στιγμή για τυχόν λάθη και τυπογραφικές αβλεψίες, δεν αντέχω ν’ αντικρίσω τα δεκαεπτά μου χρόνια.

Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει η ζωή όταν βρίσκεται ακόμα στο ξεκίνημα της; Το απόγευμα εκείνης της βροχερής μέρας που είδε για πρώτη φορά το φως ένα όμορφο νεογέννητο αγοράκι, σίγουρα δεν μπορούσε να ξέρει τα μελλούμενα. Η μαμή το τύλιξε στις φασκιές και το απόθεσε στη ζεστή αγκαλιά της πολύ κουρασμένης, αλλά τόσο ευτυχισμένης, μητέρας. Ήταν όμορφο, σας το είπα και πριν, ροδαλό με κατάμαυρα απαλά μαλάκια. Σιγά-σιγά άνοιξε τα ματάκια του και έκλαψε σιγανά διεκδικώντας το στήθος της μαμάς του, ήπιε λαίμαργα το γάλα του και μετά αποκοιμήθηκε στο μεγάλο καλάθι που είχε στο παρελθόν φιλοξενήσει τους δυο μεγάλους του αδελφούς και τις τέσσερις αδελφές του.

Οι γονείς του χαμήλωσαν τη λάμπα και άναψαν το τζάκι, μετά άφησαν το μωράκι τους να κοιμηθεί και να δεχθεί την επίσκεψη που  σίγουρα θα του έκαναν οι τρεις Μοίρες, για να το ράνουν με χάρες και να γεμίσουν την καρδιά του καλοσύνη. Τι έγινε το βράδυ εκείνο στην μισοσκότεινη κάμαρα δεν μπορώ να το ξέρω. Τι δώρα πήρε το μικρό αγόρι από τις αιθέριες νύμφες κανείς δεν το γνωρίζει, όμως τη νύχτα εκείνη, ένα άστρο τρεμόπαιζε πάνώ από το ξύλινο σπιτάκι. Οι ασημένιες ακτίνες του πέρασαν το μισάνοιχτο παράθυρο και έδωσαν ένα φιλί στο κοιμισμένο παιδάκι. Και το Μέλλον άρχισε να μετρά αντίστροφα.

Οι εποχές κυλούν πολύ γρήγορα, και τα χρόνια τρέχουν λες και κάποιος βιαστικός κύριος, που δεν μπορεί να περιμένει, τα σπρώχνει με το ροζιασμένο μπαστούνι του να κατρακυλήσουν από μια απότομη κατηφόρα. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και για το μικρό μας ήρωα. Το ροδαλό μωράκι έδωσε την θέση του σε ένα άταχτο παιδάκι και αυτό με τη σειρά του σε ένα ζωηρό και ανήσυχο αγόρι. Στα δεκαπέντε του χρόνια ήδη «ήξερε» καλά τι ήθελε να κάνει. Δεν του χρειαζόταν πια να το σκεφτεί. Ο κόσμος του άνοιγε την αγκαλιά του και τον προσκαλούσε σε μοναδικές απολαύσεις, η ζωή στο μικρό χωριό του δεν είχε τίποτε άλλο να του προσφέρει και αυτός βιαζόταν να πετάξει σε νέους ορίζοντες. Μάταια έκλαιγε η μάνα του και φοβέριζε ο πατέρας του.

Νύχτα έφυγε, έχοντας μέσα σ’ ένα μικρό δισάκι μια αλλαξιά ρούχα και ένα κομμάτι ψωμί. Τα λίγα λεφτά που είχε κερδίσει καθαρίζοντας τους στάβλους του γείτονα θα του έφταναν για να αγοράσει ένα εισιτήριο για τη μεγάλη πόλη. Το ξημέρωμα τον βρήκε στο δρόμο για τη διπλανή κωμόπολη. Μεσημέρι έφτασε και πλησίασε στο σιδηροδρομικό σταθμό κορδωμένος για να δείχνει μεγαλύτερος. Ο υπάλληλος στο γκισέ δεν του έριξε ούτε μια ματιά, απλά έκοψε γρήγορα το εισιτήριο και συνέχισε να λαγοκοιμάται στην καρέκλα του. Μόνο ο σταθμάρχης τον κοίταξε καχύποπτα: «Μονάχος σου είσαι, μικρέ;», του είπε. Χωρίς να περιμένει απάντηση, φύσηξε δυνατά τη σφυρίχτρα του.

Αναστενάζοντας με ανακούφιση ο μικρός μας σκαρφάλωσε στο βαγόνι, έγειρε στο άβολο, σκληρό κάθισμα και έκλεισε κουρασμένος τα μάτια του. Δευτερόλεπτα μετά τα ξανάνοιξε κοιτάζοντας το τοπίο που άλλαζε με ταχύτητα. Το μεγάλο ταξίδι είχε αρχίσει. Η περιπέτεια και όλα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία τον περίμεναν. Με αυτή την ιδέα νύχτωσε και ξημέρωσε.

Τότε, το τρένο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό. Εκεί κατέβηκε και κίνησε για την αγορά. Όλη την προηγούμενη μέρα δεν είχε φάει τίποτε, αλλά και πάλι δεν πεινούσε, σκέφτηκε για λίγο τους δικούς του και αναστέναξε, μα η έλξη που ασκούσε πάνω του το άγνωστο ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Φθάνοντας στην αγορά ορθάνοιξε τα μάτια παραξενεμένος. Τί πολύς κόσμος! Ποτέ του δεν είχε δει τόσους ανθρώπους μαζεμένους όλους μαζί, να φωνάζουν και να χειρονομούν έντονα πάνω  από τους βαρυφορτωμένους πάγκους. Αγόρασε με όσα χρήματα του είχαν απομείνει ένα καρβέλι ψωμί και δυο πορτοκάλια. Μπήκε μετά σε ένα χαμηλό μαγαζί, ένα βαφείο δερμάτων, και πλησίασε θαρρετά τον καταστηματάρχη. «Θέλω δουλειά» είπε με το θράσος που διακρίνει τους νέους. Ο άνδρας τον κοίταξε καλά, ήταν ψηλό, γεροδεμένο αγόρι και θα μπορούσε να του φανεί πολύ χρήσιμο.

Και έτσι του έδωσε δουλειά. Τέσσερις μήνες πέρασε κοντά του το αγόρι, χτυπώντας, πλένοντας και βάφοντας δέρματα. Ήταν δουλευτής καλός και πρόθυμα ο τεχνίτης θα τον κρατούσε στη δούλεψη του, αλλά εκείνος είχε άλλα όνειρα. Η ζωή στη μεγάλη πόλη είχε ήδη χάσει την μαγεία της. Και στους τέσσερις μήνες επάνω μπαρκάρισε με ένα μεγάλο εμπορικό για την Αραπιά.

Βδομάδες ολόκληρες ταξίδευαν με άσχημο καιρό, πέρασαν από φουρτούνες που έκαναν μεγάλους άντρες να κλαίνε σαν μωρά, το καράβι δεν βρέθηκε ούτε μια μέρα σε ησυχία, ήταν λες και οι σειρήνες των θαλασσών είχαν βαλθεί να το βουλιάξουν για να γλεντήσουν με τους άμοιρους ναυτικούς στα σκοτεινά και κρύα βάθη του ωκεανού. Όταν οι ναύτες είδαν ότι η κακοκαιρία δεν έλεγε να πάψει και ότι στα σοβαρά το μέλλον τους ήταν πολύ αβέβαιο, έτρεξαν στον καπετάνιο. «Κακό στοιχειό έχει μέσα στο καράβι, του είπαν, ούτε γυναίκα να ‘χαμε στο μπάρκο δε θα γινόταν τέτοιος χαλασμός, και άντε να φουντάρουμε τον πιτσιρίκο, να φάνε σάρκα οι γοργόνες, να μας αφήσουν ησύχους».

Και μάνι-μάνι τον πείθουν και με το ξημέρωμα πετούν το αγόρι στην θάλασσα. Το καράβι φεύγει και ο μικρός, που του είχαν δώσει το παρατσούκλι Άφοβος γιατί ούτε στιγμή δεν τρόμαξε με το χαλασμό, έμεινε μοναχός του, στη μέση του πουθενά, να παραδέρνει στα κύματα και να καταριέται τους παλιούς του συντρόφους.

Πλάι του βρέθηκε μια τσακισμένη ξύλινη κασόνα που του είχαν ρίξει οι ναύτες μπας και απαλύνουν τις τύψεις τους, που τον έκαναν θυσία στον καιρό. Αρπάχτηκε από πάνω της και άρχισε να κολυμπά σε μια θάλασσα που γοργά γαλήνεψε. Ο Άφοβος ήταν νέος δυνατός και πεισματάρης, δε θα καθόταν να πεθάνει άπραγος, άλλωστε είχε τόσα πολλά ακόμα να κάνει και να δει. Μα η θάλασσα δεν είναι εύκολος εχθρός, ο ήλιος άρχισε να καίει και το αλάτι έτσουζε το σώμα του. Τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν και το κύμα τον νανούριζε γλυκά, όπως τότε που ήταν μωρό, η μάνα του στην κούνια. Θυμήθηκε τη μάνα του και άρχισε να κλαίει, η ώρα περνούσε και η ελπίδα έσβηνε. Ω, σίγουρα θα τον κατασπάραζαν τα άγρια σκυλόψαρα και τίποτα από αυτόν δεν θα έμενε. Τώρα έκλαιγε σωστά, για τα όνειρα που είχε χάσει. «Δεν μπορεί η ζωή να είναι τόσο άδικη» φώναζε, ούρλιαζε, ξανά και ξανά, μέχρι που τα μάτια του νύσταξαν και το βελούδινο νερό τον τύλιξε.

«Έτσι, λοιπόν, μυρίζει ο παράδεισος;», σκέφτηκε ο Άφοβος. Το κεφάλι του βούιζε και στα μηνίγγια του χτυπούσε μεγάλος πυρετός. Στ’ αυτιά του έφτανε γλυκό τραγούδι και ένα μαγευτικό άρωμα λουλουδιών τον τύλιγε. Τα μάτια του τρεμόπαιξαν, ανοίξαν για μια στιγμή και μετά πάλι κλείσαν από τον πόνο. Μην ήταν σε μαγεμένο τόπο; Πολύ θέλουν τα ξωθικά για να σαλέψουν το λογικό του ανθρώπου; Προσπάθησε μια φορά ακόμα και κατάφερε να κοιτάξει γύρω του. Στο χαμηλό φως μπορούσε να δει πως βρισκόταν σε ένα μικρό δωμάτιο, ξαπλωμένος κατάχαμα, σκεπασμένος με ένα βαρύ υφαντό. Μόλις προσπάθησε να ανασηκωθεί ο πόνος και η εξάντληση τον κατέβαλλαν και βόγκηξε σιγανά.

Αμέσως δίπλα του βρέθηκε μια κοπέλα. «Μα, ναι, σίγουρα, είμαι σε τόπο μαγεμένο και με κρατά μια νύμφη αιχμάλωτο», ψιθύρισε. Το κορίτσι του μίλησε σε μια άγνωστη, μουσική γλώσσα και του ‘πιασε το κούτελό του για να εξετάσει τον πυρετό του. Το χαμόγελό της ήταν μαγευτικό, η επιδερμίδα της είχε το χρώμα της σοκολάτας  και τα μαλλιά της ήταν μακριά, μέχρι την μέση της, πυκνά και σγουρά και μαύρα σαν τον έβενο. Όμως τα μάτια της ήταν που έκαναν τον Άφοβο να σιγουρευτεί ότι ήταν στον παράδεισο. Στα μεγάλα της μάτια μέσα ήταν κρυμμένα όλα τα αστέρια του ουρανού. Ένιωσε σαν να τον καλούσαν να χαθεί στα βάθη τους, σαν να ήταν εκεί φυλαγμένες όλες οι ηδονές του κόσμου και όλες οι περιπέτειες.

Το κορίτσι έτρεξε έξω, για να επιστρέψει αμέσως με ένα μαύρο γίγαντα παρέα. Και οι δύο του μιλούσαν σε γλώσσα που ο Άφοβος δεν καταλάβαινε. Ο μαύρος γέλασε τόσο δυνατά που βρόντηξε ο τόπος κι κοπέλα έβαλε ένα πιάτο ευωδιαστή σούπα μπροστά στον παράξενο, χλωμό ξένο.

Σε μερικές μέρες ο Άφοβος είχε αναλάβει δυνάμεις και ήταν έτοιμος να βγει από το καλαμένιο σπιτάκι. Ήθελε να εξερευνήσει τον νέο τόπο, αυτόν που υπέθετε ότι ήταν η Αφρική, η ήπειρος στην οποία κίνησε να φτάσει και παρά λίγο να μην πατήσει ποτέ. Ο νεαρός Σουφιγιά, ο σωτήρας του, ήταν ψαράς, και τον είχε βρει το βράδυ μέσα στην θάλασσα αναίσθητο, λίγο πριν τον καλύψει το κύμα. Αυτά τα είχε καταλάβει ο Άφοβος στην αρχαιότερη των γλωσσών, τη νοηματική.

Τώρα όμως ένιωθε έτοιμος να ξεπληρώσει το χρέος του στον Σουφιγιά και τη γυναίκα του, το πανέμορφο κορίτσι που τόσο τον μάγεψε μόλις την πρωταντίκρισε. Εκείνη ήταν πάντα δίπλα του όταν τον βασάνιζαν εφιάλτες από τη φρικτή θαλασσινή του περιπέτεια, εκείνη ήταν πάντα εκεί και του κρατούσε το χέρι, μιλώντας του γλυκά στην απαλή, τραγουδιστή της γλώσσα.

Ήταν η περίοδος της σποράς, όταν έφτασε στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό, και ο Άφοβος έμεινε εκεί μέχρι που τελείωσε και ο τρύγος. Έκανε καλούς φίλους και έμαθε την πλούσια γλώσσα τους, όμως και πάλι είχε έρθει ο καιρός του να φύγει, γιατί τα όνειρα του τον καλούσαν  να πάει σ’ άλλα μέρη.

Οι φίλοι του τον αποχαιρέτισαν φιλεύοντάς τον πλούσια δώρα, υφάσματα και φρούτα εξωτικά και ένα δίχρονο γαϊδούρι, δυνατό και ικανό σύντροφο σε ταξίδια.

Σύντομα ο Άφοβος πήρε τον φιδογυριστό δρόμο που οδηγούσε στον κάμπο, μακριά από το παραθαλάσσιο χωριό. Έπειτα από μια βδομάδα δρόμο έφτασε στη μεγάλη πόλη. Ο χρόνος τον είχε κάνει όμορφο άντρα, ευρύστερνο με μακριά καλογραμμένα πόδια, όλο μύες σκληρούς από τη χειρωνακτική εργασία. Η μακρόχρονη έκθεση στον ήλιο του είχε δώσει ένα μπρούτζινο χρώμα, που δεν μπορούσε, βέβαια να συναγωνιστεί το πλούσιο χρώμα του καφέ που είχαν οι ντόπιοι,  ενώ  ένα πυκνό χνούδι σκέπαζε το πρόσωπό του. Όταν γελούσε, τα δόντια του άστραφταν κατάλευκα και τα μάτια του σπίθιζαν παιχνιδιάρικα, αλλά, όταν θύμωνε, γινόταν φοβερός και τρομερός, όλοι τον σκιάζονταν και κανείς δεν τολμούσε να του αντιμιλήσει.

Δούλεψε σκληρά στη νέα πόλη και κατάφερε να κάνει πολλές οικονομίες και φίλους πολλούς. Ήταν έτοιμος να φύγει από την χώρα όταν ξέσπασε η είδηση: «Χρυσάφι, στην Γκάνα της Αφρικής βρέθηκε χρυσάφι, πλούσιος τόπος» και «Έλα, ξένε, θα κάνεις την τύχη σου»

Και να τος πάλι ο Άφοβος να ξεκινά για νέες περιπέτειες με πιστό σύντροφο το γαϊδουράκι του. Πόσον καιρό πέρασε με το καραβάνι που τον οδηγούσε στο νέο μέρος, δεν τον μέτρησε. Και όταν έφτασε στον μακρινό προορισμό του, στρώθηκε ευθύς στη δουλειά. Ήταν καλός και τίμιος στην εργασία του και οι αφρικανοί τον συμπαθούσαν αμέσως, τον εμπιστεύονταν γιατί μέσα του διατηρούσε καλά φυλαγμένο το παιδί που ήταν κάποτε, το αθώο και γεμάτο φαντασία και θέληση.

Ο τόπος ήταν πράγματι μεγαλόδωρος και ο Άφοβος στ’ αληθινά έκανε την τύχη του εκεί. Θα μπορούσα να πω ότι έγινε πολύ πλούσιος, αν αυτό που τον ενδιέφερε ήταν το χρυσάφι. Όμως άλλος ήταν ο καημός που έκαιγε την ψυχή του. Και στο μισό χρόνο, μαζεύει το έχει του και τραβάει για άλλους τόπους. Διέσχισε την αφρικανική ήπειρο και έφτασε μέχρι την  Αίγυπτο, θαμπώθηκε από τα πανάρχαια μυστήρια της χώρας, μίλησε με πολύν κόσμο και κοιμήθηκε με πολλές γυναίκες, όμως ο πόθος της φυγής στην καρδιά του δεν γιατρευόταν. Πουθενά δεν μπορούσε να σταθεί, ήταν ένας νέος έξυπνος, όμορφος και πλούσιος, όμως το φευγιό ήταν ο μόνιμος πόνος του, το μαράζι και η μοναδική του έγνοια.

Τα εικοστά πρώτα του γενέθλια τον βρήκαν στις Ινδίες, να έχει εντρυφήσει στη γνώση του κόσμου. Γνώριζε όλα τα αρώματα και τις μαγικές συνταγές, κάθε παγανιστικό ξόρκι. Είχε γευτεί τις πιο σπάνιες γεύσεις και είχε πιει κάθε ποτό. Ζούσε σε σπίτια με πλούσια χαλιά και μεγάλα παράθυρα. Έπαιρνε μέρος σε κάθε αναζήτηση, κυνηγούσε τα πάντα, ευκαιρίες, γυναίκες, πλούτη. Κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο αχόρταγος, πάντα όμως ήταν αγαπητός στους γύρω του, πιστός φίλος, γενναιόδωρος εραστής.

Οι μέρες του περνούσαν γεμάτες νέα όνειρα και νέους στόχους. Σκαρφάλωνε στα πιο ψηλά βουνά και κατέβαινε τις πιο βαθιές χαράδρες. Κι όμως, πάντα κάτι του έλειπε.

Στα τριάντα του είχε πια γυρίσει τον κόσμο, και δύο φορές ίσως.  Και τον έπνιγε ο πόνος, γιατί ανακάλυπτε ότι τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει τη λαχτάρα του, τίποτα δεν ανακούφιζε τη φωνή μέσα του που έλεγε: «Κι άλλο, πιο ψηλά, πιο γρήγορα»  Οι μέρες του περνούσαν με βιάση μέχρι την ώρα που μίσευε για νέους τόπους.

Ένα βράδυ, ενώ κοιμόταν στην αγκαλιά της τελευταίας ερωμένης του κάτι έλαμψε στο νου του, μια θολή ανάμνηση, μια ελαφριά πνοή αγέρα από τα περασμένα. Το πατρικό του σπίτι! Η γλυκιά φωνή της μάνας του και η στιβαρή αγκαλιά του πατέρα του! Πόσο τους είχε νοσταλγήσει, πώς μπόρεσε, να μην πάει ούτε μια φορά στα τόσα χρόνια να τους δει; Να μην τους γράψει ούτε ένα γράμμα! Γιατί, γιατί τόσο άπονα άφησε τους γονείς του να μαραζώνουν για έναν γιο άπιστο;

Η γυναίκα ανακινήθηκε στην αγκαλιά του και τον έσφιξε πάνω στο ζεστό γυμνό κορμί της. Μα τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχάσει τα χρόνια που λησμόνησε να στρίψει μιαν στιγμή να δει τη μάνα του. Σίγουρα, οι αδελφές του θα έχουν παντρευτεί και οι αδελφοί του θα ’χουν πιάσει τη δουλειά του πατέρα. Και μόνος αυτός, ο άπιστος, ο απολωλώς δεν ήταν εκεί για να τα δει αυτά και να τα χαρεί.

Το επόμενο πρωί άρχισε να ετοιμάζει σπουδαίο ταξίδι, στο χωριό του αυτή τη φορά. Πήρε μαζί του πλούτη και δώρα ακριβά, εμπορεύματα σπάνια και μοναδικά, σίγουρα πρωτοειδομένα στο τόπο του. Σε πολύ λίγο χρόνο ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για να πάει στον τόσο ποθητό προορισμό. Κι όμως, την τελευταία στιγμή ένα νέο τον σταμάτησε. Μια είδηση, που τον καλούσε σε άλλες περιπέτειες και νέα ξεφαντώματα. Για λίγο δίστασε, είχε κάμει τάμα να γυρίσει να δει την μάνα του. Όμως και πάλι, η φωνή εκείνη η απαιτητική τον καλούσε κοντά της.

Και ενέδωσε. Παράτησε το ταξίδι της επιστροφής στη μέση και πήρε το δρόμο για μακρινούς ορίζοντες, αναζητώντας άλλες χίμαιρες. Για μήνες πολλούς η νέα του απασχόληση τον κράτησε ζωντανό και πάλι ξεγέλασε για λίγο την ανάγκη του και χύθηκε στις περιπέτειές του. Λησμόνησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του και γύρισε στην παλιά του ζωή.

Αλλά αυτό και πάλι για λίγο.

Και ήρθε ξανά η μέρα που το σαράκι τον έτρωγε και κυλούσε η ζωή του έτσι, που μια επιθυμούσε την επιστροφή του σπίτι και μια ξεχνιόταν σε εργασίες παράλογες και ανώφελες. Ο Άφοβος είχε φτάσει να τρέμει το δικό του λογικό, να μην ξέρει πότε θα τον χτυπήσει και πάλι η μανία να φύγει, να τρέξει μακριά. Λαχταρούσε να επιβληθεί στον εαυτό του, αλλά αυτή τη δύναμη δεν την είχε.

Όταν έκανε αυτή τη διαπίστωση, ότι ήταν έρμαιο στα χέρια της επιθυμίας του, θέλησε να βάλει χαλινάρι στον εαυτό του. Σε διάστημα μερικών ημερών, έκανε νέες ετοιμασίες για την επιστροφή στον τόπο του. Και μετά ξεκίνησε το μακρύ του ταξίδι. Στο πλοίο που θα τον πήγαινε στο μέρος του συνάντησε έναν γέρο ναυτικό, άνθρωπο που τη ζωή του τσάκισε στο κατάστρωμα και τον κάβο.

Ήταν καμπουριασμένος, με πρόσωπο σκαμμένο από τις ρυτίδες που προκάλεσε ο χρόνος, τα βάσανα, η θάλασσα και ο ήλιος. Η μύτη του ήταν πολύ στραβή , σαν να είχε σπάσει πολλές φορές στο παρελθόν. Τα μάτια του ήταν ξεπλυμένα και τσιμπλιασμένα. Η ανάσα του βρωμούσε από το ποτό και τον καπνό. Σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού διηγούνταν ιστορίες από τη θάλασσα. Ο Άφοβος τον άκουγε με λαχτάρα: «Πες μου κι άλλην ιστορία γέροντα, σε παρακαλώ», του έλεγε ξανά και ξανά.

Μιαν ημέρα ο γέρος άρχισε μιαν ιστορία για ένα καράβι που χάθηκε στα ανοιχτά της Αφρικής.

 «Μοναχά ένας σώθηκε κι αυτός να τυραγνιέται. Το καράβι τους σαν να ήταν καταραμένο. Για βδομάδες παράδερνε στα κύματα και η θάλασσα κόντεψε να τους τσακίσει. Τότε ήταν που βάλανε σκοπό να ξεκάνουνε ένα μικρό, ούτε δεκάξι χρονώ, που είχαν στο πλοίο, νόμιζαν οι άθλιοι ότι έτσι θα ‘μέρευε ο καιρός. Και μόλις πέταξαν το μικρό στη θάλασσα ο καιρός πράγματι σταμάτησε και η μπόρα κόπασε, βγήκε λαμπρός ήλιος και όλα πήγαιναν πρίμα. Ήθελαν δυο βδομάδες να πιάσουν λιμάνι, όταν τους χτύπησε μαύρη αρρώστια. Όλοι ξεπαστρεύτηκαν, σου είπα, μόνο ένας έμεινε κι αυτός έχασε ένα πόδι που του σάπισε από το θανατικό».

Ο Άφοβος απομακρύνθηκε τρέμοντας και έκανε το σταυρό του ευλαβικά. Ποτέ του δεν είχε τολμήσει να αναρωτηθεί τι απέγιναν οι ναύτες του πλοίου εκείνου, να όμως που η θεία δίκη τους έκανε να πληρώσουν το κρίμα τους και μάλιστα πολύ ακριβά. Ποια μεγαλύτερη τιμωρία από το θάνατο;

Το ταξίδι συνεχίστηκε πέντε μερόνυχτα ακόμη και έπειτα ο Άφοβος πάτησε πόδι στην Πατρίδα μετά από πολλά χρόνια.  Πήγε πρώτα να δει τον ιδιοκτήτη του βαφείου που δούλεψε για πρώτη φορά στην πόλη εκείνη. Ο άνθρωπος είχε γεράσει και δύσκολα θα τον αναγνώριζε. Μια ολόκληρη ζωή είχε περάσει από πάνω του. Τα μάτια του είχαν ζαρώσει και δεν καλόβλεπε. Χάρηκε πάντως για την απρόσμενη επίσκεψη από το παιδί εκείνο που είχε γίνει πια άντρας μεγάλος και τρανός, πολύ τον ευχαρίστησαν τα πούρα που του έδωκε, έτσι, για το καλό που επέστρεψε στην πατρίδα.

Σύντομα ο Άφοβος πήρε το δρόμο για το χωριό του. Με τι αγαλλίαση έβλεπε τώρα αυτές τις πλαγιές με το μυρωδάτο χορτάρι. Τα λουλούδια άνθιζαν και όλη η πλάση αναγεννιόταν. Ο ήλιος έλαμπε, όπως εκείνη την μέρα, πόσα χρόνια αλήθεια είχαν περάσει, που εγκατέλειψε τον τόπο του.

Ακόμα και ο τριποδισμός των αλόγων της άμαξας του ξανάφερνε θύμησες από μέρες ευτυχισμένες και μακρινές.

Σταμάτησε το αμάξι και κατέβηκε να πάει το δρόμο με τα  πόδια, να πατήσει το πάτριο χώμα μέχρι που θα ‘φτανε η στιγμή να ξανασφίξει τη μάνα του στην αγκαλιά του.

Περπάτησε και περπάτησε νιώθοντας και πάλι παιδί, ήθελε να τρέξει και να κλάψει, να φωνάξει από τη χαρά του: «Γύρισα, είμαι πάλι εδώ!». Τα χέρια του έτρεμαν και η ανάσα του βάρυνε. Λαχάνιασε, σφίχτηκαν τα γόνατα του.

Άξαφνα, ένα κατάμαυρο σύγνεφο σκέπασε το γαλανό ουρανό. Δεν πρόφτασε να κοιτάξει ψηλά κι ανοίξαν τα επουράνια. Η βροχή έπεφτε τουλούμι, και χτυπούσε με βία το ξερό χώμα. Ο Άφοβος άνοιξε το βήμα του. Σε λίγα λεπτά ήταν έξω από το πατρικό του σπίτι. Τίποτε δεν είχε αλλάξει, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον καιρό που λάκισε. Χτύπησε σιγά την πόρτα, μετά πιο δυνατά με τη γροθιά του κι ύστερα άρχισε να καλεί να του ανοίξουν. Αλλά η πόρτα παρέμενε πεισματικά κλειστή, σαν να τον μέμφονταν το άψυχο ξύλο και να του κρατούσε γινάτι.

Δεν άντεξε άλλο ο Άφοβος. Τα γόνατα του λύθηκαν και βούλιαξε στο πλατύσκαλο για  να περιμένει. Θα περίμενε και μιαν αιωνιότητα, αν χρειαζόταν. Η βροχή συνέχιζε να του ραπίζει το πρόσωπο χωρίς έλεος.

Απρόσμενα, μια φωνή τον ξάφνιασε και τον έκανε να ανασηκώσει το κεφάλι.

«Άργησες, γιε μου», o Άφοβος κοίταξε με λαχτάρα να δει τη μάνα του, μα από πάνω του έστεκε μια εκατόχρονη γριά, ζαρωμένη και μαυροφορούσα.

«Άργησες, γιε μου, του ξανάπε, άργησες και η πομπή ξεκίνησε, μπορεί και να έχουν φτάσει στο κοιμητήρι, και να τρέξεις δεν προλαβαίνεις. Έρμη μάνα, με τον καημό του παιδιού της πήγε, να μην το ματαδεί από δω και δεκαπέντε χρόνια. Τι κλαις, γιόκα μου; Σύρε από’ δω στου Αϊ-Λιά το ‘κλησάκι. Μέχρις προψές, που έπεσε η δόλια κι αυτή να τηνε φάει το χώμα, εκεί την έβρισκες βράδυ πρωί, να δέρνεται στον τάφο τ’ αντρός της και να τσακίζεται από την έγνοια του παιδιού της που, σίγουρα, θα ’ναι πεθαμένο από τόσα χρόνια πια. Σύρε»

Η γυναίκα γύρισε και χάθηκε στη διπλανή αυλόπορτα. Οι αστραπές ξέσκιζαν τον ουρανό χωρίς έλεος. Τα σύννεφα πύκνωναν και ο αέρας ούρλιαζε. Περνούσε σφυρίζοντας από τις καμινάδες και ξερίζωνε τα βλαστάρια των δέντρων.

Ένας άνθρωπος καθόταν στο πλατύσκαλο ενός σπιτιού. Από μακριά δεν θα μπορούσαμε να δούμε τι έκανε μέσα σ’ αυτόν το χαλασμό. Μπορεί και να συλλογιόταν τη μοίρα των θνητών, το Μέλλον που κανείς δεν ξέρει τί μπορεί να φέρει. Μπορεί και να σπάραζε η καρδιά του από βαρύ πόνο.

Πάντως γύρω του η βροχή συνέχιζε να πέφτει.

Advertisements