Tag Archive: Flash Fiction


Ήταν ένα γλυκό βράδυ, το τελευταίο ενός δύσκολου Απρίλη. Ο Πάνος, ο Χρήστος κι εγώ απολαμβάναμε την πραότητα της νυχτιάς, την χωρίς αναστολές ηρεμία που προηγείται της αργίας, αυτή τη θεσπέσια ραστώνη που σε καθηλώνει σε μια μουδιασμένη, αλλά ευχάριστη απραξία. Περπατήσαμε μέσα στον κόσμο, στην Μαρίνα του Φλοίσβου, και ύστερα, κουρασμένοι από τα φώτα και την βαβούρα που φτιάχνει ο άνθρωπος, εξαντλημένοι απ’ τη ζέστη τόσων σωμάτων παράλληλα στα δικά μας, στρίψαμε στο πάρκο και ξανασάναμε σ’ ένα ξύλινο κιόσκι, σε μια σκοτεινή γωνιά. Μια βουερή ησυχία μας κάλυπτε, ο ήχος της πόλης που ανάσαινε κάπου μακριά. Δεν μιλούσαμε πολύ. Μόνο όταν πεινάσαμε αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε τις επιλογές μας, που την ώρα εκείνη ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένες έτσι κι αλλιώς. Να ήταν σουβλάκι; Να ήταν κρέπα; Εγώ μια σαλάτα ήθελα η κακομοίρα.

Και τότε το ακούσαμε. Μια κραυγή αγωνίας μέσα στη νύχτα, ένας λυγμός που έσπαγε απ’ τον πόνο και την απελπισία, η ίδια η φωνή της οδύνης. Ο Χρήστος νόμισε ότι έλεγε «Χάρρυ». Ο Πάνος κι εγώ νομίσαμε ότι λέει «Άρη». Κάναμε όλοι λάθος. Ο συντετριμμένος άνθρωπος πλησίασε το κιόσκι μας. Ο πόνος ήταν τυπωμένος στις γραμμές του μετώπου του. Ιδρώτας έσταζε στο γαλάζιο πουκάμισό του, σκοτεινιάζοντας τις λευκές ρίγες: «Παιδιά, έχετε δει τον Λάρυ;», μας είπε με τα μάτια βουρκωμένα. Τον κοιτάξαμε με κενό βλέμμα. Ποιος διάολος ήταν ο Λάρυ; «Ένα καφέ λαμπραντόρ, μικρό, ενός χρόνου, το έχασε η κοπέλα μου». Κάθε λέξη που ξεστόμιζε φαινόταν να του καρφώνει ένα μαχαίρι στην καρδιά. Δεν είχαμε δει τίποτα. Όχι τον Λάρυ τουλάχιστον. Μια αγέλη αδέσποτων σκύλων που συναντήσαμε νωρίτερα να κάνει ασχήμιες φαινόταν πολύ κακοαναθρεμμένη για να έχει συμπεριλάβει τον Λάρυ στην παρέα της. «Παιδιά, αν τον δείτε κρατήστε τον, είναι πολύ ήρεμος, έχει καφέ λουρί. Τον ψάχνω, αν τον δείτε κρατήστε τον», μας ικέτεψε. Απαντήσαμε πως φυσικά θα το κάνουμε, και δευτερόλεπτα πριν ο τραγικός ιδιοκτήτης του Λάρυ χαθεί πίσω απ’ τους θάμνους ο Πάνος του φώναξε: «Δεν μας αφήνετε ένα τηλέφωνο να σας πάρουμε άμα τον δούμε;». Ο απεγνωσμένος κύριος φώναξε τον αριθμό κι έφυγε τρέχοντας.

Ύστερα απ’ αυτό η διάθεση έπεσε. Πώς να συλλάβει ο νους του ανθρώπου τη δυστυχία του να χάνεις τον σκύλο σου; Την απόγνωση; Την τραγικότητα της στιγμής; Μείναμε πίσω να το κουβεντιάζουμε. Κανένα απ’ τα τρία σκυλιά που εμφανίστηκαν σύντομα μετά το περιστατικό δεν ήταν ο Λάρυ. Κυνηγούσαν μια γάτα που έτρεξε σαν αστραπή και σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο, και έμεινε εκεί φτύνοντας με ειρωνεία τους διώκτες της. Τα σκυλιά την αγνόησαν και καταπιάστηκαν με το να μυρίζουν το ένα τον πισινό του αλλουνού. Ύστερα επιχείρησαν να αλληλοκαβαληθούν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, καθότι και τα τρία αρσενικά. Η ώρα περνούσε. Σκεπτόμουν τον Λάρυ διαρκώς και μαύριζε η ψυχή μου. «Θεέ μου, ελπίζω να τον έχει βρει», ευχήθηκα. Κι έπειτα ήρθε η ώρα να φύγουμε. Σηκωθήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο του πάρκου. Λίγο πριν την πύλη ξανασυναντήσαμε τ’ αφεντικό του Λάρυ. Ακόμα πιο ιδρωμένος, ακόμα πιο απελπισμένος, καταβεβλημένος από την μάταιη αναζήτησή του. «Ακόμα τίποτα;», τον ρώτησα. «Τίποτα δυστυχώς», μου απάντησε με το κεφάλι κατεβασμένο για να μην αναλυθεί σε λυγμούς.

Ο Λάρυ παρέμενε χαμένος. Ε, λοιπόν, not on my watch! Κοίταξα τους συνπεριπατητές μου: «Δεν θα ήταν ωραία αν βρίσκαμε τον Λάρυ;», τους είπα. Δεν φάνηκαν να ενθουσιάζονται φοβερά με την ιδέα. Λίγη σημασία είχε. «Ας πάμε να βγούμε από την πάνω έξοδο», πρότεινα. Έπρεπε οπωσδήποτε να παρατείνω την παραμονή μας στο πάρκο, κόντρα στην άρνηση των συντρόφων μου. Άρχισα να περπατάω προς τα πάνω σφυρίζοντας ένα στιβαρό σκυλίσιο κάλεσμα και κάνοντας εκείνον τον ήχο με τα χείλια, που μοιάζει με «μουτς», αλλά αποτελεί ακαταμάχητη πρόσκληση για τα τετράποδα. «Σταμάτα ν’ ασχολείσαι, ο Λάρυ είναι κάπου και γνωρίζει τον έρωτα», μου είπε κάποιος απ’ τους δυο, δεν θυμάμαι καν ποιος, δεν έδωσα σημασία, δεν είχε σημασία. Ήξερα ότι μπορώ να βρω τον Λάρυ, ότι αυτό το σκυλί δεν έπρεπε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σ’ έναν αφιλόξενο δρόμο. Συνέχισα ν’ ανεβαίνω μέχρι τις γραμμές του τραμ. Βγήκα ένα λεπτάκι μέχρι το δρόμο. Ούτε ίχνος. Πτοημένη γύρισα πίσω. Ο Πάνος με συνάντησε στα μισά του δρόμου: «Ξέρω ότι πονάς για τον Λάρυ. Αλλά you must let go. Δεν μπορείς να τον βρεις. Κανείς δεν μπορεί πια».

Όχι. Δεν ήταν δυνατόν να πιστέψω σε μια τέτοια θλιβερή πραγματικότητα. Συνέχισα να κοιτάζω μέσα στους θάμνους και τα καχεκτικά δεντράκια. Ήξερα ότι ο Λάρυ είναι κάπου εκεί, τρομαγμένος, μόνος, λυπημένος. Έπρεπε να τον βρω. Συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε το σκοτεινό μονοπάτι. Σε κάθε βήμα οι ελπίδες λιγόστευαν. Μα η επιμονή μου μεγάλωνε. Και κάπου εκεί, στο τέλος του δρόμου, σαν σε θέατρο σκιών, βλέπουμε από μακριά κάποιες μορφές να σαλεύουν. Τρία σώματα να στήνουν έναν γήινο χορό και να περιπλέκονται με την ηδυπάθεια που απαιτεί μια ανοιξιάτικη νύχτα. Ίσως… ίσως ακόμα υπήρχε μια ελπίδα. Μια μοναδική, αλλά πολύτιμη και σπάνιο δώρο που έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε με σοφία. Πλησιάσαμε προσεκτικά. Και ναι, εκείνος ο μισοκαβαλημένος σκύλος, με τη μύτη του στον πισινό ενός τρίτου, και τη γλώσσα έξω, ήταν λαμπραντόρ, και φορούσε καφέ λουρί. Ήξερα ότι έχουμε βρει τον Λάρυ μας. Ο Πάνος τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη. Εγώ προσπάθησα να τον πιάσω. Μάταια. Ο Λάρυ δεν με ήξερε. Δεν θα καθόταν να τον φυλακίσω μια νύχτα που εξασκούσε όλα του τα βασικά ένστικτα. Τον ακολουθήσαμε.

Ο Πάνος έδινε οδηγίες στον ιδιοκτήτη για να μας βρει, ο Χρήστος κι εγώ προσπαθούσαμε να κυκλώσουμε τον Λάρυ για να μην ξεφύγει πολύ μακριά. Ομολογουμένως την περισσότερη ώρα απλά τον κυνηγούσαμε. Το σκατόσκυλο μας γύρισε σ’ όλο το Φλοίσβο. Όταν φτάσαμε στους κυματοθραύστες μας πρόλαβε το αφεντικό. «Λάρυ!», ανάκραξε με αγαλλίαση. «Λάρυ, εσύ είσαι! Εσύ!». Ο Λάρυ έτρεξε στο αφεντικό του. ο στόχος μου είχε εκπληρωθεί. «Σας ευχαριστώ παιδιά, σας ευχαριστώ πολύ», επαναλάμβανε ο άνθρωπος εξαντλημένος από την τόση ξαφνική ευτυχία. Διακριτικά στρίμωξα την κόκκινη μπέρτα μου κάτω απ’ το παντελόνι. Δεν υπήρχε λόγος να διεκδικήσω τιμές. Η δόξα δεν με απασχολεί. Με ενδιαφέρει μόνο που η αποστολή εξετελέσθη. Που ο Λάρυ και ο ιδιοκτήτης του βρέθηκαν πάλι μαζί. Μέχρι να τον ξαναχάσει τουλάχιστον.

Αυτή είναι η ιστορία εκείνης της τελευταίας νύχτας του Απριλίου. Σας την διηγήθηκα όπως συνέβη, γιατί ένα τέτοιο σπάνιο ανδραγάθημα δεν πρέπει να ξεχαστεί στο χρόνο. Γιατί ο ηρωισμός μου πρέπει να συνεχίσει να εμπνέει γενιές και γενιές μετά από μένα. Και να σώζει σκύλους ξημερώματα Πρωτομαγιάς whenever possible.

by Evita Lykou on Tuesday, 1 May 2012 at 10:32

Μας πρόφτασε η τρικυμία λίγο πριν μπούμε στο λιμάνι. Λιγάκι πριν την επιστροφή. Σχεδόν μπορούσαμε να δούμε τη στεριά στο ελάχιστο φως της ημέρας που ξεψυχούσε. Δεν περιμέναμε την καταιγίδα, τίποτα δεν την είχε προαναγγείλει. Ξεκίνησε αναπάντεχα, με ένα εκκωφαντικό μπουμπουνητό κι έναν εκτυφλωτικό κεραυνό που έσκισε τον ουρανό σε πολλά λαμπερά κομμάτια. Ταυτόχρονα η νύχτα έπεφτε γρήγορα και βαριά. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά δεν μπορούσαμε να δούμε τα χέρια μας. Η βροχή άρχισε να μας βομβαρδίζει με χοντρές σταγόνες, η βάρκα μας σαν χορευτή μπανιέρα άρχισε να γεμίζει νερό με ταχύτητα. Μας πήρε ο διάολος, αυτό έγινε. Από το πουθενά και χωρίς αφορμή, βρεθήκαμε στη μέση της κόλασης. Μες στο παράφορο σκοτάδι, σαν έμβρυο στη μήτρα, ο άνθρωπος γυρίζει στο μηδέν. Οι δικές μας οι φωνές πνίγονταν από τον θόρυβο της φύσης. Τί αλληγορία. Τί ομορφιά. Σε κάθε αστραπή βλέπαμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τον απόλυτο τρόμο, την παράλυση. Για δευτερόλεπτα, και μετά σκοτάδι πάλι. Πάλι στο πουθενά.

Η μηχανή μας νεκρή. Καρυδότσουφλο στα κύματα η βάρκα μας. Τίποτα καινοφανές. Θα είμαστε ένα ναυάγιο όπως όλα τα ναυάγια από αρχής κόσμου. Η ιδέα του πνιγμού όμως είναι πολύ τρομακτική. Εξωφρενική για έναν ζωντανό άνθρωπο. Η αγωνία ν’ αναπνεύσεις, τα πνευμόνια που γεμίζουν νερό∙ το στήθος σου καίει. Ο εγκέφαλος σπινθηροβολεί, τελευταίες ηλεκτρικές εκκενώσεις πριν το τέλος. Πώς καταλαβαίνεις άραγε ότι πεθαίνεις; Πού πάνε τα όνειρα όταν πεθάνουν; Ένα μεγάλο κύμα σχεδόν αναποδογύρισε τη βάρκα. Σχεδόν. Βίαια επανήλθε το καρυδότσουφλό μας στη θέση του κλυδωνιζόμενο. Θα βουλιάζαμε; Θα μας ανέτρεπε το κύμα; Κανείς δεν μπορούσε να μας το πει. Δεν υπήρχε κανείς. Κοιτούσαν τα μάτια μας χαμένα στο σκοτάδι. Παρίσταναν πως κοιτάνε∙ γιατί αυτό έχουν μάθει να κάνουν.

Και τότε το είδαμε∙ ένα φωτάκι από μακριά, να προβάλει μέσα από την καταχνιά, μέσα από τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας. Ένα φως που στριφογύριζε καθησυχαστικά, σε σταθερό τέμπο. Μπροστά μας στεριά. Ο φάρος με σιγουριά πατούσε στέρεο έδαφος. Στεριά. Κανένας τρόπος να την προσεγγίσουμε. Απλά γνωρίζαμε πως ήταν εκεί, άπιαστη, φευγαλέα. Μ’ έναν τρόπο απατηλή. Ο φάρος να εκπέμπει φως. Η καταιγίδα να εκπέμπει απελπισία. Το νερό να μας δέρνει αλύπητα. Το φως. Μόνο εκείνο το φως θ’ απομείνει από μας, το τελευταίο φως που είδαμε πριν το τέλος. «Και η βάρκα γύρισε μόνη…». Ένα κομμάτι ξύλο που ούτε φέρετρο δεν μπόρεσε να γίνει. Τα κορμιά μας θα φαγωθούν απ’ τα ψάρια του βυθού.

Στο μυαλό μου άστραψε η ανάμνηση ενός μακρινού καλοκαιριού, μπορεί να ήμουν τριών χρονών τότε. Με είχε πάρει η γιαγιά μου μαζί της στην Κεφαλλονιά∙ δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτές τις διακοπές. Θυμάμαι τη θάλασσα μπροστά απ’ το σπίτι μας στο Αργοστόλι, την βραχώδη παραλία∙ εγώ με τα πολύχρωμα μπρατσάκια μου μέσα στο νερό, η γιαγιά –νέα γυναίκα, ίσα με σαρανταπέντε χρονών τότε– να μου τραγουδάει: «Και η βάρκα γύρισε μόνη, δίχως μέσα τον ψαρά…». Έναν κόμπο να μου κλείνει το λαιμό. «Μην τραγουδάς άλλο γιαγιά, μην τραγουδάς». Δεν θυμάμαι αν το είπα. «Πες το πάλι γιαγιά το τραγούδι, πες το πάλι». Τραγουδούσε η γιαγιά και δάκρυζα εγώ μέσα στη θάλασσα. Αλμυρό νερό. Πώς να καταλάβεις τη διαφορά. Από τότε μισώ τη θάλασσα.

Και να ‘μαι τώρα να παραδέρνω στα κύματα χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Έτσι θα τελειώσουν όλα; Χωρίς μια εξήγηση; Χωρίς ένα αντίο; Σαν τίποτα ποτέ να μην ήταν σημαντικό; Απλά τέλος; Έκανε κρύο μα δεν το νιώθαμε∙ τα χέρια μας ξυλιασμένα, δεν μπορούσαμε να λυγίσουμε τα δάχτυλά μας∙ τα πόδια μας μουδιασμένα, μπορεί κι απ’ τον φόβο. Τρομερό πράγμα ο φόβος. Απελπιστικό. Αλλόκοτο. Είχε έρθει η ώρα πια. Ο φάρος να λάμπει∙ τόσο κοντά∙ τόσο μακριά.

Τσακιστήκαμε στα βράχια.

Lydia Davis: Passing Wind, απ’ την συλλογή διηγημάτων Varieties of Disturbance Stories

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

 

Δεν ήξερε αν ήταν εκείνος ή ο σκύλος. Δεν ήταν η ίδια. Ο σκύλος ήταν ξαπλωμένος στο χαλάκι του σαλονιού ανάμεσά τους, εκείνη καθόταν στον καναπέ και ο επισκέπτης της, μάλλον σε υπερένταση, είχε βουλιάξει σε μια χαμηλή πολυθρόνα, και η οσμή, μάλλον απαλή, αιωρήθηκε στην ατμόσφαιρα. Στην αρχή σκέφτηκε πως ήταν αυτός, και εξεπλάγειν, γιατί οι άνθρωποι δεν αερίζονται πολύ συχνά όταν είναι με παρέα, ή τουλάχιστον όχι με εμφανή τρόπο. Καθώς συνέχισαν να μιλούν, συνέχισε να πιστεύει πως ήταν εκείνος. Τον λυπήθηκε λιγάκι, γιατί σκέφτηκε πως το να μιλάει μαζί της τον έκανε αμήχανο και νευρικό και γι’ αυτό αερίστηκε. Μετά πολύ ξαφνικά της ήρθε η ιδέα πως μπορεί να μην ήταν καθόλου εκείνος, μπορεί να ήταν ο σκύλος, και το χειρότερο, αν ήταν όντως ο σκύλος αυτός μπορεί να νόμιζε πως ήταν εκείνη. Ήταν αλήθεια πως ο σκύλος είχε κλέψει μια ολόκληρη φραντζόλα ψωμί εκείνο το πρωί, και την έφαγε, και ίσως τώρα ν’ αεριζόταν, κάτι που δεν έκανε συνήθως. Ήθελε να του ξεκαθαρίσει αμέσως, κάπως, τουλάχιστον πως δεν ήταν εκείνη. Φυσικά υπήρχε πάντα η πιθανότητα να μην το είχε καν προσέξει, αλλά ήταν έξυπνος και σε εγρήγορση, και αφού εκείνη το είχε προσέξει, κατά πάσα πιθανότητα το είχε προσέξει κι εκείνος, εκτός κι αν ήταν πολύ νευρικός για να το καταλάβει. Το πρόβλημα τώρα ήταν πώς να του το πει. Θα μπορούσε να πει κάτι για το σκυλί, να δικαιολογήσει την κατάσταση. Αλλά μπορεί να μην ήταν το σκυλί, μπορεί να ήταν αυτός. Δεν μπορούσε να πει ευθέως, απλά, «Κοίτα, αν μόλις έκλασες, δεν υπάρχει πρόβλημα, απλά θέλω να ξεκαθαρίσω πως δεν ήμουν εγώ». Θα μπορούσε να πει «Ο σκύλος έφαγε μια ολόκληρη φραντζόλα ψωμί σήμερα το πρωί, και νομίζω ότι κλάνει». Αλλά αν ήταν αυτός, κι όχι το σκυλί, θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Αν και ίσως όχι. Μπορεί να είχε ήδη ντραπεί, αν ήταν εκείνος, και αυτό να τον έβγαζε απ’ τη δύσκολη θέση. Αλλά τώρα η μυρωδιά είχε ήδη φύγει. Ίσως ο σκύλος να έκλανε ξανά, αν ήταν όντως ο σκύλος. Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί, αν ήταν ο σκύλος, και τότε απλά θα έπρεπε ν’ απολογηθεί εκ μέρους του σκύλου, είτε ήταν ο σκύλος είτε όχι, κι αυτό θα τον έβγαζε απ’ τη δύσκολη θέση, αν ήταν εκείνος

 

 

Σημείωση της μεταφράστριας: Διάβασα το βιβλίο Varieties of Disturbance Stories της Lydia Davis το 2008, στο πλαίσιο ενός μαθήματος για το μάστερ μου. Ο ιδιωματισμός που χρησιμοποιεί για το ρήμα «αερίζομαι» είναι στα αγγλικά «to pass wind». Ο τίτλος του διηγήματος είναι Passing Wind, ένα γερούνδιο που δεν μπορεί να μεταφραστεί εύηχα στα ελληνικά. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως όταν ξεκίνησα να διαβάζω το διήγημα δεν γνώριζα τη σημασία του ιδιοματισμού, καθώς μάλιστα διάβασα τον τίτλο φαντάστηκα ότι θα ακολουθούσε μια ιστορία για τον άνεμο που περνάει ανάμεσα απ’ τα δέντρα στο δάσος, κάτι ρομαντικό και λίγο ονειρικό. Διάβασα το πρώτο μισό του διηγήματος χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα, κυρίως πού στο καλό περνάει και πάει αυτός ο άνεμος και γιατί εκείνη το κάνει τόσο μεγάλο θέμα. Συνέχισα να διαβάζω μέχρι που έφτασα στην ατάκα «Look, if you just farted, that’s all right», οπότε και άρχισαν ψυχανεμίζομαι τί πραγματικά συμβαίνει… Το γεγονός ότι είχα σταθεί παντελώς ανίκανη να το συνειδητοποιήσω νωρίτερα είναι ανησυχητικό για την αντίληψή μου –που συνήθως θέλω να πιστεύω πως είναι ιδιαίτερα οξυμένη. Όταν όμως εν τέλει κατάλαβα ποιο ακριβώς είναι το θέμα του διηγήματος, και κυρίως σκεπτόμενη με πόση σοβαρότητα και σπουδή το είχα διαβάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, θα σας ομολογήσω ότι άρχισα να γελάω για τουλάχιστον ένα δεκάλεπτο, απ’ αυτά τα γέλια που σου φέρνουν δάκρυα και λόξιγγα μαζί… Νομίζω ότι η λεξιλογική μου άγνοια τότε ήταν η βασική πηγή του γέλωτα. Αλλά όπως και να το κάνεις, είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία! Καλή διασκέδαση…

«Σ’ αγαπώ».

Μου απάντησες: «Δεν πιστεύω σ’ ένα σύμπαν χωρίς εσένα». Κι έξω γρύλιζε ο λύκος.

Έπεφτε η νύχτα αδυσώπητα. Την βλέπαμε να φτάνει∙ απροσποίητα, χωρίς επιτήδευση. Γύρω μας αγριάδα βουνίσια. Τραχείς βράχοι, ανεμοδαρμένα πεύκα λυγισμένα σε περίεργες γωνίες να σχηματίζουν ξεχαρβαλωμένες χορευτικές φιγούρες με το σώμα τους∙ τα κλαδιά τους απλωμένα προς το τίποτα σ’ ένα χάδι ματαιωμένο. Τα φύλλα λαμπύριζαν ασημένια στο μισόφωτο, θρόιζαν μ’ έναν συριστικό ήχο. Έτρεμα.

Ο ουρανός είχε γίνει πια μαβής. Μέσα στο δάσος ακούγονταν ανάσες απ’ την άγρια ζωή που ξυπνούσε. Ένας λυγμός ήρθε από μακριά. Μια απόκοσμη κραυγή. «Φοβάμαι», σου είπα. Μου είπες να μην φοβάμαι. Ότι πάντα θα είσαι εδώ. Και κοιτούσες προς την πόρτα.

Το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει εντελώς. Απ’ τα μικρά παράθυρα έμπαινε μόνο μια υποψία φωτός. Καθόσουν σε μια καρέκλα αντικριστά μου. Έβλεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου να βασιλεύουν καθώς οι μουσικές της νύχτας τρύπωναν από τις γρίλιες των παραθύρων κι από τη χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα. «Για πάντα», μου είπες. Με κάρφωνες με τα μάτια σου σαν αναμμένα κάρβουνα. Σηκώθηκα και έψαξα για τη λάμπα. Έστριψα το φιτίλι με το χέρι μου και την άναψα μ’ ένα σπίρτο∙ η μυρωδιά του πλημμύρισε το χώρο καθώς μια αδύναμη δέσμη καπνού ανέβηκε να διαλυθεί στο ταβάνι. «Σ’ αγαπώ. Πέρα απ’ οτιδήποτε, ρε πούστη μου», σε άκουσα να λες. Κοίταξα το φως για ώρα, πόνεσαν τα μάτια μου απ’ το φως που έμπαινε στο κεφάλι μου.

Έφερα τη λάμπα στο τραπέζι∙ την ακούμπησα στο κέντρο του. Ο χώρος φωτίστηκε ίσα-ίσα στη διάμετρο από εμένα προς εσένα. Τα χέρια μας μπορούσαν να γίνουν δυο ακτίνες και να συναντηθούν στο κέντρο του κύκλου. Δεν αγγιχτήκαμε. «Μην φύγεις», σου είπα. Έξω έκανε κρύο. Δεν ένιωθες τον κίνδυνο; Δεν με κοιτούσες πια. Το βλέμμα σου είχε ξενιτευτεί έξω απ’ το παράθυρο, στον έναστρο ουρανό. Ήσουν κιόλας μακριά. Ο λύκος πλησίαζε. Τον ένιωθα να πλησιάζει: το βαρύ βάδισμά του, τα μάτια που γυάλιζαν στο σκοτάδι, το στόμα μισάνοιχτο, γεμάτο σάλια και δόντια κοφτερά. «Μην φύγεις». Δεν μπορείς να καταλάβεις τον κίνδυνο; Δεν ξέρεις πως αν περάσεις αυτή την πόρτα δεν θα επιστρέψεις ποτέ; «Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ μέχρι να πεθάνω», μου είπες, «θα σ’ αγαπώ πάντα». Τότε μην φεύγεις. «Δεν μπορώ να μείνω», μου είπες, και κοίταξες πάλι στο παράθυρο. Μην φεύγεις. «Δεν με χάνεις μικρή μου», μου είπες. Μα σε είχα ήδη χάσει.
Συνέχεια