Tag Archive: Ποίηση


W.H. Auden

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Οι Προκαταλήψεις Μας

 

Η κλεψύδρα ψιθυρίζει στου λιονταριού τα νύχια,
Των πύργων τα ρολόγια λεν στους κήπους μέρα-νύχτα,
Για πόσα σφάλματα ο Χρόνος δείχνει ανοχή,
Τί μέγα λάθος το να έχουν πάντα δίκιο.

Όμως ο Χρόνος, όσο δυνατοί κι αν είναι οι χτύποι του ή βαθιοί,
Όσο ασυγκράτητα ο χείμαρρός του αν ρέει,
Ποτέ του δεν εμπόδισε του λέοντα την ορμή
Ούτε και τάραξε ποτέ τη σιγουριά του ρόδου.

Γιατί αυτά, έτσι μοιάζει, μόνο η έκβαση τα νοιάζει:
Ενώ εμείς διαλέγουμε των λέξεων τη μουσική
Και κρίνουμε ένα πρόβλημα απ’ το πόσο αλλόκοτο είναι·

Κι ο Χρόνος ήταν ανέκαθεν για μας αγαπητός.
Πάντα δεν προτιμήσαμε να τριγυρίσουμε λιγάκι
Απ’ το να πάμε απευθείας εκεί που βρισκόμαστε;

 

 

 

Our Bias 

The hour-glass whispers to the lion’s paw,
The clock-towers tell the gardens day and night,
How many errors Time has patience for,
How wrong they are in being always right.

Yet Time, however loud its chimes or deep,
However fast its falling torrent flows,
Has never put the lion off his leap
Nor shaken the assurance of the rose.

For they, it seems, care only for success:
While we choose words according to their sound
And judge a problem by its awkwardness;

And Time with us was always popular.
When have we not preferred some going round
To going straight to where we are?

Guillaume Apollinaire

Μετάφραση απ’ τα Γαλλικά: Εβίτα Λύκου

 

Η δύναμη του καθρέφτη

Βρισκόμουν, ο ανάξιος, μια μέρα, στην κάμαρα με το κρεβάτι το λευκό

Εκεί που η Λίντα θαύμαζε στο τζάμι τη μορφή της

Και έτσι όπως φεύγω, χάριν καθρέφτη, μαζί μου κουβαλώ

Την πρώτη αιτία της απιστίας απέναντί της.

 

Η Λίντα δεν ήταν ίδια όπως πριν, και τώρα πια

Γνωρίζω πως, χάριν καθρέφτη, είναι τουλάχιστον διττή·

Η καρδιά μου, μ’ έναν λόγο που απ’ τον έρωτα αρχινά

Είναι σήμερα άπιστη στην δεύτερη μορφή.

 

Έτσι, απ’ τη μέρα εκείνη, ο νους συχνά παραλληλίζει

Στην κάμαρα που στο γυαλί μια αγνή οφθαλμαπάτη έχει φέξει

Τη μορφή της Λίντα, το πρόσωπο που καθρεφτίζει,

Μα που η καρδιά μου δεν θα βρει την τόλμη να διαλέξει.

 

Αν, άπιστος πάντα, αμφέβαλα για την επιλογή,

Δεν είν’ γιατί η γυναίκα του καθρέφτη είναι πιο όμορφη·

Μα την λατρεύω γιατί υπάρχει και γιατί είναι αληθινή

Και που πεθαίνει σαν το θελήσει η αδερφή της η ενσώματη.

 

Από την Λίντα λατρεύω το καθρέφτισμα το απατηλό

Που την προσομοιώνει ολόκληρη, σχεδόν σαν θρυλική,

Όμως στ’ αλήθεια ζωντανή, παρούσα καθώς είναι εδώ:

Η γυναίκα του καθρέφτη είναι τόσο θαυμαστή!

 

Και το γυαλί που παγώνει τις κινήσεις τις αληθινές

Μένει ψυχρό παρά το έργο του το τρομερό

Η δύναμη του καθρέφτη έχει απατήσει πάνω από έναν εραστές

Που πίστεψαν πως αγαπούν την ομορφιά της μ’ αγάπησαν το πλάνο είδωλο.

 


Συνέχεια

Μια ελεγεία στην πράσινη σαλάτα

Ένα Σαββάτο απόγευμα

με άδειο το στομάχι,

το θηλυκό μου το μυαλό

ερίχτηκε στη μάχη.

 

Με το ψυγείο ορφανό

και άδεια τα ντουλάπια,

μοναδική ελπίδα μου

ήταν να φάω τα ράφια.

 

Σαν κοίταξα καλύτερα,

το βρήκα ξεχασμένο:

ένα μαρούλι κίτρινο

και λίγο μαραμένο.

 

Στα γρήγορα το έπλυνα

και μάδησα τα φύλλα,

μα έτσι στεγνό να φαγωθεί

μεγάλη είναι ξεφτίλα.

 

Μισή δικιά μου η ντροπή,

μισή ‘ναι κάποιου άλλου,

του συγκατοίκου ένα αυγό

έκλεψα λάου-λάου.

 

Σιγά-σιγά κι αθόρυβα

μια μικρή ντομάτα,

λίγο τυράκι, μια ελιά

και να τη η σαλάτα.

 

Λάδι, ξύδι και ρίγανη,

μισή κονσέρβα τόνος,

τέτοιο φαγάκι όταν τρως

τί κρίμα να ‘σαι μόνος.

 

Με το ψωμί από προχθές

το μισομουχλιασμένο,

κρουτόν θαυμάσια έκοψα·

γεύμα ολοκληρωμένο.

 

Στα γρήγορα εξαφάνισα

στοιχεία κι αποδείξεις

ενός εγκλήματος στυγνού

για όλες τις αντιλήψεις.

 

Μεσ’ το δωμάτιο κλείστηκα

στο τέλος για να φάω,

μακριά από μάτι φθονερό

και τσίλιες να κρατάω.

 

Μα με την πρώτη την μπουκιά,

η θεία τιμωρία:

το μαρουλάκι ήταν πικρό·

τί μαύρη συγκυρία!

Τα χαζεύω αφηρημένα, αφημένα στην ποδιά μου·

παραδομένα στη βαρύτητα.

Μ’ αρέσει να κοιτάζω των ανθρώπων τα χέρια.

Αφηγούνται μια ιστορία ξέχωρα απ’ τις λέξεις·

σα να ‘χουν ζήσει μια ζωή δικιά τους·

συνεκτικά δεμένη με το βίο του ατόμου,

αλλά μ’ έναν μυστήριο τρόπο ανεξάρτητη.

Δεν έχω ωραία χέρια.

Πολύ μακριά δάχτυλα, πολύ χοντροκομμένα·

άγαρμπα. Κουρασμένες φλέβες ταξιδεύουν σ’ όλη τους την επιφάνεια,

χαράζουν δρόμους.

Αλλά μ’ αρέσει να κοιτάζω των ανθρώπων τα χέρια.

Δουλεμένα, απαλά, ταλαιπωρημένα, ντελικάτα:

τα χέρια λένε την δική τους ιστορία.

Τα δικά μου τώρα πια, γεμάτα σημάδια,

καψίματα, κοψίματα, γδαρσίματα,

το δέρμα στον αντίχειρα πιο τραχύ απ’ τ’ άλλα δάχτυλα·

έτσι μου είπες.

Τα χέρια δεν λένε ψέματα. Δεν μπορούν.

Αποκαλύπτουν την αληθινή σου ηλικία,

όχι σε χρόνια αλλά σε βιώματα.

Τα χέρια αγγίζουν, γραπώνονται, συγκρατούν

διώχνουν, χτυπάνε.

Είναι τρωτά· είναι κραταιά.

Λερώνονται· πληγώνονται· σκοτώνουν. Τα χέρια πονάνε.

Βράζεις το νερό∙

ένα φακελάκι στην κούπα.

Ζάχαρη, τρεις κουταλιές γεμάτες.

Γεμίζεις το φλιτζάνι∙

προσθέτεις δυο σταγόνες γάλα∙

ανακατεύεις.

Το κουταλάκι μέσα.

Δεν μ’ αρέσει πολύ δυνατό.

Σε δυο-τρία λεπτά

θα βγάλω το φακελάκι∙

κατευθείαν στα σκουπίδια.

τσάι το [tsái] O45 : Iα. τα αποξηραμένα φύλλα του ομώνυμου αρωματικού φυτού που καλλιεργείται στην Aνατολική και Nότια Aσία: ~ Kεϋλάνης / Kίνας. ~ πράσινο / μαύρο. || ~ του βουνού, ποώδες φυτό που φυτρώνει στα ελληνικά βουνά. β. αρωματικό ρόφημα από βρασμένα φύλλα τσαγιού: Δυνατό / ελαφρύ ~. ~ με λεμόνι / με γάλα. Φλιτζάνι / κουταλάκι / σερβίτσιο / τραπεζομάντιλο του τσαγιού, ειδικά για να σερβίρουν τσάι. Παίρνω / πίνω το ~ μου. II. απογευματινή συνήθ. συγκέντρωση όπου προσφέρουν τσάι με βουτήματα και γλυκά: Eίναι καλεσμένη σε ~. τσαγάκι το YΠOKOP στη σημ. Iβ: Θα πιεις ένα ~; [τουρκ. çay < ρωσ. tšay (από τα κινέζικα)]

Η μυρωδιά πλημμυρίζει αμέσως το δωμάτιο,

φουσκώνει ως το ταβάνι.

Η κούπα ζεστή στα χέρια,

την αγκαλιάζεις με τις δυο παλάμες∙

την σφίγγεις: είναι σημείο αναφοράς.

Περιμένεις.

Καίει. Το κάψιμο ανακουφίζει την ένταση.

Φυσάς απαλά∙ η επιφάνεια του υγρού

ρυτιδιάζει.

Ανακατεύεις ώσπου να κρυώσει∙

δεν το προτιμώ πολύ ζεστό.

Η πρώτη γουλιά∙ σαν ενδοφλέβια ζάχαρης.

Γεύση γλυκιά,

καθησυχαστική, ήρεμη.

Τα αρώματα περιπλέκονται

σ’ ένα υψηλά θεωρητικό επίπεδο.

Σαν ταραγμένες από ένα μελωδικό κουδουνάκι

ξυπνούν αναμνήσεις∙ μια-μια.

Κάθε ανακάτεμα του κουταλιού μες το φλιτζάνι

αντανακλά μια παλαιότερη στιγμή∙

μια ακριβότερη στιγμή.

Τσάι για την παρηγοριά.

Πνίγεις αυτά που έχασες

στον πάτο της κούπας,

το αδιαφανές υγρό τα σκεπάζει∙

χάνονται απ’ το οπτικό πεδίο.

Παύουν ποτέ να υπάρχουν;

Σε περίμενα.

Το πίνεις αργά, καθισμένος αναπαυτικά∙

η πλάτη σου ακουμπάει στην καρέκλα∙

τα πόδια σταυρωμένα μπροστά.

Ένα βιβλίο στην ποδιά σου∙

δεν το διαβάζεις πραγματικά,

μόνο γυρνάς τις σελίδες για ν’ ακούς

τον ήχο του χαρτιού που θροΐζει.

Η λειτουργία του τσαγιού είναι

μια ευεργετική ελαφρότητα.

Σπουδαία μέσα στην επαναληψιμότητά της.

Καταπραϋντική.

Τσάι για την ραγισμένη καρδιά.

Βυθίζεις μέσα του την ψυχή και τα πάθη σου

σαν μπισκοτάκι βουτύρου.

Μαζί με τον μυρωδικό ατμό που υψώνεται

απ’ το φλιτζάνι αγαλλιάζεις.

Στιγμιαία.

Δευτερόλεπτα πληρότητας.

Ως την επόμενη φορά.

Χειρότερη απ’ τη μοναξιά του μόνου

η μοναξιά αυτού που περιμένεις και δεν έρχεται.

Ατέλειωτες οι ώρες της αναμονής∙

σιωπή∙

απογοήτευση.

Η επίγνωση του μάταιου:

γι’ αυτό που δεν τελειώνει, ούτε κι αρχίζει.

Στιγμές που περνούν χωρίς να φέρνουν τίποτα∙

μέρες άγονες, χωρίς ανταπόκριση,

χωρίς φωνή.

Ζητάς ένα χάδι∙ όχι φιλί, όχι.

Ένα άγγιγμα μόνο για να πιστέψεις πως είσαι άνθρωπος.

Την ζεστασιά του δέρματος πάνω στο δέρμα.

Βαράς γροθιά στον τοίχο∙

ματώνουν οι αρθρώσεις, μα ο τοίχος δεν υποχωρεί.

Ο τοίχος είναι ψηλός, παντού τριγύρω,

βλέπεις μόνο ένα κομμάτι ουρανό κι αυτό δεν φτάνει.

Και περιμένεις.

Πάντα περιμένεις:

πως κάτι θ’ αλλάξει∙

κάτι θα μεταβληθεί∙

και τίποτα ποτέ δεν αλλάζει, τίποτα δεν μεταβάλλεται.

Χαμένος χρόνος∙ χαμένα όνειρα.

Ματαιωμένες ελπίδες.

Κι έπειτα ξεχνάς να ελπίζεις και ξεχνάς να ονειρεύεσαι.

Μόνο περιμένεις.

Χάνεις τις όμορφες λέξεις

μέσα στην άβυσσο που σε καταπίνει ολόκληρο.

Χάνεις τον εαυτό σου.

Και παραιτείσαι.

Αποσπάσματα από την συλλογή «Fables des Origines» του Henry Michaux, εκδόσεις Le Disque Vert, Οκτώβρης 1923.

 

Μετάφραση απ’ τα Γαλλικά: Εβίτα Λύκου

 

 

1. Η Καταγωγή των Ενδυμάτων

Ιδού η Μνία, η γυναίκα του Ντουμ, καθισμένη στο χώμα.

Τρώει ένα λάχανο.

Έτσι λοιπόν ορμάει ο ονίσκος.

Σκαρφαλώνει σ’ ένα όρθιο χόρτο, φθάνει στο τρίχωμα της γάμπας (με τα πολυάριθμα πόδια του, περπατά σε πολλές τρίχες συγχρόνως).

Τώρα εισβάλει στον κόλπο.

Ντουμ!

Ο Ντουμ έτρεξε∙

Ο Ντουμ σκότωσε όλους τους μάγους της φυλής, γιατί αυτοί έστειλαν το πνεύμα της φωτιάς ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας του.

Έπειτα είπε: «Μνία τί έχεις;».

Η Μνία ανασύρει τον ονίσ

κο με τα δάχτυλά της.

Ιδού η απαρχή. Από ‘δω και στο εξής οι γυναίκες φορούν τη φούστα.

Αλλά στον οίκο των Οουίς, τα κορίτσια και οι άντρες παραμένουν γυμνοί.

 

2. Ο Θεός κι ο Κόσμος

Στην αρχή δεν υπήρχε παρά ο Θεός κι οι δαίμονες.

Αυτοί αναγνωρίζονταν απ’ την δική τους, ξεχωριστή μυρωδιά και απ’ τους συριγμούς που ακούγονταν όταν μετακινούνταν.

Ήταν αόρατοι.

Κι έτσι κρύβονται απ’ το Θεό.

«Κανέ! Μαπέλ! Ντελό!». Ο Θεός φωνάζει ξανά «Κανέ! Μαπέλ! Ντελό!».

Έχουν κρυφτεί ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, στοιχισμένοι, κόντρα στην δυνατή μυρωδιά του Σωρ.

Κανένας δαίμονας δεν έρχεται.

Ο Θεός θυμώνει.

Κάνει να φυσήξει ένας τρομερός άνεμος για να κυνηγήσει τους δαίμονές του.

Μόνο ο Ναάν έρχεται.

Οι άλλοι αντιστέκονται.

Ο άνεμος γίνεται όλο και πιο δυνατός, αυτοί αντιστέκονται, συνθλίβονται, συστέλλονται.

Στο τέλος, απ’ τη δύναμη της αντίστασης, έγιναν πέτρα. Αυτή είναι η καταγωγή της γης.

Έπειτα, ο Θεός δημιούργησε τα δέντρα και τα ζώα για να την κατοικίσουν.

 

3. Καταγωγή της Οικίας

Το δάσος καίγεται εδώ και τέσσερις μέρες.

Τα ζώα ξεφεύγουν και φτάνουν στην πεδιάδα.

Οι άνθρωποι βρίσκονται καθισμένοι πίσω τους∙

Νιώθουν πως κάτι τους γαργαλάει τα μπράτσα.

«Ίσως είναι οι ψύλλοι»∙ και τρώνε ο ένας τ’ αλλουνού.

Μα ύστερα ο καθένας: «ακόμα γαργαλιέμαι» (κι αυτό γιατί δεν σκαρφαλώνουν πια στα ψηλά κλαδιά).

Σπρώχνουν, αρπάζουν, πετούν τα κλαδιά, τα καρφώνουν στο χώμα.

Το βράδυ ο ένας έχει ανέβει πάνω στον άλλο και πλέκουν, και ξανά οι άνθρωποι βάλθηκαν να σκαρφαλώσουν. Έτσι δεν αισθάνονται πια γαργάλημα στα μπράτσα.

Κατά τη διάρκεια της θύελλας, είδαν πως αυτή [η κατασκευή] ήταν ακλόνητη απέναντι στη βροχή και τον άνεμο.

Θα χτίσουν μια καλύβα, δεν θα ξαναγυρίσουν πια στο δάσος.

Συνέχεια

Ανακαλώ μ’ ευκολία στη μνήμη

τα χρόνια τότε που παιδί ακόμα –κορίτσι–

πολλά μοναχικά βράδια,

όταν ντυνόταν ο ουρανός τα μαύρα του,

και άπειρα χρυσά στίγματα γυάλιζαν στο απέραντο

και το μεγάλο νυχτερινό φανάρι φώτιζε την πλάση,

κοιτούσα εκείνο το εκτυφλωτικό φεγγάρι

καθώς με τη μελαγχολία της παιδικής ηλικίας

φανταζόμουν τον μελλοντικό μεγάλο μου έρωτα

υπήκοο της ίδιας σελήνης,

κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό με μένα

να μαγεύεται την ίδια ώρα απ’ τα ίδια άστρα.

 

Θυμάμαι νύχτες ξάστερες, καλοκαιρινές,

στα πρώτα μου νιάτα ­–τα ωραία–

όταν κρυφά στο μπαλκόνι, μ’ ένα μοναδικό

πακέτο Marlboro γεύση μέντα

–αγορασμένο ένα ανοιξιάτικο βράδυ

από περίπτερο της Πανεπιστημίου–

φυσούσα τον καπνό να διαλυθεί παιχνιδίζοντας

πλάι στην εικόνα του ίδιου φεγγαριού,

που απαράλλαχτα κι αδιάφορα

αστράφτει με δανεικό φως, δισεκατομμύρια χρόνια τώρα.

Κι από κάτω ασυγχώρητοι οι άνθρωποι,

κορμιά που φεύγουν –πάντα φεύγουν.

 

Απόψε δεν μπόρεσα να δω

την πανσέληνο καθαρά.

Ο Βρετανικός ουρανός συννεφιασμένος,

δεν άφησε το φεγγάρι να λάμψει

με τη μεγαλοπρέπεια της ελλειπτικής του τροχιάς.

Δεν ξέρω ποιον, σε ποια γωνιά της γης,

που μου ‘χει ταγμένο το μέλλον.

κρατάει αιχμάλωτο τούτο το βράδυ το ίδιο φεγγάρι,

Είμαστε οι άνθρωποι μοναχικά πλάσματα,

ξεχασμένα πάνω σ’ ένα βράχο λουσμένο στο φως,

μόνιμα υποκείμενο της παλίρροιας,

που περιφέρεται άοκνα στο σύμπαν.

Τίποτ’ άλλο.

Το φθινόπωρο του 1845 η σοδειά της πατάτας στην Ιρλανδία καταστράφηκε μερικώς από τον περονόσπορο, δημιουργώντας τεράστιο πρόβλημα επισιτισμού του πληθυσμού. Η πατάτα αποτελούσε τότε την βασική πηγή διατροφής για τα εννιά δέκατα των Ιρλανδών (και την μοναδική πηγή διατροφής για το εν τρίτο του πληθυσμού) και η καταστροφή της σοδειάς είχε τρομακτικά αποτελέσματα σε επίπεδο διαβίωσης. Παρόλ’ αυτά η εναπομείνασα σοδειά το 1845 επαρκούσε για να βγει ο χειμώνας. Όταν όμως έφτασε η ώρα της σποράς για την επόμενη χρονιά, ο περονόσπορος έπεσε σε όλα τα χωράφια με αποτέλεσμα η αυτή σοδειά να καταστραφεί ολοσχερώς φέρνοντας τους Ιρλανδούς σε απόγνωση. Κι ενώ το 1845 η βρετανική κυβέρνηση επενέβη με προνοιακή βοήθεια και έλεγχο των τιμών στις αγορές, το 1846 η οικονομική φιλοσοφία είχε αλλάξει. Στις προσταγές του laissez faire οι αγορές αφέθηκαν να αυτορυθμιστούν και καμιά προνοιακή βοήθεια δεν δόθηκε, με αποτέλεσμα στον λιμό να προστεθεί και ο λοιμός και βοηθούντως του υπερβολικά κρύου χειμώνα η ανθρωπιστική καταστροφή να βγει εκτός ελέγχου. Υπό το κράτος του πανικού και της πίεσης, οι βρετανικές αρχές πέρασαν νέα νομοθεσία που επέτρεπε στους Ιρλανδούς να εφαρμόσουν δική τους φορολογική πολιτική ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Δόθηκαν επίσης εκατό χιλιάδες δολάρια σε μορφή επιδόματος ώστε να βοηθηθούν περιοχές που δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν έσοδα ούτε μέσω της φορολογίας. Τα περισσότερα χρήματα εξαφανίστηκαν σε διοικητικό επίπεδο, και ό,τι απέμεινε διαμοιράστηκε στους πεινασμένους με αντάλλαγμα «μη επικερδή εργασία». Ο όρος «μη επικερδής» προέκυπτε απ’ τις διατάξεις του νόμου που όριζαν ότι οι Ιρλανδοί δεν μπορούσαν να χτίσουν σιδηροδρόμους, ώστε να μην υπάρξει μεροληψία απέναντι στους Άγγλους εργάτες των σιδηροδρόμων και δεν μπορούσαν να δουλέψουν σε αγροτικές εργασίες ώστε να μην πλεονεκτίσει ο Ιρλανδός αγρότης έναντι του Άγγλου. Τα χρήματα μπορούσαν μόνο να διατεθούν για το χτίσιμο δρόμων που κανείς ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε, δρόμοι που ξεκινούσαν οπουδήποτε και τελείωναν στο πουθενά, ή γέφυρες που υψώνονταν σε μέρη όπου δεν υπήρχαν ποτάμια. Οι δρόμοι αυτοί υπάρχουν ακόμα, σαν σιωπηλά φαντάσματα, ενθύμια του λιμού και της αποικιοκρατίας. Από τα οκτώ εκατομμύρια των Ιρλανδών, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι χάθηκαν στο διάστημα από το 1845 έως το 1852 και ένα εκατομμύριο έφυγαν μετανάστες, κυρίως στις ΗΠΑ.

 

Πως η επιστήμη της Χαρτογραφίας είναι Περιορισμένη

 

Eavan Boland

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

–και όχι μόνο από το γεγονός ότι αυτή η σκιαγράφηση του

δάσους δεν μπορεί να δείξει την ευωδιά απ’ το βαλσαμόδεντρο,

τη σκοτεινιά του κυπαρισσιού

αυτό θέλω ν’ αποδείξω.

 

Όταν εσύ κι εγώ πρωτοείμασταν ερωτευμένοι, οδηγήσαμε

στη μεθόριο του Κόνακτ

και μπήκαμε σ’ ένα δάσος εκεί.

 

Κοίταξε κάτω μου είπες: αυτός ήταν κάποτε ένας δρόμος του λιμού.

 

Κοίταξα κάτω τον κισσό και το γρασίδι

που μέσα τους η πλανισμένη πέτρα

είχε εξαφανιστεί καθώς μου έλεγες

πως τον δεύτερο χειμώνα της δοκιμασίας τους, το

 

1847, όταν η σοδειά καταστράφηκε για δεύτερη φορά,

οι Προνοιακές Επιτροπές ανέθεσαν στους

λιμοκτονούντες Ιρλανδούς να χτίσουν τέτοιους δρόμους.

 

Εκεί που πέθαιναν, εκεί τελείωνε ο δρόμος

κι εκεί τελειώνει ακόμα και όταν κάθομαι και σχεδιάζω

τον χάρτη αυτού του νησιού, δεν είναι ποτέ

για να πω εδώ είναι η επιδέξια, η εύστοχη διερμήνευση

του σφαιρικού ως επίπεδου, ή

ένας επινοητικός σχεδιασμός που καταφέρνει την καμπύλη

να γίνει ευθεία,

αλλά για να πω στον εαυτό μου ξανά πως

 

η αράδα αυτή που γράφει δασοτόπι και κραυγάζει πείνα

και εξαντλείται ανάμεσα στο ευωδιαστό πεύκο και στο κυπαρίσσι

και δεν βρίσκει ορίζοντα

 

δεν θα είναι εκεί.

Συνέχεια

Κατεβαίναμε την Αιόλου,

Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα∙

δεν μπορώ να θυμηθώ ποια.

Ήταν μέσα καλοκαιριού.

Σίγουρα θα φορούσα κάτι πολύχρωμο∙

τα φορούσα πολύ τα πολύχρωμα τότε:

κάτι με χάντρες ή πούλιες ή με λίγη δαντέλα.

Κίτρινο ή πορτοκαλί ή πράσινο χτυπητό.

Σίγουρα έκανε ζέστη∙

θυμάμαι τον ιδρώτα να μαζεύεται κάτω απ’ την αμασχάλη∙

τον νοτισμένο λαιμό∙

τα μαλλιά μου –απελπιστικά μακριά τότε–

να κολλάνε στους ώμους μου τους ξεμανίκωτους.

Ήταν νωρίς το απόγευμα, απόλυση μεσημεριού.

Είμασταν τρεις: Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα.

Προχωρούσαμε προς το Μοναστηράκι.

Περάσαμε το κτίριο του Πανεπιστημίου στο τρίστρατο και

συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε.

Πλησιάζαμε τον Ναό της Αγίας Ειρήνης όταν

αναπάντεχα πρόβαλε απ’ τη γωνία

ένας άντρας βρωμερός,

με μαλλιά γκρίζα, ατίθασα και μούσια πολλά,

βαριά ντυμένος με όλα του τα υπάρχοντα,

και την ψωλή στο χέρι.

Δεν μας πλησίασε, δεν κινήθηκε απειλητικά.

Έδειξε ό,τι είχε να δείξει και χασκογέλασε.

Με το χέρι μου έσπρωξα στην πλάτη Εκείνη που ήταν δίπλα μου

να ανοίξει το βήμα της.

Να πάψει αυτό το διογκωμένο, κόκκινο τέρας να μας κοιτάζει

με τόση αναίδεια.

Το θέαμα διήρκεσε μερικά δευτερόλεπτα μονάχα.

Διασχίσαμε το πλακόστρωτο μπροστά απ’ την εκκλησία,

προσπεράσαμε την Ερμού,

και δεν το σχολιάσαμε καθόλου.

Περπατήσαμε μέχρι το σταθμό του τρένου∙

εκεί σίγουρα χωριστήκαμε.

Ήμασταν τότε όλες είκοσι χρονών∙ έχει περάσει καιρός.

Εκείνο μόνο που μ’ ενοχλεί είναι

που δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήταν η Άλλη.

Είμασταν τρεις: Εγώ, Εκείνη και κάποια Άλλη.

Ξαναπαίζω τη σκηνή μες στο μυαλό μου,

τη ζέστη, την αντηλιά, τον ξεβράκωτο πλάι στην Εκκλησία.

Και όσο το έργο ξεδιπλώνεται ένα πρόσωπο άδειο να κινείται,

να περπατά δίπλα μας όλη αυτή την ώρα.

Ένα πρόσωπο που δεν τα κατάφερε να σωθεί στο χρόνο,

που γλίστρησε από τη μνήμη μου την εξαιρετική

και χάθηκε μέσα στο περικείμενο αυτής της ιστορίας.

Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα.

Βοηθήστε με.

Ποια ήταν η Άλλη;