Tag Archive: Πολιτική


Δεν έχω διάθεση. Μετά απ’ το τελευταίο εκτός εαυτού κι υπερβολικό, πύρινο κείμενό μου τα πάντα μου φαίνεται ότι απλά επαναλαμβάνονται. Απ’ όσα θα μπορούσα να γράψω όλα έχουν ήδη ειπωθεί, τα αντεπιχειρήματα έχουν διατυπωθεί, αντεπιχειρήματα επί αντεπιχειρημάτων έχουν συζητηθεί, και οι περισσότερες συνομιλίες έχουν λήξει με τον καθένα να φεύγει κουβαλώντας την ίδια άποψη μ’ αυτή που είχε όταν ήρθε στην κουβέντα. Περίεργη αυτή η εποχή που ούτε σάλιο χαλάς για να καυγαδίσεις, ούτε μελάνι. Ίσως αυτή η φτήνια φταίει που κανένας διάλογος δεν καταλήγει πουθενά. Δεν ξέρω τί νόημα θα είχε να γράψω για την επικαιρότητα. Τόσος κόσμος γράφει, ακριβώς την άποψή μου ή ακριβώς την αντίθετη και εγώ δεν βλέπω τί έχω να προσθέσω στην κουβέντα. Παλιά πίστευα ότι ακόμα κι αν ένας άνθρωπος μπορεί να δει τα πράγματα λιγάκι αλλιώς διαβάζοντάς με, όχι ν’ ασπαστεί ολόψυχα την άποψή μου, απλά να σκεφτεί ένα κλικ πιο πέρα, τότε άξιζε τον κόπο να γράψω το κείμενο. Σήμερα βλέπω ότι κανείς δεν επηρεάζεται από κανέναν, τουλάχιστον όχι με θετικό τρόπο. Όσοι ήδη συμφωνούσαν μαζί μου θα μου κάνουν like και οι υπόλοιποι θ’ αδιαφορήσουν. Το τεστάρω καθημερινά σε μικρότερη κλίμακα στο Facebook, και νομίζω πως έχω καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα με σχετική ασφάλεια. Δεν νομίζω ότι έχω δει ποτέ σε όλη την ζωή μου τέτοια επίπεδα πόλωσης στην ελληνική κοινωνία. Και με τρομάζει το γεγονός ότι είναι πιθανό να είμαι κι εγώ εξίσου πολωμένη με όλους τους υπόλοιπους.

Έστω, είμαι. Είμαι εντελώς πολωμένη σε μια κατά της βίας, της καφρίλας και του τραμπουκισμού άποψη. Δεν γουστάρω σινεμά να καίγονται και δεν γουστάρω καλλιτέχνες να γιαουρτώνονται, διάολε, δεν γουστάρω να γιαουρτώνεται κανένας. Και όχι μόνο δεν ψάχνω να βρω εξηγήσεις για το πώς και γιατί έφτασε ο κατατρεγμένος μας λαός να πιστεύει ότι τα γιαούρτια είναι η απάντηση σε όλα του τα προβλήματα, αλλά αξιωματικά δεν δέχομαι την άποψη κανενός που το κάνει. Πιστεύω ότι η αναζήτηση των αιτίων είναι δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος. Ο ενεργός πολίτης του παρόντος οφείλει να υψώσει το ανάστημά του απέναντι σ’ αυτή την φασιστική δικτατορία της πλέμπας και να αρνηθεί κάθε συζήτηση στην οποία πλασματικά δημιουργείται έστω και η εντύπωση δίκαιας αντίδρασης εκ μέρους των χουλιγκάνων. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτή η άποψη των συνανθρώπων μου μού δημιουργεί θλίψη. Απόγνωση δηλαδή. Κανένας κοινός τόπος. Ακόμα και το «ναι μεν, αλλά…»· κυρίως το «ναι μεν, αλλά…». Γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στην Lifo: «Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να πάρω απαραίτητα το μέρος του τραγουδιστή ή του αγριεμένου πλήθους. Διότι αυτό ήδη επιτείνει την ατμόσφαιρα της αρένας, που γίνεται ολοένα πιο πολεμοχαρής. Και διότι αυτός ο πόλεμος που πάει να ξεσπάσει είναι τυφλός και οι περισσότεροι δεν ξέρουν ακόμα ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός τους. Συλλήβδην επιτίθενται σε όποιον τους πλησιάζει χωρίς μονοσήμαντα λόγια και οικείες κραυγές. Πολλοί πάνε από φίλια πυρά. Τσαλαβουτάμε στη σύγχυση. Και όλα τα σύμβολα του παλιού κόσμου είναι ένοχα μέχρι να αποδείξουν ότι είναι αθώα». Δεν θα εξετάσω τους λόγους που οδηγούν τον κύριο Τσαγκαρουσιάνο να ασπαστεί τη συγκεκριμένη άποψη, μολονότι θεωρώ ότι είναι λιγότερο ιδεολογικοί και περισσότερο συμφεροντολογικοί. Η άποψη αυτή καθ’ αυτή όμως είναι το λιγότερο χυδαία. Λυπάμαι κύριε Εκδότα. Σε μια τέτοια περίπτωση οφείλετε να λάβετε θέση. Ο καθένας οφείλει να λάβει θέση ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα κονταροχτυπηθεί με μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα το χάσει. Διαφορετικά απλά ας μην το αγγίξει το θέμα.

Συνέχεια

Advertisements

Απ’ το πρωί τσακώνομαι. Όχι πως είναι κάτι καινούριο, έχω τον καυγά στο αίμα μου, αλλά είναι οπωσδήποτε κάτι το εξαιρετικά ψυχοφθόρο. Το πιο ψυχοφθόρο απ’ όλα είναι όταν ο καυγάς δεν οδηγεί πουθενά. Η κάθε μεριά παπαγαλίζει το δίκιο που της έμαθαν (ενδεχομένως κι εγώ αυτό να κάνω, δεν ξέρω, δεν θέλω να το πιστεύω για τον εαυτό μου και αν είναι έτσι λυπάμαι πολύ) και τα εκατέρωθεν επιχειρήματα πέφτουν σαν τζούφια βόλια, ακόμα κι αν είναι αντικειμενικώς απολύτως σωστά. Ο σημερινός μου καυγάς είχε να κάνει με το –κατά την κρίση μου– τραγικό κι απαράδεκτα ανιστόρητο σύνθημα «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Κάθε φορά που το βλέπω να ξεπροβάλει στο newsfeed μου, δεν θα το κρύψω, μου γυρίζουν τ’ άντερα. Αυτή τη φορά δεν άντεξα και σχολίασα: «Ορθώς. Όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε τελείωσε το 1974». Και έτσι ξεκίνησε ο καυγάς. Ο διαλεκτικός μου αντίπαλος ισχυρίστηκε πως πρόκειται για «ποιητική αδεία» και «σημασία έχει το νόημα του συνθήματος». Εγώ παρατήρησα ότι «η ποιητική αδεία σου επιτρέπει κάποιες παραχωρήσεις σε σχέση με τη γλώσσα (γραμματολογικά, συντακτικά, λεξιλογικά), δεν σου επιτρέπει να χρησιμοποιείς λανθασμένα στοιχεία. Όταν χρησιμοποιείς λανθασμένα στοιχεία αναιρείς το επιχείρημά σου. Γιατί ναι, το νόημα μετράει ΠΑΝΤΑ, και το νόημα της φράσης αυτής είναι ότι η Χούντα δεν τελείωσε το 1973 γιατί πράγματι τελείωσε το 1974». Από γλωσσολογικής-σημασιολογικής απόψεως το επιχείρημά μου ήταν αδιάσειστο, και από ηθικής απόψεως δεν νομίζω ότι κανείς με τα σωστά του θα μπορούσε να το αποκαλέσει σόφισμα. Βλέπετε πού πάει το πράγμα.

Ο ισχυρισμός της απέναντι πλευράς ήταν πως «οι χούντες δεν είναι μόνο στρατιωτικές» και εν ολίγοις η τρέχουσα κατάσταση που ζούμε συνιστά «έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας». Δεν παρέλειψα να τονίσω ότι υπάρχει μια προφανής σύγχυση των όρων και της ιστορικής κατανόησης, δεδομένου ότι σε καθεστώς «έλλειψης δημοκρατίας» ο ίδιος δεν θα ήταν σε θέση ούτε να ονειρευτεί να το διατυπώσει δημόσια. Προσοχή, δεν είπα ότι η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι άθλια. Δεν είπα ότι δεν έχει γίνει δύσκολη έως αβάσταχτη η καθημερινότητα των Ελλήνων. Δεν είπα πως δεν υπάρχει λόγος να εξοργιζόμαστε με τη γελοιότητα της ελληνικής πολιτικής σκηνής –τον τελευταίο μήνα περισσότερο από ποτέ. Το μόνο που είπα είναι ότι «έχουμε χάσει την αίσθηση της γλώσσας, του νοήματος και του ειδικού βάρους που κουβαλάνε κάποιοι όροι, κι έτσι τους χρησιμοποιούμε αβέρτα και ανεύθυνα χωρίς καμιά μέριμνα για τις συνέπειες». Μπορεί κανείς και πρέπει να αντιδράσει στα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας. Αλλά για να το κάνει αυτό πρέπει να έχει συναίσθηση του τί λέει και τί ζητάει. Αν σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει αντικειμενικό έλλειμμα δημοκρατίας βγαίνεις στο δρόμο και ζητάς δημοκρατία δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα. Φυσικά αυτό το αίτημα είναι πολύ πιο χρήσιμο για τους κομματοπατέρες και τις κομματομητέρες της ελληνικής αριστεράς, καθώς τί κλάκα να μαζέψεις σε μια συγκέντρωση που θα ζητά αξιοκρατία, ισονομία και πολιτικό ρεαλισμό;

Συνέχεια

Προβληματίζομαι. Δεν ξέρω πώς ν’ αντιδράσω στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μαζεύω τριγύρω πληροφορίες. Όλες αντικρουόμενες, όλες «βαφτισμένες». Αυτοί είναι αναρχικοί, αυτοί είναι καθεστωτικοί, αυτοί είναι μπάχαλοι, αυτοί είναι προδότες. Και αυτοί κι εκείνοι μου φαίνεται να έχουν μια μερίδα δίκιου. Άντε βγάλε άκρη δηλαδή. Καταλαβαίνω την απελπισία και τον πανικό. Δεν είναι σωστοί σύμβουλοι, αλλά όταν πάρουν το πάνω χέρι δεν έχει πια σημασία η ορθότητα. Με κάποια πράγματα όμως εκνευρίζομαι. Εκνευρίζομαι άσχημα με τον αναίσθητο και αναίσχυντο λαϊκισμό, κυρίως όταν προέρχεται από στόματα που (πιστεύω πως) δεν έχει καταλάβει η απελπισία κι ο πανικός, ούτε καν η οργή. Θυμώνω όταν ανιχνεύω δόλια σκοπιμότητα, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. Όταν γράφεις ή μιλάς, σε εφημερίδες, ίντερνετ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, έχεις υποχρεωτικά κάποια ευθύνη απέναντι στο κοινό που σε ακούει, και που δεν είναι –δυστυχώς– εκπαιδευμένο να ανιχνεύει ούτε καν την υπερβολή· που ξέρουμε από πείρα χρόνων στη θεωρία των media ότι άγεται και φέρεται από λαϊκιστικές και εθνικιστικές κορώνες. Όταν η μάζα είναι βυθισμένη στην απόγνωση το πιο εύκολο πράγμα είναι να την χειραγωγήσεις –είτε από σκοπιμότητα, είτε από βλακεία. Το πιο δύσκολο είναι να την διαφωτίσεις, να βάλεις τα πράγματα σε προοπτική και να δώσεις κατευθυντήριες οδηγίες προς την έξοδο απ’ την (ηθική και κοινωνική κυρίως, ίσως και ψυχολογική) κρίση.

Ξέρουμε από καιρό ότι το θέμα «παρέλαση» είναι ένα θέμα που καίει στην σύγχρονη Ελλάδα. Η προσωπική μου άποψη είναι πως αυτή η θεσμοθετημένη εθνική φιέστα έπρεπε να έχει πάψει να υφίσταται μετά τη δικτατορία. Το θέαμα μαθητών δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, παραταγμένων σαν φασιστικές νεολαίες με συντονισμένο βήμα και τεντωμένη πλάτη μου προκαλεί ανατριχίλες. Το θέαμα αγημάτων και στρατιωτικών αρμάτων στους δρόμους της πόλης μου φέρνει εμετό. Η απόδοση τιμών σε ανθρώπους που δεν τις αξίζουν (όχι απαραίτητα γιατί είναι εθνικοί μειοδότες, αλλά γιατί αντικειμενικά δεν σχετίζονται με τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο εορτασμός) είναι μια υπερφίαλη βλακεία. Η Ελληνική σημαία ως αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε αριστούχους αλλοδαπούς μαθητές και εθνικογελοίους του συνοικιακού περίγυρου είναι ένα σκεπτικό που δεν το αντιλαμβάνομαι καθόλου. Αυτά λοιπόν ήταν τα δεδομένα μας για τις επετειακές παρελάσεις μέχρι τώρα. Στον φετινό εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου προστέθηκαν κι άλλα αντικείμενα λογομαχίας. Μούντζες, προσβολές, ταραχές· η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι κι απαξίωση. Ένας συρφετός σε απόγνωση. Μακάρι να μπορούσα να πω πως δεν καταλαβαίνω. Αυτή η μανιασμένη απόγνωση σκάβει μέρα με τη μέρα τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος και απειλεί να καταβροχθίσει την κοινωνική ειρήνη· και την κοινωνική συνοχή, που είναι το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να διασφαλίσει την μελλοντική –και δεν μιλάμε για το άμεσο μέλλον– έξοδο απ’ την κρίση.

Ο κόσμος είναι εξαγριωμένος, και κάποιοι επιμένουν πως καλά κάνει. Εγώ λέω ότι ο κόσμος έχει χάσει την προοπτική και το μέτρο σύγκρισης, και δεν θυμώνω με τον κόσμο, αλλά εξοργίζομαι μ’ αυτούς που καθημερινά ρίχνουν λάδι στη φωτιά ως μη όφειλαν. Στην Ελληνοφρένεια της 28ης Οκτωβρίου άκουσα έναν ψύχραιμο και χαλαρό Καλαμούκη να παρατηρεί στοχαστικά «Μου φαίνεται πιο ήρεμο το 1940 από το 2011». Πάτησα παύση και rewind. Έβαλα να το ξανακούσω. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Πώς μπορείς να βγαίνεις σε μια εκπομπή τεράστιας ακροαματικότητας και να ξεστομίζεις μια τέτοια –και άλλες τέτοιες– κατάφωρη, λαϊκίστικη υπερβολή χωρίς να κοκκινίζεις; Καθημερινά φτάνουν ως εδώ κραυγές για τη φτώχεια, την εξαθλίωση των σύγχρονων Ελλήνων, για παιδιά που (δεν) λιποθυμούν από πείνα στους Αμπελόκηπους και συνταξιούχους που πεθαίνουν χωρίς φάρμακα. Δεν επιχειρώ να ισχυριστώ ότι η κατάσταση είναι ιδανική, θα ήμουν παράλογη, αφελής ή τρελή. Βρισκόμαστε στην χειρότερη φάση της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας και αυτό είναι εμφανές. Αλλά ας κρατήσουμε τουλάχιστον τα προσχήματα.

Συνέχεια

Εδώ και πολύ καιρό δεν ξέρω τί να γράψω. Θέλω να συνεισφέρω και νιώθω πως δεν μπορώ. Ό,τι έχω να προσφέρω είναι λόγια, κι από λόγια ο κόσμος είναι χορτάτος. Βιώνω την ελληνική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του Facebook. Όλα με φτάνουν μαζικά, σωρηδόν αλλά και φιλτραρισμένα, σχολιασμένα, μασημένα ήδη. Κάποιες στιγμές φοβάμαι ότι η μόνη γνώμη που έχω είναι η γνώμη των άλλων. Απ’ την άλλη ξέρω ότι υπήρξα ανέκαθεν άνθρωπος με πολύ στιβαρή άποψη. Έτσι κι αλλιώς με τον περισσότερο κόσμο μονίμως διαφωνώ∙ είτε επί της ουσίας είτε επί της μεθοδολογίας. Νιώθω ξένη σε πράγματα που θα έπρεπε να είναι δικά μου. Και ταυτόχρονα, ενώ είμαι πολύ μακριά όλα με φτάνουν, μ’ αγγίζουν και με πονάνε. Αυτή η καθημερινότητα που δεν την βιώνω είναι η καθημερινότητά μου. Την ίδια στιγμή βλέπω τα πάντα σαν εξωτερικός παρατηρητής. Ίσως αυτό μου εξασφαλίζει μια πιο αντικειμενική ματιά της πραγματικότητας, ίσως απλώς μ’ αλλοτριώνει, και γι’ αυτό –επειδή νιώθω ευθύνη γι’ αυτά που διατυπώνω– έχω επιλέξει μέχρι τώρα να σιωπώ. Σιωπώ ακόμα γιατί δεν έχω πρόταση∙ δεν έχω τη λύση, νιώθω μικρή κι ανίκανη να συμμετέχω. Να υιοθετήσω έτοιμες απόψεις δεν το μπορώ∙ και δεν έχω ακούσει ούτε μια απ’ τις υπάρχουσες «προτάσεις» που να την θεωρώ εφαρμόσιμη ή έστω βιώσιμη ή έστω οριακά λογική. Δεν είμαι οικονομολόγος, δεν είμαι πολιτική επιστήμων και δεν πιστεύω ότι ο καθένας δικαιούται να διαφημίζει τη γνώμη του για πράγματα που δεν γνωρίζει και δεν κατανοεί. Έχω όμως δυο πτυχία ανθρωπιστικών επιστημών, και νομίζω ότι μπορώ –και θέλω– να μιλήσω για τον άνθρωπο. Κι ας είναι αυτή η συνεισφορά μου, το λιθαράκι για να χτιστεί κάτι κι όχι η πέτρα που θα τσακίσει –τζάμια, κεφάλια, ζωές, μια κοινωνία ολόκληρη.

Πριν από μερικά χρόνια παρακολούθησα στο θέατρο Τζένη Καρέζη την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, παρουσία του συγγραφέα, ανεβασμένη από τα μέλη της Κοινωνικής Επανένταξης του ΚΕ.ΘΕ.Α Εν Δράσει (είχα και τότε γράψει σχετικά, διαβάστε εδώ). Η παράσταση ήταν απολύτως καθηλωτική για δυο λόγους. Καταρχάς γιατί μιλούσε για την Ελλάδα των γονιών και των παππούδων μας, μια Ελλάδα που θέλαμε να πιστεύουμε ότι την είχαμε αφήσει για πάντα πίσω μας. Για τις εποχές της άμετρης φτώχειας, της ξενιτιάς, της απελπισίας∙ για μια κόλαση επί της γης που όμως αποτελεί μια βουβή πτυχή της εθνικής μας ιστορίας. Δεύτερον γιατί στην παράσταση συμμετείχαν όχι επαγγελματίες ή ερασιτέχνες φιλότεχνοι ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι που πήγαν στην κόλαση, την είδαν να ζωγραφίζεται ανεξίτηλα στο πετσί τους κι επέστρεψαν ζωντανοί για να πουν την ιστορία τους. Και την ιστορία τους την είπαν μέσα απ’ το έργο του Καμπανέλλη, όχι με τις υποκριτικές τους ικανότητες, αλλά με το σώμα τους που κουβαλούσε όλα τα χρόνια, όλα τα σημάδια, όλες τις πληγές και τα εξέθετε εκεί, μπροστά στα μάτια μας∙ στα μάτια ενός κοινού που είχε προσπεράσει αυτή την εποχή και δεν κοιτούσε πια πίσω. Και ύστερα η εποχή έκανε κύκλο και δείχνει τώρα να μας την έχει στημένη στη γωνία, έτοιμη να μας ξαναβυθίσει στην ίδια απελπισία, απόγνωση και μιζέρια που οι γονείς και οι παππούδες μας νόμισαν ότι είχαν αποχαιρετίσει για πάντα.

Πώς αντιμετωπίζεται ένα τόσο θλιβερό πισωγύρισμα; Πώς παρηγορείται ο γέροντας που στα χρόνια του εκείνα που τα λεν τα ήσυχα δεν μπορεί να βρει αναπαμό; Ο μεσήλικας που όλη του τη ζωή πάλεψε για την εξασφάλιση του παιδιού του και τώρα βλέπει ένα μαύρο σύννεφο που απειλεί να μας καταπιεί όλους; Πώς παρηγορείται ο νέος που του υποσχέθηκαν αναγνώριση, καταξίωση, εξασφάλιση κι ένα καλό αύριο και τώρα βλέπει κόπους, σπουδές, θυσίες, χρόνια να έχουν πάει χαμένα; Μα δεν παρηγορείσαι. Η παρηγοριές είναι άλλωστε για τα μικρά παιδιά. Δεν παρηγορείσαι λοιπόν∙ αγανακτείς. Έτσι «μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια» βράζει η αγανάκτηση στο κέντρο της Αθήνας και των άλλων πόλεων. Αγανάκτηση: ο θυμός που ξεχείλισε κι έγινε ποτάμι∙ και το χειμαρρώδες ποτάμι δεν μπορεί παρά να πνίξει κάποιον ή κάποιους. Να καταστρέψει. Θα μου πείτε να καταστρέψει τί; Τα ήδη διαλυμένα; Τα ερείπια; Δεν έχω απάντηση. Δεν έχω πρόταση. Αυτό που ξέρω είναι ότι μπροστά πας μόνο θέλοντας να χτίσεις∙ και τα θυμωμένα ποτάμια δεν χτίζουν. Ζούμε τις πιο σκοτεινές στιγμές της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας. Οι δικαιολογίες τελείωσαν, τα ψέματα ξεσκεπάστηκαν, οι προφάσεις δεν πείθουν πια κανέναν. Πώς μπορούμε να μετουσιώσουμε την οργή σε έργο; Ρωτάω, δεν έχω την απάντηση. Αλλά πιστεύω ότι ρωτάω τη σωστή ερώτηση. Στα δύσκολα πρέπει να κρατάς γερά. Να κρατάς την ακεραιότητά σου, τη συνοχή σου, να είσαι ολόκληρος για να μπορείς να αξιολογήσεις, να κρίνεις και να δώσεις. Και σε κάποιο βαθμό να κάνεις και την αυτοκριτική σου.

Συνέχεια

Η «Νύχτα των Κρυστάλλων», η οποία  ήταν κατά πολλούς η απαρχή του Ολοκαυτώματος, ξεκίνησε με άλλοθι τη δολοφονία του γραμματέα της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι, Ερνστ Φον Ρατ, και εξελίχθηκε το βράδυ της 9ης προς την 10η Νοεμβρίου του 1938. Τα επίσημα κρατικά μέσα και τα όργανα του Ναζιστικού κόμματος υποκίνησαν το πογκρόμ που είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν περιουσίες και χώροι λατρείας που ανήκαν σε Εβραίους σε ολόκληρη την Γερμανία και την Αυστρία. Άγνωστος παραμένει ακόμα ο αριθμός των ατόμων που βρήκαν το θάνατο όσο κράτησε η αναταραχή. Η νύχτα πήρε το όνομα της από τα κομματιασμένα γυαλιά που βρίσκονταν παντού στους δρόμους από τις σπασμένες βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων.

Τί συμβαίνει στην Αθήνα; Τί έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα; Διαβάζω στο newstoday.gr: «Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τους 13 αλλοδαπούς που έχουν καταγραφεί ως τραυματίες, αρκετοί άλλοι έχουν τραυματιστεί ή προπηλακιστεί, ενώ παράλληλα έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα φόβου» (Εάλω η πόλη, 12.05.2011). Δεν μπορώ να μην δω το προφανές. Έχουμε κάνει μεταβολή και κατευθυνόμαστε προς άλλες εποχές, που θα θέλαμε να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, όμως να τες εδώ, με όλη την αγριότητα που κουβαλάει η ιστορία τους να μας δείχνουν τα δόντια. Δεν θα είχα φανταστεί ποτέ ότι μέσα στην δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα η άσφαλτος της Αθήνας θα διψούσε για αίμα. Ότι άνθρωποι θα σφάζονταν για κανέναν λόγο στο δρόμο, ότι άνθρωποι θα εκτελούνταν από τις αρχές που συνταγματικά υπάρχουν για να μας προστατεύουν. Και κυρίως δεν θα είχα φανταστεί ποτέ ότι η αντίδραση σε αυτά τα επαίσχυντα περιστατικά θα ήταν περισσότερη βία, περισσότερο αίμα, περισσότερη απελπισία. Μιλάω με γνωστούς μου, συγγενείς και φίλους∙ οι αντιδράσεις τους καλύπτουν όλο το φάσμα των αντιδράσεων που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η ψυχραιμία έχει εγκαταλείψει το καράβι∙ κοντεύει να θεσμοθετηθεί ο νόμος της ζούγκλας. Ρώτησα εχθές κάποιον στο τηλέφωνο: «Γιατί δεν μπορείς απλά να πεις ότι δυο καθάρματα άνθρωποι δολοφόνησαν έναν άνθρωπο; Γιατί πρέπει να πεις δυο αλλοδαποί σκότωσαν έναν Έλληνα;». Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι αμέσως μόλις διατυπώσεις έτσι την πρόταση ξεκινάς πογκρόμ, ξεκινάς εκκαθαρίσεις, πιάνεις το γαϊτανάκι της τυφλής βίας: όταν ανοίξει αυτός ο κύκλος δεν κάνει διακρίσεις, παίρνει παραμάζωμα ό,τι βρει μπροστά του. Διάβασα στην Καθημερινή πως «η σφαγή του Έλληνα οικογενειάρχη Μανώλη Καντάρη στο κέντρο των Αθηνών από τρεις άγνωστους ληστές δεν είναι ένα απλό αστυνομικό συμβάν. […] Είναι πολιτισμικά σημαντική γιατί δείχνει σε ποιο βαθμό η εισαγόμενη εγκληματικότητα έχει «αναβαθμίσει» σε αγριότητα την πάντα υπάρχουσα γηγενή, καθώς, εδώ στις συνοικίες μας, συνωστίζονται άνθρωποι ξένοι για τους οποίους –λόγω των καταβολών και των αιματηρών εμπειριών στις πατρίδες τους– η ανθρώπινη ζωή δεν έχει αξία» (Μιχάλης Ν. Κατσίγερας, Εκτός πολιτεύματος 11.05.2011).

Πέραν του ότι η πολιτισμική ανάλυση του Κατσίγερα είναι μια αστήρικτη γενίκευση (καταρχάς εντελώς αντικειμενικά δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία σχετικά με την καταγωγή των δραστών), είναι και εντελώς επικίνδυνη. Τραβάει τόσο βίαια τη γραμμή ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους» που το αποτέλεσμα μόνο τραγικό μπορεί να είναι. Πρόκειται απλά και ουσιαστικά για μια ρητορική φιοριτούρα που μας χαϊδεύει τ’ αυτιά, ναρκώνει το σοκ και τον πόνο για ένα ειδεχθές έγκλημα του ποινικού, και καταλαγιάζει τη ναυτία που προκαλεί η στυγερότητα της δολοφονίας αποδίδοντας της ιδεολογικό χρώμα. Μεταφράζεται ως εξής: «Είναι κάτι το ξένο, κάτι το «άλλο» η βία αυτή, από αλλού εκπορεύεται και δεν μας αφορά παρά μόνο ως απειλή». Την απειλή μπορείς να την αντιμετωπίσεις, να οπλιστείς απέναντί της. Την πραγματικότητα δύσκολα. Μια ημέρα ύστερα απ’ αυτό το φριχτό περιστατικό, στο κέντρο της Αθήνας, τρεις ή πέντε –ή δεν ξέρω πόσοι και αρνούμαι να δω τα σχετικά βίντεο– Έλληνες, χωρίς σκοτεινές καταβολές και αιματηρές εμπειρίες, χτυπούσαν στο κεφάλι έναν άνθρωπο πεσμένο στο χώμα με γκλομπ και ασπίδες∙ χτυπούσαν για να σκοτώσουν, και ίσως τα κατάφεραν. Τους προκάλεσαν; Εκτελούσαν εντολές; Ήταν ψυχικά διαταραγμένοι; Δεν με αφορά. Ξέρω ότι γι’ αυτή την ανίερη «εξίσωση» μπορεί να πυροβοληθώ. Όμως για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα –γιατί αυτή την εποχή διαβάζουμε τα πάντα με θολωμένο μυαλό και βγάζουμε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν απ’ τα στοιχεία– αυτό που λέω είναι ότι θεωρώ ταυτόσημο το έγκλημα στην 3η Σεπτεμβρίου και το έγκλημα που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της πορείας την Τετάρτη. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να δω, γιατί αρνούμαι να δω εθνικότητα και χρώμα στο έγκλημα. Σκέφτομαι διαρκώς: αυτοί οι άνθρωποι –όλοι αυτοί οι άνθρωποι– πώς γύρισαν σπίτι τους το βράδυ; Πώς επέστρεψαν στις γυναίκες, στα παιδιά, στις οικογένειές τους εκείνο το βράδυ. Έφαγαν φαγητό; Είδαν τηλεόραση; Κοιμήθηκαν; Κοιμούνται; Πώς μπορείς να κοιμάσαι όταν έχεις τα χέρια σου βαμμένα με αίμα, και μάλιστα αίμα ανυπεράσπιστου κι αθώου ανθρώπου; Συνέχεια

Προσοχή: το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα άρθρο αυστηρώς γνώμης και μόνο ως τέτοιο πρέπει να διαβαστεί.

«Ο Λαός της Νέας Δημοκρατίας είναι σοκαρισμένος απ’ το αποτέλεσμα»· πρόκειται για τα λόγια μέλους της απερχόμενης κυβέρνησης το βράδυ της 4ης Οκτωβρίου 2009. Στο πνεύμα αυτό οι δηλώσεις των Νεοδημοκρατών προσκεκλημένων σε πάνελ και παράθυρα καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας κατέληγαν στο ότι «πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να παρηγορήσουμε τους ανθρώπους μας». Για μένα η –πολιτική– αυτή στάση είναι που συνοψίζει το παθητικό της κρατούσας Δεξιάς παράταξης. Το ότι φαίνεται δηλαδή για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας πως υπάρχει στη χώρα ο «λαός» τους, κι όλος ο υπόλοιπος λαός, με αποτέλεσμα το ύφος, το ήθος και εμπράκτως η τοποθέτηση της Δεξιάς να κινούνται μεθοριακά της πόλωσης και γνώριμων μετεμφυλιακών κλισέ –εν έτει 2009.

Συνέχεια


Co-operation and care amongst the people of the Balkan peninsular is feasible, despite the enmity that often occurs between our similar and contradictive cultures. When there is no political interference, such as in the case of art or academics, the amalgam coming out of the “melting pot” is strong as steel, valuable as gold.

The history and current situation in the Balkans often seems to be disheartening for future association and discouraging for potential fellowship between the peoples of the area. Yet, several movements take place, which are most of the times not widely covered by the mass media, still their results are inspirational for the generations to come. Such a move in the field of intercommunication and journalism is the Balkan Forum of Communication, that was organised in the town of Cavalla, on July 2006. Academics, journalists and students from six Balkan countries, with plenty of unsolved political problems between them, are the participants of this experimental initiative.

Συνέχεια

Δεν πάει πολύ καιρός που αρχίσαμε να πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε πράξη την ελληνοτουρκική φιλία. Μετά από αιώνες συγκρούσεων, φαίνεται ότι οι λαοί των δυο χώρων είναι διατεθειμένοι να κάνουν ειρήνη, να υποστηρίξουν από κοινού τα συμφέροντα τους. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει η πολιτική ηγεσία, με υποσχέσεις συνεργασίας και αλληλοβοήθειας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως, ότι οι δύο μας χώρες, στις δυο άκρες του Αιγαίου, έχουν πολλά να χωρίσουν και μεγάλη ιστορία που τις συνδέει έτσι ώστε το διάβημα αυτό να γίνεται δύσκολο, ενίοτε και ουτοπικό. Ίσως όμως η δική μας εποχή, η εποχή της παγκοσμιοποίησης να είναι η καλύτερη  ευκαιρία για συζήτηση και συναίνεση.

Ο διάλογος για την ελληνοτουρκική φιλία δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Εμπνευστές της, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ισμέτ Ινονού το 1930 με το «Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας», ασφαλώς ωθούμενοι από τα ιστορικά γεγονότα και την διεθνή πίεση. Την εποχή εκείνη όμως, θα ήταν αφελές αν περίμενε κανείς να εδραιωθεί η φιλία των δυο λαών, ενόσω όλες οι πληγές από την μικρασιατική καταστροφή και την συνεχή τριβή μεταξύ των δυο χωρών μας, ήταν ανοιχτές και έχασκαν, υπενθυμίζοντας και στις δυο πλευρές μια πραγματικότητα πολύ επώδυνη. Επιπλέον το διεθνές κλίμα δεν ευνοούσε προσπάθειες προσέγγισης, οι κοινωνίες ήταν κλειστοφοβικές και αποκομμένες η μια από την άλλη, αδύνατο σε δυο προαιώνιους εχθρούς να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα την συμβίωση τους στον ίδιο, ζωτικό, χώρο της Μεσογείου.

Συνέχεια


«Γιατί να σου ξαναμιλήσω, εσύ δεν θάπαιρνες χαμπάρι. Δεν είσαι καν γέρος κι αλήτης. Ούτε όταν ωρυόμουν “Μην πατάτε τις κάλτσες σας, είναι φρικτό αυτό που κάνετε”, κατάλαβες τίποτα. Απλώς κοίταζες ενστικτωδώς τα πόδια σου, έμπλεκες το λογικό κεφάλι σου με δαύτα, μπλεκόσουν και συνήθως έπεφτες, κι αν ήσουνα μάγκας κι ένοιωθες τα μπράτσα σου γερά ερχόσουν για καυγά. Ή φώναζες τους μπάτσους. Λες και θα μ’ έκανες καλά, ανόητε. Και όλα αυτά γιατί σου έθεσα το ερώτημα στο τετράγωνό σου κεφάλι, “Γιατί πατάς τις κάλτσες σου;”. Πράγμα που συμβαίνει».

[Από το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», 1981]

Τέχνη και κοινωνική ευθύνη

Ας αρχίσουμε με ένα ερώτημα εκ της αποδείξεως αναπάντητο: «Τι είναι τέχνη;». Στο ερώτημα αυτό δεν έχει κανείς δώσει οριστική λύση και θα ήταν ίσως αφέλεια να διατυπώσουμε εδώ έναν ορισμό που να διεκδικεί οποιοδήποτε σκήπτρο οικουμενικότητας. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να παραθέσουμε μια σειρά από προτάσεις, ανοιχτές στη συζήτηση και τον ελεύθερο διάλογο, ιδέες και απόψεις που ενδέχεται –και αποσκοπούμε στο– να πυροδοτήσει νέες σκέψεις και κάποιον αναστοχασμό. Μια επερώτηση πάνω στο κυρίως θέμα που με έχει απασχολήσει πολύ τις τελευταίες αρκετές ημέρες είναι η διάσταση ανάμεσα στην λεγόμενη «στρατευμένη τέχνη» και την «απολιτίκ» τέχνη ή αλλιώς τέχνη για την τέχνη. Μπορεί η τέχνη να είναι εντελώς αποσπασμένη από τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής της; Είναι εφικτό ο καλλιτέχνης να αποκοπεί από το πλαίσιο στο οποίο διάγει το βίο του και να επιδιώξει ένα αισθητικό αποτέλεσμα κωφάλαλο προς την πραγματικότητα μέσα στη οποία συντίθεται; Και πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, τι έχει να πει κανείς για την τέχνη εκείνη που κινείται μέσα στα όρια του κοινωνικού της πλαισίου, χωρίς όμως να επιδιώκει τη ρήξη, υποστηρίζοντας αντίθετα το τρέχον –το όποιο– καθεστώς; Μπορεί τελικά να γίνει τέχνη χωρίς ανατροπή και σύγκρουση; Θα ζητήσω εδώ την υπομονή σας, καθώς επιθυμώ διακαώς να εκφράσω την εντελώς προσωπική μου άποψη πάνω στο ζήτημα, και μου είναι εντελώς αδύνατο να συγκρατηθώ χάριν της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας. Συνέχεια

Ο Ταγίπ Ερντογάν πανηγύρισε δεόντως για την επικείμενη έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ε.Ε.-Τουρκίας. Τι σκέφτονται όμως οι απλοί πολίτες; Το οδοιπορικό μας στην Κωνσταντινούπολη δίνει την απάντηση.

Το τέλος του 2004 επεφύλασσε σημαντικές εξελίξεις σε σχέση με το μέλλον της Τουρκίας και την προοπτική ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς στις 17 Δεκεμβρίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν να δώσουν –υπό όρους– το «πράσινο φως» για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη γείτονα. Πώς έγινε δεκτή η απόφαση αυτή στην Τουρκία; Το π@π@κι βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελών και σας μεταφέρει το κλίμα που επικρατεί στη χώρα και τις προσδοκίες των Τούρκων αλλά και της ελληνική ομογένειας από την έκβαση των διαπραγματεύσεων.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη είναι η έντονη, επιβλητική παρουσία του Μουσταφά Κεμάλ σε όλους σχεδόν τους δημόσιους χώρους. Από τον διεθνή αερολιμένα που φέρει το όνομά του μέχρι την κάθε γωνιά όπου είναι αναρτημένη η φωτογραφία του, ο «Πατέρας των Τούρκων», 66 χρόνια μετά τον θάνατό του, είναι ακόμα παρών. Πρόσωπο σεβαστό, σχεδόν αγιοποιημένο. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είναι ο άνθρωπος που έδεσε, συνειδητά, την Τουρκία στο άρμα της Δύσης, καταργώντας το χαλιφάτο και την ισλαμική παράδοση και δημιουργώντας ένα κοσμικό κράτος, φιλοδοξία του οποίου ήταν να ασπαστεί πλήρως τις δυτικές αξίες.

Συνέχεια