Tag Archive: Χριστούγεννα


Τις προπαραμονές, κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο εξωτικό Κερατσίνι, τα πρωινά που περνάει το σκουπιδιάρικο, ανακράζουν οι σκουπιδιαραίοι: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!». Σ’ όλο το μήκος της διαδρομής, καθώς εκτελούν το δρομολόγιό τους, ξανά και ξανά ένας βραχνός τελάλης φέρνει ένα αμφίβολα γιορτινό μήνυμα στις γειτονιές και τους ανθρώπους. Πρόκειται για έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο, ένα μαντρά που έχω συνδέσει άρρηκτα με τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, και που για χρόνια αποτελούσε ένα μυστηριώδες αίνιγμα: γιατί αυτοί οι άνθρωποι κάνουν το δρομολόγιό τους φωνάζοντας, και τί βαθύτερο κρύβεται κάτω απ’ την κραυγή τους; Τί θέλει να πει ο ποιητής τέλος πάντων. Ο σκουπιδιάρης, έστω, στην προκειμένη περίπτωση.

Μικρή (παιδούλα πάει να πει) είχα προβεί σε μια αλά Ντίκενς δραματική ερμηνεία· μου ακουγόνταν σαν την παραδοχή (ή απόδοση κατηγορίας) ότι οι ίδιοι οι καθαριστές είναι τα σκουπίδια της κοινωνίας μας, παραπεταμένοι και αδιάφοροι, και ως «τα σκουπίδια μας» μάς εύχονταν υποτακτικά «Χρόνια πολλά!», αλλά μας θύμιζαν κιόλας ότι για κάθε γιορτινή στιγμή που εμείς περνούσαμε πάνω στα παχιά χαλιά μας —δίπλα στο αναμμένο τζάκι ανοίγοντας δώρα— αυτοί παραπεταμένοι στις χωματερές περίμεναν να πιάσουν ξανά βάρδια, πάνω σ’ ένα λερό φορτηγό, φορτώνοντας ολημερίς βρωμερούς κουβάδες απορρίματα. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η φαντασία μου κάλπαζε από νηπιακή ηλικία.

Αργότερα η πρώτη ερμηνεία μου φάνηκε λιγουλάκι τραβηγμένη, και το είδα από μια πιο σκωπτική σκοπιά: σκέφτηκα πως ίσως να μας εύχονται περιπαικτικά χρόνια πολλά εκ μέρους των σκουπιδιών, χλευάζοντας την μικροαστική, καταναλωτική, εορταστική υπερβολή μας. Ας διευκρινίσω ξανά πως μιλώ για τα 1990s, μην πάει και παρεξηγηθώ από κανέναν επαναστάτη, κοινωνικό αγωνιστή. Αυτή η ιδέα μου άρεσε πολύ περισσότερο και έτσι την κράτησα για αρκετό καιρό, και δεν προχώρησα άμεσα στην ανασκευή της· ούτε όταν συνειδητοποίησα ότι μαζί με τις φωνές, οι σκουπιδιάρηδες βροντούσαν και τα κουδούνια, σκούζοντας στα θυροτηλέφωνα: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!».

Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να χωνέψω ότι ο πρακτικός λόγος της φωνασκίας ήταν η διόλου ρομαντική αποκομιδή ενός άτυπου εορταστικού μποναμά, που όταν βαρούσαν τα κουδούνια κατέληγε εκβιασμένο ρεγάλο, σπάνια συνοδευόμενο από τις αντίστοιχες θερμές ευχές. Μετά μεγάλωσα κι άλλο, τα πράγματα έγιναν περίπλοκα, μπήκαν κι άλλες έννοιες στην κουβέντα: απεργίες, σκουπιδοβουνά, συνδικαλιστές, διορισμοί απ’ τα παράθυρα και τα συναφή που χαλάσαν λίγο την αμπελοφιλοσοφική μου διάθεση. Ωστόσο η σύνθεση της φράσης, «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», δεν έπαψε ποτέ να με απασχολεί, καθώς είναι σημασιολογικά λειψή, κι ως τέτοια, ανοιχτή σε άπειρες ερμηνείες. Ακόμα κι αν ξέρω τον σκοπό της κίνησης αυτής με απασχολούσε πάντα η καταγωγή της φράσης κι η βαθύτερη σημασία της.

Δεν αισθάνθηκα διόλου υπερήφανη όταν σήμερα το πρωί  καθώς με ξυπνούσε η γκαροφωνάρα —»Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!»— σκέφτηκα για πρώτη φορά καθώς ξεκαθάριζε ο ύπνος από το κεφάλι μου (στα εικοσιοκτώ μου και βάλε) ότι η παράδοση πρέπει να ξεκινά από έναν καιρό που οι καθαριστές του δήμου φώναζαν στις γειτονιές να κατεβάσει ο κόσμος τα σκουπίδια, μια και ακολουθούσε αργία και δεν θα είχαν την ευκαιρία να τα ξεφορτωθούν για αρκετές μέρες. Δεν παίρνω όρκο πως αυτή είναι η εξήγηση, αλλά επιτέλους κατέληξα σε μια ερμηνεία που βγάζει ένα μη σουρεαλιστικό νόημα. Αναρωτιέμαι τί να σκέφτεται ένα πεντάχρονο σήμερα για το ίδιο θέμα. Σήμερα που ο σκουπιδιάρης μόνο φωνάζει (δεν χτυπούν τα κουδούνια πια, το πήρανε απόφαση ότι δεν περισσεύει για ρεγάλο), «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», σαν απομεινάρι άλλων εποχών —χάσαμε το λογαριασμό στις εποχές.

Advertisements

Από πολύ μικρή θεωρώ την μαγειρική τέχνη και τρόπο έκφρασης ιδιαιτέρως αισθαντικό, γι’ αυτό απολαμβάνω να μαγειρεύω ακόμα κι αν κουράζομαι πολύ, και μ’ αρέσει να κοκορεύομαι για το αποτέλεσμα των πειραμάτων μου. Τις περισσότερες φορές ακόμα κι αν ξεκινήσω με βάση κάτι που είδα, οι συνταγές είναι εμπνεύσεις της στιγμής, τις οποίες σύντομα ξεχνάω και αδυνατώ να θυμηθώ είτε για να τις επαναλάβω, είτε για να τις μοιραστώ –πράμα που επίσης απολαμβάνω να κάνω. Το σκεφτόμουν έντονα εχθές, και αποφάσισα ότι οφείλω στον εαυτό μου και στην ανθρωπότητα να μην αφήσω αυτά τ’ αριστουργήματα της κουζινικής τέχνης να χάνονται ξεχασμένα στον πάτο του καμπινέ έπειτα από κάθε ξεκοίλιασμα. Το κουβέντιασα με τον εαυτό μου και προς στιγμήν μου φάνηκε ωραία ιδέα ν’ ανοίξω ένα food blog και να αναρτώ εκεί τις συνταγές καθώς προκύπτουν ώστε να ωφεληθούν διάφοροι περιπετειώδεις ιντερνετοναύτες και φυσικά να κρατήσω κι εγώ αρχείο ώστε να μην πρέπει κάθε φορά να επανεφεύρω ένα πιάτο που μου άρεσε εκ νέου. Την ιδέα την απέρριψα γιατί παραδέχτηκα γρήγορα ότι μια που η ασυνέπειά μου είναι παροιμιώδης, το πιο πιθανό είναι δημιουργούσα άλλο ένα τσόφλι του Διαδικτύου, ένα ιστολόγιο με δυο-τρεις αναρτήσεις που γρήγορα θα πάψω να τροφοδοτώ και θα έχει πάει κι ο κόπος μου χαμένος. Ύστερα σκέφτηκα: «Για μισό λεπτό, διατηρώ ήδη ένα μπλογκ!» (αν και πολλοί θα νόμιζαν ότι το έχω ξεχάσει έτσι που το παραμελώ τελευταία). Κατέληξα λοιπόν ότι η καλύτερη ιδέα είναι να δημιουργήσω μια καινούρια κατηγορία στο παρόν ιστολόγιο και να προσπαθήσω να διατηρήσω μια κάποια πειθαρχεία –πράγμα αγρίως απίθανο. Φοβήθηκα ότι μπορεί τα μαγειρέματα να μην ταιριάζουν με το ύφος του ιστολογίου και να καταλήξει το αποτέλεσμα γκροτέσκο, αν όχι αποτρόπαιο, μα ύστερα θυμήθηκα ότι ο υπότιτλος του ιστολογίου καλύπτει όλες τις πιθανότητες: «Ιστολόγιο αυτοπροβολής και κυνικού διαλογισμού». Τί να κάνουμε, αυτή είμαι. Σχολιάζω την επικαιρότητα, φιλοσοφώ, λογοτεχνίζω, και στον ελεύθερο χρόνο μου μαγειρεύω. Δεν βλέπω γιατί το ιστολόγιο μου πρέπει να είναι πιο σοβαροφανές από εμένα την ίδια –όχι ότι θεωρώ την μαγειρική ασόβαρη. Έτσι λοιπόν εγκαινιάζω σήμερα την πρώτη συνταγή επίσημα καταγεγραμμένη για τον ΑνεμοΔέκτη, κι αν δεν βαρεθώ πολύ ίσως το πρότζεκτ να κρατήσει στο διηνεκές.

DSC_5510

Ομολογουμένως τα μελομακάρονα δεν είναι μια πρωτότυπη συνταγή, και φυσικά δεν την δημιούργησα εγώ. Δεν την βρήκα όμως και πουθενά γραμμένη όπως την εξετέλεσα: η συνταγή αυτή είναι το μπλέξιμο δυο διαφορετικών συνταγών που βρήκα στο Ίντερνετ, με κάποιες δικές μου επεμβάσεις που είχε φοβερή επιτυχία, οπότε και πιστεύω πως αξίζει να αναπαραχθεί. Και πάνω στην ώρα. Αρχές Δεκεμβρίου γαρ, πιστεύω ότι προλαβαίνω να επηρεάσω τις νοικοκυρές που θα επιχειρήσουν να γλυκάνουν την οικογένεια. Συνέχεια

«Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει,

και η γη το σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει.

Άγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογούσι.

Μάγοι δε, μετά αστέρος οδοιπορούσι.

Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».

Ξημερώνει αισίως η 25η Δεκεμβρίου του 2011, μια μέρα που στη δεκαετία του ενενήντα πίστευα πως δεν θα ζήσω για να δω. Η γελοία αυτή σκέψη μου είχε καρφωθεί, του παρανοϊκού δεκά(plus)χρονου, όταν διάβασα τις προφητείες του Νοστράδαμου και αναλόγου σοβαρότητας ερμηνείες που τοποθετούσαν την αρχή του τέλους του κόσμου, και την έναρξη της Αποκάλυψης στο έτος 2000. Το 2000 ήρθε και πέρασε, το τέλος του κόσμου όχι, και έκτοτε πορεύομαι χωρίς να μπορώ να οριοθετήσω την επικείμενη καταστροφή, καθώς δεν πιστεύω πια σε κανενός είδους προφητείες, χρησμούς, ημερολόγια των Μάγια και άλλα συντελειακά. Μολαταύτα, η αλήθεια να λέγεται, μια μικρή συντέλεια έχει επέλθει, την τελευταία πενταετία, και παρόλο που δεν είναι συντέλεια εξ Αποκαλύψεως, έχει προκαλέσει ουκ ολίγα δεινά και δράματα. Αυτά τα Χριστούγεννα δεν μοιάζουν με ό,τι γνώρισε η γενιά μου. Οι γειτονιές δεν είναι ολόλαμπρες και φωτισμένες· δεν διαθέτουμε πια το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης (κι ας ήταν εκείνο το δέντρο του Αβραμόπουλου ένα αισθητικό έκτρωμα)· τα νοικοκυριά φτιάξανε μια δόση μελομακάρονα και καμία κουραμπιέδες, ή αντιστρόφως, ανάλογα με τα γούστα του καθενός. Από την άλλη πλευρά, όπως και να το κάνεις η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, όπως τόσα και τόσα χρόνια κατά την χριστιανική παράδοση. Μικρή υπενθύμιση εδώ: σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησία και πίστη, κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών (Χριστούγεννα, Πάσχα, Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, κ.ο.κ.) δεν τελείται αναπαράσταση του θρησκευτικού γεγονότος, αλλά μέσω της θέωσης, μέσα στην εκκλησία λαμβάνει χώρα το ίδιο το γεγονός, αυτούσιο και άχρονο. Αυτά για όποιον έχει κουράγιο να πιστέψει σε θαύματα: Χριστός γεννάται σήμερον. Σήμερον λέμε.

«Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών,

ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως·

εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες,

υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν,

τον Ήλιον της δικαιοσύνης,

και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι».

Μα αρκετά με την κατήχηση, δεν ξεκίνησα να γράφω γι’ αυτό. Όσο γράφω όμως αλλού με πάει το άτιμο το πράμα. Ψάχνοντας λιγάκι στο youtube έπεσα πάνω σε Κερκυραϊκά κάλαντα, από διάφορες εκδηλώσεις Κερκυραίων. Παλιές κόπιες που ψηφιοποιήθηκαν πρόσφατα, να, μια απ’ το 1989, στον Άγιο Προκόπη· η κάμερα λίγο τρέμει, και ζουμάρει απότομα, το χρώμα αλλοιωμένο, κάτι ανάμεσα σε μαυρόασπρο και σέπια με λίγο χρώμα. Να και τα κάλαντα απ’ τον Κάτω Γαρούνα, που αφηγούνται την ιστορία των Χριστουγέννων με κερκυραϊκό μπρίο και νάζι. Κι εδώ η Χορωδία Κερκύρας λέει τα κάλαντα μπροστά στου Ζήσιμου στο Λιστόν. Δεν ξέρω πόσο παλιό είναι το βίντεο, μα είναι το αγαπημένο μου, γιατί το τραγούδι τελειώνει με την αποστροφή: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά». Μου θύμισαν τα τόσα κάλαντα την μοναδική χρονιά που κάναμε Χριστούγεννα στο χωριό, πολύ πολύ παλιά. Κερκυραϊκή βροχή καθ’ όλη τη διάρκεια των γιορτών, και τα κάλαντα λέγονται από το απόγευμα ως το βράδυ, γι’ αυτό άλλωστε και τραγουδάμε «Καλήν εσπέραν άρχοντες».

Άλλο θέμα. Εφέτος στο Κερατσίνι δεν θα δεις πουθενά μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ίσως είναι έτσι σ’ ολόκληρη την Αθήνα, ίσως σ’ όλη την Ελλάδα. Εγώ ένα μαγαζί είδα μόνο, στον Πειραιά, κι αυτό καχεκτικό και παράταιρο. Θυμάμαι μια εποχή που κάθε γωνιά είχε κι ένα τέτοιο κατάστημα, με τους πάγκους γεμάτους γυαλιστερές μπάλες και γιρλάντες, και φωτάκια, και φουντωμένα –αν και πλαστικά– έλατα. Έμπαινα μέσα και φοβόμουν ότι με ένα στραβοπάτημα θα διαλυθεί το σύμπαν. Όταν ήμουν πολύ μικρή αγοράζαμε ένα στολίδι το χρόνο και το λατρεύαμε σαν καινούριο που ήταν. Κι όταν μεγάλωσα λιγάκι, την εποχή που οι αγελάδες κόντεψαν να τα τινάξουν απ’ τη χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια, αγοράζαμε κούτες τα καινούρια στολίδια. Να ταιριάζουν μεταξύ τους. Να είναι άψογα. Να στέκουν καλά πάνω στο τεράστιο και πανύψηλο δέντρο. Να λάμπουν με όλη την ψευτιά και την υπεροψία των γιορτών των χορτασμένων. Τίποτα να μην ξεχωρίζει όπως κάποτε το ένα και μοναδικό στολίδι της χρονιάς. Όχι πως τα πετάξαμε αυτά τα στολίδια. Τα καταχωνιάσαμε κάπου στο πίσω μέρος του δέντρου, τα βλέπαμε και λέγαμε «θυμάσαι τότε που…». Θυμάμαι μια πλαστική ροζ νεράιδα, χοντροκομμένη και μάλλον άκομψη που ερωτεύτηκα όταν ήμουν τεσσάρων. Τόσο μ’ ενθουσίασε που δεν ήθελα καν να την κρεμάσω στο δέντρο, και την κουβαλούσα στο νηπιαγωγείο μαζί μου, μέχρι που ένα παιδί μου είπε πως είναι άσχημη και έκανα καυγά τρικούβερτο, μα μετά δεν την ξαναπήρα μαζί μου. Την κρέμασα στο δέντρο, και την κρεμάμε κάθε χρόνο από τότε. Εφέτος δεν την είδα. Να θυμηθώ να κοιτάξω.

Αυτό το δέντρο στο σαλόνι μου κάθεται στο λαιμό. Είναι τόσο μεγάλο που τα πίσω κλαδιά δεν χωράνε, κι έτσι δεν τα βάζουμε ποτέ, το στριμώχνουμε στη γωνιά του τοίχου και στολίζουμε το υπόλοιπο. Μην με παρεξηγήσετε, είναι θεσπέσιο στη θέαση, και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την μπαγαποντιά. Αλλά είναι κάπως άψυχο. Θυμάμαι το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θυμάμαι πώς αγοράσαμε το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν είχα γεννηθεί ακόμα, αλλά δεν έχει σημασία, το θυμάμαι κι έτσι. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν τον Σεπτέμβρη του 1982. Τον Δεκέμβρη εκείνης της χρονιάς ο μπαμπάς μου υπηρετούσε ακόμα τη θητεία του στο Ναυτικό. Είκοσι τριών χρονών. Η μαμά μου μην σας πω καλύτερα, θα τρομάξετε· πολύ μικρότερη πάντως. Κι έτσι λίγο πριν τις γιορτές, ο ναύτης εξόδου –ένα θεόψηλο, λιανό παλικάρι– η νεαρή νύφη, πανέμορφη (όχι που είναι μαμά μου), με τα μαλλιά μέχρι τη μέση και την παιδικότητα ακόμα προφανέστατη στο πρόσωπο, βγήκαν να βρουν χριστουγεννιάτικο δέντρο για το καινούριο σπιτικό. Και μπήκαν σ’ ένα από ‘κείνα τα μαγαζιά, αυτά με τα τελάρα γεμάτα γυαλιστερές μπάλες, τις γιρλάντες και τα λοιπά, και χάζεψαν τα πλαστικά δέντρα. Και χαζεύαν, και μετρούσαν τις πενταροδεκάρες, και χαζεύαν πάλι, και μετρούσαν ξανά, και απ’ έξω έβρεχε, το θυμάμαι κι αυτό, και ο μπαμπάς μου, ψηλός, με τη στολή του ναύτη στεκόταν πλάι στη μαμά μου που είναι τοσοδούλα, και κοιτούσαν τα πλαστικά δεντράκια. Και οι πενταροδεκάρες δεν τους έβγαιναν. Και τότε ήρθε ο μαγαζάτορας, ή η γυναίκα του, ή κι οι δυο μαζί –η μνήμη μου με γελάει εδώ– και πιάσαν την κουβέντα, και είδαν το λιανό ναυτάκι και την μικροπαντρεμένη σύζυγο, κι έκαναν σκόντο, πουλήσαν το μεγάλο δέντρο στην τιμή του μικρού. Το μεγάλο δέντρο ζήτημα αν ήταν ενάμιση μέτρο. Απομίμηση πεύκου. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιανού φαεινή ιδέα ήταν να φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο απομίμηση πεύκου. Το στολίζαμε για χρόνια, και μετά, τότε με τις γουρουνιές των αγελάδων, του δώσαμε μια και το πετάξαμε και πήραμε ένα καινούριο, ύψος ένα κι ογδόντα, κι ύστερα το πετάξαμε κι αυτό και πήραμε ένα δίμετρο, αυτό που δεν χωράει τώρα στο σαλόνι. Και το στολίσαμε με ομοιόμορφες μπάλες, και φωτάκια ψείρες, όχι σαν τα παλιά με τον κιτς πλαστικό παγοκρύσταλλο γύρω-γύρω, και κορδέλες για γιρλάντες αντί γι’ αυτά τα φουντωτά γυαλιστερά πράγματα που στολίζαν σύμφωνα με την προηγούμενη μόδα.

Δεν προβλέπεται ν’ αγοράσουμε ξανά χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αλλά οπωσδήποτε δεν χρειάζεται κιόλας. Τα γέλια και τις χαρές που έχουμε κάνει με το μικρό, απομίμηση πεύκου, και τις παράταιρες μπάλες, τις παλιομοδίτικες, που κάθε χρόνο σπάζαμε και μερικές κι αντικαθιστούσαμε μια, και τα κουκλάκια της φάτνης, που είχε χαρίσει στη μαμά μου ένας καθολικός παπάς στην Κεφαλλονιά, και που κάθε χρόνο στήναμε διαφορετικά σαν κουκλόσπιτο, δεν τα κάναμε ποτέ με το δίμετρο δέντρο. Εκείνο που έπρεπε να στολιστεί άψογα και αψεγάδιαστα. Κι είναι κρίμα, γιατί όταν κάτι ξεπέφτει από παράδοση και οικογενειακή τελετουργία σε απλή διακόσμηση εσωτερικού χώρου, χάνεται η ευκαιρία να γραφτούν καινούριες ιστορίες. Να, σαν τις δυο-τρεις που σας είπα εγώ σήμερα, που θα τις θυμάμαι για πάντα (κι ας έλαβε χώρα η μια απ’ αυτές προτού να γεννηθώ) και που τώρα μπορεί να τις θυμάστε κι εσείς. Ένα πράγμα πάντως δεν μας πήραν οι αγελάδες, ούτε όταν πάχυναν, ούτε τώρα στην εξπρές δίαιτα. Το τραγούδισμα των γιορτών, όταν στολίζουμε, κι όταν ζυμώνουμε, κι όταν ανταλλάσσουμε δώρα. Θα φταίνε τα γονίδια απ’ το Ιόνιο πέλαγο, ένας μικρός Κερκυραίος κανταδόρος επιβιώνει μέσα μας, και όσο κι αν πασχίζουμε για να τον σωπάσουμε, κάθε Χριστούγεννα ξεπετιέται και κάνει το κέφι του. Επειδή έχουμε συλλογικά ξεμείνει από κέφια είπα να μοιραστώ την εμπειρία της παρασκευής μελομακάρονων μαζί σας. Ανταποδόστε μου την χάρη με το να μην σχολιάσετε την γελοία μπλε ρόμπα μου ή τις άκομψες ψηλές μου νότες, τραγουδώ συνήθως πολύ καλύτερα, αλλά υπήρξα θύμα ενός κακόβουλου κρυώματος που κράτησε κοντά ένα μήνα. Όπως και να ‘χει, καλά Χριστούγεννα και χαρούμενες γιορτές σε όλους. Και ας επαναλάβω την ευχή των Κερκυραίων για να την εμπεδώσουμε: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά!».