«Δεν μπορείς ποτέ να ματαιώσεις ένα ψέμα. Ακόμα και η αλήθεια δεν φτάνει πια».

[Από το μυθιστόρημα του Πωλ Ώστερ «Η Τριλογία Της Νέας Υόρκης»]

Μεταμόρφωση

Ποιος διάλεξε το κόκκινο χρώμα για τα τριαντάφυλλα; Για πόσο άραγε θα υπομένουν αγόγγυστα τα άνθη το υπέροχο χρώμα που τους έχει επιβληθεί; Τιμ τα ρα τα τα, τιμ τα ρα τα, τιμ. Τα μόρια της σκόνης που ίπτανται χορεύουν τρελό χορό στο ρυθμό της αλλαγής των εποχών. Διαρκής εναλλαγή και διαρκής μεταμόρφωση. Η αλλαγή δίνει το ρυθμό και τα χάλκινα πνευστά βάζουν τη μελωδία στο εμβατήριο. Το ρόδο αφήνεται στη μεταμόρφωση, σε μια μετουσίωση που το τραβάει μακριά από την μυρωδάτη ροδοκοκκινιστή φύση του. Η μοριακή του σύνθεση αλλάζει ραγδαία. «Φυσικά τα κύτταρα, ή ό,τι είναι αυτά, συνεχίζουν να ζουν. Να μεταμορφώνονται. Σχεδόν ζουν για πάντα. Μην έχοντας οτιδήποτε να φάνε τρώγονται μεταξύ τους», γράφει ο Τζέιμς Τζόυς στον «Οδυσσέα» του. Για πάντα αθάνατοι. Καλή χρονιά να έχουμε λοιπόν. Μπορούν και οι τριακόσιες πενήντα κάτι μέρες που απομένουν απ’ τον νέο χρόνο να είναι όλες ρόδινες. Όχι. Προφανώς και όχι. Μπορούμε όμως να βουτήξουμε μέσα τους και να μεταμορφωθούμε μέσα απ’ τον χρόνο που περνάει, να τον ρουφήξουμε και ν’ αφομοιωθούμε αφομοιώνοντας το καινούριο.

Στους «Γάμους Του Ουρανού Και Της Κόλασης», ο Ουίλιαμ Μπλέικ διαπιστώνει πώς «αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας». Κανένα γέννημα της φαντασίας δεν είναι άξιο χλευασμού αφού μπορεί κάποτε να αποδειχθεί περίτρανα η αλήθεια του, ή να εξηγηθεί με τρόπους που να το καταστήσουν σαφές και πιστευτό: «Ό,τι πιστευτό είναι μια εικόνα της αλήθειας». Η μεταμόρφωση μπορεί να είναι τρανταχτή, επιθυμητή και σκόπιμη, ή αδιόρατη και απρόσκλητη. Ο Μάρτιν Κάννινγχάμ, μας λέει ο Τζόυς, ξόδεψε μια περιουσία για να μεταμορφώσει τη μύτη του από κόκκινη σε μωβ. Μια περιουσία στο ουίσκι, ευεργετικό φάρμακο για την ερυθρότητα της μύτης. Το πιστεύετε; Η αμφιβολία μπορεί να αναζητηθεί στην πρόθεση αλλά όχι στο γεγονός. Μια κόκκινη μύτη που έγινε μωβ είναι πάντα μια κόκκινη μύτη που… Η μεταμόρφωση είναι συχνά εξωτερική. Κάποτε-κάποτε όμως αυτό που αλλάζει στον άνθρωπο που κοιτάζει τον καθρέφτη είναι ο άνθρωπος κι όχι η όψη του. Γίνεται κανείς ξαφνικά κάποιος άλλος, ενώ παράδοξα –και παράλογα– παραμένει ο ίδιος. Η μεταμόρφωση ξεκινά ίσως από την αποδοχή μιας αλήθειας. Κάτι το μη πιστευτό γίνεται άξαφνα ευλογοφανές. Έχει μεσολαβήσει η τεκμηριωμένη εξήγηση, αλλά η αποδοχή του γίνεται καθώς ξεκινά μια εσωτερική μεταμόρφωση που ανοίγει το δρόμο για την υποδοχή της νέας κατάστασης. Κάθε γνώμη που μεταλλάσσεται είναι ο εργολάβος μιας νέας κατάστασης. Το καινούργιο δεν έρχεται εύκολα. Γι’ αυτό και η μεταμόρφωση μπορεί να είναι εξαιρετικά επώδυνη.

Το να αλλάζεις σημαίνει να εγκαταλείπεις την γνώριμη εκείνη σιγουριά που σου εξασφαλίζει η ρουτίνα και να διακινδυνεύεις την ολοκληρωτική καταστροφή σου. Κι αυτό γιατί κάθε απόπειρα μεταμόρφωσης ενέχει τον κίνδυνο μόνιμης παραμόρφωσης. Κάθε νέο κατώφλι που πρέπει κανείς να διαβεί φαντάζει τρομακτικό και επίφοβο. Το «νέο» ταυτίζεται καμιά φορά με το «άλλο», το λακανικό «άλλο» που καραδοκεί να διαλύσει την σταθερότητα και την κυριαρχία του Εγώ μας. Λογικό είναι λοιπόν το ότι σπανίως προβαίνει κάποιος σε ηθελημένη εσωτερική μεταμόρφωση. Η μεταμόρφωση είναι κάτι που προκύπτει. Καμιά φορά από το πουθενά, ένα μικρό ερέθισμα όπως η απρόσμενη ανακάλυψη μιας αναπάντεχης αλήθειας ξυπνά τους μηχανισμούς που προχωρούν σε ολοκληρωτική ανακαίνιση του εαυτού. Ενός εαυτού όπως όλοι, που δεν είχε την σταθερότητα να διασφαλίσει την παγιωμένη κατάσταση μέσα του, καταδικασμένος να μεταλλάσσεται σε κάτι νέο κάθε φορά που ο κόσμος του γκρεμίζεται.

«Αν όλοι ξαφνικά γινόμαστε κάποιος άλλος»… Το παράδοξο της παραπάνω πρότασης βρίσκεται στις λέξεις «όλοι» και «ξαφνικά». Μια ταυτόχρονη μεταμόρφωση όλων προϋποθέτει την άνευ προειδοποίησης κατεδάφιση ενός συλλογικού συστήματος αξιών. Η μεταμόρφωση που θα προέκυπτε τότε θα ήταν τρομερή σε δύναμη και ορμή. Οι καθημερινές, σταδιακές μεταμορφώσεις του καθένα είναι ανεκτές, είναι τέτοιες ώστε να τις υπομένει ο ανθρώπινος νους τις περισσότερες φορές. Μια συλλογική επανατοποθέτηση θα μπορούσε να μετακινήσει την γη από τον άξονά της. Να προκαλέσει σεισμού, παλίρροιες και εκρήξεις φωτός. Μιλάω γενικά θα μου πείτε; Όχι, όχι, δεν μιλώ γενικά. Είδαμε το παλιρροϊκό κύμα να έρχεται και στο τέλος της χρονιάς που μας πέρασε έσκασε πάνω μας με δύναμη και κατακρεούργησε τη σιγουριά μας, τη βεβαιότητά μας, τις καθορισμένες μας αξίες και το βόλεμα με το οποίο όλοι μας νανουριζόμαστε. Δεν είναι πως επήλθε η πολυπόθητη κάθαρση, αναμφίβολα όμως η νέα χρονιά ξεκινάει από ένα διαφορετικό εναρκτήριο σημείο εν σχέση με τις προηγούμενες. Το αν αυτό θα είναι θετικό ή αρνητικό μόνο μακροπρόθεσμα μπορεί να κριθεί. Η αβεβαιότητα και η απαισιοδοξία υπό τις κρατούσες συνθήκες, αυτές που όλοι μας βιώνουμε τα τελευταία αρκετά χρόνια, είναι αισθήματα αναμενόμενα, άχρηστα όμως ολωσδιόλου. Θα κλείσω το σημερινό πεζό σημείωμα εδώ και θα συνεχίσω με τον λυρισμό που αξίζει σε κάθε καινούριο ξεκίνημα. Ας έχουμε καλή χρονιά. Ας προσπαθήσουμε έστω.

Το κόκκινο μελάνι, που έσταξε από την άκρη της πένας της,

δεν ήταν για να χρωματίσει την κενότητα

λέξεων ανείπωτων,

η μελωδία των οποίων δεν αντήχησε στα ψηλοτάβανα δωμάτια

των μεγάρων της πλήξης.

Μια δόνηση. Δεν έφερε τις μυρωδιές εποχών ξεχασμένων,

τη γεύση του θυμαριού μέσα από τα αμπαρωμένα φύλλα

μιας ντουλάπας, που η τραχύτητα του ξύλου της

πλήγωσε τη λευκότητα αθώων, ανώφελων συναισθημάτων

από το τίποτα αναγερμένων,

κατακρημνιζομένων πάλι στο τίποτα.

Παιδικά ποδαράκια ροβόλησαν στην άκρη της προβλήτας.

Κοίταξε κάτω στον διάφανο βυθό

και δεν είδε παρά την αντανάκλαση των φόβων της,

άγριες μορφές να αναδεύονται σε ένα στρόβιλο καθαρού νερού,

κομμάτια σκοτεινιάς να κρύβονται στα φουντωτά φύκια του πυθμένα

και να παιζογελούν, καλώντας την, ζητώντας να την ρουφήξουν,

μακριά απ’ τις ελπίδες, πέρα απ’ την ζωτική της αυγής ενέργεια.

Σπείρες των εποχών που ζαλίζουν,

απορίας άξια η εμμονή των αιώνων, να έρχονται και να φεύγουν

φέρνοντας ζέστη, καταχνιά, σκοτάδι, φως κι ύστερα ζέστη πάλι.

Εφηβικές πατημασιές στην νεφελώδη εκείνη γραμμή

όπου το κύμα σμίγει με την άμμο,

αποτυπώματα των βημάτων μας στο χώρο και το χρόνο,

βήματα που μια νερένια αναπνοή θα σβήσει από το πρόσωπο του κόσμου

όσο εμείς θα τρέχουμε με δρασκελιές που πιστεύουμε παντοτινές κι αιώνιες.

Άνοιξε τα μάτια της σήμερα; Είδε;

Είδε ποτέ; Κοίταξε κανείς ποτέ;

Θεώρησε ενήλικη την κτίση και νόμισε ότι αυτό που βλέπει…

Φοβήθηκε ν’ ανοίξει το στόμα και να φωνάξει την κραυγή την μεγάλη,

να σπάσει τα ουρανοθέμελα,

τσακίζοντας το είδωλο σε μικρούτσικα, αστραφτερά κομματάκια,

υλικό για να γεννηθεί μια μέρα –μια όποια μέρα– ο κόσμος που έχασε

μέσα απ’ τα δάχτυλά της, ο κόσμος που όταν εκείνη ήρθε δεν είχε χτιστεί ακόμα,

κι όταν εκείνη φύγει το όφελός του για τους άλλους θα είναι λίγο.

Σπαραξικάρδιοι στίχοι ήταν το μόνο που άφησε,

γραφή της πλήξης που δεν έκανε κανένα νου να σκιρτήσει,

κανένα πινέλο να χαράξει γραμμές για να εικονοποιήσει τις σκέψεις της,

γιατί αυτές μόνο για ‘κείνη, γι’ άλλον κανένα νόημα δεν είχαν.

«Σπας τα μούτρα σου στον τοίχο κάθε φορά», φορά μετά τη φορά

και ύστερα από την αρχή πάλι, μαζεύει την θρυψαλιασμένη ύλη

που κάποτε αποτέλεσε ακέραιο το μέσα της,

και προσπαθεί από τη στάχτη να αναγεννήσει ιδέες και πίστεις

–δεν υπήρξαν ποτέ, μα είναι ό,τι πιο αληθινό βίωσε,

κι ας ήταν έξω από τον ορίζοντα των βιωμάτων της πάντα.

Κόκκινο. Ένα κόκκινο σύννεφο το πέρασμά της

από τις παλλόμενες αέριες μάζες αυτής της ύπαρξης

σαν ένα αγοραίο παιχνίδι με κάρτες.

Οι μεγάλες κουβέντες στέρεψαν, και τώρα με τις μικρές παλεύουμε

να μιλήσουμε τα μεγάλα νοήματα.

Το ρήμα πέθανε, το ουσιαστικό την εγκατέλειψε για πάντα

και τα επίθετα, επηρμένα, απαίτησαν μεγαλύτερο μερίδιο λόγου

απ’ όσο είχαν ποτέ την πιθανότητα να πάρουν,

κι απ’ όσο σε τελική ανάλυση αληθινά τους αναλογούσε.

Αντωνυμίες και σημεία στίξης τα θεμέλια της αγόρευσής της.

Άρθρωσε λόγο. Μίλησε. Συλλάβισε τους φθόγγους που σχημάτιζαν λέξεις.

Και τις είπε φωναχτά, τραγουδιστά, με πάθος και με βιάση,

ανυπόκριτα και δοτικά, σε ρυθμό κορινθιακό, πολυστολισμένο.

Και μετά σώπασε.

Πήρε κόκκινο μελάνι και άρχισε να γράφει…

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Ιανουάριο του 2009

[pic05]

Advertisements