Δεν μ’ αρέσει να αποπέμπω τους νεκρούς με την ολοζώντανη ευχή «καλό ταξίδι». Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ταξίδι κάπου αλλού πέρα απ’ το «εδώ». Η τύχη και τα καλά οικογενειακά γονίδια μ’ ευλόγησαν να μην έχω βιώσει ακόμα την απώλεια στην οικογένεια και το φιλικό μου περιβάλλον. Πρακτικά δεν ξέρω πώς είναι να χάνεις τον άνθρωπό σου, και ο θάνατος ενός ξένου έρχεται πάντα σαν ένα μικρό σοκ, απ’ το οποίο όμως μπορώ να λάβω όλες τις αποστάσεις ασφαλείας. Ακόμα κι έτσι όμως, ο αναπάντεχος θάνατος, αυτή η απρόσμενη σύγκλιση του «για πάντα» με το «ποτέ» σε πιάνουν απ’ το λαιμό ξαφνικά και αλλοιώνουν τη φωνή, θολώνουν την όραση, λιγάκι ταράζουν την κρίση. Και μια στιγμή γίνεται ο θάνατος του γνωστού σου ξένου σαν θάνατος δικός σου.

Διάσημοι, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, άνθρωποι πεθαίνουν όλη την ώρα. Η ανακοίνωση του θανάτου τους γίνεται πια πιο γρήγορα παρά ποτέ• σε ελάχιστα λεπτά της ώρας μια ολόκληρη επικράτεια, ή και η υφήλιος όλη, έχει μάθει το θλιβερό γεγονός. Τάχιστα μετά τη δημοσιοποίηση οποιουδήποτε θανάτου κάποιο αόρατο χέρι ανανεώνει την σχετική καταχώρηση στην Wikipedia· ο άνθρωπος έχει περάσει στην αιωνιότητα: την άυλη συντροφιά αυτών που φεύγουν. Η ηλεκτρονική κοινότητα αντιδρά αστραπιαία και για κάποιο λίγο χρόνο ο εκλιπών απασχολεί το σύνολο σχεδόν του ψηφιακού κόσμου, καταλαμβάνοντας χώρο που δεν θα είχε ποτέ μπορέσει να διεκδικήσει εν ζωή. Σήμερα στον κυλιόμενο τοίχο του Facebook οι ευχές στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο για καλή ανάρρωση βρέθηκαν αναπάντεχα μπλεγμένες με τις νεκρολογίες και τ’ αποχαιρετιστήρια. Η είδηση του ατυχήματος μπερδεμένη με την είδηση του θανάτου. Για λίγο τα όρια ανάμεσα στο πριν και στο μετά θόλωσαν, σαν τη στιγμή φαντάζομαι που ακροπατεί ο άνθρωπος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Διάλεξα να δω το «Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα» σε κάποια προβολή του σε κρατικό κανάλι περισσότερο από μια δεκαετία πριν. Λέω «διάλεξα», γιατί βρισκόμουν στη φάση εκείνη της ζωής μου (δεκατρία με δεκατέσσερα) που συνειδητά αποφάσισα να καλλιεργήσω τον εαυτό και τα γούστα μου πέρα από τη λογοτεχνία, που είχα φάει με το κουτάλι από την παιδική μου ηλικία. Κάθε βδομάδα έπαιρνα τον τηλεοπτικό οδηγό που είχε ένθετο η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και υπογράμμιζα με φωσφοριζέ μαρκαδόρο τις ταινίες που οπωσδήποτε έπρεπε να δω –είτε μου άρεσαν είτε όχι. Σκέτος ψυχαναγκασμός, το ξέρω. Μέσα σε μια πενταετία πρέπει να παρακολούθησα ολόκληρο το βραδινό πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης (συμπεριλαμβανομένου και του καναλιού της Βουλής, στο οποίο προβλήθηκαν κατά καιρούς εξαιρετικές ταινίες, του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου).

Κάπου εκεί, μια Παρασκευή πέτυχα και τον Αγγελόπουλο, έχοντας ήδη ακούσει τ’ ανέκδοτα, και το σαρκασμό για τα νωχελικά πλάνα και την αργή εξέλιξη της σχεδόν στοιχειώδους πλοκής των ταινιών του. Η ταινία είχε πρόσφατα κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και περίμενα με αδημονία να την παρακολουθήσω. Θυμάμαι να ανακοινώνω σε όποιον βρισκόταν διαθέσιμος ν’ ακούσει ότι την Παρασκευή σκοπεύω να δω το «Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα». Να πιάνω θέση στον καναπέ μόλις τελειώσαν οι ειδήσεις. Να διατάζω απόλυτη ησυχία μέσα στο σπίτι, ο μικρός δικτάτορας. Την ταινιά δεν την λάτρεψα, αλλά δεν μπόρεσα να μην εκτιμήσω αυτά τα μακριά κάδρα, που φαίνονταν να θέλουν να μετατρέψουν το κινηματογραφικό πανί σε ζωγραφικό καμβά, με τα ομιχλώδη χρώματα να λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο και το σημείο αιχμής σε μόνιμη απομάκρυνση. Τα πλάνα αυτά που πολλοί μίσησαν, περισσότεροι δεν είδαν ποτέ –γιατί δεν προσπάθησαν ή γιατί αποκοιμήθηκαν στην προσπάθεια, δεν έχει σημασία– και κάποιοι λάτρεψαν, κουβαλούσαν την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού, και αμυδρά το άρωμα μιας άλλης Ελλάδας, λιγότερο ηλιόλουστης και φανταχτερής, λιγότερο θρασείας και θορυβώδους, μιας Ελλάδας λίγο κουρασμένης, πολύ μελαγχολικής, με χρώματα φθινοπωρινά, χειμωνιάτικα, όχι λουσμένα στο Αττικό φως, αλλά σκεπασμένα απ’ την Σαλονικιώτικη ομίχλη.

Ελάχιστα σημαντικό είναι αν οι άνθρωποι που σήμερα και αύριο θα γράψουν μια φράση για το θάνατο του Αγγελόπουλου είδαν ποτέ μια ταινία του, ολόκληρη η μισή. Δεν έχει σημασία αν τα κλιπ που θα ποστάρουν είναι η μόνη επαφή που είχαν ποτέ με το έργο του. Το όνομα Αγγελόπουλος ήταν κοινό πολιτισμικό κτήμα, και ο απρόσμενος θάνατος κοινή πολιτισμική απώλεια. Είναι αληθινή, απτή η έλλειψη που προκύπτει όταν φεύγει ένας άνθρωπος που ήταν ποιητής της εικόνας, με προσωπική σφραγίδα όσο λίγοι σύγχρονοι δημιουργοί παγκοσμίως, ένας πολιτιστικός πρέσβης της χώρας του στο εξωτερικό (ο αγαπημένος Τεό των Γάλλων που πίνουν νερό στ’ ονομά του), ένας αληθινά πνευματικός άνθρωπος σε μια χώρα που –κακά τα ψέματα– το πνεύμα δεν εξαργυρώνεται σε καταξίωση. Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος φεύγει τόσο απρόσμενα είναι πόνος. Ακόμα και για κάποιον που δεν ήταν θαυμαστής του έργου του. Είναι επίγνωση του ότι αυτός ο τόπος φτωχαίνει ξαφνικά. Ότι ο δημιουργός έπεσε πάνω στο καθήκον· άσκοπα κι αχρείαστα, αλλά τόσο ταιριαστά στο κινηματογραφικό δράμα. Ότι παρά την θετική πρόθεση, ο ουρανός της Δραπετσώνας δεν θα γίνει κινούμενος ζωγραφικός πίνακας. Κανένας ουρανός, ποτέ ξανά. Όχι ζωγραφισμένος μέσα απ’ αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα τουλάχιστον.

Με την προσμονή της ανάδειξης ενός νέου βλέμματος:

Αντίο στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο.

L’Éternité et Un Jour: τόσο είναι το φάσμα της ανθρώπινης ζωής.

Advertisements