Παραλληλισμοί

Τρία πράγματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.

Έχουνε μια παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ’ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.

Στεριανὴ ζάλη
Στὸ Νίκο Τουτουντζάκη

Ὁ λοστρόμος κρατᾶ μία καραβέλα,
μισῆ μποτίλια τζὶν καὶ δυὸ μιγάδες,
τὴ νύχτα μετοικοῦν οἱ Συμπληγάδες
στὰ μπὰρ τοῦ λιμανιοῦ καὶ στὰ μπορντέλα.

Πηχτὸ πούσι σκεπάζει τὰ καρνάγια.
West End – Thame’s Street καὶ διπλὸς ἔρως.
Ἂς φυσᾶνε στὸ Πλάτα τὰ Παμπέρος,
ἂς ρολάρει τὸ κύμα στὴ Μπισκάγια.

Χαμηλὸς οὐρανὸς γιομάτος ἄστρα,
μὰ δὲ μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ποὺ σὲ γνωρίζει.
Ἡ μπαρκέτα γυρίζει; Δὲ γυρίζει.
Τὸ κορίτσι νυστάζει στὴν Καράστρα.

Βαρέθηκαν οἱ ναῦτες τὸ τιμόνι,
τό ῾να μάτι σου γέρνει καὶ κοιμᾶται,
ἀγρυπνᾶ τὸ δεξὶ καὶ θυμᾶται
τὸ φανὸ ποὺ χτυπᾶ μὰ δὲ ζυγώνει.

Ὁ λοστρόμος ξυπνάει καὶ καταριέται
μία μιγάδα ποὺ κλαίει καὶ μία μποτίλια.
Ἀνοιχτὰ κάπου ἐννιὰ χιλιάδες μίλια
τὸ σκυλόψαρο προσμένει καὶ βαριέται.

 

Cocos Islands

Στη Μαίρη Γιανννουλάτου

Στην πλώρη ο σφυροκέφαλος με το φτερό στη ράχη,
τότε που πήρε ο Συμιακός βουτιά με το κεφάλι.
«Όλο αρμενίζει ο γιόκας μου, που την ευχή μου να ‘χει…»
Κι όσοι είδαμε απ’ την κουπαστή, μας λύθηκε το αφάλι.

Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι’ άλλην ιστορία;
Είν’ ένα χέρι που πονάει, βαρύ και λαβωμένο.
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;

Ακόμα δε φανήκανε κοράκια και παράλια.
Αρμάτωσα μια καθετή με μεσηνέζα σάπια.
Μια δεκοχτούρα απ’ το πρωί μοιρολογάει στα στράλια
απάνω στο πλεούμενο, που περπατάει σαν πάπια.

Να ΄χαμε να του δίναμε μια ρίζα, ένα χορτάρι,
ένα κλωνί βασιλικό τα χείλη να δροσίσει,
ή να τον κοινωνούσαμε με μια τούφα χασίσι.
Θα ναρκωνόταν ο σκορπιός που μέσα του σαρτάρει.

Με γάντζους στο κατάστρωμε πήδησαν οι Μαλαίσιοι
και μαλακά τον θέσανε σε μια σκοινένια μπράντα.
Του χάιδευε τα δάχτυλα μια μαύρη, η Τζακαράντα,
και μια γριά μαστόρισσα που βρώμαγε σα λέσι.

Κοιμάται ονειρευάμενος κάμπους με χαμομήλια.
Ξαναγενήκαμε μεμιάς τα ρούχα που φοράμε.
Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε,
λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια.

Cocos Islands 1956.

 

Advertisements