Η αποψινή βραδιά έτυχε ιδιαίτερης έντασης στα social media –δεν μπορώ να πω τί έγινε στον εκτός οθόνης κόσμο καθώς οι μόνοι αλαλαγμοί που άκουσα από τη γειτονιά μου ήταν προγενέστεροι και αφορούσαν σε γκολ του Ολυμπιακού. Η ηλεκτρονική όμως ένταση είχε να κάνει με την πρεμιέρα της εκπομπής Ευθέως του Κωνσταντίνου Μπογδάνου στον ΣΚΑΙ, και τον καλεσμένο αυτής της πρώτης εκπομπής, Νίκο Μιχαλολιάκο, αρχηγό του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή. Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά από αρκετά νωρίτερα μέσα στην ημέρα με κατά κύριο λόγο βιτριολικές προσεγγίσεις οι οποίες δεδομένων των συνθηκών δεν ήταν τη στιγμή που διατυπώθηκαν απαραιτήτως άτοπες, και εξηγούμαι:

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα φαινόμενο αντιδραστικό που δεν μπορεί να αφομοιωθεί κοινωνικά –παρά μόνο την έσχατη στιγμή και με καταστροφικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η κοινωνία δεν έχει καταφέρει να βρει τη μέθοδο να το αντιμετωπίσει σε κανένα απολύτως επίπεδο –από το θεσμικό του πράγματος μέχρι την εκ του σύνεγγυς συναναστροφή με ανθρώπους που γνωρίζουμε ή γνωρίζαμε από παλιά και ξαφνικά εκτοξεύουν προς πάσα κατεύθυνση αηδιαστικές αντιλήψεις στις οποίες συχνά δεν ξέρουμε πώς ν’ αντιδράσουμε με αποτέλεσμα να μένουμε παγωμένοι και να κοιτάμε όπως ο λαγός που τυφλώνεται από τα φώτα διερχόμενου ΙΧ, δευτερόλεπτα πριν καταλήξει αλοιφή στην άσφαλτο. Αν τόση δυσκολία υπάρχει σε προσωπικό επίπεδο καταλαβαίνετε πόσο πιο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο σε επίπεδο media, έναν χώρο όπου πρέπει διαρκώς να ισοσταθμίζεται το δημόσιο συμφέρον (ως προς την ενημέρωση) με το ιδιωτικό κέρδος (ως προς τον επιχειρηματία) όχι πάντα προς όφελος του πρώτου. Το θέμα είναι απλό: δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Να τους δώσουμε τηλεοπτικό χρόνο; Να μην τους δώσουμε; Να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν; Να προσπαθήσουμε να τους ξεμπροστιάσουμε; Και οι τηλεθεάσεις; Όλα δοκιμάστηκαν και όλα απέτυχαν παταγωδώς, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη Χρυσή Αυγή να σκαρφαλώνει στο 14% της πρόθεσης ψήφου και κατά τα φαινόμενα να μπαστακώνεται για τα καλά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και την Ελληνική συνείδηση.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα εν γένει είναι η εξής: η Χρυσή Αυγή έπρεπε μην έχει λάβει έγκριση από τον Άρειο Πάγο να συμμετέχει στις εκλογές του Μαΐου (όπως συνέβη με άλλα τέσσερα κόμματα που κατέθεσαν αίτηση ενώ για ένα ακόμα ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να συμμετέχει με το όνομα Τυραννοκτόνοι καθώς ο τίτλος του «καταδεικνύει πρόθεση αξιόποινης πράξης»). Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη το παιχνίδι ήταν χαμένο. Η τόσο απότομη εδραίωση της Χρυσής Αυγής στη ζωή μας με κοινοβουλευτικό έρεισμα έδωσε τέτοιο αέρα στη φασιστοσυμμορία που ήταν πια προφανές πως μπήκαμε σε μεγάλους, πολύ μεγάλους, μπελάδες από τους οποίους δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και κυρίως όχι αναίμακτα (φόρο αίματος έχουν ήδη πληρώσει κατά δεκάδες μετανάστες, και όχι μόνο, θύματα της ναζιστικής οργάνωσης). Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου και το τρομακτικό «Εγέρθητου», ο κόσμος των media μάλλον τα ‘χασε. Στις 9 Μαΐου εμφανίστηκαν στην εκπομπή Αυτοψία και τον Αντώνη Σρόιτερ οι άρτι εκλεγμένοι βουλευτές Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός. Ο Σρόιτερ ιδρώνοντας και τρέμοντας –δεδομένου ότι έπαιρνε τη συνέντευξη μέσα από το αρχηγείο της Χρυσής Αυγής με όλα όσα αυτό συνεπάγεται– κατάφερε να πάρει μια συνέντευξη που επιεικώς θα πω ότι την έβλεπαν κυρίες που ούτε στον ύπνο τους δεν θα ψήφιζαν Χρυσή Αυγή και έλεγαν: «Καλά τα λένε τα παιδιά μωρέ» (αληθινή ιστορία). Την Κυριακή 13 Μαΐου έρχεται η συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στους Πρωταγωνιστές και τον Σταύρο Θεοδωράκη για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί εξ ημών ψυχανεμιζόμασταν από καιρό: οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι, έχουν μέθοδο και ξέρουν να πουλάνε το προϊόν τους. Στην απαράδεκτη αυτή συνέντευξη ο Θεοδωράκης απέτυχε σε όλα τα σημεία. Την εκπομπή δεν έσωσαν ούτε οι σωστές τοποθετήσεις από τους Στέλιο Κούλογλου, Πέτρο Μάρκαρη και Διονύση Σαββόπουλο, καθότι έγιναν ανεξάρτητα και όχι σε διάλογο με την λεκτική επέλαση του Μιχαλολιάκου. Η αντίδρασή μου τη στιγμή που παρακολουθούσα την εκπομπή ήταν κατά γράμμα αυτή (όπως αναρτήθηκε στο FB): «Ο Μιχαλολιάκος είναι επικίνδυνος κυρίως γιατί δεν υπάρχει άξιος συνομιλητής να ξεσκεπάσει την επικινδυνότητά του. Ο Θεοδωράκης από φόβο ή ανικανότητα απλά τον χαϊδεύει και το αποτέλεσμα με τρομάζει».

Συνέχεια