Tag Archive: Χρυσή Αυγή


Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

Συνέχεια

Advertisements

Στη γειτονιά μου. Ίσως γείτονάς μου. Μπορεί με τη μάνα του να έχουμε ψωνίσει μαζί δίπλα-δίπλα στη λαϊκή. Το αυτό και για τους θύτες. Μπορεί την άλλη μέρα ν’ αγόρασα ψωμί πριν ή μετά τον μαχαιροβγάλτη στον ίδιο φούρνο. Σίγουρα έχω περπατήσει χιλιάδες φορές τον δρόμο όπου τον χτύπησαν. Τί κάνεις όταν το σκουλήκι γυρνά και σέρνεται έξω από την πόρτα σου; Καταλαβαίνεις τότε τη σοβαρότητα των πραγμάτων; Πρέπει να φτάσει στην πόρτα σου για να καταλάβεις;

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, 3:58 π.μ.

© rena lykou (18/9/13 21:26  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

© rena lykou (18/9/13 21:26 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

Πριν από ένα χρόνο και κάτι με χτύπησε μια φριχτή συνειδητοποίηση. Ένας νεαρός οικογενειακός φίλος και γείτονας, ένα καλό παιδί και ήσυχο, ένα μικρό παλικαράκι –ας τον πούμε Σ.– εικοσικάτι χρονών με πλησίασε κι άρχισε να μου πλέκει το εγκώμιο της Χρυσής Αυγής. Πολύ διακριτικά, με δικαιολογίες περισσότερο και όχι με άμεσο θαυμασμό (που υπέβοσκε όμως), διερευνητικά ακόμα και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό θα έλεγα. Η άμεση, σαφής και αμετάκλητη αντίδραση μου δεν φάνηκε να πιάνει τόπο. Ακόμα κι όταν του απέδειξα με στοιχεία (βλ. εδώ) ότι η ιστορία που του είχε πουλήσει η μαύρη συμμορία για τον ηρωισμό και τον αλτρουισμό των μελών της ήταν παραμύθα, και παρά το ότι το παραδέχτηκε και ο ίδιος για το συγκεκριμένο περιστατικό (δεν άφησα άλλωστε και περιθώρια), δεν άλλαξε απόψεις. Τις σπάνιες φορές που τον συνάντησα έκτοτε είδα ότι η συμπάθειά του (στην καλύτερη περίπτωση) έχει εδραιωθεί για τα καλά, και ίσως χωρίς επιστροφή. Κατάλαβα τότε πιο ξεκάθαρα από ποτέ ότι διαρκώς πλησιάζει το αιμοβόρο αυτό κτήνος του φασισμού. Κάθε φορά που γυρνάμε το κεφάλι μας με τρόμο για να κοιτάξουμε πάνω απ’ τον ώμο μας ενώ τρέχουμε να ξεφύγουμε είναι ένα βήμα πιο κοντά μας. Σχεδόν τόσο αμετάκλητα όσο το σούρουπο προοιωνίζει τη νύχτα. Όλο σκοτεινιάζει.

© rena lykou (18/9/13 21:30  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

© rena lykou (18/9/13 21:30 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

Συνέχεια

Η αποψινή βραδιά έτυχε ιδιαίτερης έντασης στα social media –δεν μπορώ να πω τί έγινε στον εκτός οθόνης κόσμο καθώς οι μόνοι αλαλαγμοί που άκουσα από τη γειτονιά μου ήταν προγενέστεροι και αφορούσαν σε γκολ του Ολυμπιακού. Η ηλεκτρονική όμως ένταση είχε να κάνει με την πρεμιέρα της εκπομπής Ευθέως του Κωνσταντίνου Μπογδάνου στον ΣΚΑΙ, και τον καλεσμένο αυτής της πρώτης εκπομπής, Νίκο Μιχαλολιάκο, αρχηγό του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή. Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά από αρκετά νωρίτερα μέσα στην ημέρα με κατά κύριο λόγο βιτριολικές προσεγγίσεις οι οποίες δεδομένων των συνθηκών δεν ήταν τη στιγμή που διατυπώθηκαν απαραιτήτως άτοπες, και εξηγούμαι:

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα φαινόμενο αντιδραστικό που δεν μπορεί να αφομοιωθεί κοινωνικά –παρά μόνο την έσχατη στιγμή και με καταστροφικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η κοινωνία δεν έχει καταφέρει να βρει τη μέθοδο να το αντιμετωπίσει σε κανένα απολύτως επίπεδο –από το θεσμικό του πράγματος μέχρι την εκ του σύνεγγυς συναναστροφή με ανθρώπους που γνωρίζουμε ή γνωρίζαμε από παλιά και ξαφνικά εκτοξεύουν προς πάσα κατεύθυνση αηδιαστικές αντιλήψεις στις οποίες συχνά δεν ξέρουμε πώς ν’ αντιδράσουμε με αποτέλεσμα να μένουμε παγωμένοι και να κοιτάμε όπως ο λαγός που τυφλώνεται από τα φώτα διερχόμενου ΙΧ, δευτερόλεπτα πριν καταλήξει αλοιφή στην άσφαλτο. Αν τόση δυσκολία υπάρχει σε προσωπικό επίπεδο καταλαβαίνετε πόσο πιο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο σε επίπεδο media, έναν χώρο όπου πρέπει διαρκώς να ισοσταθμίζεται το δημόσιο συμφέρον (ως προς την ενημέρωση) με το ιδιωτικό κέρδος (ως προς τον επιχειρηματία) όχι πάντα προς όφελος του πρώτου. Το θέμα είναι απλό: δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Να τους δώσουμε τηλεοπτικό χρόνο; Να μην τους δώσουμε; Να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν; Να προσπαθήσουμε να τους ξεμπροστιάσουμε; Και οι τηλεθεάσεις; Όλα δοκιμάστηκαν και όλα απέτυχαν παταγωδώς, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη Χρυσή Αυγή να σκαρφαλώνει στο 14% της πρόθεσης ψήφου και κατά τα φαινόμενα να μπαστακώνεται για τα καλά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και την Ελληνική συνείδηση.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα εν γένει είναι η εξής: η Χρυσή Αυγή έπρεπε μην έχει λάβει έγκριση από τον Άρειο Πάγο να συμμετέχει στις εκλογές του Μαΐου (όπως συνέβη με άλλα τέσσερα κόμματα που κατέθεσαν αίτηση ενώ για ένα ακόμα ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να συμμετέχει με το όνομα Τυραννοκτόνοι καθώς ο τίτλος του «καταδεικνύει πρόθεση αξιόποινης πράξης»). Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη το παιχνίδι ήταν χαμένο. Η τόσο απότομη εδραίωση της Χρυσής Αυγής στη ζωή μας με κοινοβουλευτικό έρεισμα έδωσε τέτοιο αέρα στη φασιστοσυμμορία που ήταν πια προφανές πως μπήκαμε σε μεγάλους, πολύ μεγάλους, μπελάδες από τους οποίους δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και κυρίως όχι αναίμακτα (φόρο αίματος έχουν ήδη πληρώσει κατά δεκάδες μετανάστες, και όχι μόνο, θύματα της ναζιστικής οργάνωσης). Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου και το τρομακτικό «Εγέρθητου», ο κόσμος των media μάλλον τα ‘χασε. Στις 9 Μαΐου εμφανίστηκαν στην εκπομπή Αυτοψία και τον Αντώνη Σρόιτερ οι άρτι εκλεγμένοι βουλευτές Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός. Ο Σρόιτερ ιδρώνοντας και τρέμοντας –δεδομένου ότι έπαιρνε τη συνέντευξη μέσα από το αρχηγείο της Χρυσής Αυγής με όλα όσα αυτό συνεπάγεται– κατάφερε να πάρει μια συνέντευξη που επιεικώς θα πω ότι την έβλεπαν κυρίες που ούτε στον ύπνο τους δεν θα ψήφιζαν Χρυσή Αυγή και έλεγαν: «Καλά τα λένε τα παιδιά μωρέ» (αληθινή ιστορία). Την Κυριακή 13 Μαΐου έρχεται η συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στους Πρωταγωνιστές και τον Σταύρο Θεοδωράκη για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί εξ ημών ψυχανεμιζόμασταν από καιρό: οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι, έχουν μέθοδο και ξέρουν να πουλάνε το προϊόν τους. Στην απαράδεκτη αυτή συνέντευξη ο Θεοδωράκης απέτυχε σε όλα τα σημεία. Την εκπομπή δεν έσωσαν ούτε οι σωστές τοποθετήσεις από τους Στέλιο Κούλογλου, Πέτρο Μάρκαρη και Διονύση Σαββόπουλο, καθότι έγιναν ανεξάρτητα και όχι σε διάλογο με την λεκτική επέλαση του Μιχαλολιάκου. Η αντίδρασή μου τη στιγμή που παρακολουθούσα την εκπομπή ήταν κατά γράμμα αυτή (όπως αναρτήθηκε στο FB): «Ο Μιχαλολιάκος είναι επικίνδυνος κυρίως γιατί δεν υπάρχει άξιος συνομιλητής να ξεσκεπάσει την επικινδυνότητά του. Ο Θεοδωράκης από φόβο ή ανικανότητα απλά τον χαϊδεύει και το αποτέλεσμα με τρομάζει».

Συνέχεια

Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

H Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος συνέλαβε 27χρονο ημεδαπό για κακόβουλη βλασφημία και καθύβριση θρησκευμάτων, μέσω του Facebook

Ο 27χρονος διαχειριζόταν σελίδα στο Facebook με βλάσφημο και υβριστικό περιεχόμενο για το Γέροντα Παΐσιο και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό

Ανακοίνωση της ΕΛΑΣ

Οποιοσδήποτε ψύχραιμος αναγνώστης και ελαφρώς εχέφρων άνθρωπος οφείλει να εξοργιστεί με την παραπάνω ανακοίνωση. Να εξοργιστεί είπα; Να βγει απ’ τα ρούχα του. Να του γυρίσει το μάτι. Να τα δει όλα κόκκινα που λένε οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες. Εγώ προσωπικά είμαι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο απ’ όταν έμαθα την είδηση (το Σάββατο το βράδυ). Και εξηγούμαι, όχι ίνα μη παρεξηγηθώ, πράγμα για το οποίο ελάχιστα με νοιάζει, όσο για να γίνω κατανοητή και να θέσω τις βάσεις της συζήτησης. Πάνε μήνες που έκανα Like στη σελίδα του Γέροντος Παστιτσίου, πολλοί μήνες πριν αρχίσει η διαδικτυακή καταιγίδα που οδήγησε στον καταποντισμό της σελίδας και τη σύλληψη του διαχειριστή της. Ο λόγος; Μου φάνηκε αστείο το κόνσεπτ, πάτησα Like και δεν ασχολήθηκα ενεργητικά με το θέμα. Στη σελίδα υπήρχε διαρκής αναπαραγωγή αστείων εικόνων που μπορεί κανείς να βρει στο Ίντερνετ με ελάχιστο κόπο, κάποιες –λίγες– τοποθετήσεις του διαχειριστή ως κριτική στο «έργο» του γέροντος Παϊσίου και πολύ, πάρα πολύ χαβαλέ από τα μέλη, και κυρίως από τους ενεργούς haters που σε καθημερινή βάση έμπαιναν για να ρίξουν αφορισμούς, καντήλια –ενίοτε και χριστοπαναγιές ως ευσεβείς θρησκευόμενοι– προς τους συμμετέχοντες στο τζέρτζελο. Μια εντελώς ψύχραιμη ματιά μπορεί να διαβεβαιώσει ότι ουσιαστική βλασφημία προς τα «θεία» δεν υπήρξε από την επίσημη σελίδα –η οποία φαντάζομαι δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για το περιεχόμενο που αναρτούν τα μέλη της. Φυσικά οφείλουμε να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο γέροντας Παΐσιος ΔΕΝ είναι άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επομένως η προσωπικότητά του δεν αποτελεί «θρησκευτικό θείο» το οποίο προσεβλήθη. Τα γράφω αυτά όχι για να πω πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν εύλογη η αντίδραση, αλλά ακριβώς για να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι δεν στοιχειοθετείται ουσιαστικά ούτε καν εκείνο το αδίκημα της βλασφημίας για το οποίο σύρανε τον 27χρονο Γέροντα στην Μπουζού. Η δραστηριότητα αυτή κράτησε καιρό, διασκεδάζοντας και ενίοτε συγχύζοντας τα πλήθη.

Και ύστερα ήρθε η τρολιά. Η σουπερφανταστική τρολιά του Παστίτσιου. Σε μια μοναδική στιγμή έμπνευσης ο διαχειριστής της σελίδας δημιούργησε μια πετυχημένη φάρσα που ξεγύμνωσε την ανοησία και την ασυναρτησία συγκεκριμένων εθνικοπαραληρημένων  μέσων τα οποία παρουσίασαν το φανταστικό «θαύμα» του γέροντος ως απολύτως αληθινό, αλαλάζοντας από ευσεβή καύλα –κι ας ήταν τόσο απλό το να διασταυρωθεί η ιστορία όσο το να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πληκτρολογήσεις δέκα αριθμούς. Και όταν η πηγή της ιστορίας αποκαλύφθηκε, αυτό, το μαζικό τους ρεζιλίκι και όχι η αγάπη προς τα θεία, ήταν που δημιούργησε το τσουνάμι μίσους που τελικά έριξε τη σελίδα και οδήγησε στην τραγικότητα που βιώνουμε σήμερα. Σφάλμα του Γέροντος, θα πείτε. Τράβηξε την προσοχή πάνω του, κι αυτό κάθε λογικός άνθρωπος θα επέλεγε να μην το κάνει αυτές τις πονηρές μέρες που διανύουμε.

Συνέχεια

Η πολύ κουραστική προηγούμενη εβδομάδα έληξε μ’ ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το Σάββατο, για να παρουσιάσω μια ανακοίνωση στο συνέδριο «Ψυχανάλυση, Κουλτούρα και Κοινωνία» που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο του Middlesex. Από το Γιόρκ ως το Λονδίνο η απόσταση είναι 340 χιλιόμετρα που το τρένο κάνει βολικά σε δυο ώρες. Για να είμαι στην ώρα μου για την εγγραφή ωστόσο έπρεπε να πάρω το τρένο των έξι, δηλαδή να ξυπνήσω απ’ τις πέντε το πρωί, μετά από μια βδομάδα που δεν κατάφερα να κάτσω ούτε στιγμή. Στο τρένο δυσκολεύομαι πάντα να κοιμηθώ, και η υπερένταση δεν βοηθάει· μολονότι το σήμα ήταν κακό κατάφερα να χαζέψω λιγάκι στο Facebook και να ρίξω μια ματιά στην επικαιρότητα της μέρας που ξεκινούσε (βοηθούσης και της διαφοράς δυο ωρών ανάμεσα στη Βρετανία και τη μικρή μεσογειακή μας πατρίδα). Διάβασα αρκετά νωρίς την είδηση του θανάτου της Ζωρζ Σαρρή. Είναι πια ένα γνωστό γεγονός. Και θα παρατηρήσατε ίσως πως όποιος αναφέρθηκε στο ζήτημα το έκανε αφηγούμενος την πρώτη του επαφή με κάποιο απ’ τα βιβλία της, στην παιδική του συνήθως ηλικία. Νομίζω αυτός είναι ο πιο αξιοπρεπής επίλογος για μια συγγραφέα, και γι’ αυτό θα κάνω κι εγώ το ίδιο.

Πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, στο γραφικό χωριό των Αγίων Δέκα, επισκεπτόμενη τον παππού μου, σ’ ένα πετρόχτιστο, σκοτεινό σπίτι που μύριζε υγρασία όπως όλα τα παλιά κερκυραίικα σπίτια, δροσερό ακόμα και το καλοκαίρι, τακτοποιημένο με επιμέλεια και φροντίδα αλλά πάνω απ’ όλα γεμάτο βιβλία. Ως γεμάτο βιβλία τουλάχιστον θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, κι ας μην είναι η βιβλιοθήκη του παππού μου εντυπωσιακή σαν τις βιβλιοθήκες ακαδημαϊκών και συγγραφέων που έμελε να γνωρίσω αργότερα στη ζωή μου. Δεν έχει σημασία. Ήταν για μένα, ένα παιδί λίγο ακοινώνητο και υπεροπτικό ένας φανταστικός κόσμος. Πριν κλείσω τα δώδεκα είχα διαβάσει στις καλοκαιρινές μου διακοπές τόσο ετερόκλητα πράγματα, απρεπή σχεδόν για ένα παιδί της ηλικίας μου: «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Άιρα Λέβιν, την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, την «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, την «Κυρία με τας Καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), την «Ανάσταση» του Τολστόι, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο» του Νίκου Κοεμτζή, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, επτά εγκυκλοπαιδικούς τόμους με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (με ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο που ήταν γεμάτος με ποιήματα του βουνού, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα), κάποιο απ’ όλα τα «Πέντε Λαγωνικά κι ο Σκύλος» της Ένιντ Μπλάιτον· ξεκίνησα πολλές φορές την «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω τις τριάντα σελίδες· μ’ έπιανε πάντα βαθιά κατάθλιψη και πάντα το παρατούσα στο ίδιο σχεδόν σημείο.

Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία τα διάβασα ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι σε επανάληψη. Δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία αυτή η επανάληψη, ήθελα μερικές ώρες για τα βιβλία μετρίου μεγέθους, μια μέρα το πολύ για τα πιο ογκώδη. Διάβαζα πάντα πολύ γρήγορα. Διάβαζα το πρωί όταν ξυπνούσα πριν κατέβω στο σαλόνι, το μεσημέρι ενώ όλοι κοιμούνταν, το απόγευμα την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, το βράδυ στο πλατύσκαλο κάτω απ’ τη λάμπα του δήμου (αυτό το τελευταίο είναι μάλλον συνυπεύθυνο για τα πατομπούκαλα που αναγκάστηκα να φορτωθώ στα δεκατρία μου και να κουβαλώ έκτοτε στη γέφυρα της μύτης μου). Όταν μεγάλωσα λίγο και η βιβλιοθήκη του παππού δεν επαρκούσε για να καλύψει τη λαιμαργία μου κάναμε πλιάτσικο στη βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ή στα βίπερ της ξαδέρφης της Μίκας. Υλικό βρισκόταν πάντα. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκε στο μικρό μας σπίτι μια τόσο ετερογενής συλλογή, τακτοποιημένη πλάι στα θρησκευτικά κείμενα που έπιαναν ολόκληρο το ένα ράφι, η Βίβλος, το ψαλτήρι, άπαντες οι εκκλησιαστικοί ύμνοι σε κοτσωμένα βιβλία κάθε μεγέθους. Κάποια είχαν ξεχαστεί εκεί απ’ την νονά μου, τα πιο παιδικά ίσως απ’ τον θείο μου, πάντως ο παππούς μου τα φύλαγε με ζήλο κι εγώ τα κατασπάραζα με πάθος για χρόνια.

Ξέρω ότι άλλο ξεκίνησα να λέω, και είμαι κιόλας δυο παραγράφους εκτός θέματος. Μα δεν ξέρω για πόσο μπορώ να διατηρώ τόσο καθαρές αναμνήσεις, τους τίτλους, τις μυρωδιές, την αφή της εποχής εκείνης γι’ αυτό θέλω να τα γράψω όλα όσο ακόμα τα θυμάμαι, με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς περιορισμό. Όμως θα επιστρέψω τώρα σ’ αυτό που κουβεντιάζαμε αρχικά. Μέσα στον λιγάκι παραμυθένιο αυτό κόσμο με τις άπειρες ξεφτισμένες σελίδες, που μύριζαν βιβλίο και χωριό, υπήρχε ένας χαρτόδετος τόμος, μεσαίου μεγέθους, με πολύ τριμμένο εξώφυλλο και τους σπάγκους απ’ το δέσιμο των σελίδων να ξεχωρίζουν στη ράχη του. Κόκκινο με μια ασπρόμαυρη φάσα στ’ αριστερά, ένα γεωμετρικό σχέδιο και μια μπάλα με τον ήλιο ζωγραφισμένο στην κορυφή της. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Δεν το είχε ο παππούς στο μεγάλο ράφι στο σαλόνι, αλλά πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, κάτω απ’ το κομοδίνο μαζί με άλλα χαρτόδετα. Το άνοιξα ένα απόγευμα. Το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Αμέσως ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, και όσο το φέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιο να μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο απ’ τις γρίλιες του παραθύρου, κάποιον να γκρινιάζει: «Αμάν, Εβίτα, βγες έξω επιτέλους, σταμάτα με τα βιβλία», τη σκόνη να χορεύει στον αέρα όπως έπεφτε πλάγια το φως, τις διαφανείς κουρτίνες. Το φως. Ήταν το «Όταν ο Ήλιος», της Ζωρζ Σαρρή την οποία από τότε ερωτεύτηκα αμετάκλητα και οριστικά.

Συνέχεια