Δεν μ’ αρέσει να αποπέμπω τους νεκρούς με την ολοζώντανη ευχή «καλό ταξίδι». Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ταξίδι κάπου αλλού πέρα απ’ το «εδώ». Η τύχη και τα καλά οικογενειακά γονίδια μ’ ευλόγησαν να μην έχω βιώσει ακόμα την απώλεια στην οικογένεια και το φιλικό μου περιβάλλον. Πρακτικά δεν ξέρω πώς είναι να χάνεις τον άνθρωπό σου, και ο θάνατος ενός ξένου έρχεται πάντα σαν ένα μικρό σοκ, απ’ το οποίο όμως μπορώ να λάβω όλες τις αποστάσεις ασφαλείας. Ακόμα κι έτσι όμως, ο αναπάντεχος θάνατος, αυτή η απρόσμενη σύγκλιση του «για πάντα» με το «ποτέ» σε πιάνουν απ’ το λαιμό ξαφνικά και αλλοιώνουν τη φωνή, θολώνουν την όραση, λιγάκι ταράζουν την κρίση. Και μια στιγμή γίνεται ο θάνατος του γνωστού σου ξένου σαν θάνατος δικός σου.

Διάσημοι, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, άνθρωποι πεθαίνουν όλη την ώρα. Η ανακοίνωση του θανάτου τους γίνεται πια πιο γρήγορα παρά ποτέ• σε ελάχιστα λεπτά της ώρας μια ολόκληρη επικράτεια, ή και η υφήλιος όλη, έχει μάθει το θλιβερό γεγονός. Τάχιστα μετά τη δημοσιοποίηση οποιουδήποτε θανάτου κάποιο αόρατο χέρι ανανεώνει την σχετική καταχώρηση στην Wikipedia· ο άνθρωπος έχει περάσει στην αιωνιότητα: την άυλη συντροφιά αυτών που φεύγουν. Η ηλεκτρονική κοινότητα αντιδρά αστραπιαία και για κάποιο λίγο χρόνο ο εκλιπών απασχολεί το σύνολο σχεδόν του ψηφιακού κόσμου, καταλαμβάνοντας χώρο που δεν θα είχε ποτέ μπορέσει να διεκδικήσει εν ζωή. Σήμερα στον κυλιόμενο τοίχο του Facebook οι ευχές στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο για καλή ανάρρωση βρέθηκαν αναπάντεχα μπλεγμένες με τις νεκρολογίες και τ’ αποχαιρετιστήρια. Η είδηση του ατυχήματος μπερδεμένη με την είδηση του θανάτου. Για λίγο τα όρια ανάμεσα στο πριν και στο μετά θόλωσαν, σαν τη στιγμή φαντάζομαι που ακροπατεί ο άνθρωπος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Συνέχεια

Advertisements