Όταν στα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη προσγειώθηκα για πολλοστή φορά στο Ελευθέριος Βενιζέλος, πολλά πράγματα δεν περίμενα να τα βρω όπως τα βρήκα. Κυρίως, κι ενδεχομένως αφελώς, δεν περίμενα να βρω μια χώρα υπό διάλυση και τους κατοίκους της –όλους ανεξαιρέτως– στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι εμφανές σε όλη του την έκταση σε κάποιον που βλέπει τα πράγματα εκ των έσω. Για μένα όμως που είμαι διαρκώς εντός-εκτός, εξαφανίζομαι και επιστρέφω, η επιδείνωση της «ελληνικής κατάστασης» είναι προφανής και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στο ζήτημα της «ελληνικής οικονομίας». Τον δρόμο απ’ το αεροδρόμιο μέχρι την Αττική Οδό γεμίζουν διαφημιστικές πινακίδες με αφίσες του Casino 848. Κραυγαλέα, κακόγουστη διαφημιστική εκστρατεία, ανακόλουθη με την αντικειμενική οικονομική κατάσταση του πληθυσμού, που όμως παίζει με τους πραγματικούς φόβους των ανθρώπων, τροφοδοτείται από την απελπισία και την επανατροφοδοτεί. Προτάσσει την προοπτική του εύκολου, γρήγορου κέρδους ως τρόπο σωτηρίας, ως έξοδο από την ατομική κρίση του καθενός, κοροϊδεύει σκληρά την αντικειμενική δυσκολία των ανθρώπων να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, μέσα σε ένα κλίμα που τους αρνείται ίσως κι αυτό ακόμα το δικαίωμα του να έχουν όνειρα.

Και η υπόλοιπη διαδρομή πνιγμένη στο γκρίζο, παντού τσιμέντο, και σίδερο. Θα μου πείτε, σάμπως έτσι δεν ήταν πάντα; Έτσι ήταν μα θα έπρεπε να έχει αλλάξει, θα έπρεπε αυτή η χώρα ν’ αλλάζει προς το καλύτερο, κι όχι να μένει στάσιμη στην αθλιότητα –έστω κι αν μιλάμε για χωροταξική αθλιότητα. Γι’ αυτό πρέπει να έχεις απαιτήσεις, αντί να επαναπαύεσαι στο κουρασμένο «έτσι ήταν πάντα». Πρέπει κάθε φορά που βλέπεις αυτό το γκρίζο τοπίο να σοκάρεσαι –κάθε φορά εκ νέου– αντί να το θεωρείς δεδομένο και αμετακίνητο. Όλα λοιπόν γκρίζα, οι τοίχοι πνιγμένοι στο γκραφίτι και στραβοκολλημένες αφίσες ποικίλου περιεχομένου. Βγαίνοντας στην παραλιακή η αισθητική σου πλήττεται από πινακίδες νυχτερινών κέντρων, μια κουλτούρα του γκλίτερ και της σιλικόνης, γιγαντοαφίσες επώδυνες στο μάτι, τόσο μα τόσο ψεύτικες, τόσο ασύμβατες με την καθημερινότητα κι όμως τόσο κυρίαρχες. Κάθε φορά που φτάνω στον Πειραιά νιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ. Σαν να μην έχω μήνες να δω τους δρόμους των παιδικών μου χρόνων, σαν να ήμουν εκεί την προηγούμενη ημέρα. Μου κάνει κάθε φορά εντύπωση. Θα έπρεπε, φαντάζομαι, να με κυριεύει μια νοσταλγία, ένας ενθουσιασμός, μια ταραχή. Κάθε φορά που ανεβαίνω την Αγίου Δημητρίου προς το Κερατσίνι νιώθω σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Και ίσως αυτό συμβαίνει επειδή σ’ αυτή τη χώρα τίποτα και ποτέ δεν αλλάζει.

Κι ύστερα έρχεται η καθημερινότητα. Μια βόλτα στην λαϊκή, οι αστικές συγκοινωνίες να υπολειτουργούν σε σταθερή βάση, παντού βλέπεις ανθρώπους σκυθρωπούς, ανυπόμονους, στην τσίτα διαρκώς, μονίμως και συνέχεια, έτοιμοι για καυγά ανά πάσα στιγμή χωρίς ακριβή ή σημαντικό λόγο και αιτία. Αν επιχειρήσεις να οδηγήσεις στην Αθήνα συναισθάνεσαι σε όλο της το εύρος την σοβαρότητα της κατάστασης. Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ οδηγητικός παράδεισος, αλλά τώρα πια αυτό το αστείο έχει ξεφύγει από καθε έλεγχο. Το βλέπεις στις απότομες σφήνες, στο τσιτωμένο στρίψιμο του τιμονιού, στα στόματα που μουρμουρίζουν αδιάκοπα πίσω απ’ τα τζάμια, στα αναμμένα τσιγάρα που καπνίζουν έξω από κάθε ανοιχτό παράθυρο. Ο Έλληνας είναι σε κατάσταση κρίσης. Όχι η Ελληνική οικονομία, η Ελληνική πολιτεία, η Ελληνική κοινωνία (μόνο). Είναι ο Έλληνας που υποφέρει στο πετσί του. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το 70% των Ελλήνων σε παραγωγική ηλικία βρίσκονται στα όρια της κατάθλιψης (Εταιρεία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας, πηγή TVXS). Καλές οι έρευνες, αλλά στην προκειμένη τουλάχιστον περίπτωση απλά επιβεβαιώνουν κάτι που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού.

Πρόσφατα παρατήρησα ότι σε κάθε ανεξαιρέτως συνομιλία μου με οποιονδήποτε συνέλληνα η συζήτηση πάντα, μα πάντα, καταλήγει σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για το ποιος βρίσκεται στην χειρότερη μοίρα. Οικονομικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, καταστασιακά, ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο ότι περνάει ΤΑ χειρότερα, και κανένας δεν πείθεται. Το «υπάρχουν και χειρότερα» απλά δεν ανακουφίζει κανέναν, γιατί όλοι θεωρούν ότι εκείνοι ζουν τα χειροτερότερα και χειρότερα δεν γίνεται. Γνωρίζω νέους Έλληνες στο πανεπιστήμιο, παιδιά είκοσι έως εικοσιπέντε χρονών, με καλές σπουδές και μια ολόκληρη ζωή μπροστά τους και στα πρώτα πέντε λεπτά της γνωριμίας μας καταλήγουμε να ξιφουλκούμε για το ποιος ζει την πιο χάλια κατάσταση. Μιλάω με παλιούς φίλους στο τηλέφωνο και ύστερα από δέκα λεπτά ανταλλαγής απόψεων η κουβέντα γυρίζει στο ποιος απ’ τους δυο μας υποφέρει πιο πολύ στην τρέχουσα συγκυρία. Ακόμα και με ανθρώπους που μιλάω κάθε μέρα η κατάληξη της συζήτησης είναι εξουθενωτικά προδιαγεγραμμένη.

Ταυτόχρονα στην τηλεόραση και στις εφημερίδες οι δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον μας συνεχίζουν να επικρατούν, να γιγαντώνονται και να κυριεύουν το οπτικό μας πεδίο. Προσωπικά αδυνατώ πια να παρακολουθήσω τα νέα χωρίς αμέσως ν’ ανεβάσω σφυγμούς, να ιδρώσω και ν’ αρχίσει η ταχυπαλμία. Μέρα και νύχτα, μαζί με χιλιάδες άλλα πράγματα μέσα στο μυαλό μου τριγυρίζουν τα εφιαλτικά  σενάρια της χρεοκοπίας και της επικρεμάμενης καταστροφής. Πέρυσι τέτοια εποχή περίπου ήμουν στα πρόθυρα του να σταματήσω να δηλώνω Ελληνίδα, μια και κάθε φορά που ξεστόμιζα αυτή τη λέξη αυτόματα αναγκαζόμουν να υποστώ κύματα συμπόνιας, χλευασμού ή κακοήθους χιούμορ. Εφέτος μόνο οίκτος και συμπάθεια. Είναι απ’ όλες τις πλευρές δύσκολο. Δεν έχω καμιά σοφία να προσφέρω, καμιά ιδέα για το πώς θα μπορούσε αυτό ν’ αλλάξει, και νομίζω πως το γεγονός αυτό με καταβάλει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Δεν βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ. Δεν βλέπουμε άκρη. Ο δρόμος είναι πολύ μακρύς όταν δεν μπορείς να δεις τη γραμμή του τερματισμού. Ακόμα κι αν αυτή η γραμμή είναι πίσω απ’ την επόμενη στροφή, όσο δεν μπορείς να την δεις απλά απελπίζεσαι. Και ύστερα η απελπισία διαχέεται σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς και πλήττει όλες τις πτυχές της ζωής μας. Και το δράμα διογκώνεται και μεγαλώνει. Δεν μπορώ να κλείσω αυτό το ποστ με ένα αισιόδοξο μήνυμα, γιατί δεν νιώθω καμιά αισιοδοξία. Όποιος έχει περίσσευμα οπτιμισμού ας προσφέρει ένα δράμι και σε μένα.

 

Advertisements