Φιλική προειδοποίηση: Αν είστε επιρρεπής σε εφιάλτες αποφύγετε την ανάγνωση του παρακάτω κειμένου.

Σκαρφάλωσε έξω απ’ το κουτί του αθόρυβα. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο πάτωμα κι έμεινε εκεί, στιγμιαία ακίνητος. Ύστερα άρχισε να ξετυλίγει τα μέλη του. Ένα χέρι, ένα πόδι, κατόπιν απ’ την άλλη μεριά, δυο έχει απ’ το καθένα. Τέντωσε τον αυχένα του, σαν γατί, από δεξιά στ’ αριστερά και πάλι πίσω∙ οι τρίχες του κεφαλιού του ολόρθες, σαν να τον είχαν περιλούσει με κρύο νερό. Τινάχτηκε νευρικά κι άνοιξε τα μάτια του που είχε ως εκείνη τη στιγμή κρατήσει κλειστά, σαν από συνήθεια. Βλεφάρισε να καθαρίσει την όρασή του που την βρήκε θολωμένη. Κοίταξε μπροστά του∙ ένας ορθογώνιος, κενός χώρος. Σανιδένιο δάπεδο, σαν ένα μεγάλο καφάσι, τριγύρω οριοθετημένο από μια βαριά, ξεφτισμένη κουρτίνα σε τόνους που θα μπορούσαν να είναι σκούρο κόκκινο. Το χρώμα του αίματος. Του πηγμένου αίματος. Η κουρτίνα χανόταν προς τα πάνω σε ένα αδηφάγο σκοτάδι. Και μια παράξενη ησυχία, λες κι είχε ανασταλεί ο θόρυβος για μια στιγμή, όσο η εξέδρα κρατάει την ανάσα της πριν ο ποδοσφαιριστής χτυπήσει το πέναλτι. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα∙ μια γλυκερή υγρασία, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του ανθρώπινου κορμιού που έπειτα κατάλαβε ότι προερχόταν απ’ τον ίδιο. Ήταν γυμνός. Αστείο πως δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα. Το μαλακό των οπισθίων του ακουμπούσε στο ξύλινο πάτωμα. Με τα χέρια του άγγιξε σπιθαμή προς σπιθαμή το σώμα του. Πρόσωπο, στέρνο, τα δυο του μπράτσα, η κοιλιά του εκεί, τα γεννητικά όργανα κρέμονταν ανέπαφα, μπούτια και γάμπες, πατούσες, όλα εκεί. Τα έπιανε με τις παλάμες του, τα ψηλάφιζε με τα δάχτυλά του· δεν πονούσε πουθενά, πουθενά συγκεκριμένα, μα αισθανόταν ένα απροσδιόριστο μούδιασμα στο κεφάλι. Έψαξε προσεκτικά το κρανίο του για κάποιο καρούμπαλο που θα δικαιολογούσε τον αποπροσανατολισμό και το μούδιασμα, μα δεν βρήκε τίποτα. Μόνο που τα μαλλιά του κολλούσαν στο χέρι του, φριχτά λαδωμένα και νωπά απ’ τον ιδρώτα. Σηκώθηκε διστακτικά, δοκιμαστικά, και προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Δεν αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία, αν και ένιωθε πράγματι τα πόδια του κάπως αδύναμα, να δυσανασχετούν κάτω απ’ το βάρος του κορμιού του.

Έκανε δειλά ένα βήμα, νιώθοντας ένα ρεύμα αέρα να χτυπάει τ’ απόκρυφά του, να περνάει ανάμεσα απ’ τη σχισμή του κώλου του και να σκαρφαλώνει στην ιδρωμένη του πλάτη. «Κρύος ιδρώτας». Αυτή είναι η έκφραση που έψαχνε. Όλο έμοιαζε το μυαλό του να ψάχνει λέξεις, και η κατάλληλη ορολογία να έρχεται με καθυστέρηση να βρει τη θέση της μπροστά στην εικόνα του αντικειμένου. Καμπούριασε τους ώμους του, σαν για να προστατευτεί απ’ το κρύο, και έκανε τα πρώτα δειλά βήματα γύρω απ’ το κουτί του. Άπλωσε την παλάμη του να το νιώσει: τίποτα ενδιαφέρον εκεί. Μια χοντρή χαρτονένια κούτα· μάλλον θα ήταν καφέ στο χρώμα, και στην αφή σαν κάθε χαρτονένια κούτα από ενάρξεως της μπακαλικής. Έβγαλε τη γλώσσα του και την ακούμπησε στο κουτί, σαλιώνοντας το επιμελώς, προσπαθώντας να εντοπίσει μια γεύση που να του λέει κάτι. Γεύση από χαρτόνι και τίποτα άλλο. Μα τί περίμενε; «Τί κάνω εδώ;». Η ερώτηση επιτέλους σχηματίστηκε, μετά από σημαντική καθυστέρηση. Με κόπο έβαλε τα δεδομένα του σε μια τάξη.

Είχε ξυπνήσει κουλουριασμένος μέσα στο κουτί. Βγήκε απ’ αυτό γυμνός σαν τις αμαρτίες του και βρέθηκε μέσα σ’ ένα πηχτό σκοτάδι, σε μια ενδιάμεση κατάσταση φόβου και οικειότητας. «Μα τί κάνω εδώ;». Το πιο εύλογο ερώτημα: «Πώς βρέθηκα εδώ», δεν είχε ακόμα εμφανιστεί στον ορίζοντα. Σκοτάδι. Κάθισε ακόμη μια φορά στο πάτωμα κι έπιασε με τις παλάμες του τις δυο αντικριστές πλευρές του κουτιού. Το τάραξε προσεκτικά, το σήκωσε κι ύστερα το φόρεσε σαν καβούκι. «Καλύτερα έτσι». Έμεινε εκεί με τα μάτια του να συνηθίζουν στο σκοτάδι. Οι σκιές έγιναν πιο υπονοηματικές, αλλά δεν του αποκάλυψαν τίποτα. Πιάστηκε. Βαρέθηκε κιόλας μετά από λίγο. «Μέσα στο σπιτάκι μου, σπιτάκι μου». Αγκάλιασε τον εαυτό του, τα χέρια γύρω από τα μπράτσα του, προσπαθώντας λίγο να ζεσταθεί. Με κάθε του ανάσα μέσα στο κουτί ο αέρας λιγόστευε, γινόταν ολοένα πιο υγρός και παχύρρευστος. Επιτάχυνε σκόπιμα το ρυθμό της αναπνοής του, άκουσε το λαχάνιασμα του ν’ αντηχεί στις πλευρές του κουτιού. Φοβήθηκε. Με μια σπασμωδική κίνηση πέταξε το κουτί από πάνω του και το έστειλε πέρα.

Το κουτί χτύπησε πάνω στη σκοτεινή κουρτίνα και την έκανε να κλυδωνιστεί βίαια. Πίσω απ’ αυτήν ακούστηκε μια συλλογική κραυγή προσμονής, σαν πλήθος κόσμου να πήρε ταυτόχρονα μια βαθιά ανάσα. Έμεινε ακίνητος. Το πλήθος ακούστηκε να εκπνέει. Σταύρωσε τα πόδια του μπροστά κι αγκάλιασε τα γόνατά του με τα χέρια. Έσκυψε το κεφάλι και το ακούμπησε πάνω στα γόνατά  του. Ήταν εξουθενωμένος. Έμεινε εκεί σκυφτός, με τα μάτια ανοιχτά και τ’ αυτιά τεντωμένα, τεντωμένα αρκετά ώστε ν’ ακούσει με κάθε λεπτομέρεια τη βοή του πλήθους πίσω απ’ την βαριά κουρτίνα. Σαν πυρετός που ανέβαινε, το βουητό δυνάμωνε ολοένα, ο ανθρώπινος λόγος δυσδιάκριτος μα η φασαρία προφανής. Εκείνος ακίνητος, με τα μάτια ανοιχτά να κοιτάει εκεί που δεν μπορούσε να δει. Ύστερα ακούστηκε ένας ελαφρύς μηχανικός ήχος, σαν σκοινί σε τροχαλία και αργά αλλά σταθερά ένα κίτρινο, αναιμικό φως πήρε να γεμίζει τον χώρο. Πρώτα άγγιξε τα δάχτυλά των ποδιών του, ύστερα σκαρφάλωσε στους αστραγάλους του, περπάτησε στα γόνατά του κι έλουσε το σκυμμένο του κεφάλι. Η θορυβώδης ανάσα του πλήθους ήταν πια αφόρητη. Απ’ τη σηκωμένη κουρτίνα ένα ρεύμα πνιγηρού αέρα χάιδεψε τα βρώμικα μαλλιά του. Καθόλου δεν κουνήθηκε. Κάπου απ’ το πλάι ακούστηκε μια πομπώδης φωνή να βγάζει λόγο με στόμφο και σπουδαιοφάνεια. Αδυνατούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις και να κατανοήσει τα νόημα της ανακοίνωσης, κι όσο κι αν προσπάθησε δεν πέτυχε να ακούσει τίποτα άλλο παρά το θόρυβο της ανθρώπινης φωνής με τα λυρικά σκαμπανεβάσματα του πάθους που δονούσε τον εκφωνούμενο λόγο. Το πλήθος ησύχασε, ο ρήτορας συνέχισε ν’ αγορεύει.

Ύστερα άκουσε βήματα να πλησιάζουν∙ βαριές μπότες να χτυπούν στο ξύλινο πάτωμα που καθώς φαίνεται ήταν από κάτω κούφιο έτσι που ο ήχος αντιλαλούσε και δονούσε τον πισινό του όπως καθόταν ξεβράκωτος πάνω στις παγωμένες σανίδες. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Αισθανόταν ένα μούδιασμα ξανά, σε όλα του τα μέλη, κι έναν ξαφνικό θυμό για το κεφάλι του που αρνούνταν να επεξεργαστεί τα λόγια που τον έφταναν. Ήξερε πως οι απαντήσεις για πολλές απ’ τις ερωτήσεις που δεν έθετε βρίσκονταν στην χειμαρρώδη απαγγελία του άνδρα με τις μπότες∙ παρόλ’ αυτά το μυαλό του δεν του έκανε την χάρη να προσλάβει το νόημά της. Οι μπότες πλησίασαν αργά και σταθερά. Εκείνος ακίνητος. «Πώς με λένε;», στιγμιαία η απορία του και πέρασε όπως είχε έρθει, για να χαθεί στο γεμάτο αισθήσεις πουθενά που τον περιέβαλλε. Για μια στιγμή τα πάντα σώπασαν. Επικράτησε η ίδια εγκυμονούσα σιωπή όπως και πριν σηκωθεί η κουρτίνα. Μετά ένας οξύς ήχος έσκισε τον αέρα και ένας οξύς πόνος προσγειώθηκε στην πλάτη του. Το κεφάλι του τινάχτηκε πίσω και τα χέρια που έσφιγγαν τα γόνατά του λύθηκαν απότομα κάνοντας τον να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί καθισμένος μα ταλαντευόμενος, σχεδόν σωριασμένος στο πάτωμα. Το φως απ’ τους προβολείς τον τύφλωσε και τα δάκρυα που είχαν ανέβει στα μάτια του απ’ την καμτσικιά κύλησαν τώρα στα μάγουλά του, καθώς ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του βίαια. Μόλις συνήθισε στο φως προσπάθησε να συγκεντρώσει το βλέμμα του στο κοινό. Ένα σκοτεινό δωμάτιο, με μαύρα υφάσματα στους τοίχους, γεμάτο πολύχρωμο κόσμο. Άντρες με τα σακάκια τους ριγμένα στον ώμο, γυναίκες με τα κυριακάτικά φουστάνια τους και παιδιά όλων των ηλικιών, που στριμώχνονταν για να βρεθούν στην πρώτη σειρά, όλοι με μάτια άπληστα, γουρλωμένα, με σουφρωμένα χείλη και ρουθούνια ανοιχτά, σαν αγριεμένα άλογα.

Ο οξύς ήχος έσκισε τον αέρα μια ακόμη φορά, και το μαστίγιο προσγειώθηκε ανάμεσα στους ώμους του. Γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν άνδρα θεόρατο, με μαύρο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο, και μια θεαματική κάπα να λικνίζεται σε κάθε του κίνηση και πυκνά μούσια, να φτάνουν σχεδόν ως τον βελούδινο λαιμοδέτη του. Στο δεξί του χέρι βαστούσε το όργανο του μαρτυρίου και στα μάτια του γυάλιζε η αναλγησία. Είδε το μαστίγιο να υψώνεται άλλη μια φορά και να πέφτει με κρότο στο αριστερό του μπράτσο, περνώντας ξυστά απ’ το μάτι του. Τραβήχτηκε προς τα πίσω, μα άλλη μια καμτσικιά τον βρήκε σχεδόν καταπρόσωπο. Έβαλε τα χέρια κάτω και σηκώθηκε αργά, επιφυλακτικά. Το μαστίγιο σίγησε. Κοίταξε αποσβολωμένος το κοινό που τον κοιτούσε λαίμαργα. Ο άνδρας με την κάπα είπε κάτι, ακόμα ακατανόητο. Γύρω ακόμα σιωπή. Σηκώθηκε και στάθηκε με τα πόδια μισάνοιχτα, αντικρίζοντας το κοινό που τον κοιτούσε επίμονα. Τότε μόνο κατάλαβε εν πλήρει συνειδήσει ότι ήταν ολόγυμνος. Οι τρίχες στο στήθος του στεκόταν σχεδόν όρθιες, οι όρχεις του είχαν μαζέψει από το κρύο και τον φόβο και το πέος του κρεμόταν ζαρωμένο, φοβισμένο, τοσοδούλι, μια εικόνα αισθητικής και ηθικής εξαθλίωσης. Ντροπή να ήταν το καυτό συναίσθημα που τον κατέλαβε; Το αίμα έβαψε τα μάγουλά του πορφυρά καθώς το πλήθος λυνόταν σε τρανταχτά γέλια, οι άνθρωποι μιλούσαν φωναχτά ο ένας στον άλλο και σήκωναν με αναίδεια τον δείκτη τους για να τον στρέψουν προς τα ελάχιστα επιβλητικά απαυτά του. Ολόκληρη η αίθουσα ριγούσε από ενθουσιασμό και προσδοκία. Εκείνος ήθελε μοναχά να γυρίσει στο κουτί του, που έστεκε σαν φρούριο παραδίπλα, σαν κάστρο απόρθητο. Έστριψε ενστικτωδώς τον κορμό του προς τ’ αριστερά, προς το κουτί. Τα πολύτιμά του τραντάχτηκαν, φέρνοντας ένα καινούριο κύμα γέλωτα και ρίγη ενθουσιασμού στο κοινό που παρακολουθούσε. Ταυτόχρονα η άκρη του μαστιγίου έπεσε με δύναμη στο γοφό του, κάνοντάς τον να τιναχτεί πίσω, τα διαμαντικά του να αναπηδήσουν εμφανώς και το πλήθος να ξεκαρδιστεί εκ νέου.

Γύρισε με φούρια προς τον άντρα με τα μαύρα, έκανε ένα απειλητικό βήμα προς το μέρος του, ξεχνώντας προς στιγμήν το κουτί. Ζάρωσε τα μάτια του και τον κοίταξε με μίσος καθώς ο θυμός φούντωνε μέσα του. Ο άντρας απάντησε χτυπώντας δυο φορές το μαστίγιο στον αέρα. Εκείνος τραβήχτηκε πάλι προς τα πίσω. Καμπούριασε τους ώμους του και έκλεισε σφιχτά τα πόδια. Το μαστίγιο χτύπησε πάλι, αυτή τη φορά σκάζοντας πάνω στο δεξί του μπράτσο. Στο δέρμα του είχαν αρχίσει να εμφανίζονται μελανές γραμμές και βαθυκόκκινες λεωφόροι. Ένα σκίσιμο στο αριστερό του ζυγωματικό αιμορραγούσε ελαφρά. Κοίταξε ξανά σαν χαμένος. Κάτω απ’ τη σκηνή άνθρωποι, επάνω στη σκηνή ένα θηρίο∙ κι ο ίδιος; Μήπως ο ίδιος δεν ήταν τ’ αγρίμι σ’ αυτή την παράσταση; Πόσα βήματα να ήταν άραγε μέχρι την ασφάλεια του κουτιού; Το πλήθος δονούνταν από ανυπομονησία, ένιωθες απτή την ένταση. Οι φωνές ενθουσιασμού τους αντηχούσαν στο ταβάνι κι επέστρεφαν να τον κυκλώσουν σε ένα μεθυστικό τέμπο.

Τα παιδιά είχαν μαζευτεί στις πρώτες σειρές και κάτι τραγουδούσαν ρυθμικά. Πίσω τους παρέες φίλων ή ζευγάρια κρατημένα αγκαζέ χάζευαν περιμένοντας την εξέλιξη του δράματος. Το δυνατό τραγούδι των παιδιών του τρυπούσε τ’ αυτιά. Πίσω δεξιά του μπορούσε να νιώσει τον γιγάντιο όγκο του άντρα με τα μαύρα που στεκόταν ακίνητος περιμένοντας κι αυτός την επόμενη πράξη του δράματος που σκηνοθετούνταν επιτόπου. Εκείνος δεν κουνιόταν. Δεν είχε λάβει σκηνοθετικές οδηγίες. Λες και τα πόδια του ρίζωσαν ξαφνικά στις τάβλες της σκηνής και το σώμα του πέτρωσε αβοήθητο. Ο άντρας με τα μαύρα τον προσέγγισε από πίσω και κατέβασε το μαστίγιο στην πλάτη του. Μια φορά, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι· ξανά· ξανά· πάλι· άλλη μια φορά. Εκείνος έπεσε στα γόνατα. Το μαστίγιο συνέχισε να σκίζει το δέρμα του με μανία. Άλλη μια φορά. Κι άλλη μια. Έπεσε μπροστά, στηριγμένος στα τεντωμένα του χέρια. Με τα θολά του μάτια μπορούσε να δει το κοινό να δονείται στο ρυθμό του μαστιγίου. Τα παιδιά να έχουν πλησιάσει πιο κοντά, τα μικρά τους δάχτυλα να έχουν γραπωθεί από την άκρη της σκηνής και τις μυτούλες να ακουμπούν στις παγωμένες σανίδες του πάλκου. Οι γονείς και οι άλλοι ενήλικες είχαν πλησιάσει κι αυτοί. Χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια συνοδεύοντας το κατέβασμα του μαστιγίου στην πλάτη, στα πλευρά του, στα δυο του κωλομέρια.

Ξαφνικά η μυτερή μπότα του άντρα με τα μαύρα τον κλώτσησε στα πισινά, σπρώχνοντάς τον να προσγειωθεί στο στέρνο του. Η σωματική οδύνη δεν του επέτρεπε να κινηθεί, σχεδόν δεν του επέτρεπε να αναπνέει. Ο άντρας με τα μαύρα έκανε ένα βήμα πλαγίως μπροστά, βρέθηκε δίπλα απ’ το πεσμένο του σώμα. Γύρισε στο κοινό και κάτι τους απηύθυνε φωναχτά, σηκώνοντας ψηλά τα δυο του χέρια. Το πλήθος απάντησε με μια κραυγή άγριας χαράς, έντονη και συρτή. Ο άντρας με τα μαύρα γύρισε και τον κλώτσησε στο πλευρό με δύναμη. Και ξανά. Και ξανά. Μέχρι που εκείνος ανασηκώθηκε στα δυο του χέρια κι ύστερα στα γόνατα. Το μαστίγιο δούλεψε εκ νέου μερικές φορές, μέχρι που στάθηκε όρθιος ξανά. Στη θέα του μικρού του πέους το κοινό γέλασε άλλη μια φορά, υστερικά σχεδόν. Καθώς στεκόταν, αποκαμωμένος και απαθής κάτι τον χτύπησε στο στήθος σαν πετριά. Έσκυψε το κεφάλι και είδα τα τσόφλια ενός αυγού να κυλάνε στο στέρνο του, κολλημένα στο ασπράδι, ανακατεμένα με τον χυμένο κρόκο. Πριν προλάβει να σκεφτεί, ένα δεύτερο αυγό τον βρήκε στον ώμο. Κι αμέσως μια βροχή από αυγά και ντομάτες, σάπια πορτοκάλια και τούφες από κουνουπίδι άρχισαν να κατακλύζουν τη σκηνή. Σήκωσε τα χέρια του να προστατέψει το πρόσωπό του, μα σύντομα κατάλαβε πως ήταν μάταιο, ούτως ή άλλως τα πυρομαχικά στόχευαν αλλού. Κατέβασε τα χέρια για να προστατέψει τα γεννητικά του όργανα και καμπούριασε τους ώμους, στράφηκε ολόκληρος προς το κουτί του, όταν ένα απ’ τ’ αυγά που έπεφταν βροχή τον βρήκε στο πλάι του λαιμού και τον έκανε να καταρρεύσει ξέπνοος.

Σιγά-σιγά η βροχή τον ζαρζαβατικών έπαψε και με την άκρη του ματιού του είδε την μπότα του βασανιστή του να πλησιάζει, τσακίζοντας σε θρύψαλα τα τσόφλια των αυγών, να περνάει από δίπλα του, κλωτσώντας μια στραπατσαρισμένη ντομάτα και να κατευθύνεται προς το κουτί του. «Όχι», ψιθύρισε μέσα απ’ τα δόντια του, κι έκανε ν’ απλώσει το χέρι προς τα ‘κει. Ο άντρας με τα μαύρα έσπρωξε με την λαβή του μαστιγίου του το κουτί μπροστά. «Όχι!», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, γδέρνοντας τις φωνητικές του χορδές από την αγριότητα της κραυγής του. Μα ήταν αργά. Το κουτί έπεσε κάτω απ’ την σκηνή με έναν θαμπό ήχο. Με αλαλαγμούς χαράς τα παιδιά όρμησαν πάνω του, πατώντας το, τραβώντας το, ξεσκίζοντάς το, διαλύοντας την χάρτινη συνοχή του και κάνοντάς το ένα με το δάπεδο. «Όχι», ψιθύρισε άλλη μια φορά∙ ματαίως. Εκεί, πεσμένος, είδε το πλήθος με τα γυαλιστερά μάτια να ξεσκίζει το κουτί του. Άσπλαχνα, να το κάνει κομμάτια, να το διαλύει σε μικρά-μικρά κομματάκια καφέ χαρτονιού και να το μοιράζεται σαν ψήγματα τιμίου ξύλου. Ο άντρας με τα μαύρα επέστρεψε πάνω απ’ το γλιτσιασμένο ανθρώπινο κουφάρι, αίμα και ζουμιά από αυγά και ντομάτες, και  ποιος θυμάται τί άλλο; Το πλήθος αδημονούσε. Ο άντρας με τα μαύρα έσκισε τον αέρα με το μαστίγιο κι έβγαλε μια κραυγή. Ύστερα με τη λαβή του μαστιγίου άρχισε να τον σπρώχνει, να τον ωθεί να σταθεί στα πόδια του. Τον έστησε και ύστερα τον περπάτησε ως την άκρη της σκηνής. Και μετά με μια κλωτσιά ή κάτι σαν ανάποδη τρικλοποδιά, τον έστειλε να προσγειωθεί με τα μούτρα στο πάτωμα της αίθουσας, πάνω στα υπολείμματα του κουτιού του. Με γοργές ανάσες ο κόσμος τον κύκλωσε.

Τα παιδιά πέσαν πάνω του πρώτα, του τράβηξαν τα μαλλιά, του τσίμπησαν την πλάτη, βάλανε τα δάχτυλά τους στα μάτια του, μέχρι που αυτά χύθηκαν στα μάγουλά του μ’ ένα υπόκωφο «ποπ». Έχωσαν ολόκληρα τα χέρια τους στο στόμα του και προσπάθησαν να τραβήξουν έξω τη γλώσσα του, που όλο γλιστρούσε απ’ τις μικρές σφιγμένες γροθιές τους και γύριζε να κρυφτεί στο ξεχειλωμένο στόμα του, πίσω απ’ τα κομμένα του χείλη, πίσω απ’ τα δόντια του που σύντομα οι γονείς τους θα έσπαγαν με το πίσω μέρος ενός γυάλινου μπουκαλιού. Τ’ αυτιά του ακόμα λειτουργούσαν. Έφερναν μέσα στο κεφάλι του αλαλαγμούς χαράς, χαχανητά σε υψηλές συχνότητες μαζί με μπάσα γέλια, και λαχανιασμένες ανάσες. Τούφες ολόκληρες απ’ τα μαλλιά του ξεριζώνονταν, και νύχια του όργωναν τα πλευρά μέχρι να στάξει αίμα. Μετά πρέπει να ήρθαν κι οι μεγάλοι, γιατί κανένα παιδί δεν θα μπορούσε να του εξαρθρώσει τον ώμο με τέτοια σφοδρότητα. Οι αισθήσεις του τον εγκατέλειπαν έτσι κι αλλιώς. Σαν νανούρισμα πιο πολύ ένιωθε τα χτυπήματα. Με κάθε καινούριο πλήγμα η συνείδησή του αποτραβιόταν σ’ ένα ιδεατό κουτί. Μια δυνατή, επαναλαμβανόμενη γροθιά του διέλυσε το τύμπανο. Κάτι γλιτσιασμένο κύλησε απ’ τ’ αυτί του, μα αυτό ήταν πια ψιλά γράμματα. Τον γύρισαν ανάσκελα, του άνοιξαν τα χέρια σε σχήμα σταυρού πάνω στο πάτωμα, και τα πόδια διάπλατα κι αρχίσαν να του κλωτσάνε τ’ αχαμνά εκ περιτροπής. Οι όρχεις του εξερράγησαν, ή έτσι φάνηκε, πάντως η σκηνή έφερε μια γενικευμένη ευθυμία στην ομήγυρη. Ένας χοντρός κύριος με καπέλο ανέβηκε στο στομάχι του και άρχισε να χοροπηδάει, σε λίγο τον ακολούθησε όποιος μπορούσε να βρει πάτημα, να χορέψει τον ίδιο άγριο χορό πάνω σε κάτι που δεν ήταν πια ούτε πτώμα. Τα εντόσθιά του διαλύθηκαν και ξεχύθηκαν στο πάτωμα από την διαρρηγμένη σάρκα του. Οι άνθρωποι δέσανε το κουφάρι του με τ’ άντερά του, και χρησιμοποιώντας τα σαν χειρολαβή τον έσυραν στην πλατεία. Σκάψανε με τα χέρια τους το στέρνο του και βγάλαν την καρδιά του, που χτυπούσε πριν από λίγο, κι ήταν ακόμα ζεστή. Τα παιδιά την πήραν και αποσύρθηκαν στη βάση της σκηνής να παίξουν τόπι. Οι μεγάλοι θέλανε ακόμα να κονιορτοποιήσουν το κεφάλι του.

Advertisements