Tag Archive: Συνταγή


DSC_0322Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι μακαρονού. Τί να κάνουμε; Δεν το ελέγχω. Τα μακαρόνια είναι το μόνο φαγητό στο οποίο επανέρχομαι σχεδόν άμεσα, ακόμα κι αν με καταφέρω να τα σιχαθώ στιγμιαία απ’ την υπερβολική χρήση. Γεγονός για το οποίο είμαι ιδιαίτερα τυχερή, καθώς τα μακαρόνια αποτελούν το κατεξοχήν φαγητό του φτωχού φοιτητή. Από μακαρόνια αποτελείται το αγαπημένο μου «γρήγορο φαγητό», αυτό που θα φτιάξω συνήθως μετά από μια κουραστική μέρα που βαριέμαι να μαγειρέψω. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν συνήθως τα τοστ, οι ομελέτες, οι σαλάτες τουρλού, τα μακαρόνια με τυρί. Όλα αυτά για μένα έρχονται και φεύγουν απ’ την «προσωπική» μου μόδα, και το μόνο που μένει αναλλοίωτο στο χρόνο είναι τα μακαρόνια με φρέσκια ντομάτα τριμμένη (ή περασμένη στο μπλέντερ, ακόμα καλύτερα, μόνο με αλάτι, ρίγανη και καμιά ελιά αν βρίσκεται), φέτα και καλό ελαιόλαδο. Δέκα λεπτά υπόθεση η παρασκευή, και η απόλαυση εγγυημένη. Στο σπίτι μου αυτή η εύκολη συνταγή ήταν ένα συχνό βραδινό (καμιά φορά ακόμα κι αν το μεσημέρι είχαμε κανονικά μαγειρεμένη σάλτσα ή κρέας εγώ θα προτιμούσα την φρέσκια ντομάτα για το βράδυ). Νομίζω ότι αφαιρεί κάτι απ’ την αμαρτία των μακαρονιών, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά έχω την αίσθηση ότι διατροφικά είναι περίπου σαν να τρως χωριάτικη σαλάτα με μια γενναία παπάρα.

Ωστόσο τα μακαρόνια τα λατρεύω σε οποιαδήποτε άλλη μορφή και συνδυασμό (εκτός από παστίτσιο, απεχθάνομαι το παστίτσιο) και η γεμιστή εκδοχή τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να με αφήσει ασυγκίνητη. Το τορτελίνι στην Αθήνα είναι μια πονεμένη υπόθεση. Δεν θυμάμαι πότε τα πρωτοανακαλύψαμε ως οικογένεια, αλλά θυμάμαι την χαρά στις σπάνιες περιπτώσεις που έμπαιναν στο σπίτι, μαγειρεμένα με κρέμα και μπέικον, με κάμποσο τυρί από πάνω, κι αυτή τη στεγνή, ιδιόμορφη γέμιση (τυρί ή κρέας ή μανιτάρι, αυτές ήταν οι τρεις μοναδικές επιλογές) που έσκαγε καμιά φορά έξω απ’ το μακαρόνι, και κατέληγε στο πιάτο χύμα, σαν ξηρή τροφή της ΝΑΣΑ, κι ας ήταν πνιγμένο στην σάλτσα. Καταλαβαίνετε την λαχτάρα μου, όταν την πρώτη φορά που μπήκα σε Αγγλικό σουπερμάρκετ έπεσα πάνω σε ένα τεράστιο ψυγείο με φρέσκα μακαρόνια, όπου τα τορτελίνια και τα ραβιόλια βρίσκονταν σε προσφορά: £2.50 τα δυο πακέτα των τριακοσίων γραμμαρίων. Μεγάλα, μαλακά, γοητευτικά, με τεράστιες ποικιλίες σε γέμιση, δείτε πόσο λαχταριστά δείχνουν στην κατσαρόλα μου, και πείτε μου αν εσείς θα μπορούσατε ποτέ να επιστρέψετε στο ξερό και μαραμένο, αφυδατωμένο, μικρό, σαφρακιασμένο ελληνικό τορτελίνι:

DSC_0314

Δεν ξέρω αν στα έξι χρόνια που λείπω έχει μεσολαβήσει κάποια επανάσταση του γεμιστού μακαρονιού στην Αθήνα. Έχω την αίσθηση ότι κάπου έχει πάρει το μάτι μου τορτελίνια της προκοπής, και είμαι σίγουρη ότι λογικά κάπου θα μπορείτε να τα βρείτε, σε κάποιο ψαγμένο μαγαζί. Αν πέσετε πάνω τους μην αντισταθείτε. Ακόμα καλύτερα, επενδύστε σε κάποιο φτηνό gadget παρασκευής ζυμαρικών, και φτιάξτε τα δικά σας. Δεν το έχω κάνει ποτέ, γιατί δεν έχει παραστεί ανάγκη, αλλά αν επέστρεφα στην Αθήνα είναι δεδομένο ότι θα το έκανα συχνά και με μεγάλο κέφι (όλες οι συνταγές που έχω δει φαίνονται σχετικά απλές). Τα πρώτα χρόνια της τορτελινομανίας συνήθως επέλεγα να τα συνοδεύσω με μια απλή σάλτσα τυριού: σε μέτρια φωτιά λιώνουμε ένα κομμάτι βούτυρο και ένα κίτρινο τυρί της αρεσκείας μας (παραδοσιακά στην Αγγλία τσένταρ, αλλά οτιδήποτε άλλο κάνει, μου αρέσει ιδιαίτερα και το μπρι, κι ας μην είναι κίτρινο καθώς και οποιοδήποτε είδος μπλε τυριού –και μια συνετή μείξη αυτών λειτουργεί επίσης μια χαρά), κι όταν έχει εντελώς υγροποιηθεί το τυρί ρίχνουμε από πάνω μια κρέμα γάλακτος ανακατεύοντας καλά, και αφήνουμε να πάρει βράση για να δέσει. Λίγο φρεσκοτριμμένο πιπέρι και έτοιμο, ούτε αλάτι, ούτε τίποτα. Αυτή είναι η τυπική, παραδοσιακή μου συνταγή, που πάει καλά με τορτελίνι γεμιστό με τυρί, μπέικον ή κάτι καπνιστό. Για τορτελίνια με λιαστή ντομάτα, λαχανικά και μυρωδικά συνήθως θα προτιμήσω σάλτσα πέστο. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισα να φτιάξω τα τορτελίνια μου (με γέμιση σκόρδο και μυρωδικά) με έναν λίγο διαφορετικό και ελάχιστα πιο μπελαλίδικο τρόπο.

Η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη κάψα μου είχε περάσει, κι επίσης στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς μου μετακίνησαν τα φρέσκα μακαρόνια από ένα ψυγείο σε σχετικά εμφανές μέρος μόλις έμπαινες, σε έναν διάδρομο στο τέλος της αγοραστικής μου πορείας, οπότε είχα καιρό να ψωνίσω –όπως προείπα τείνω να περνάω φάσεις, κι αν κάτι το βαρεθώ και το εξαντλήσω ξεχνάω να επανέλθω. Τις προάλλες ωστόσο κάτι με παρακίνησε να τα αναζητήσω, κι έτσι βρέθηκα με δυο πακέτα έτοιμα να μαγειρευτούν στην υγεία μου. Η σάλτσα ροζουλί, η συνταγή της οποίας ακολουθεί –με καραμελωμένα κρεμμύδια και φρέσκα ντοματάκια–, βγήκε λίγο πιο πορτοκαλί απ’ όσο περίμενα, αλλά καθώς ήμουν αποφασισμένη να την ονομάσω έτσι όσο την εφεύρισκα στο μυαλό μου, δεν νιώθω πως έχω πολλά περιθώρια να το πάρω πίσω. Η δόση που ακολουθεί αρκεί για ένα πακέτο των τριακοσίων γραμμαρίων (ενδεχομένως φτάνει και για μισό κιλό), κι αν σταθεί πραγματικά αδύνατο να βρείτε φρέσκα τορτελίνια εικάζω ότι θα ταιριάζει πολύ καλά με ταλιατέλες –θέλει κάτι μαλακό και φλατ για να αναδειχθεί, δεν μου πάει καλά ως ιδέα με τα πιο al dente σπαγγέτι, φιογκάκια, τρυπητά και τα ρέστα.

DSC_0324 Συνέχεια

Advertisements

Ξέρω, ξέρω, ο τίτλος αγγίζει (χουφτώνει δηλαδή για τα καλά) το εντελώς σουρεάλ, αλλά βρέθηκα σε μεγάλη αμηχανία ως προς την ονοματοδοσία της αποψινής μου δημιουργίας. Αυτό το ψαρομπιφτέκι στ’ αγγλικά λέγεται fishcake, πιάστε το από ‘κει, ρίχτε μια ματιά και στην φωτογραφία, και οι συνειρμοί γίνονται αμέσως πολύ προφανείς. Κατοχυρώνω λοιπόν την ονομασία «μουρουνοκέικ» και «πατατοτουρτάκια» κι όπου το δείτε από ‘δω και στο εξής να ξέρετε ότι από μένα το ‘κλεψαν. DSC_0299 Η σημερινή σουρεαλιστική περιπέτεια ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό, στο σουπερμάρκετ, όταν στο ράφι με τις προσφορές είδα ένα λευκό, παχύ, φιλέτο ψαριού, η υφή του οποίου έμοιαζε κάτω απ’ το σελοφάν ενδιαφέρουσα, και σε πολύ ελκυστική τιμή (καθότι ήταν έτοιμο να λήξει). Το πήρα, γύρισα σπίτι, το έχωσα στην κατάψυξη και το ξέχασα. Το θυμήθηκα σήμερα το πρωί όταν ξύπνησα –άγνωστο γιατί– αποφασισμένη να φτιάξω fishsticks, οπότε και το έβγαλα να ξεπαγώσει. Δεν ξέρω τί πήγε στραβά στο ξεπάγωμα, ή ίσως το κακό έγινε όταν πήγα να βγάλω την πέτσα και να το κόψω σε λωρίδες, όπως και να ‘χει με κάποιο τρόπο στο τέλος κατέληξα με ένα ψάρι σε θραύσματα, που δεν μου άφησε άλλη επιλογή, από το να το μετατρέψω σε fishcake, χωρίς αυτή να είναι η αρχική μου πρόθεση. Παρεμπιπτόντως λίγο νωρίτερα είχα κοιτάξει στο λεξικό για να δω τί στο καλό είναι αυτό το «hake» που πήγα και ψώνισα –το βρήκα πολύ διασκεδαστικό όταν ανακάλυψα ότι σήμερα το μενού είχε… μουρούνα. Η μουρούνα είναι ένα είδος μπακαλιάρου, αρκετά λιπαρό ψάρι, από το οποίο φυσικά παράγεται το παλιό καλό μουρουνόλαδο, που στα χρόνια των παππούδων μας σίγουρα, κι ίσως και των γονιών μας χρησιμοποιούνταν ως δυναμωτικό, καθώς είναι πλούσιο σε Ω3 κι άλλα υγιεινά τσιτσιμπλίκια. Η δική μας γενιά ως επί τω πλείστον μάλλον το έχει γλιτώσει, και δεν μπορεί να καταλάβει την φρίκη, που περιγράφεται σε βιβλία εποχής, της υποχρεωτικής κατάποσής του. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ότι είχα επίγνωση. Είχα διαβάσει βέβαια σχετικές ιστορίες, αστείες και όχι, ούτε και θυμάμαι πια πού, αλλά ενώ είχα την αίσθηση ότι οφείλει να βρωμάει μια αδιόρατη ψαρίλα, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ την αληθινή έκταση που μπορεί να πάρει αυτή η μπόχα. Έμελε να το μάθω με τον πιο γελοίο τρόπο που (δεν) θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπου νους. Μερικά χρόνια πριν, ένα βράδυ αληθινής βαρεμάρας αποφάσισα να το ρίξω στον καλλωπισμό μπας και περάσει η ώρα –πράγμα σπάνιο, γιατί συνήθως βαριέμαι το beauté σαν την αμαρτία. Αφού έκανα στο πρόσωπό μου ό,τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα στο ανυπεράσπιστο πρόσωπό της, βρέθηκα να χρειάζομαι baby oil, ή κάτι παρεμφερές, και έντρομη ανακάλυψα ότι δεν είχα τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο. Έψαξα από ‘δω, κοίταξα από ‘κει· τίποτα. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα να κατέβω στην κουζίνα να πάρω ελαιόλαδο, αντ’ αυτού μου ήρθε μια συγκλονιστική κι ανεπανάληπτη έμπνευση, η ψυχαναλυτική προέλευση της οποίας παραμένει άγνωστη. Ενθυμούμενη, λοιπόν, ότι μέσα στο συρτάρι έχω ένα μπουκάλι με χάπια Ω3 (fish-oil έγραφε το κουτί, ούτε και ξέρω πού το είχα βρει, σίγουρα δεν το είχα αγοράσει μόνη μου, κάποιος μου το κληροδότησε), και παρατηρώντας ότι το χάπι ήταν ουσιαστικά μια ζελατινοειδής αμπούλα γεμάτη με υγρό –ΛΑΔΙ!– βρήκα απολύτως φυσιολογική και λογική την ιδέα του να τρυπήσω μια αμπούλα και να χρησιμοποιήσω το περιεχόμενό της για να τρίψω την μούρη μου μ’ αυτό. Και εννοείται έκανα την ιδέα μου πράξη μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Τρύπησα το χάπι μ’ ένα ψαλιδάκι, άδειασα το λάδι σ’ ένα μπαμπάκι και άρχισα να το απλώνω στα μούτρα μου με τέτοια ταχύτητα, που όταν η ψαρομπόχα με χτύπησε στη μύτη ήταν ήδη πολύ, πολύ, ΠΟΛΥ αργά. Ψαροβρωμούσα μουρουνόλαδο για δυο-τρεις μέρες, παρά τα απανωτά πλυσίματα. Και το γεγονός ότι το πρόσωπό μου έλαμπε από υγεία και σφριγιλότητα (μια χαρά δουλειά έκανε το μουρουνόλαδο δηλαδή) δεν ήταν παρηγορητικό ούτε στο ελάχιστο. Και πάλι καλά να λέω. Το ψαλιδάκι μου βρωμούσε περίπου ένα χρόνο, κι ας το ‘βαλα και στην χλωρίνη. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, όπως καταλαβαίνετε, μόλις συνειδητοποίησα τί ψάρι είχα αγοράσει, θορυβήθηκα λιγάκι, ωστόσο δεν παρουσιάστηκε κάποιο οσμικό πρόβλημα, και το μουρουνοκέικ βγήκε πολύ πετυχημένο. Αν δεν με πιστεύετε θα σας δώσω τη συνταγή. Είναι εύκολη, απλή και γρήγορη (επίσης μπορείτε να αντικαταστήσετε την μουρούνα με μπακαλιάρο, ή μια μίξη μπακαλιάρου, και φρέσκου τόνου και σολομού –αλλά μην επιχειρήσετε να το κάνετε μόνο με τόνο ή μόνο με σολομό, θα παραγίνει βαρύ). Είναι νόστιμο και φαντάζομαι πως είναι ένας ωραίος τρόπος για να ταΐσετε το ψάρι σε δύσκολα παιδιά.

Συνέχεια