Latest Entries »

Τις προπαραμονές, κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο εξωτικό Κερατσίνι, τα πρωινά που περνάει το σκουπιδιάρικο, ανακράζουν οι σκουπιδιαραίοι: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!». Σ’ όλο το μήκος της διαδρομής, καθώς εκτελούν το δρομολόγιό τους, ξανά και ξανά ένας βραχνός τελάλης φέρνει ένα αμφίβολα γιορτινό μήνυμα στις γειτονιές και τους ανθρώπους. Πρόκειται για έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο, ένα μαντρά που έχω συνδέσει άρρηκτα με τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, και που για χρόνια αποτελούσε ένα μυστηριώδες αίνιγμα: γιατί αυτοί οι άνθρωποι κάνουν το δρομολόγιό τους φωνάζοντας, και τί βαθύτερο κρύβεται κάτω απ’ την κραυγή τους; Τί θέλει να πει ο ποιητής τέλος πάντων. Ο σκουπιδιάρης, έστω, στην προκειμένη περίπτωση.

Μικρή (παιδούλα πάει να πει) είχα προβεί σε μια αλά Ντίκενς δραματική ερμηνεία· μου ακουγόνταν σαν την παραδοχή (ή απόδοση κατηγορίας) ότι οι ίδιοι οι καθαριστές είναι τα σκουπίδια της κοινωνίας μας, παραπεταμένοι και αδιάφοροι, και ως «τα σκουπίδια μας» μάς εύχονταν υποτακτικά «Χρόνια πολλά!», αλλά μας θύμιζαν κιόλας ότι για κάθε γιορτινή στιγμή που εμείς περνούσαμε πάνω στα παχιά χαλιά μας —δίπλα στο αναμμένο τζάκι ανοίγοντας δώρα— αυτοί παραπεταμένοι στις χωματερές περίμεναν να πιάσουν ξανά βάρδια, πάνω σ’ ένα λερό φορτηγό, φορτώνοντας ολημερίς βρωμερούς κουβάδες απορρίματα. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η φαντασία μου κάλπαζε από νηπιακή ηλικία.

Αργότερα η πρώτη ερμηνεία μου φάνηκε λιγουλάκι τραβηγμένη, και το είδα από μια πιο σκωπτική σκοπιά: σκέφτηκα πως ίσως να μας εύχονται περιπαικτικά χρόνια πολλά εκ μέρους των σκουπιδιών, χλευάζοντας την μικροαστική, καταναλωτική, εορταστική υπερβολή μας. Ας διευκρινίσω ξανά πως μιλώ για τα 1990s, μην πάει και παρεξηγηθώ από κανέναν επαναστάτη, κοινωνικό αγωνιστή. Αυτή η ιδέα μου άρεσε πολύ περισσότερο και έτσι την κράτησα για αρκετό καιρό, και δεν προχώρησα άμεσα στην ανασκευή της· ούτε όταν συνειδητοποίησα ότι μαζί με τις φωνές, οι σκουπιδιάρηδες βροντούσαν και τα κουδούνια, σκούζοντας στα θυροτηλέφωνα: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!».

Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να χωνέψω ότι ο πρακτικός λόγος της φωνασκίας ήταν η διόλου ρομαντική αποκομιδή ενός άτυπου εορταστικού μποναμά, που όταν βαρούσαν τα κουδούνια κατέληγε εκβιασμένο ρεγάλο, σπάνια συνοδευόμενο από τις αντίστοιχες θερμές ευχές. Μετά μεγάλωσα κι άλλο, τα πράγματα έγιναν περίπλοκα, μπήκαν κι άλλες έννοιες στην κουβέντα: απεργίες, σκουπιδοβουνά, συνδικαλιστές, διορισμοί απ’ τα παράθυρα και τα συναφή που χαλάσαν λίγο την αμπελοφιλοσοφική μου διάθεση. Ωστόσο η σύνθεση της φράσης, «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», δεν έπαψε ποτέ να με απασχολεί, καθώς είναι σημασιολογικά λειψή, κι ως τέτοια, ανοιχτή σε άπειρες ερμηνείες. Ακόμα κι αν ξέρω τον σκοπό της κίνησης αυτής με απασχολούσε πάντα η καταγωγή της φράσης κι η βαθύτερη σημασία της.

Δεν αισθάνθηκα διόλου υπερήφανη όταν σήμερα το πρωί  καθώς με ξυπνούσε η γκαροφωνάρα —»Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!»— σκέφτηκα για πρώτη φορά καθώς ξεκαθάριζε ο ύπνος από το κεφάλι μου (στα εικοσιοκτώ μου και βάλε) ότι η παράδοση πρέπει να ξεκινά από έναν καιρό που οι καθαριστές του δήμου φώναζαν στις γειτονιές να κατεβάσει ο κόσμος τα σκουπίδια, μια και ακολουθούσε αργία και δεν θα είχαν την ευκαιρία να τα ξεφορτωθούν για αρκετές μέρες. Δεν παίρνω όρκο πως αυτή είναι η εξήγηση, αλλά επιτέλους κατέληξα σε μια ερμηνεία που βγάζει ένα μη σουρεαλιστικό νόημα. Αναρωτιέμαι τί να σκέφτεται ένα πεντάχρονο σήμερα για το ίδιο θέμα. Σήμερα που ο σκουπιδιάρης μόνο φωνάζει (δεν χτυπούν τα κουδούνια πια, το πήρανε απόφαση ότι δεν περισσεύει για ρεγάλο), «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», σαν απομεινάρι άλλων εποχών —χάσαμε το λογαριασμό στις εποχές.

Advertisements

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

View full article »

Στη γειτονιά μου. Ίσως γείτονάς μου. Μπορεί με τη μάνα του να έχουμε ψωνίσει μαζί δίπλα-δίπλα στη λαϊκή. Το αυτό και για τους θύτες. Μπορεί την άλλη μέρα ν’ αγόρασα ψωμί πριν ή μετά τον μαχαιροβγάλτη στον ίδιο φούρνο. Σίγουρα έχω περπατήσει χιλιάδες φορές τον δρόμο όπου τον χτύπησαν. Τί κάνεις όταν το σκουλήκι γυρνά και σέρνεται έξω από την πόρτα σου; Καταλαβαίνεις τότε τη σοβαρότητα των πραγμάτων; Πρέπει να φτάσει στην πόρτα σου για να καταλάβεις;

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, 3:58 π.μ.

© rena lykou (18/9/13 21:26  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

© rena lykou (18/9/13 21:26 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

Πριν από ένα χρόνο και κάτι με χτύπησε μια φριχτή συνειδητοποίηση. Ένας νεαρός οικογενειακός φίλος και γείτονας, ένα καλό παιδί και ήσυχο, ένα μικρό παλικαράκι –ας τον πούμε Σ.– εικοσικάτι χρονών με πλησίασε κι άρχισε να μου πλέκει το εγκώμιο της Χρυσής Αυγής. Πολύ διακριτικά, με δικαιολογίες περισσότερο και όχι με άμεσο θαυμασμό (που υπέβοσκε όμως), διερευνητικά ακόμα και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό θα έλεγα. Η άμεση, σαφής και αμετάκλητη αντίδραση μου δεν φάνηκε να πιάνει τόπο. Ακόμα κι όταν του απέδειξα με στοιχεία (βλ. εδώ) ότι η ιστορία που του είχε πουλήσει η μαύρη συμμορία για τον ηρωισμό και τον αλτρουισμό των μελών της ήταν παραμύθα, και παρά το ότι το παραδέχτηκε και ο ίδιος για το συγκεκριμένο περιστατικό (δεν άφησα άλλωστε και περιθώρια), δεν άλλαξε απόψεις. Τις σπάνιες φορές που τον συνάντησα έκτοτε είδα ότι η συμπάθειά του (στην καλύτερη περίπτωση) έχει εδραιωθεί για τα καλά, και ίσως χωρίς επιστροφή. Κατάλαβα τότε πιο ξεκάθαρα από ποτέ ότι διαρκώς πλησιάζει το αιμοβόρο αυτό κτήνος του φασισμού. Κάθε φορά που γυρνάμε το κεφάλι μας με τρόμο για να κοιτάξουμε πάνω απ’ τον ώμο μας ενώ τρέχουμε να ξεφύγουμε είναι ένα βήμα πιο κοντά μας. Σχεδόν τόσο αμετάκλητα όσο το σούρουπο προοιωνίζει τη νύχτα. Όλο σκοτεινιάζει.

© rena lykou (18/9/13 21:30  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

© rena lykou (18/9/13 21:30 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

View full article »

Αυτή η παράξενη εποχή μας κουβαλάει πολύ πόνο, και μάς τον σερβίρει καθημερινά με τη μορφή τραγικών ειδήσεων και ακόμα πιο τραγικών γεγονότων (δεν ταυτίζονται απαραίτητα αυτά τα δυο). Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποστασιοποιηθεί κανείς από την επικαιρότητα, λες κι η πραγματικότητα έρχεται και μας ξεθάβει όπου κι αν έχουμε καταφέρει να βρούμε καταφύγιο· μας προστάζει να την κοιτάξουμε κατάματα, κι ας καταβάλαμε αγωνιώδεις προσπάθειες για να μπορέσουμε να κάνουμε τα στραβά μάτια, να αγνοήσουμε αυτό που συμβαίνει εδώ μπροστά μας και να επιδιώξουμε μια στοιχειώδη αυτοπροστασία μέσω της αποστασιοποίησης. Μα το χειρότερο δεν είναι αυτό. Αυτό άλλωστε και αναμενόμενο είναι και απαραίτητο αν δεν θέλουμε να μεταμορφωθούμε σε εγωκεντρικά, άνευρα ζόμπι. Όχι, το χειρότερο είναι πως στην επαύριο κάθε τραγικού περιστατικού θυμάσαι για άλλη μια φορά γιατί επέλεξες να αποστασιοποιηθείς και να απέχεις. Και ο λόγος είναι πρωτίστως και κύρια οι καπηλευτές: αυτό το  ανθρώπινο υποείδος που παραμονεύει σαν κοράκι πίσω από ψηφιακά ασθενοφόρα έτοιμο να εκμεταλλευτεί προς όφελός του οποιοδήποτε συμβάν· να του φορέσει πολιτικό καπέλο και να το ενσωματώσει στο προσωπικό/πολιτικό/ιδεολογικό/κομματικό του αφήγημα, χωρίς αιδώ, χωρίς τσίπα, μα κυρίως χωρίς ενδιαφέρον, αγάπη και πάθος για οτιδήποτε άλλο πέρα από την προσωπική/πολιτική/ιδεολογική/κομματική του ατζέντα.

Πώς θα αναγνωρίσετε το κοράκι; Εύκολα. Θα τον δείτε να μιλάει για τον πρωταγωνιστή του δράματος σαν να μιλάει εκ μέρους του. Θα χρησιμοποιήσει δίχως να ντραπεί το μικρό του όνομα, θα το πάρει και θα το κάνει πλακάτ, πανό, σημαία. Θα το σύρει μέσα στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιώντας μια ψευτοσυναισθηματική προσέγγιση άκαιρη και άτοπη, χωρίς συναίσθηση και χωρίς προσωπική εμπλοκή Θα το λερώσει με τις μπογιές που χρωματίζουν την δική του άποψη. Με ψεύτικα δάκρυα θα φωνάξει για τον Θανάση, την μικρή Μυρτώ, τον Δημήτρη, τον Μανώλη, την Αγγελική· για τον αδικοχαμένο Αλέξη (και σκασίλα του μεγάλη που το όνομα του παιδιού ήταν Αλέξανδρος, καλύτερα ας τον πει Αλέξη: είναι πιο σύντομο κι αφήνει χώρο και χρόνο για το επαναστατικό/αντιδραστικό τσιτάτο που αληθινά τον ενδιαφέρει να διατυπώσει). Αν η δυστυχία που βρήκε τον συνάνθρωπό του είναι αποτέλεσμα ατυχήματος, εγκληματικής πράξης, αυτοκτονίας, δολοφονίας, μαλακίας, λίγο τον νοιάζει. Ελάχιστα εώς καθόλου άλλωστε τον ενδιαφέρουν κι οι επιμέρους λεπτομέρειες.  Απολύτως καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να εξετάσει ποια ήταν η ψυχοσύνθεση του θύματος, και αν υπάρχουν στοιχεία που πραγματικά τον νομιμοποιούν για να κάνει την δυστυχία του άλλου μέρος της καμπάνιας του. Θα του φορτώσει αντί για οβολό στο στόμα για το κατευόδιο, μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο όνομά του. Τα κοράκια τα σιχαίνομαι όσο τίποτε άλλο. Απεχθάνομαι τον άνθρωπο που θα βάλει στο στόμα του το όνομα του νεκρού, του πληγωμένου, του ανθρώπου που δεν μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στις σκέψεις και τις προθέσεις που του αποδίδουν.

Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται αυτό το γελοίο πανηγύρι χάνω λίγο ακόμα την πίστη μου στον άνθρωπο. Κάθε φορά απορώ το ίδιο με την αναισθησία των άλλων, ακόμα περισσότερο, με το κοινό που παρακολουθεί, ολοένα και πιο αναίσθητο απέναντι σε πράγματα που θα έπρεπε να είναι σχεδόν ενστικτώδη. Ο σεβασμός απέναντι στον νεκρό, η προστασία γι’ αυτούς που πενθούν είναι αξίες πανάρχαιες και θα νόμιζε κανείς έμφυτες στο ανθρώπινο γένος. Πώς γίναμε όλοι τόσο κυνικοί; Πώς χάθηκε τόσο εύκολα το κέντρο εστίασης και βλέπουμε τα σωστά στραβά, και τα στραβά διπλά, κι όλα μαζί μια απροσδιόριστη θολούρα; Είδα πολύ κόσμο εχθές που θεώρησε πως κάθε αναφορά στο θέμα των ελεγκτών εισιτηρίων, και κάθε υπεράσπιση της ανάγκης ύπαρξης ελεγκτή (προσοχή, δεν μιλώ για τον συγκεκριμένο που προκάλεσε το περιστατικό και που η σχετική έρευνα των μαρτυριών και των στοιχείων θα δείξει αν υπερέβη τα καθήκοντά του) ήταν προσβολή απέναντι στον νεκρό. Πλήρης διαστρέβλωση της έννοιας του δημοσίου διαλόγου, ο οποίος καλώς ή κακώς τροφοδοτείται από τα στοιχεία της επικαιρότητας. Κάθε περιστατικό προσφέρεται για συζήτηση, όσο τραγικό κι αν είναι. Κανείς δεν θίγεται και η κοινή γνώμη δεν μπορεί να κρατήσει τριών εικοσιτετραώρων σιγή γιατί καλώς ή κακώς η ζωή των ζωντανών συνεχίζεται. Η γενίκευση που οφείλει να προκύπτει  μέσα από τον δημόσιο διάλογο εξασφαλίζει τον σεβασμό στον νεκρό. Για μας, τους ξένους αρκεί να ξέρουμε πως ήταν ένα αγόρι δεκαοκτώ χρονών. Και τα στοιχεία του αστυνομικού δελτίου. Αρκούν αυτά για να διαμορφώσουμε και να διατυπώσουμε άποψη για το περιστατικό.

Αντίθετα, αυτές οι φοβερές περιπτώσεις —ολοένα και πιο συχνές—, που αντί να δικαιώνεται ο νεκρός ή ν’ αφήνεται στην ησυχία του τέλος πάντων, σκυλεύεται τ’ όνομά του μέσα από την ψεύτικη αγάπη των στρατευμένων μοιρολογίστρων, μου προκαλούν βαθιά θλίψη και μια φοβερή αναγούλα. Πώς γίνεται να ζεις μέσα στον δημόσιο χώρο και μην καταλαβαίνεις ότι το μικρό όνομα κάποιου είναι κάτι το ιερό; Είναι ένα όνομα που χρησιμοποιούν οι φίλοι, οι οικείοι, οι αγαπημένοι· έστω κάποιοι ορκισμένοι, αληθινοί εχθροί: οι άνθρωποι που έζησαν με κάποιον, που ο ίδιος τους έδωσε με ρητή συναίνεση το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τ’ όνομά του. Εσένα κύριε επαναστάτη της πορδής, πολιτευτή της συμφοράς και τραμπούκε της λύσσας, ποιος σου επέτρεψε πρόσβαση στο αγαπημένο όνομα ενός προσφιλούς νεκρού; Προσφιλής για άλλους, το ξεκαθαρίζω, γιατί ο καπηλευτής δεν θα μπορούσε να νοιαστεί λιγότερο για την προθανάτια ύπαρξη του «Θανάση». Του Θανάση που κάποια μάνα νανούρισε στον κόρφο της πριν από δεκαεννιά χρόνια, και κάποιος φίλος τον φώναξε «Φτου!», κερδίζοντας στο κρυφτό ένα παιδικό βράδυ, και ο δάσκαλος τον επανέφερε στην τάξη μετά από κάποια σκανδαλιά, και ίσως κάποια κοπελίτσα να περίμενε στο τέρμα αυτής της διαδρομής του τρόλεϊ που ποτέ δεν έφτασε στον προορισμό του. Πώς τολμάς αυτό το αγαπημένο σε άλλους όνομα εσύ να το κάνεις σημαία της πολιτικής σου προπαγάνδας; Πώς τολμάς να το βάζεις και στο δικό μου στόμα —στο δικό μου γραπτό— που δεν έχω καμιά δουλειά να το λέω και να το γράφω, που δεν δικαιούμαι να το χρησιμοποιώ την ώρα που κάποιοι τον ξενυχτάνε με πόνο ψυχής που ποτέ δεν θα σβήσει;

Πολλά είπα όμως, και υπέρ του δέοντος διδακτικά. Μα θα πρέπει να καταλάβει κανείς ότι ο δημόσιος λόγος έχει κανόνες, όπου κι αν αυτός διατυπώνεται,  και πως η χρήση του μας χαρακτηρίζει και μας κατηγοριοποιεί. Δεκαεννιάχρονος λοιπόν. Αυτό είναι το πιο σωστό για όλους. Εμείς λυπόμαστε στιγμιαία για ένα νέο παιδί που έχασε τη ζωή του τόσο χαζά και τόσο άδικα. Αφήστε τον Θανάση να τον κλάψουν αυτοί που πραγματικά τους σκίζεται η καρδιά στα δυο αυτοί που θα ζουν για πάντα με την έλλειψή του —δικαιούνται αυτή την αποκλειστικότητα.

Πριν από μερικές ημέρες κάθισα με τους φίλους που με φιλοξενούν στο σαλόνι τους για τσάι και τηλεόραση (η συμπάθεια είναι δεδομένη). Βάλαμε να δούμε σε catch-up (δηλαδή περιεχόμενο που έχει ήδη προβληθεί στην τηλεόραση, και είναι διαθέσιμο μέσω Ίντερνετ) ένα καινούριο σήριαλ, με τίτλο «Up The Women». Πρόκειται για ένα sitcom που αναφέρεται στην περίοδο της ανόδου του φεμινιστικού κινήματος στην Βρετανία, και εξελίσσεται σε ένα κλειστό δωμάτιο όπου μια παρέα γυναικών προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή την καινούρια πραγματικότητα με συγκρουσιακό και κωμικά απρόβλεπτο τρόπο. Είδαμε τα δυο πρώτα επεισόδια, και ύστερα ρίξαμε μια ματιά για να δούμε πότε προβάλλεται το τρίτο. Αυτό που είδαμε είναι ότι το τρίτο επεισόδιο ήταν και το τελευταίο της σεζόν. Όχι γιατί η σειρά δεν πήγε καλά και την έκοψαν, αλλά γιατί αυτό είχε προγραμματιστεί εξ αρχής. Εν ολίγοις: μια δημιουργική ομάδα είχε μια ιδέα για τρία επεισόδια κωμωδίας γεμάτα wannabe σουφραζέτες, cupcakes και κουβεντούλα. Και η δημόσια τηλεόραση το πραγματοποίησε. Και ήταν καλό. Και δεν χρειάστηκε κανείς να το τραβήξει απ’ τα μαλλιά με όρους μάρκετινγκ, απλά και μόνο για να «πουλήσει». Το πρόγραμμα αυτό μάλλον δεν θα είχε προβληθεί από το ITV, ή το Channel4. Δημιουργήθηκε και πραγματοποιήθηκε γιατί υπάρχει το BBC.

Το χθεσινό ουρανοκατέβατο με την ΕΡΤ είναι ένα δράμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Απεχθάνομαι το επίπεδο της συζήτησης, σιχαίνομαι τους όρους με τους οποίους διεξάγεται. Χαιρέκακη απόλαυση, υστερική κλαψωδία, επαναστατική παλινόρθωση. Αυτά βλέπεις σε πρώτη ανάγνωση, και μια απεγνωσμένη ανάγκη ο ένας να φάει τις σάρκες του αλλουνού με την παραμικρή αφορμή. Και αυτή δεν ήταν καν «παραμικρή». Αυτό που δεν βλέπω πουθενά είναι μια πραγματική συζήτηση για το τί θα έπρεπε να είναι η δημόσια ραδιοτηλεόραση, και γιατί αξίζει κανείς να την διεκδικήσει. Ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα του «να ρημάξουν όλα τώρα» και «να μην αλλάξει τίποτα και ποτέ» έχουν συνθλιβεί οι υψηλές έννοιες. Κανείς δεν απαντάει στο ερώτημα «γιατί πρέπει να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση», κατά πάσα πιθανότητα γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Τί περιμένουν αλήθεια αυτοί που ακόμα και την ύστατη στιγμή υπερασπίζονται την ΕΡΤ με όρους συνδικαλιστικής και κομματικής σκοπιμότητας; Η εστίαση του προβλήματος στα τέλη, ή στους προς απόλυση (αν όχι ήδη απολυμένους), ή στον Αιμίλιο Λιάτσο, ή στις απίθανες λεπτομέρειες που έχει εντοπίσει ο καθένας και τρώγεται (δικαίως ή αδίκως) μ’ αυτές, είναι άσκοπη και επιζήμια. Ο διάλογος πάνω σ’ αυτό το ζήτημα πρέπει να κινηθεί αποκλειστικά και μόνο πάνω σε δυο άξονες, για να είναι έστω και οριακά χρήσιμος: α. την νομιμότητα ή μη της απόφασης της Κυβέρνησης (και του τρόπου εκτέλεσης της απόφασης αυτής) και β. στο ποια είναι η χρησιμότητα (η ανάγκη στην πραγματικότητα) της ύπαρξης της ΕΡΤ. Με το πρώτο θέμα δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ, καθότι δεν έχω νομικές γνώσεις και ό,τι κι αν πω θα είναι απλά σπέκουλα. Για το δεύτερο θέμα όμως θα απαντήσω παρακάτω μιλώντας όχι για την ΕΡΤ, αλλά για το Βρετανικό BBC. Μιλώντας για την δημόσια ραδιοτηλεόραση όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι. Και όπως όφειλε η κυβέρνηση να μεριμνήσει να γίνει άμεσα και με διαφάνεια, αντί να προβαίνει σε υποσχέσεις μιας αόριστης επανασύστασης που μέχρι και τα νεογέννητα ελληνόπουλα γνωρίζουν –διαισθητικά ή μιλάει το DNA– ότι θα αποτελέσει φεστιβάλ ψηφοθηρικών πρακτικών. Μην παρεξηγηθούμε. Είμαι μεγάλη φαν της εξυγίανσης, και λατρεύω την ιδέα των απολύσεων. Να απολυθούν όλοι οι άχρηστοι, τεμπελχανάδες, χαραμοφάηδες, διορισμένοι από την κλειδαρότρυπα. Να πάνε σπίτια τους –άμεσα. Ταυτόχρονα να εξαφανιστεί κάθε γελοία, αποτυχημένη απομίμηση της ιδιωτικής τηλεόρασης και να τεθούν ποιοτικά στάνταρ στο πρόγραμμα. Να διαφυλαχθεί με όλους τους δυνατούς τρόπους το πολύτιμο οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ, που αποτελεί εθνικό πλούτο και δημόσιο αγαθό. Να γίνει η Δημόσια Τηλεόραση αυτό που μπορεί να είναι.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ουσιαστικά μια ανθολογία και σύνθεση μεταφρασμένων αποσπασμάτων από δημόσιες ανακοινώσεις του BBC. Τα στοιχεία είναι περίπου μιας δεκαετίας, και γι’ αυτό κατά πάσα πιθανότητα αρκετά απ’ τα γραφόμενα έχουν αλλάξει. Ωστόσο τα όσα περιγράφονται για την νοοτροπία και την κουλτούρα της Δημόσιας Τηλεόρασης στην Βρετανία δεν έχουν αλλάξει, και είμαι σε θέση να το βεβαιώσω. Θεωρώ ότι σε μια στιγμή φοβερής έντασης και λυσσασμένης αντίδρασης είναι καλό και χρήσιμο να αφήσουμε λίγο τα πάθη και να εξετάσουμε ένα παράδειγμα που μας παρέχει και επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε σε σωστή βάση μια διεκδίκηση, και την έμπνευση να το κάνουμε. Έχοντας πει όλα τα παραπάνω, θέλω να προσθέσω σαν υποσημείωση ότι βασικά έχω στεναχωρηθεί. Έχω στεναχωρηθεί που τίποτα απ’ όσα έχουμε δεν είναι αυτό που θα μπορούσε. Και έχω στεναχωρηθεί ακόμα περισσότερο που δεν μπορούμε καν να το αντιληφθούμε.

  View full article »

Είναι απολύτως δεδομένο, πιστεύω σε όλους, ότι ζούμε σε μια χώρα με ιδιαιτερότητες, πολλές –πάρα πολλές– από τις οποίες τις βρίσκουμε μπροστά μας σε καθημερινή βάση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και πολλές από τις οποίες τις πληρώνουμε αυτή τη στιγμή με τη μορφή της οικονομικής και ηθικής κατάρρευσης που βιώνουμε καθημερινά. Δεν θέλω να πω αυτά που σκέφτομαι υπό συνθήκες θυμού (ότι είμαστε μια μαλακισμένη κωλοχώρα που δεν θα γίνει ποτέ οργανωμένο κράτος και θα έπρεπε κανονικά να μας πετάξουν όχι μόνο έξω απ’ την Ευρώπη, αλλά κι έξω απ’ ολόκληρο τον πλανήτη αν γίνεται) αλλά να κουβεντιάσω ένα αποψινό παράδειγμα που επιβεβαιώνει την καραμανλική ρήση (του θείου, έτσι) ότι η χώρα αυτή ήταν, είναι και θα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο.

Πριν από μερικές ημέρες η τύχη αποφάσισε να σταματήσει να μου κρατάει μούτρα και το χαμόγελό της ήρθε με τη μορφή δυο προσκλήσεων για την τελευταία παράσταση του Σίλα Σεραφείμ, «Οδηγίες Κρίσης», στο Badminton Backstage, που τυγχάνει να βρίσκεται κάπου στην Κατεχάκη. Καθότι διαμένω στο εξωτικό Κερατσίνι, η μετακίνηση είναι σχετικά περίπλοκη, ιδίως αν η επιστροφή πρόκειται να καθυστερήσει, όπως σ’ αυτή την περίπτωση (η παράσταση άρχιζε στην 21.30 και είχε διάρκεια δυο ωρών). Ζήτησα λοιπόν πολύ ευγενικά (ευγενικά, είπα!) από την μαμά μου να ταλαιπωρηθεί εκείνη στη δουλειά της για να έχω εγώ στη διάθεσή μου το αυτοκίνητο και να μπορέσω να πάω και να γυρίσω χωρίς να αγχωθώ. Κούνια που με κούναγε. Καθότι τυγχάνω ιδιαιτέρως ευσυνείδητο άτομο και με στρεσάρει η προοπτική της αργοπορίας ξεκίνησα στις 20.15 από το σπίτι μου, και κατά τις 20.30 περνώντας από τις γέφυρες της παραλιακής προς Συγγρού διάβασα αγαλλιάζοντας την σήμανση στην ειδική (και πολύ επικίνδυνη) φωτεινή επιγραφή: «Σύνταγμα μέσω Συγγρού 10’».  Στις 20.40 συνάντησα τον Παναγιώτη στη βάση της Συγγρού, και ξεκινήσαμε ν’ ανεβαίνουμε με σκοπό να βγούμε στην Βασιλέως Κωνσταντίνου κι από ‘κει Μεσογείων, κι από ‘κει Κατεχάκη και να φτάσουμε ωραία-ωραία και έγκαιρα στον προορισμό μας. Θα ‘θελα.

Απρόσμενα (αν και θα έπρεπε να το έχω ψυλλιαστεί από την ολοένα και αυξανόμενη κίνηση) στους Στύλους του Ολυμπίου Διός ένα μάτσο τροχονόμοι εξέτρεπαν το σύνολο της κίνησης προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Δεκαπέντε μέτρα παρακάτω, στη στροφή για Καλλιρρόης γινόταν –αναμενόμενα– το αδιαχώρητο, χωρίς ούτε μισό τροχονόμο να παροχετεύσει την κίνηση, καθώς το φανάρι για αριστερά άναβε για δωδεκάμισι δευτερόλεπτα κάθε τρία λεπτά δημιουργώντας ένα απερίγραπτο μπούκωμα, που γινόταν ακόμα χειρότερο δεδομένου ότι τα βόδια που έρχονταν απ’ την Καλλιρρόης δεν μπορούσαν ούτε να συλλογιστούν την πιθανότητα να χάσουν τριάμισι δεύτερα από τη ζωή τους για να παραχωρήσουν την απαιτούμενη και νόμιμη προτεραιότητα σε αυτούς που υποχρεωτικά και όχι από δικό τους λάθος ξέμεναν στις γραμμές του τραμ (νομίζω ότι υπάρχει μια απλή οδηγία του ΚΟΚ που λέει ότι όταν ο γαμώδρομος μπροστά σου είναι μποτιλιαρισμένος και ΔΕΝ έχεις πού να πας ΔΕΝ επιτρέπεται να προχωράς και να κλείνεις την δίοδο του κάθετου ρεύματος δεν πα’ να ‘χεις πράσινο τιρκουάζ).

Δεδομένου ότι εκείνη την ώρα βγήκε από μέσα μου ο λαχαναγορίτης (συν το ότι η κυράτσα με το ξασμένο μαλλί και την BMW μου μ’ έκλεισε πάνω στις ράγες του τραμ είχε νωρίτερα κοντέψει να προκαλέσει ατύχημα στη Συγγρού –και εννοείται ότι θα ξανάπεφτα πάνω της) δεν είμαι ιδιαίτερα υπερήφανη ούτε για τον τόνο της φωνής μου, ούτε για το λεξιλόγιο που χρησιμοποίησα. Ο Παναγιώτης συνέχισε να μου ζητά να σταματήσω να φωνάζω και να βρίζω, δεδομένου ότι ήταν ο μόνος που τ’ άκουγε, και ομολογουμένως δεν έφταιγε καθόλου, αλλά καταλαβαίνετε ότι κάτι τέτοιο μόνο να αυξήσει μπορούσε τον εκνευρισμό μου. Την ίδια στιγμή εγώ οδηγούσα τσούκου-τσούκου προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου ελπίζοντας ότι μόλις βγαίναμε από τη στενωσιά η κατάσταση θα βελτιωνόταν και θα μπορούσα επιτέλους να πορευτώ με μια οριακά σταθερή ταχύτητα αντί να γδέρνω τον δίσκο ταχυτήτων με πρώτη-δευτέρα (και αν). Εξυπακούεται ότι οι ελπίδες μου διαψεύσθηκαν. Ένα νέο σοκ μας περίμενε στην αρχή της λεωφόρου. Το δικό μας ρεύμα πήγαινε σημειωτόν, αλλά το αντίθετο ρεύμα ήταν ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ κλειστό. Γιόκ. Απαγορεύεται. ΚΛΕΙ-ΣΤΟ. Στην εκατοστή παραίνεση του Παναγιώτη να σταματήσω να βρίζω γιατί «μόνο εκείνος μ’ ακούει κι εκείνος δεν φταίει τίποτα, μπλα, μπλα, μπλα», αποκρίθηκα «ΕΝΤΑΞΕΙ ΛΟΙΠΟΝ, Θ’ ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΝΑ Μ’ ΑΚΟΥΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΖΩ». Ανοίγοντας το παράθυρο συνειδητοποίησα ότι έξω λαμβάνει χώρα μια ιδιότυπη συναυλία από εξοργισμένα κορναρίσματα· δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά στη ζωή μου τέτοιο ήχο, ούτε σε πειραματική μουσική σκηνή, ούτε στο σινεμά, ούτε στον ύπνο μου ακόμα. Τα χριστοπαναγίδια υψώνονταν στον Αττικό ουρανό και πλημμύριζαν την Αθήνα σαν ένα τοξικό νέφος από κακή διάθεση και εναγώνιες κατάρες. Ελλάδα. Ελλάδα τώρα, σαν πάντα, όπως πριν, και μετά και αιώνια. Η χώρα της μηδενικής κοινωνικής ευθύνης. Η χώρα ενός γιγάντιου «ό,τι γουστάρω». Η χώρα που σ’ έχει μονίμως γραμμένο στα γεννητικά όργανα οποιουδήποτε έχει λίγο παραπάνω εξουσία από σένα. Εννιά η ώρα, Σάββατο βράδυ, ολόκληρο το Κέντρο κλειστό, χωρίς καμία απολύτως σήμανση, και καμιά προειδοποίηση. Γιατί αυτή είναι η Ελλάδα.

View full article »

Χαζεύοντας παλιά αρχεία ενός παλιού υπολογιστή βρήκα τούτο το διήγημα που συνέθεσα στην τρίτη Λυκείου για έναν διαγωνισμό που βέβαια ποτέ δεν κέρδισα. Η αγαπημένη μου καθηγήτρια απογοητεύτηκε ίσως περισσότερο από μένα τότε -εγώ μπορεί και στο βάθος να το ‘ξερα ότι οι λογοτεχνικές μου επιδώσεις δεν θα με δοξάσουν ποτέ. Όπως και να ‘χει λέω να το αναρτήσω εδώ γιατί ποτέ δεν ξέρεις· οι παλιοί υπολογιστές χαλάνε και τα παλιά αρχεία χάνονται, και είναι κρίμα. Δεν θα το διαβάσω καν αυτή τη στιγμή για τυχόν λάθη και τυπογραφικές αβλεψίες, δεν αντέχω ν’ αντικρίσω τα δεκαεπτά μου χρόνια.

Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει η ζωή όταν βρίσκεται ακόμα στο ξεκίνημα της; Το απόγευμα εκείνης της βροχερής μέρας που είδε για πρώτη φορά το φως ένα όμορφο νεογέννητο αγοράκι, σίγουρα δεν μπορούσε να ξέρει τα μελλούμενα. Η μαμή το τύλιξε στις φασκιές και το απόθεσε στη ζεστή αγκαλιά της πολύ κουρασμένης, αλλά τόσο ευτυχισμένης, μητέρας. Ήταν όμορφο, σας το είπα και πριν, ροδαλό με κατάμαυρα απαλά μαλάκια. Σιγά-σιγά άνοιξε τα ματάκια του και έκλαψε σιγανά διεκδικώντας το στήθος της μαμάς του, ήπιε λαίμαργα το γάλα του και μετά αποκοιμήθηκε στο μεγάλο καλάθι που είχε στο παρελθόν φιλοξενήσει τους δυο μεγάλους του αδελφούς και τις τέσσερις αδελφές του.

Οι γονείς του χαμήλωσαν τη λάμπα και άναψαν το τζάκι, μετά άφησαν το μωράκι τους να κοιμηθεί και να δεχθεί την επίσκεψη που  σίγουρα θα του έκαναν οι τρεις Μοίρες, για να το ράνουν με χάρες και να γεμίσουν την καρδιά του καλοσύνη. Τι έγινε το βράδυ εκείνο στην μισοσκότεινη κάμαρα δεν μπορώ να το ξέρω. Τι δώρα πήρε το μικρό αγόρι από τις αιθέριες νύμφες κανείς δεν το γνωρίζει, όμως τη νύχτα εκείνη, ένα άστρο τρεμόπαιζε πάνώ από το ξύλινο σπιτάκι. Οι ασημένιες ακτίνες του πέρασαν το μισάνοιχτο παράθυρο και έδωσαν ένα φιλί στο κοιμισμένο παιδάκι. Και το Μέλλον άρχισε να μετρά αντίστροφα.

Οι εποχές κυλούν πολύ γρήγορα, και τα χρόνια τρέχουν λες και κάποιος βιαστικός κύριος, που δεν μπορεί να περιμένει, τα σπρώχνει με το ροζιασμένο μπαστούνι του να κατρακυλήσουν από μια απότομη κατηφόρα. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και για το μικρό μας ήρωα. Το ροδαλό μωράκι έδωσε την θέση του σε ένα άταχτο παιδάκι και αυτό με τη σειρά του σε ένα ζωηρό και ανήσυχο αγόρι. Στα δεκαπέντε του χρόνια ήδη «ήξερε» καλά τι ήθελε να κάνει. Δεν του χρειαζόταν πια να το σκεφτεί. Ο κόσμος του άνοιγε την αγκαλιά του και τον προσκαλούσε σε μοναδικές απολαύσεις, η ζωή στο μικρό χωριό του δεν είχε τίποτε άλλο να του προσφέρει και αυτός βιαζόταν να πετάξει σε νέους ορίζοντες. Μάταια έκλαιγε η μάνα του και φοβέριζε ο πατέρας του.

Νύχτα έφυγε, έχοντας μέσα σ’ ένα μικρό δισάκι μια αλλαξιά ρούχα και ένα κομμάτι ψωμί. Τα λίγα λεφτά που είχε κερδίσει καθαρίζοντας τους στάβλους του γείτονα θα του έφταναν για να αγοράσει ένα εισιτήριο για τη μεγάλη πόλη. Το ξημέρωμα τον βρήκε στο δρόμο για τη διπλανή κωμόπολη. Μεσημέρι έφτασε και πλησίασε στο σιδηροδρομικό σταθμό κορδωμένος για να δείχνει μεγαλύτερος. Ο υπάλληλος στο γκισέ δεν του έριξε ούτε μια ματιά, απλά έκοψε γρήγορα το εισιτήριο και συνέχισε να λαγοκοιμάται στην καρέκλα του. Μόνο ο σταθμάρχης τον κοίταξε καχύποπτα: «Μονάχος σου είσαι, μικρέ;», του είπε. Χωρίς να περιμένει απάντηση, φύσηξε δυνατά τη σφυρίχτρα του.

Αναστενάζοντας με ανακούφιση ο μικρός μας σκαρφάλωσε στο βαγόνι, έγειρε στο άβολο, σκληρό κάθισμα και έκλεισε κουρασμένος τα μάτια του. Δευτερόλεπτα μετά τα ξανάνοιξε κοιτάζοντας το τοπίο που άλλαζε με ταχύτητα. Το μεγάλο ταξίδι είχε αρχίσει. Η περιπέτεια και όλα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία τον περίμεναν. Με αυτή την ιδέα νύχτωσε και ξημέρωσε.

Τότε, το τρένο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό. Εκεί κατέβηκε και κίνησε για την αγορά. Όλη την προηγούμενη μέρα δεν είχε φάει τίποτε, αλλά και πάλι δεν πεινούσε, σκέφτηκε για λίγο τους δικούς του και αναστέναξε, μα η έλξη που ασκούσε πάνω του το άγνωστο ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Φθάνοντας στην αγορά ορθάνοιξε τα μάτια παραξενεμένος. Τί πολύς κόσμος! Ποτέ του δεν είχε δει τόσους ανθρώπους μαζεμένους όλους μαζί, να φωνάζουν και να χειρονομούν έντονα πάνω  από τους βαρυφορτωμένους πάγκους. Αγόρασε με όσα χρήματα του είχαν απομείνει ένα καρβέλι ψωμί και δυο πορτοκάλια. Μπήκε μετά σε ένα χαμηλό μαγαζί, ένα βαφείο δερμάτων, και πλησίασε θαρρετά τον καταστηματάρχη. «Θέλω δουλειά» είπε με το θράσος που διακρίνει τους νέους. Ο άνδρας τον κοίταξε καλά, ήταν ψηλό, γεροδεμένο αγόρι και θα μπορούσε να του φανεί πολύ χρήσιμο.

Και έτσι του έδωσε δουλειά. Τέσσερις μήνες πέρασε κοντά του το αγόρι, χτυπώντας, πλένοντας και βάφοντας δέρματα. Ήταν δουλευτής καλός και πρόθυμα ο τεχνίτης θα τον κρατούσε στη δούλεψη του, αλλά εκείνος είχε άλλα όνειρα. Η ζωή στη μεγάλη πόλη είχε ήδη χάσει την μαγεία της. Και στους τέσσερις μήνες επάνω μπαρκάρισε με ένα μεγάλο εμπορικό για την Αραπιά.

Βδομάδες ολόκληρες ταξίδευαν με άσχημο καιρό, πέρασαν από φουρτούνες που έκαναν μεγάλους άντρες να κλαίνε σαν μωρά, το καράβι δεν βρέθηκε ούτε μια μέρα σε ησυχία, ήταν λες και οι σειρήνες των θαλασσών είχαν βαλθεί να το βουλιάξουν για να γλεντήσουν με τους άμοιρους ναυτικούς στα σκοτεινά και κρύα βάθη του ωκεανού. Όταν οι ναύτες είδαν ότι η κακοκαιρία δεν έλεγε να πάψει και ότι στα σοβαρά το μέλλον τους ήταν πολύ αβέβαιο, έτρεξαν στον καπετάνιο. «Κακό στοιχειό έχει μέσα στο καράβι, του είπαν, ούτε γυναίκα να ‘χαμε στο μπάρκο δε θα γινόταν τέτοιος χαλασμός, και άντε να φουντάρουμε τον πιτσιρίκο, να φάνε σάρκα οι γοργόνες, να μας αφήσουν ησύχους».

View full article »

DSC_6078

Όσο εύκολη είμαι στο φαγητό, και ανοιχτή στους συνδυασμούς και στο «καινούριο», τόσο δύσκολη, δύστροπη και ιδιότροπη είμαι –άκουσον άκουσον– στα γλυκά. Δεν μου αρέσουν τα πολύ σοκολατένια, δεν μπορώ τα στεγνά-μπισκοτένια, βαριέμαι τα πιο πολλά κέικ, αποκλείω οτιδήποτε περιέχει παντεσπάνι, αντιπαθώ τους ξηρούς καρπούς αλλά και τα σοροπιαστά (πλην μπακλαβά πολίτικου ΜΟΝΟ με φιστίκι) και άλλα πολλά που ούτε να τα φανταστώ δεν μπορώ μέχρι τη στιγμή που αποφασίζω να τ’ απορρίψω. Μ’ αρέσουν γενικά οι κρέμες και οτιδήποτε περιέχει σαντιγί (αρκεί να μην έχει φύλλο), μ’ αρέσουν τα γλυκά του κουταλιού και οτιδήποτε σε στυλ cheesecake, και πολλά πράγματα μπορεί να μ’ ενθουσιάσουν με την πρώτη μπουκιά, αλλά αδυνατώ να τα καταναλώσω σε ποσότητες γιατί λιγώνομαι.

Επιπλέον πιστεύω ακράδαντα ότι η ζαχαροπλαστική δεν είναι τέχνη όπως βέβαια είναι η μαγειρική, αλλά επιστήμη, που απαιτεί ακρίβεια και αυστηρότητα, κι εγώ με την αυστηρότητα δεν τα πάω καλά, με αποτέλεσμα οι επιτυχίες μου σ’ αυτό τον τομέα να μην είναι τόσο θεαματικές όσο στα αλμυρά. Ωστόσο μια φορά στο τόσο φτιάχνω κάτι πραγματικά πετυχημένο. Σπανίως δε, παθαίνω μια βαρβάτη εμμονή και το επαναλαμβάνω μέχρι να το τελειοποιήσω και/ή να το βαρεθώ, όπως ας πούμε συνέβη με το περίφημο σκάνδαλο banoffee το καλοκαίρι. Ομοίως λοιπόν την πάτησα και τώρα με αυτή τη συνταγή για ανάποδη μηλόπιτα, η οποία ευτυχώς (ή δυστυχώς) είναι πολύ πιο απλή κι εύκολη στην εκτέλεση απ’ ό,τι το banoffee, με αποτέλεσμα να έχω καταλήξει να την φτιάχνω κάθε τρεις-τέσσερις μέρες με δραματικές επιπτώσεις στη σιλουέτα μου, που ήδη έχει πάρει τα πάνω της τους τελευταίους μήνες –με την κακή έννοια.

DSC_6071-001

Τα μήλα άλλωστε είναι άφθονα αυτή την εποχή, και όσο η μαμά μου τα αγοράζει τσάντες από την λαϊκή, τόσο βλέπει τον φούρνο να φουρνίζει λαχταριστές μηλόπιτες (κι εμένα να τις καθαρίζω σε χρόνο μηδέν). Επειδή λοιπόν διαρκώς την φτιάχνω και συνέχεια την παινεύω, όλη την ώρα κάποιος μου ζητάει τη συνταγή, και γι’ αυτό αποφάσισα να βγάλω τον εαυτό μου απ’ τον κόπο να την επαναλαμβάνω κάθε φορά, γράφοντάς την μια και καλή για εύκολη παραπομπή. Είναι ουσιαστικά μια προσαρμοσμένη βερσιόν του Jan’s Apple Crisp (εξ ου και η μετάφραση «τραγανή») με απαραίτητες όμως τις βελτιώσεις που σημειώνω (είπαμε, την έφτιαξα τόσες φορές που ανακάλυψα και διόρθωσα κάθε τρωτό της σημείο).

DSC_6062

Τραγανή Μηλόπιτα

Υλικά για την γέμιση

  • 13 μήλα (σχετικά μικρά)
  • ¾ της κούπας λευκή κρυσταλλική ζάχαρη
  • ½ κούπα καστανή ζάχαρη (ή μουσκοβάντο)
  • ½ κούπα αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1 κουταλάκι του γλυκού (γεματούτσικο) κανέλα
  • 1 κουταλάκι του γλυκού (κοφτό) τριμμένο μοσχοκάρυδο

Υλικά για το μπισκότο

  • 2 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1 κούπα λευκή κρυσταλλική ζάχαρη
  • 1 κουταλάκι του γλυκού (κοφτό) αλάτι
  • 1 φακελάκι μπέικιν πάουντερ (περίπου τρία κουταλάκια του γλυκού)
  • 1 βανιλέτα (ένα φακελάκι ή δυο από τα πλαστικά πραγματάκια)
  • ½ κούπα βούτυρο (λιωμένο)
  • ½ κούπα γάλα

Πλένουμε και καθαρίζουμε τα μήλα, και τα κόβουμε σε κύβους μικρού μεγέθους. Τα αφήνουμε στο σουρωτήρι να στραγγίξουν καλά όσο ανακατεύουμε σε ένα μπολ τα υπόλοιπα υλικά της γέμισης (ζάχαρες, αλεύρι, κανέλα, μοσχοκάρυδο). Κατόπιν στρώνουμε τα μήλα σε ένα αλάδωτο ταψάκι (εγώ χρησιμοποιώ ένα σχετικά βαθύ σκεύος διαμέτρου 30 εκ.) και τα ανακατεύουμε με το μείγμα που φτιάξαμε φροντίζοντας να πάει παντού και να «σκονίσει» όλα τα μήλα. Ετοιμάζουμε τη ζύμη ανακατεύοντας τ’ αλεύρι, την ζάχαρη το αλάτι, το μπέικιν πάουντερ και την βανίλια σε σκόνη με το λιωμένο βούτυρο. ΔΕΝ το χτυπάμε στο μίξερ, αλλά το μαλάζουμε και το τρίβουμε ηδονικά με τα δάχτυλα, φτιάχνοντας ένα ψιχουλιαστό μείγμα που δεν είναι συμπαγές και δεν ζυμώνεται σε μπάλα. Θέλουμε να είναι εύθρυπτο και πορώδες. Το στρώνουμε απαλά πάνω απ’ τα μήλα φροντίζοντας να μην το πατικώσουμε και να διατηρήσουμε μια ανώμαλη επιφάνεια (μην πάει ο νους σας στο κακό). Κατόπιν το περιχύνουμε με το γάλα, ραντίζοντας παντού. Ψήνουμε για πενήντα λεπτά στους 190 βαθμούς (έχουμε το νου μας από τα 45’ ανάλογα με τη δύναμη του φούρνου).

Θεωρητικά σερβίρεται με παγωτό ή κρέμα σαντιγί, αλλά εγώ πέφτω με τα μούτρα και δεν έχω καταφέρει ποτέ να το συνοδέψω με τίποτα. Το μπισκότο από πάνω είναι από τα πιο νόστιμα πράγματα στο σύμπαν, και αν δεν είστε σε δίαιτα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε λίγο παραπάνω βούτυρο στην παρασκευή για να το κάνετε ακόμα πιο κολασμένο (μέχρι ¾ της κούπας, όχι παραπάνω, πάντως και με την μισή γίνεται). Μπορείτε να προσθέσετε καρύδια και/ή σταφίδες αν το προτιμάτε, αλλά εγώ και σιχαίνομαι τα καρύδια και πιστεύω ότι είναι τόσο πλούσιο που δεν έχει ανάγκη από προσθήκες. Τέλος θα μπορούσατε να ραντίσετε τα μήλα με ελάχιστο κονιάκ που δίνει μια πιο εκλεπτυσμένη γεύση και ταιριάζει φυσικά πολύ με το μήλο, όμως και πάλι εγώ νομίζω ότι περισσεύει. Σε σχέση με την αρχική συνταγή έχω μειώσει τη ζάχαρη (γιατί πραγματικά στην αρχή έχανες δυόμισι δόντια σε κάθε μπουκιά) και έχω προσθέσει την μισή κούπα αλεύρι στη γέμιση που είναι απολύτως απαραίτητη, γιατί διαφορετικά καταλήγεις με μια μεγαλοπρεπή σούπα μήλου κάτω απ’ το μπισκότο. Προσέθεσα και την βανίλια στη ζύμη και θεωρώ ότι ήταν σπουδαία έμπνευση, γιατί μυρίζει θεσπέσια ήδη πάνω στο μισάωρο του ψησίματος, και κάνει σημαντική διαφορά και στη γεύση. Νομίζω ότι αυτές ήταν όλες οι επεμβάσεις μου. Δοκιμάστε την και θα με θυμηθείτε, αλήθεια σας λέω.

DSC_6068-001

Από πολύ μικρή θεωρώ την μαγειρική τέχνη και τρόπο έκφρασης ιδιαιτέρως αισθαντικό, γι’ αυτό απολαμβάνω να μαγειρεύω ακόμα κι αν κουράζομαι πολύ, και μ’ αρέσει να κοκορεύομαι για το αποτέλεσμα των πειραμάτων μου. Τις περισσότερες φορές ακόμα κι αν ξεκινήσω με βάση κάτι που είδα, οι συνταγές είναι εμπνεύσεις της στιγμής, τις οποίες σύντομα ξεχνάω και αδυνατώ να θυμηθώ είτε για να τις επαναλάβω, είτε για να τις μοιραστώ –πράμα που επίσης απολαμβάνω να κάνω. Το σκεφτόμουν έντονα εχθές, και αποφάσισα ότι οφείλω στον εαυτό μου και στην ανθρωπότητα να μην αφήσω αυτά τ’ αριστουργήματα της κουζινικής τέχνης να χάνονται ξεχασμένα στον πάτο του καμπινέ έπειτα από κάθε ξεκοίλιασμα. Το κουβέντιασα με τον εαυτό μου και προς στιγμήν μου φάνηκε ωραία ιδέα ν’ ανοίξω ένα food blog και να αναρτώ εκεί τις συνταγές καθώς προκύπτουν ώστε να ωφεληθούν διάφοροι περιπετειώδεις ιντερνετοναύτες και φυσικά να κρατήσω κι εγώ αρχείο ώστε να μην πρέπει κάθε φορά να επανεφεύρω ένα πιάτο που μου άρεσε εκ νέου. Την ιδέα την απέρριψα γιατί παραδέχτηκα γρήγορα ότι μια που η ασυνέπειά μου είναι παροιμιώδης, το πιο πιθανό είναι δημιουργούσα άλλο ένα τσόφλι του Διαδικτύου, ένα ιστολόγιο με δυο-τρεις αναρτήσεις που γρήγορα θα πάψω να τροφοδοτώ και θα έχει πάει κι ο κόπος μου χαμένος. Ύστερα σκέφτηκα: «Για μισό λεπτό, διατηρώ ήδη ένα μπλογκ!» (αν και πολλοί θα νόμιζαν ότι το έχω ξεχάσει έτσι που το παραμελώ τελευταία). Κατέληξα λοιπόν ότι η καλύτερη ιδέα είναι να δημιουργήσω μια καινούρια κατηγορία στο παρόν ιστολόγιο και να προσπαθήσω να διατηρήσω μια κάποια πειθαρχεία –πράγμα αγρίως απίθανο. Φοβήθηκα ότι μπορεί τα μαγειρέματα να μην ταιριάζουν με το ύφος του ιστολογίου και να καταλήξει το αποτέλεσμα γκροτέσκο, αν όχι αποτρόπαιο, μα ύστερα θυμήθηκα ότι ο υπότιτλος του ιστολογίου καλύπτει όλες τις πιθανότητες: «Ιστολόγιο αυτοπροβολής και κυνικού διαλογισμού». Τί να κάνουμε, αυτή είμαι. Σχολιάζω την επικαιρότητα, φιλοσοφώ, λογοτεχνίζω, και στον ελεύθερο χρόνο μου μαγειρεύω. Δεν βλέπω γιατί το ιστολόγιο μου πρέπει να είναι πιο σοβαροφανές από εμένα την ίδια –όχι ότι θεωρώ την μαγειρική ασόβαρη. Έτσι λοιπόν εγκαινιάζω σήμερα την πρώτη συνταγή επίσημα καταγεγραμμένη για τον ΑνεμοΔέκτη, κι αν δεν βαρεθώ πολύ ίσως το πρότζεκτ να κρατήσει στο διηνεκές.

DSC_5510

Ομολογουμένως τα μελομακάρονα δεν είναι μια πρωτότυπη συνταγή, και φυσικά δεν την δημιούργησα εγώ. Δεν την βρήκα όμως και πουθενά γραμμένη όπως την εξετέλεσα: η συνταγή αυτή είναι το μπλέξιμο δυο διαφορετικών συνταγών που βρήκα στο Ίντερνετ, με κάποιες δικές μου επεμβάσεις που είχε φοβερή επιτυχία, οπότε και πιστεύω πως αξίζει να αναπαραχθεί. Και πάνω στην ώρα. Αρχές Δεκεμβρίου γαρ, πιστεύω ότι προλαβαίνω να επηρεάσω τις νοικοκυρές που θα επιχειρήσουν να γλυκάνουν την οικογένεια. View full article »

Η αποψινή βραδιά έτυχε ιδιαίτερης έντασης στα social media –δεν μπορώ να πω τί έγινε στον εκτός οθόνης κόσμο καθώς οι μόνοι αλαλαγμοί που άκουσα από τη γειτονιά μου ήταν προγενέστεροι και αφορούσαν σε γκολ του Ολυμπιακού. Η ηλεκτρονική όμως ένταση είχε να κάνει με την πρεμιέρα της εκπομπής Ευθέως του Κωνσταντίνου Μπογδάνου στον ΣΚΑΙ, και τον καλεσμένο αυτής της πρώτης εκπομπής, Νίκο Μιχαλολιάκο, αρχηγό του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή. Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά από αρκετά νωρίτερα μέσα στην ημέρα με κατά κύριο λόγο βιτριολικές προσεγγίσεις οι οποίες δεδομένων των συνθηκών δεν ήταν τη στιγμή που διατυπώθηκαν απαραιτήτως άτοπες, και εξηγούμαι:

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα φαινόμενο αντιδραστικό που δεν μπορεί να αφομοιωθεί κοινωνικά –παρά μόνο την έσχατη στιγμή και με καταστροφικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η κοινωνία δεν έχει καταφέρει να βρει τη μέθοδο να το αντιμετωπίσει σε κανένα απολύτως επίπεδο –από το θεσμικό του πράγματος μέχρι την εκ του σύνεγγυς συναναστροφή με ανθρώπους που γνωρίζουμε ή γνωρίζαμε από παλιά και ξαφνικά εκτοξεύουν προς πάσα κατεύθυνση αηδιαστικές αντιλήψεις στις οποίες συχνά δεν ξέρουμε πώς ν’ αντιδράσουμε με αποτέλεσμα να μένουμε παγωμένοι και να κοιτάμε όπως ο λαγός που τυφλώνεται από τα φώτα διερχόμενου ΙΧ, δευτερόλεπτα πριν καταλήξει αλοιφή στην άσφαλτο. Αν τόση δυσκολία υπάρχει σε προσωπικό επίπεδο καταλαβαίνετε πόσο πιο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο σε επίπεδο media, έναν χώρο όπου πρέπει διαρκώς να ισοσταθμίζεται το δημόσιο συμφέρον (ως προς την ενημέρωση) με το ιδιωτικό κέρδος (ως προς τον επιχειρηματία) όχι πάντα προς όφελος του πρώτου. Το θέμα είναι απλό: δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Να τους δώσουμε τηλεοπτικό χρόνο; Να μην τους δώσουμε; Να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν; Να προσπαθήσουμε να τους ξεμπροστιάσουμε; Και οι τηλεθεάσεις; Όλα δοκιμάστηκαν και όλα απέτυχαν παταγωδώς, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη Χρυσή Αυγή να σκαρφαλώνει στο 14% της πρόθεσης ψήφου και κατά τα φαινόμενα να μπαστακώνεται για τα καλά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και την Ελληνική συνείδηση.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα εν γένει είναι η εξής: η Χρυσή Αυγή έπρεπε μην έχει λάβει έγκριση από τον Άρειο Πάγο να συμμετέχει στις εκλογές του Μαΐου (όπως συνέβη με άλλα τέσσερα κόμματα που κατέθεσαν αίτηση ενώ για ένα ακόμα ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να συμμετέχει με το όνομα Τυραννοκτόνοι καθώς ο τίτλος του «καταδεικνύει πρόθεση αξιόποινης πράξης»). Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη το παιχνίδι ήταν χαμένο. Η τόσο απότομη εδραίωση της Χρυσής Αυγής στη ζωή μας με κοινοβουλευτικό έρεισμα έδωσε τέτοιο αέρα στη φασιστοσυμμορία που ήταν πια προφανές πως μπήκαμε σε μεγάλους, πολύ μεγάλους, μπελάδες από τους οποίους δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και κυρίως όχι αναίμακτα (φόρο αίματος έχουν ήδη πληρώσει κατά δεκάδες μετανάστες, και όχι μόνο, θύματα της ναζιστικής οργάνωσης). Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου και το τρομακτικό «Εγέρθητου», ο κόσμος των media μάλλον τα ‘χασε. Στις 9 Μαΐου εμφανίστηκαν στην εκπομπή Αυτοψία και τον Αντώνη Σρόιτερ οι άρτι εκλεγμένοι βουλευτές Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός. Ο Σρόιτερ ιδρώνοντας και τρέμοντας –δεδομένου ότι έπαιρνε τη συνέντευξη μέσα από το αρχηγείο της Χρυσής Αυγής με όλα όσα αυτό συνεπάγεται– κατάφερε να πάρει μια συνέντευξη που επιεικώς θα πω ότι την έβλεπαν κυρίες που ούτε στον ύπνο τους δεν θα ψήφιζαν Χρυσή Αυγή και έλεγαν: «Καλά τα λένε τα παιδιά μωρέ» (αληθινή ιστορία). Την Κυριακή 13 Μαΐου έρχεται η συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στους Πρωταγωνιστές και τον Σταύρο Θεοδωράκη για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί εξ ημών ψυχανεμιζόμασταν από καιρό: οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι, έχουν μέθοδο και ξέρουν να πουλάνε το προϊόν τους. Στην απαράδεκτη αυτή συνέντευξη ο Θεοδωράκης απέτυχε σε όλα τα σημεία. Την εκπομπή δεν έσωσαν ούτε οι σωστές τοποθετήσεις από τους Στέλιο Κούλογλου, Πέτρο Μάρκαρη και Διονύση Σαββόπουλο, καθότι έγιναν ανεξάρτητα και όχι σε διάλογο με την λεκτική επέλαση του Μιχαλολιάκου. Η αντίδρασή μου τη στιγμή που παρακολουθούσα την εκπομπή ήταν κατά γράμμα αυτή (όπως αναρτήθηκε στο FB): «Ο Μιχαλολιάκος είναι επικίνδυνος κυρίως γιατί δεν υπάρχει άξιος συνομιλητής να ξεσκεπάσει την επικινδυνότητά του. Ο Θεοδωράκης από φόβο ή ανικανότητα απλά τον χαϊδεύει και το αποτέλεσμα με τρομάζει».

View full article »