Tag Archive: Διήγημα


Έλεγα πάλι παλιές ιστορίες, κι εσύ δεν μ’ άκουγες. Και τί ν’ ακούσεις άλλωστε; Χρόνια τώρα, κι οι δυο το ξέρουμε, επαναλαμβάνω διαρκώς την ίδια ιστορία, χωρίς ούτε την στοιχειώδη μέριμνα να την παραλλάξω λιγάκι, να την στολίσω με πιο όμορφες λέξεις, να χαίρεσαι εσύ να την ακούς κι εγώ να τήνε λέω. Τη μαστοριά της αφήγησης την έχασα από καιρό. Το πλούσιο λεξιλόγιο το ξέχασα κάποια στιγμή, ίσως πριν γεννηθείς, μάλλον ποτέ σου δεν με γνώρισες καλλιεπή· σ’ έμαθα στα «όχι» και στα «μη», σ’ ανάθρεψα με τα «δεν πρέπει» και πιθανόν συχνά-πυκνά σ’ ορμήνεψα: «μα τί θα πει ο κόσμος;». Πέρασαν τα χρόνια· ο κόσμος δεν είπε τίποτα τελικά. Κι ύστερα απ’ αυτό πώς να ζητήσω εμπιστοσύνη; Και γιατί να μου την δώσεις;

Κι όμως, έρχεσαι να με δεις μια φορά την εβδομάδα· ευλαβικά κάθε Κυριακή, σαν να ‘μαι εκκλησία, κι όχι ένα ασεβές σκήνωμα ανθρώπου που ποτέ δεν επιθύμησε να βαφτιστεί αγία. Κάθεσαι σε μια άβολη καρέκλα στο κέντρο της κάμαρας και με ακούς να μιλάω χωρίς να με διακόπτεις. Μετά από λίγο σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και περπατώ αγκομαχώντας μέχρι το παράθυρο –αγκομαχώντας στα κρυφά, από μέσα μου, χωρίς να διακόπτω την κουβέντα– για να σταθώ λίγο μπροστά στ’ ανοιχτό τζάμι, να με χτυπήσει ο πρωινός αέρας και να παραστήσω ότι ατενίζω τη θάλασσα, ενώ δεν βλέπω παρά μόνο έναν θολό γαλάζιο καμβά, εναλλασσόμενες μουντζούρες, μια νεοϊμπρεσιονιστική ζωγραφιά φτιαγμένη από φως και χρώμα. Σε κουράζω με τη φλυαρία μου, το ξέρω, και την εμμονή μου να επανέρχομαι διαρκώς στα ίδια και τα ίδια. Μετά από λίγο το παράθυρο, η βοή κουράζουν εμένα –σ’ αυτή την ηλικία βλέπεις προτιμάς την ησυχία, μ’ όποιο τίμημα κι αν αυτή κουβαλάει– και κούτσα-κούτσα ξαναγυρνάω στο κρεβάτι· κάθομαι αργά και προσεκτικά, ταλαντεύομαι καθώς λυγίζω τα δυο μου πόδια ταυτόχρονα. Δεν θέλω να είμαι ξαπλωμένη μπροστά σου, γι’ αυτό διατάζω βουβά τη μέση μου να με στηρίξει και συνεχίζω να σε κουράζω με τη φλυαρία μου.

Γυρνάω το κεφάλι, τάχα αφηρημένη, μα στην πραγματικότητα για να ρίξω άλλη μια θολή ματιά στο κατακόκκινο τριαντάφυλλο που μου έφερες και σήμερα, απαράλλαχτο με της προηγούμενης Κυριακής, και της ακόμα πιο προηγούμενης. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από σένα σε κάθε σου επίσκεψη· τόσο αταίριαστο για μένα –τα κόκκινα τριαντάφυλλα είναι για παθιασμένες ενζενί κι όχι για γυναίκες που τα καλύτερά τους χρόνια πέρασαν πριν τόσο πολύ καιρό ώστε κανείς πια δεν τα θυμάται. Μόνη σου το βάζεις στο κρυστάλλινο βάζο· γεμίζεις νερό μέχρι τη μέση, το ακουμπάς στο κομοδίνο μου. Κι εγώ κάθε φορά που κοιτάζω το καινούριο τριαντάφυλλο –τάχα αφηρημένη– σκέφτομαι, σάμπως δεν θα ήθελε το άμοιρο να ‘ναι ακόμα γραπωμένο από τη μάνα του, να τρώνε οι ρίζες του απ’ το χώμα και να το δροσίζει η πάχνη το ξημέρωμα, αντί να στολίζει έτσι αταίριαστα τα παλιακά μου κρύσταλλα; Κι ύστερα σκέφτομαι αν αυτός που πρώτος βάλθηκε να ψήσει την άμμο, να φυσήξει την κολλώδη μάζα και να κάνει τους κόπους του ανθοδοχείο, φαντάστηκε ποτέ ότι θα συνεργούσε στην αιχμαλωσία ενός τόσο κόκκινου, τόσο μυρωδάτου τριαντάφυλλου; Αμφιβάλω· οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να σκέφτονται τις συνέπειες των πράξεών τους. Από την άλλη μπορεί κι εγώ να υπερβάλλω.

Εσύ κάθεσαι ακόμα στην καρέκλα. Η ασταμάτητη φλυαρία μου σε φέρνει σε αμηχανία, και η αμηχανία σ’ οδηγεί στη σιωπή. Αν κάνω πως σωπαίνω κι εγώ: κενό. Σε κοιτάζω λιγάκι, όσο μου επιτρέπει η θολή όρασή μου. Απλώνω το χέρι σκύβοντας ολόκληρη και πιάνω το δικό σου. «Μωρέ μάνα», μου λες, «θα πάθει η μέση σου, ξάπλωσε επιτέλους στο κρεβάτι». Κουνάω το κεφάλι αρνητικά και σου σφίγγω το χέρι πιο πολύ. «Ευχαριστώ που ήρθες». Κοιτάζεις το ρολόι σου. «Να σου φτιάξω κάτι; Ένα τσάι! Θα φτιάξω και για μένα», μου λες. Σπρώχνεις το χέρι μου στην ποδιά μου, σηκώνεσαι και πας στο κουζινάκι, σκαλίζεις τα ντουλάπια, ανάβεις το γκάζι, μπορώ ν’ ακούσω από ‘δω το μπρίκι να βροντάει στο μάρμαρο. «Γάλα έχεις;», φωνάζεις. Ανοίγεις το ψυγείο και κοιτάζεις μόνη σου. Ξαναγυρίζεις με δυο κούπες. Το δικό μου τσάι θα κρυώσει πάνω στο κομοδίνο και θα το χύσω αργότερα στο νεροχύτη. Ισορροπείς την δική σου κούπα στα γόνατα και ρουφάς με μικρές θορυβώδεις γουλιές. Τίποτα δεν σου ‘μαθα από τρόπους.

«Ήρθε ο ηλεκτρολόγος;», ρωτάς. «Ήρθε μάτια μου· μα όπως ήρθε τον έδιωξα και του ‘πα να μην γυρίσει». Σηκώνεις το κεφάλι. «Γιατί;», με ρωτάς έκπληκτη. «Γιατί ήθελε να χαλάσει τη φωλιά». Δεν καταλαβαίνεις τί σου λέω κι είναι λογικό. «Τη φωλιά, στον τοίχο, πάνω απ’ την εξώπορτα. Βραχυκύκλωσε λέει το κουτί της παροχής και δεν ανάβει το φως». Σωπαίνεις λίγο. «Ωραία, και ποιο είναι το πρόβλημα;», με ρωτάς ύστερα. Προσπαθείς να κρατήσεις την ψυχραιμία σου, κι αυτό το εκτιμώ. «Ήθελε να την χαλάσει και δεν τον άφησα. Και μου ‘πε ότι αν δεν τον αφήσω δουλειά δεν γίνεται. Και τον έστειλα κι εγώ στο καλό του». Με κοιτάς απηυδισμένη, με σμιχτά τα φρύδια, όλο επίκριση. Την χάνεις την ψυχραιμία σου. «Και τί θα γίνει τώρα, ρε μάνα; Για να μην χαλάσει η φωλιά θα σ’ έχω εγώ κάθε βράδυ έγνοια μην τσακιστείς στις σκάλες; Θα τον πάρω να έρθει αύριο». Αχ, πώς το ξέρω το αυστηρό σου. Εγώ δεν σε μεγάλωσα; «Τσάμπα θα τον στείλεις, εγώ θα τον διώξω πάλι». Με βλέπεις που πεισμώνω, μα πεισμώνεις κι εσύ. Είσαι έτοιμη να βάλεις καυγά. Σου πιάνω πάλι το χέρι. «Θα τον διώξω μάτια μου. Η φωλιά είναι ένα σπίτι. Δεν θέλω να ‘ρθουν τα χελιδόνια την άνοιξη και να βρεθούν ξεσπιτωμένα. Έχουν ξεκινήσει από την άλλη άκρη του κόσμου για να ‘ρθουν εδώ, το καταλαβαίνεις; Σε τούτο το σπίτι, σε τούτη τη φωλιά. Θα κλωσήσουν τ’ αυγά τους, και θα κάνουν χελιδονάκια, και το φθινόπωρο θα φύγουν πάλι μακριά. Και θα μου λείψουν όταν φύγουν. Και θα τα περιμένω ξανά την επόμενη άνοιξη. Αν είναι να δω την επόμενη άνοιξη. Πάντως η φωλιά δεν χαλιέται». Τί να μου πεις; «Αχ, μωρέ μάνα, με τα χελιδόνια σου», λέει το στόμα σου.  «Γεροπαράξενη», μου λένε τα μάτια σου. Και πώς να σου πω ότι έχεις άδικο;

Σωπαίνεις πάλι. Πιάνεις ένα περιοδικό απ’ το καλάθι, γυρνάς τις σελίδες, δεν διαβάζεις τίποτα. Ξεφυσάς. Τ’ αφήνεις πάλι πίσω. Με κοιτάς. Σε κοιτάω. Ξεφυσάς. «Λοιπόν, πρέπει να πάω τώρα, ναι;». Κουνάω το κεφάλι. «Θα περάσω την άλλη βδομάδα». Φυσικά. Δεν κακοκαρδίζω. Σηκώνεσαι, μαζεύεις την τσάντα σου, την περνάς στον ώμο σου, στρέφεις το κορμί σου προς την πόρτα. Μετά σαν να θυμάσαι κάτι γυρνάς πίσω και με φιλάς στο μάγουλο. «Ώρα σου καλή», σου λέω. «Να προσέχεις», μου λες. Μα πότε αλλάξαμε ρόλους; Μετά φεύγεις. Θα κοιμηθώ λίγο το μεσημέρι και το απόγευμα ίσως ανοίξω την τηλεόραση.

 

Advertisements

Χαζεύοντας παλιά αρχεία ενός παλιού υπολογιστή βρήκα τούτο το διήγημα που συνέθεσα στην τρίτη Λυκείου για έναν διαγωνισμό που βέβαια ποτέ δεν κέρδισα. Η αγαπημένη μου καθηγήτρια απογοητεύτηκε ίσως περισσότερο από μένα τότε -εγώ μπορεί και στο βάθος να το ‘ξερα ότι οι λογοτεχνικές μου επιδώσεις δεν θα με δοξάσουν ποτέ. Όπως και να ‘χει λέω να το αναρτήσω εδώ γιατί ποτέ δεν ξέρεις· οι παλιοί υπολογιστές χαλάνε και τα παλιά αρχεία χάνονται, και είναι κρίμα. Δεν θα το διαβάσω καν αυτή τη στιγμή για τυχόν λάθη και τυπογραφικές αβλεψίες, δεν αντέχω ν’ αντικρίσω τα δεκαεπτά μου χρόνια.

Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει η ζωή όταν βρίσκεται ακόμα στο ξεκίνημα της; Το απόγευμα εκείνης της βροχερής μέρας που είδε για πρώτη φορά το φως ένα όμορφο νεογέννητο αγοράκι, σίγουρα δεν μπορούσε να ξέρει τα μελλούμενα. Η μαμή το τύλιξε στις φασκιές και το απόθεσε στη ζεστή αγκαλιά της πολύ κουρασμένης, αλλά τόσο ευτυχισμένης, μητέρας. Ήταν όμορφο, σας το είπα και πριν, ροδαλό με κατάμαυρα απαλά μαλάκια. Σιγά-σιγά άνοιξε τα ματάκια του και έκλαψε σιγανά διεκδικώντας το στήθος της μαμάς του, ήπιε λαίμαργα το γάλα του και μετά αποκοιμήθηκε στο μεγάλο καλάθι που είχε στο παρελθόν φιλοξενήσει τους δυο μεγάλους του αδελφούς και τις τέσσερις αδελφές του.

Οι γονείς του χαμήλωσαν τη λάμπα και άναψαν το τζάκι, μετά άφησαν το μωράκι τους να κοιμηθεί και να δεχθεί την επίσκεψη που  σίγουρα θα του έκαναν οι τρεις Μοίρες, για να το ράνουν με χάρες και να γεμίσουν την καρδιά του καλοσύνη. Τι έγινε το βράδυ εκείνο στην μισοσκότεινη κάμαρα δεν μπορώ να το ξέρω. Τι δώρα πήρε το μικρό αγόρι από τις αιθέριες νύμφες κανείς δεν το γνωρίζει, όμως τη νύχτα εκείνη, ένα άστρο τρεμόπαιζε πάνώ από το ξύλινο σπιτάκι. Οι ασημένιες ακτίνες του πέρασαν το μισάνοιχτο παράθυρο και έδωσαν ένα φιλί στο κοιμισμένο παιδάκι. Και το Μέλλον άρχισε να μετρά αντίστροφα.

Οι εποχές κυλούν πολύ γρήγορα, και τα χρόνια τρέχουν λες και κάποιος βιαστικός κύριος, που δεν μπορεί να περιμένει, τα σπρώχνει με το ροζιασμένο μπαστούνι του να κατρακυλήσουν από μια απότομη κατηφόρα. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και για το μικρό μας ήρωα. Το ροδαλό μωράκι έδωσε την θέση του σε ένα άταχτο παιδάκι και αυτό με τη σειρά του σε ένα ζωηρό και ανήσυχο αγόρι. Στα δεκαπέντε του χρόνια ήδη «ήξερε» καλά τι ήθελε να κάνει. Δεν του χρειαζόταν πια να το σκεφτεί. Ο κόσμος του άνοιγε την αγκαλιά του και τον προσκαλούσε σε μοναδικές απολαύσεις, η ζωή στο μικρό χωριό του δεν είχε τίποτε άλλο να του προσφέρει και αυτός βιαζόταν να πετάξει σε νέους ορίζοντες. Μάταια έκλαιγε η μάνα του και φοβέριζε ο πατέρας του.

Νύχτα έφυγε, έχοντας μέσα σ’ ένα μικρό δισάκι μια αλλαξιά ρούχα και ένα κομμάτι ψωμί. Τα λίγα λεφτά που είχε κερδίσει καθαρίζοντας τους στάβλους του γείτονα θα του έφταναν για να αγοράσει ένα εισιτήριο για τη μεγάλη πόλη. Το ξημέρωμα τον βρήκε στο δρόμο για τη διπλανή κωμόπολη. Μεσημέρι έφτασε και πλησίασε στο σιδηροδρομικό σταθμό κορδωμένος για να δείχνει μεγαλύτερος. Ο υπάλληλος στο γκισέ δεν του έριξε ούτε μια ματιά, απλά έκοψε γρήγορα το εισιτήριο και συνέχισε να λαγοκοιμάται στην καρέκλα του. Μόνο ο σταθμάρχης τον κοίταξε καχύποπτα: «Μονάχος σου είσαι, μικρέ;», του είπε. Χωρίς να περιμένει απάντηση, φύσηξε δυνατά τη σφυρίχτρα του.

Αναστενάζοντας με ανακούφιση ο μικρός μας σκαρφάλωσε στο βαγόνι, έγειρε στο άβολο, σκληρό κάθισμα και έκλεισε κουρασμένος τα μάτια του. Δευτερόλεπτα μετά τα ξανάνοιξε κοιτάζοντας το τοπίο που άλλαζε με ταχύτητα. Το μεγάλο ταξίδι είχε αρχίσει. Η περιπέτεια και όλα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία τον περίμεναν. Με αυτή την ιδέα νύχτωσε και ξημέρωσε.

Τότε, το τρένο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό. Εκεί κατέβηκε και κίνησε για την αγορά. Όλη την προηγούμενη μέρα δεν είχε φάει τίποτε, αλλά και πάλι δεν πεινούσε, σκέφτηκε για λίγο τους δικούς του και αναστέναξε, μα η έλξη που ασκούσε πάνω του το άγνωστο ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Φθάνοντας στην αγορά ορθάνοιξε τα μάτια παραξενεμένος. Τί πολύς κόσμος! Ποτέ του δεν είχε δει τόσους ανθρώπους μαζεμένους όλους μαζί, να φωνάζουν και να χειρονομούν έντονα πάνω  από τους βαρυφορτωμένους πάγκους. Αγόρασε με όσα χρήματα του είχαν απομείνει ένα καρβέλι ψωμί και δυο πορτοκάλια. Μπήκε μετά σε ένα χαμηλό μαγαζί, ένα βαφείο δερμάτων, και πλησίασε θαρρετά τον καταστηματάρχη. «Θέλω δουλειά» είπε με το θράσος που διακρίνει τους νέους. Ο άνδρας τον κοίταξε καλά, ήταν ψηλό, γεροδεμένο αγόρι και θα μπορούσε να του φανεί πολύ χρήσιμο.

Και έτσι του έδωσε δουλειά. Τέσσερις μήνες πέρασε κοντά του το αγόρι, χτυπώντας, πλένοντας και βάφοντας δέρματα. Ήταν δουλευτής καλός και πρόθυμα ο τεχνίτης θα τον κρατούσε στη δούλεψη του, αλλά εκείνος είχε άλλα όνειρα. Η ζωή στη μεγάλη πόλη είχε ήδη χάσει την μαγεία της. Και στους τέσσερις μήνες επάνω μπαρκάρισε με ένα μεγάλο εμπορικό για την Αραπιά.

Βδομάδες ολόκληρες ταξίδευαν με άσχημο καιρό, πέρασαν από φουρτούνες που έκαναν μεγάλους άντρες να κλαίνε σαν μωρά, το καράβι δεν βρέθηκε ούτε μια μέρα σε ησυχία, ήταν λες και οι σειρήνες των θαλασσών είχαν βαλθεί να το βουλιάξουν για να γλεντήσουν με τους άμοιρους ναυτικούς στα σκοτεινά και κρύα βάθη του ωκεανού. Όταν οι ναύτες είδαν ότι η κακοκαιρία δεν έλεγε να πάψει και ότι στα σοβαρά το μέλλον τους ήταν πολύ αβέβαιο, έτρεξαν στον καπετάνιο. «Κακό στοιχειό έχει μέσα στο καράβι, του είπαν, ούτε γυναίκα να ‘χαμε στο μπάρκο δε θα γινόταν τέτοιος χαλασμός, και άντε να φουντάρουμε τον πιτσιρίκο, να φάνε σάρκα οι γοργόνες, να μας αφήσουν ησύχους».

Συνέχεια

Φιλική προειδοποίηση: Αν είστε επιρρεπής σε εφιάλτες αποφύγετε την ανάγνωση του παρακάτω κειμένου.

Σκαρφάλωσε έξω απ’ το κουτί του αθόρυβα. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο πάτωμα κι έμεινε εκεί, στιγμιαία ακίνητος. Ύστερα άρχισε να ξετυλίγει τα μέλη του. Ένα χέρι, ένα πόδι, κατόπιν απ’ την άλλη μεριά, δυο έχει απ’ το καθένα. Τέντωσε τον αυχένα του, σαν γατί, από δεξιά στ’ αριστερά και πάλι πίσω∙ οι τρίχες του κεφαλιού του ολόρθες, σαν να τον είχαν περιλούσει με κρύο νερό. Τινάχτηκε νευρικά κι άνοιξε τα μάτια του που είχε ως εκείνη τη στιγμή κρατήσει κλειστά, σαν από συνήθεια. Βλεφάρισε να καθαρίσει την όρασή του που την βρήκε θολωμένη. Κοίταξε μπροστά του∙ ένας ορθογώνιος, κενός χώρος. Σανιδένιο δάπεδο, σαν ένα μεγάλο καφάσι, τριγύρω οριοθετημένο από μια βαριά, ξεφτισμένη κουρτίνα σε τόνους που θα μπορούσαν να είναι σκούρο κόκκινο. Το χρώμα του αίματος. Του πηγμένου αίματος. Η κουρτίνα χανόταν προς τα πάνω σε ένα αδηφάγο σκοτάδι. Και μια παράξενη ησυχία, λες κι είχε ανασταλεί ο θόρυβος για μια στιγμή, όσο η εξέδρα κρατάει την ανάσα της πριν ο ποδοσφαιριστής χτυπήσει το πέναλτι. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα∙ μια γλυκερή υγρασία, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του ανθρώπινου κορμιού που έπειτα κατάλαβε ότι προερχόταν απ’ τον ίδιο. Ήταν γυμνός. Αστείο πως δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα. Το μαλακό των οπισθίων του ακουμπούσε στο ξύλινο πάτωμα. Με τα χέρια του άγγιξε σπιθαμή προς σπιθαμή το σώμα του. Πρόσωπο, στέρνο, τα δυο του μπράτσα, η κοιλιά του εκεί, τα γεννητικά όργανα κρέμονταν ανέπαφα, μπούτια και γάμπες, πατούσες, όλα εκεί. Τα έπιανε με τις παλάμες του, τα ψηλάφιζε με τα δάχτυλά του· δεν πονούσε πουθενά, πουθενά συγκεκριμένα, μα αισθανόταν ένα απροσδιόριστο μούδιασμα στο κεφάλι. Έψαξε προσεκτικά το κρανίο του για κάποιο καρούμπαλο που θα δικαιολογούσε τον αποπροσανατολισμό και το μούδιασμα, μα δεν βρήκε τίποτα. Μόνο που τα μαλλιά του κολλούσαν στο χέρι του, φριχτά λαδωμένα και νωπά απ’ τον ιδρώτα. Σηκώθηκε διστακτικά, δοκιμαστικά, και προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Δεν αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία, αν και ένιωθε πράγματι τα πόδια του κάπως αδύναμα, να δυσανασχετούν κάτω απ’ το βάρος του κορμιού του.

Έκανε δειλά ένα βήμα, νιώθοντας ένα ρεύμα αέρα να χτυπάει τ’ απόκρυφά του, να περνάει ανάμεσα απ’ τη σχισμή του κώλου του και να σκαρφαλώνει στην ιδρωμένη του πλάτη. «Κρύος ιδρώτας». Αυτή είναι η έκφραση που έψαχνε. Όλο έμοιαζε το μυαλό του να ψάχνει λέξεις, και η κατάλληλη ορολογία να έρχεται με καθυστέρηση να βρει τη θέση της μπροστά στην εικόνα του αντικειμένου. Καμπούριασε τους ώμους του, σαν για να προστατευτεί απ’ το κρύο, και έκανε τα πρώτα δειλά βήματα γύρω απ’ το κουτί του. Άπλωσε την παλάμη του να το νιώσει: τίποτα ενδιαφέρον εκεί. Μια χοντρή χαρτονένια κούτα· μάλλον θα ήταν καφέ στο χρώμα, και στην αφή σαν κάθε χαρτονένια κούτα από ενάρξεως της μπακαλικής. Έβγαλε τη γλώσσα του και την ακούμπησε στο κουτί, σαλιώνοντας το επιμελώς, προσπαθώντας να εντοπίσει μια γεύση που να του λέει κάτι. Γεύση από χαρτόνι και τίποτα άλλο. Μα τί περίμενε; «Τί κάνω εδώ;». Η ερώτηση επιτέλους σχηματίστηκε, μετά από σημαντική καθυστέρηση. Με κόπο έβαλε τα δεδομένα του σε μια τάξη.

Συνέχεια

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2001:

Το πρωινό εκείνο του Σεπτέμβρη ξημέρωσε ανέφελο. Ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Το μεγάλο παράθυρο έμοιαζε με πύλη για ένα αψεγάδιαστο σύμπαν. Η μυρωδιά του καφέ πλημμύρισε το διαμέρισμα, όπως κυλούσε το φως μαλακά μέσα από το τζάμι και ξάπλωνε σε έναν έναν τους τοίχους της κρεβατοκάμαρας. Το ξυπνητήρι χτύπησε για δεύτερη φορά. Πιο επιτακτικά, καταφατικά και τελεσίδικα. Κι εκείνος δεν είχε άλλη επιλογή. Είχε ξεπεράσει τον ύφαλο της Δευτέρας και ο σκόπελος της Τρίτης φάνταζε εύκολος προς αποφυγή. Αυτά σκεπτόμενος προχώρησε προς το μπάνιο χωρίς να συναντήσει άλλη ψυχή ζωντανή εκτός από τη μυρωδιά του καφέ που αναδευόταν στα κύματα του αέρα.

Η εξώπορτα ξεκλείδωσε όσο εκείνος προσπαθούσε να προσγειωθεί στη στρατόσφαιρα διαμέσου του κρύου νερού. Εκείνη μπήκε στο σπίτι. Κρατούσε μια χάρτινη σακούλα με μικρά κέικ για το πρωινό, για το οποίο είχε στρώσει όμορφα το τραπέζι δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Πήραν το γεύμα τους αμίλητοι. Πολύ νωρίς για λόγια· κάθε είδους. Την φίλησε απαλά στα μαλλιά πριν ξεκινήσει την οικεία διαδρομή. Εκείνη βγαίνει από το σπίτι και κατευθύνεται στο πάρκο. Σε έναν ανοιχτό χώρο, κάπου που θα φυσάει απομίμηση φρέσκου αέρα. Και όταν φτάνει εκεί σταματά και στέκεται. Και σκέφτεται. Βιώνει μια παύση των ρυθμών της πόλης μπροστά στην λίμνη με τις πάπιες. Τα λεπτά κυλούν και τα κρωξίματα των υδρόβιων πτηνών συγχρονίζονται με τις στάσεις του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Το τρένο έφτασε και έφυγε βιαστικό. Κουβαλώντας σώματα. Κάνοντας μια περίεργη συγκομιδή και αποκομιδή σε κάθε του στάση. Εναποθέτοντας ψυχές στην άκρη κάθε αποβάθρας. Εναποθέτοντας και την δική του ψυχή στην άκρη του σταθμού προορισμού. Λίγα βήματα, βιαστικά και μετρημένα, συνηθισμένα, παγιωμένα, προδιαγεγραμμένα.

Η είσοδος στο γραφείο δεν ενέχει κανένα ταρατατζούμ. Πλήξη. Και ανία αφόρητη. Τόσο όσο να νοσταλγείς την περίοδο που μπορούσες να ξοδέψεις ώρες από τη ζωή σου διερωτώμενος πού κρύβονται οι πάπιες της λιμνούλας τον χειμώνα, όταν η λίμνη παγώνει. Παγώνει. Το αναπάντεχο ρεύμα που της ανακάτεψε τα μαλλιά την παγώνει. Ακινητοποιημένη σε μια απαθή στάση σώματος κοιτά το άπειρο. Και η ώρα κυλά ακόμα. Η έκρηξη δεν την μετακινεί, δεν την αγγίζει στο ελάχιστο. Όλα είναι γύρω της, και πιο πολύ μέσα της, άξαφνα παγωμένα. Το κτίριο λειώνει. Οι ασύλληπτα υψηλές θερμοκρασίες ανακατεύονται με την κάψα της αγωνίας και του ακατάσχετου φόβου, με την μυρωδιά του τρόμου και του πανικού. Τρέξτε για τις ζωές σας. Τρέχει κι εκείνος στα τυφλά, σε μια σκοτεινιασμένη σκάλα παρέα με άλλα κορμιά που αναπνέουν ρηχά μεγάλες ποσότητες καπνού. Κι όταν φτάνει στο ισόγειο και από εκεί κατευθύνεται στον κάποτε δρόμο έχει μια αίσθηση μόνο και καμιά σκέψη μέσα στο μυαλό του. Το όνειρο κατέρρευσε.

Εκείνη το μαθαίνει από την αλλαγή στον χώρο. Ξαφνικά το πάρκο μυρίζει τραγωδία. Ο καπνός, η φωτιά και το λειωμένο μέταλλο βρίσκονται πολύ μακριά απ’ αυτήν. Όμως την έχουν κάπως φτάσει και μιλούν μέσα της, περνούν μπροστά από τα μάτια της χωρίς προειδοποίηση και χωρίς παύση. Επιστροφή στο σπίτι. Η τηλεόραση θρηνεί και ανθίσταται. Η τηλεόραση η μόνη επικοινωνία με τον άλλο εκείνο κόσμο. Τον μέχρι πρότινος δικό τους κόσμο που έτσι, άξαφνα έγινε άλλος. Δεν μπορεί να τον βρει πουθενά. Τα τηλέφωνα βουβά και αναίσθητα. Τα λεπτά κυλούν ακόμα. Και οι ώρες. Εκείνη δεν βγαίνει απ’ το σπίτι. Δεν πάει να στηθεί στον «τόπο της τραγωδίας». Κάθεται και κοιτά το κενό, το κενό που η εικόνα κι ο ήχος δεν μπορούν να γεμίσουν. Και δεν αισθάνεται τίποτα. Ούτε έλλειψη, ούτε πόνο, ούτε θλίψη. Μόνο την πρωινή παγωνιά να την κατακυριεύει ολόκληρη.

Πολύ αργότερα το κλειδί γυρνά και πάλι στην κλειδαριά και η πόρτα ανοίγει. Εκείνος μπαίνει μέσα. Σκονισμένος, μαύρος από τους καπνούς και να μυρίζει θάνατο. Εκείνη απλά σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτά σαν να βλέπει έναν ξένο. «Α, ήρθες», του λέει μόνο. Την αγκαλιάζει και στέκονται εκεί ώρα πολύ. Δεν υπάρχει τίποτα να πουν, ο φόβος και το σοκ έχουν στραγγίξει κάθε έλλογη σκέψη.

  Συνέχεια

Άλλαζε θέση στα φλιτζάνια στο σύνθετο. Τρία μπροστά, δυο πίσω· ή μήπως ανάποδα; Τους άλλαξε θέση ξανά. Με τίποτα δεν ήταν ικανοποιημένη. Τραβήχτηκε μακριά και τα κοίταξε με κριτικό μάτι. Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Έπιασε πάλι το ξεσκονόπανο και πέρασε το ράφι γι’ άλλη μια φορά. Τα τζάμια μετά. Είχαν θαμπώσει απ’ την καλοκαιρινή σκόνη και η ζέστη μετέτρεπε τη βρωμιά σε μια κολλώδη μάζα που δεν έβγαινε με τίποτα. Έτριβε ασταμάτητα για δυο ώρες, μέχρι που ολόκληρο το σαλόνι άστραψε. Στο τέλος πέρασε ένα σφουγγάρισμα τα πατώματα και είπε πια πως είναι ώρα να κάτσει. Έβαλε μια κρύα πορτοκαλάδα και σωριάστηκε στον καναπέ. Τα μπράτσα της πονούσα απ’ το τρίψιμο και το τέντωμα, τα πόδια της απ’ την ορθοστασία. Άνοιξε την τηλεόραση και περιδιάβηκε τα κανάλια για λίγο. Τίποτα να δεις, πραγματικά τίποτα. Την έκλεισε πάλι. Ακούμπησε πίσω και κοίταξε το δρόμο απ’ το παράθυρο. Άδειος κι αυτός. Αυγουστιάτικο απόγευμα, ακόμα ο ήλιος καίει, κι άλλωστε, ποιος έχει απομείνει μέσα στην Αθήνα καλοκαιριάτικα; Ούτε φύλλο δεν κουνούσε στις κατσιασμένες νεραντζιές. Ένα αυτοκίνητο πότε-πότε τάραζε την ησυχία κι ύστερα χανόταν στο βάθος του δρόμου. Κατά τ’ άλλα σιωπή. Σκέφτηκε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο, μα δεν της έκανε όρεξη. Ένας πονοκέφαλος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά και τώρα εγκαθίσταντο πανηγυρικά στο δεξί της ημισφαίριο. Την τράνταζε ρυθμικά, ακολουθώντας το τέμπο που έβαζαν οι χτύποι της καρδιάς της. Τα φάρμακα δεν της άρεσαν και προτιμούσε να μην τα παίρνει, εκτός κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Έμεινε εκεί άπραγη με τον πονοκέφαλό της. Δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Στήριξε το κεφάλι της στην πλάτη του καναπέ και το άφησε να βουρλίζεται. Μέσα στην ησυχία ο μόνος ήχος ερχόταν από μέσα της: ταράμ… ταράμ… ταράμ…

Ξύπνησε όταν είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Η ατμόσφαιρα είχε δροσίσει ελάχιστα· το μπλε μπλουζάκι της ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και λίγο σάλιο είχε κυλήσει απ’ το πηγούνι στο λαιμό της. Μουδιασμένα σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο· πλύθηκε τρίβοντας γερά το πρόσωπό της· άλλαξε και ξυπόλυτη προχώρησε ως την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο μα τίποτα δεν της έκανε κέφι. Ήθελε ένα κανονικό, μαγειρεμένο γεύμα, μα με τέτοια ζέστη δεν της πήγαινε ν’ ανάψει φούρνο, κι άλλωστε είναι πάντα θλιβερό να μαγειρεύεις σωστό φαΐ για ένα άτομο μονάχα. Έκοψε με το χέρι ένα κομμάτι ψωμί και το μασούλησε επιτόπου. Μετά μάζεψε τα ψίχουλα και ξανάκατσε στο σαλόνι. Δεν άναψε φως. Τα φώτα του δρόμου κι αυτά απ’ τα απέναντι μπαλκόνια ήταν αρκετά. Το καλοκαίρι είναι πάντα σκληρό για την Ελένη. Απ’ όταν κλείνουν τα σχολεία κλείνεται κι αυτή στο δυάρι και δεν την βλέπει άνθρωπος μέχρι το Σεπτέμβρη. Το χειμώνα έχει τα παιδιά της –τα παιδιά των άλλων. Ανοίγει τα μικρούλια τους μυαλά και τα γεμίζει με τ’ αλφάβητο, τους αριθμούς, λέξεις και νοήματα, ποιήματα, χρώματα, μουσικές. Κι ύστερα έρχεται ο Ιούνιος και πάντα τα χάνει. Τον επόμενο Σεπτέμβρη που θα τα ξαναβρεί είναι πια άλλα παιδιά· καινούρια σύνορα. Και πάντα ξεκινά να τα διαβεί με την ίδια αφοσίωση, την ίδια προσήλωση κι επιμονή. Την ημέρα τα ζαλίζει με το έψιλον και το ρω, λιγάκι πρόσθεση κι αφαίρεση ύστερα από λίγο. Τα βράδια χαϊδεύει τα μπλε τετράδιά τους· κι αν τα σημαδεύει με κόκκινο μελάνι ακόμα τ’ αγαπά. Τα φροντίζει, τα βάζει στην τσάντα της προσεκτικά για να τα πάρει την επομένη στο σχολείο ατσαλάκωτα. Κι έτσι οι μέρες της περνούν. Ώσπου να έρθει το καλοκαίρι κάθε φορά. Κι ύστερα οι μέρες πια δεν περνούν· στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη και υψώνουν τοίχους τριγύρω της. Αλλά τα βράδια του Αυγούστου… ένα ελάχιστο αεράκι κάνει τις δαντελένιες κουρτίνες να χορεύουν απαλά και της θυμίζει ότι ο Σεπτέμβρης δεν είναι πια μακριά· και της θυμίζει ν’ ανασάνει. Τα βράδια… Στέκεται όρθια πλάι στο παράθυρο και δεν περιμένει. Δεν έχει τίποτα να περιμένει και το ξέρει καλά. Αυτή η επίγνωση το κάνει ακόμα πιο τελεσίδικο, εντελώς δεδομένο.

Πέρασε η ώρα· περίεργο κι όμως νύσταζε πάλι ή νυστάζει ακόμα, πάντως θέλει να κοιμηθεί, κι έτσι κλειδώνει το σπίτι, ασφαλίζει τα παράθυρα, τραβάει το σύρτη στην πόρτα. Θα κάνει ένα κρύο ντους και θα βάλει την φαρδιά, ξεφτισμένη φανέλα που φοράει για νυχτικό. Χαζεύει λίγο μπροστά απ’ τον καθρέφτη, σκιές να σχηματίζονται στο πρόσωπό της απ’ τον χαμηλό φωτισμό του πορτατίφ. Στα σαράντα οχτώ της δεν είναι άσχημη γυναίκα η Ελένη. Τα μαλλιά της είναι ακόμα αστραφτερά καστανά, με ασημένιες λάμψεις διάσπαρτες στους κροτάφους. Τα μάτια της λαμπερά, με μεγάλες εντυπωσιακές βλεφαρίδες κι έντονα τοξωτά φρύδια που της δίνουν ένα ύφος λίγο πιο αυστηρό απ’ ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα. Αλλά στο πλάι των ματιών της αυτές οι λεπτές γραμμές βαθαίνουν χρόνο με το χρόνο, και ανάμεσα στα φρύδια της δυο ρυτίδες έχουν χαραχτεί μόνιμα και μη αναστρέψιμα. Σηκώνει το χέρι και τις χαϊδεύει απαλά με τ’ ακροδάχτυλά της. Κλείνει τα μάτια και τις νιώθει σαν ουλές πάνω στο πρόσωπό της, ξεχωρίζουν στην αφή. Τα δάχτυλά της κατεβαίνουν στη μύτη, πάντα πολύ μεγάλη την θεωρούσε, στα χείλη που λίγο τρέμουν, έτσι, χωρίς λόγο. Σφίγγει το λαιμό της, με τα δυο της χέρια, μόλις η πίεση αρχίσει να την ζαλίζει σταματά. Έχει όμορφο λαιμό, το δέρμα σφιχτό ακόμα, δεν έχει αρχίσει να χαλαρώνει, να σακουλιάζει. «Σύντομα», σκέφτεται. Τα μάτια της τής γυρίζουν ένα βλέμμα οίκτου μέσα απ’ τον καθρέφτη. «Ώρα για ύπνο», λέει δυνατά στον εαυτό της. Σβήνει το φως και κοιμάται.

Συνέχεια

Το φως της λάμπας ήταν εκτυφλωτικό. Έπρεπε να κρατάει τα μάτια χαμηλά, γιατί έτσι κι επιχειρούσε να τα σηκώσει στην ευθεία τότε αμέσως θάμπωναν και την πονούσαν. Η καρέκλα άβολη, ξύλινη, κάθισμα με τριμμένη δερματίνη∙ πουθενά ν’ ακουμπήσει τα πόδια. Το σιδερένιο τραπέζι μπροστά της λεκιασμένο από τον καιρό και τη χρήση, σιχαινόταν να τ’ αγγίξει. Πάνω του αραδιασμένα μια σειρά από αντικείμενα: μια αποξηραμένη ανθοδέσμη τυλιγμένη σε πράσινη ψάθα∙ ένα μικρούτσικο, πλακέ, μαύρο κουτάκι με ξυλομπογιές∙ μια μεγάλη στρογγυλή γυάλα, άδεια από νερό ή ψάρι, γεμάτη με βότσαλα, κοχύλια και το ακρωτηριασμένο κεφάλι ενός κέρινου Βούδα∙ ένα σετ κίτρινα εσώρουχα Hello Kitty∙ ένας μαύρος πλεχτός σκούφος του Πολεμικού Ναυτικού∙ μια στοίβα βιβλία. Δεν ήταν δεμένη, αλλά το ένιωθε πως δεν την έπαιρνε να κινηθεί. Κοίταξε αριστερά την αντανάκλασή της στο μεγάλο τζάμι. Χλωμή, αδυνατισμένη, με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια. Μαλλιά τρεις μέρες άλουστα, σε αλογοουρά. Φορούσε το μαύρο της πουλόβερ, αυτό που είχε κεντημένη με καλλιγραφικά γράμματα τη λέξη «LonDon» και κόκκινες καρδούλες. Όχι ακριβώς η τελευταία λέξη της μόδας. Έκλεισε τα μάτια να μην την τυφλώσει η λάμπα και έριξε το κεφάλι πίσω. Ένιωθε τους δυο άντρες που κάθονταν απ’ την άλλη πλευρά του τραπεζιού να γίνονται ανυπόμονοι. Ο ένας ψηλός, με γυαλιά, φορούσε κοτλέ παντελόνι, πουκάμισο και σακάκι χωρίς γραβάτα∙ συγκαταβατικός. Ο άλλος, μετρίου αναστήματος, με μαύρο τζιν και μαύρο μακό, γένια μερικών ημερών κι ένα σαρκαστικό μειδίαμα στα χείλη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα απ’ τα μάτια τους, το βλέμμα τους κενό κι ανέκφραστο, κοιτούσαν μόνο μπροστά κι έμοιαζε σαν να μην την βλέπουν καν.

«Άντε. Πάμε πάλι∙ 18 Μαρτίου 2007, πώς άρχισε; Όσες πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς».

Είχε κουραστεί να λέει τα ίδια και τα ίδια. Ένιωθε λες και τα είχε ήδη πει εκατομμύρια φορές∙ χωρίς σταματημό, χωρίς ανάσα. Κατέβασε το κεφάλι και ξανάνοιξε τα μάτια. Το στόμα της ήταν ξερό, και είχε μια άσχημη μεταλλική γεύση.

Ξανάπιασε την ιστορία απ’ την αρχή: «Στις εντεκάμισι το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο∙ το κινητό μου. Το περίμενα. Του είχα τηλεφωνήσει εγώ νωρίτερα, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο». Έκανε παύση. «Μου είπε… μου είπε: ‘Λέω να πάω μέχρι την Μάκρη, έρχεσαι;’. Κανονικά θα είχα πει όχι, είχα κάθε λόγο να πω όχι και κανένα λόγο να πω ναι. ‘Ναι’, του είπα. Μου είπε πως θα περάσει σε είκοσι λεπτά να με πάρει».

«Και τότε;», την ρώτησε ο ψηλός ανυπόμονα.

«Έτρεξα στο μπάνιο∙ έκανα ένα ντους, ξύρισα τα πόδια μου, φόρεσα καθαρά εσώρουχα, ένα σλιπ μπεζ, με φούξια και γαλάζιες και πράσινες ρίγες, ένα φανελάκι μαύρο, με δαντέλα στο ντεκολτέ και το χοντρό πράσινο το πουλόβερ μου, εκείνο που τσιμπάει άσχημα. Γι’ αυτό φορούσα το φανελάκι∙ τσιμπάει άσχημα αυτό το πουλόβερ. Και το τζιν μου το levis, το είχα ήδη σχεδόν λιώσει τότε. Κι εκείνες τις μπότες τις χακί. Χακί; Όχι ακριβώς. Δεν νομίζω ότι υπάρχει όνομα γι’ αυτό το χρώμα. Πρασινοειδές. Ήταν ίσιες, μαλακές, με στρογγυλή μύτη, και λουριά στο πλάι, και…».

«Παρακάτω», την έκοψε αυτός με το μακό απότομα.

«Ύστερα ήρθε κάτω απ’ το σπίτι μου. Κατέβηκα στο δρόμο, μπήκα στο αυτοκίνητο –είχε το παλιό αυτοκίνητο– και φύγαμε. Δεν θυμάμαι τη διαδρομή, δεν την θυμάμαι καθόλου. Θυμάμαι μόνο να φτάνουμε στην παραλία. Σε μια παραλία, δεν ξέρω την περιοχή τόσο καλά. Αριστερά μας το ξωκλήσι πάνω στο βράχο. Δεξιά ο μόλος. Μπροστά μας η θάλασσα. Νομίζω καθίσαμε στο αυτοκίνητο στην αρχή. Μπορεί να έκλαψα λίγο, δεν θυμάμαι. Ύστερα μου είπε ‘Πάμε να περπατήσουμε’. Άφησα τα πράγματά μου στ’ αυτοκίνητο και βγήκαμε έξω. Ήμουν ντυμένη βαριά, αλλά έκανε κρύο. Έτρεμα. Περπατήσαμε μέχρι το μόλο. Έλεγα συνεχώς τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, αυτά που έλεγα τότε. Καμιά πρωτοτυπία. Μετά κουράστηκα. Καθίσαμε λίγο κάτω στο τσιμέντο. Ήμουν τόσο κουρασμένη∙ απ’ όλες τις απόψεις∙ ξάπλωσα κατάχαμα και κοιτούσα τον ουρανό∙ ήταν κατασκότεινος, δεν έβλεπα αστέρια. Ξάπλωσε δίπλα μου, κεφάλι με κεφάλι. Ένιωθα τη ζεστασιά απ’ το κορμί του. ‘Θέλω να βγάλω τα ρούχα μου και να βουτήξω στη θάλασσα’, είπα. Το εννοούσα… πως το ήθελα. Μου είπε: ‘Αν βουτήξεις στη θάλασσα τώρα θα πάθεις καρδιακή προσβολή και θα πνιγείς’. Δεν μ’ ένοιαζε. Το στριφογύρισα στο μυαλό μου πολύ ώρα. Αλλά δεν βούτηξα∙ φυσικά δεν βούτηξα. Σηκωθήκαμε από κάτω, προχωρήσαμε μέχρι το εκκλησάκι. Μου άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Ίσως ανάψαμε ένα κερί. Ήταν σαρακοστή, η εκκλησία ήταν διακριτικά στολισμένη∙ γύρω απ’ τις εικόνες είχαν πλεγμένα λουλούδια που μοσχοβολούσαν. Φρέζες. Άσπρες φρέζες. Καθίσαμε πλάι-πλάι. Ακόμα έλεγα τα ίδια, τα ίδια απίστευτα στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Κάτσαμε εκεί για ώρες. Μου κρατούσε το χέρι, κρύωνα, είχε πολύ κρύο».

«Πότε έγινε ο έλεγχος;», την ρώτησε αυτός με τα γένια.

Συνέχεια

«Σ’ αγαπώ».

Μου απάντησες: «Δεν πιστεύω σ’ ένα σύμπαν χωρίς εσένα». Κι έξω γρύλιζε ο λύκος.

Έπεφτε η νύχτα αδυσώπητα. Την βλέπαμε να φτάνει∙ απροσποίητα, χωρίς επιτήδευση. Γύρω μας αγριάδα βουνίσια. Τραχείς βράχοι, ανεμοδαρμένα πεύκα λυγισμένα σε περίεργες γωνίες να σχηματίζουν ξεχαρβαλωμένες χορευτικές φιγούρες με το σώμα τους∙ τα κλαδιά τους απλωμένα προς το τίποτα σ’ ένα χάδι ματαιωμένο. Τα φύλλα λαμπύριζαν ασημένια στο μισόφωτο, θρόιζαν μ’ έναν συριστικό ήχο. Έτρεμα.

Ο ουρανός είχε γίνει πια μαβής. Μέσα στο δάσος ακούγονταν ανάσες απ’ την άγρια ζωή που ξυπνούσε. Ένας λυγμός ήρθε από μακριά. Μια απόκοσμη κραυγή. «Φοβάμαι», σου είπα. Μου είπες να μην φοβάμαι. Ότι πάντα θα είσαι εδώ. Και κοιτούσες προς την πόρτα.

Το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει εντελώς. Απ’ τα μικρά παράθυρα έμπαινε μόνο μια υποψία φωτός. Καθόσουν σε μια καρέκλα αντικριστά μου. Έβλεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου να βασιλεύουν καθώς οι μουσικές της νύχτας τρύπωναν από τις γρίλιες των παραθύρων κι από τη χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα. «Για πάντα», μου είπες. Με κάρφωνες με τα μάτια σου σαν αναμμένα κάρβουνα. Σηκώθηκα και έψαξα για τη λάμπα. Έστριψα το φιτίλι με το χέρι μου και την άναψα μ’ ένα σπίρτο∙ η μυρωδιά του πλημμύρισε το χώρο καθώς μια αδύναμη δέσμη καπνού ανέβηκε να διαλυθεί στο ταβάνι. «Σ’ αγαπώ. Πέρα απ’ οτιδήποτε, ρε πούστη μου», σε άκουσα να λες. Κοίταξα το φως για ώρα, πόνεσαν τα μάτια μου απ’ το φως που έμπαινε στο κεφάλι μου.

Έφερα τη λάμπα στο τραπέζι∙ την ακούμπησα στο κέντρο του. Ο χώρος φωτίστηκε ίσα-ίσα στη διάμετρο από εμένα προς εσένα. Τα χέρια μας μπορούσαν να γίνουν δυο ακτίνες και να συναντηθούν στο κέντρο του κύκλου. Δεν αγγιχτήκαμε. «Μην φύγεις», σου είπα. Έξω έκανε κρύο. Δεν ένιωθες τον κίνδυνο; Δεν με κοιτούσες πια. Το βλέμμα σου είχε ξενιτευτεί έξω απ’ το παράθυρο, στον έναστρο ουρανό. Ήσουν κιόλας μακριά. Ο λύκος πλησίαζε. Τον ένιωθα να πλησιάζει: το βαρύ βάδισμά του, τα μάτια που γυάλιζαν στο σκοτάδι, το στόμα μισάνοιχτο, γεμάτο σάλια και δόντια κοφτερά. «Μην φύγεις». Δεν μπορείς να καταλάβεις τον κίνδυνο; Δεν ξέρεις πως αν περάσεις αυτή την πόρτα δεν θα επιστρέψεις ποτέ; «Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ μέχρι να πεθάνω», μου είπες, «θα σ’ αγαπώ πάντα». Τότε μην φεύγεις. «Δεν μπορώ να μείνω», μου είπες, και κοίταξες πάλι στο παράθυρο. Μην φεύγεις. «Δεν με χάνεις μικρή μου», μου είπες. Μα σε είχα ήδη χάσει.
Συνέχεια

Αθήνα, Μάιος 2005

 

-Θα πενθώ πάντα –μ’ ακούς;- για σένα,

μόνος, στον Παράδεισο.[1]

Ξύπνησα μέσα στο σκοτάδι. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε μόνο κρύος αέρας και καθόλου φως. Κι εκείνες οι φωνές… Οι κουρτίνες ανέμιζαν ανεξέλεγκτα. Μια στιγμή στράφηκαν στο προσκέφαλο μου, θαρρείς σαν φίδια έτοιμα να με τυλίξουν, μετά μια αόρατη δύναμη τις ρούφηξε έξω απ’ το δωμάτιο ώσπου ξαναγύρισαν με ορμή και ξέσπασαν την μανία τους στο πορσελάνινο λαβομάνο. Κομμάτια ακριβής πορσελάνης πετάχτηκαν σε όλο το πάτωμα και ο κρότος σκέπασε για μια στιγμή τον παφλασμό των κυμάτων που γέμιζε τον χώρο σαν τον ήχο της λάβας όπως ξεχύνεται από μανιασμένο ηφαίστειο. Μια στιγμή αργότερα εκείνη η λάμψη άστραψε στον ουρανό και αμέσως ακολούθησε μια βροντή πιο εκκωφαντική από τον θόρυβο της ζημιάς.

Η βροχή που τόση ώρα έπεφτε με αργές, χοντρές ψιχάλες άρχισε τώρα να σφυροκοπά με μανία τον ακάλυπτο, σ’ έναν στακάτο ήχο, παρασέρνοντας σκουπίδια και ξερά φύλλα. Σε λίγα λεπτά οι κουρτίνες είχαν βαρύνει απ’ το νερό και κρέμονταν άθλιες μισές μέσα, μισές έξω απ’ το παράθυρο. Δεν σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι, δεν βλεφάρισα καν. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι, οι λάμψεις από τις απανωτές αστραπές με τρόμαζαν, όμως ύστερα από λίγο έπαψα να δίνω σημασία και αποκοιμήθηκα, εκεί, στο κέντρο της μανίας.

-Τι πρέπει να κάνεις; Ένα: φύγε. Όσο έχεις ακόμα τη δυνατότητα. Είσαι τεχνητή λίμνη που έχει λιμνάσει. Έχεις, το λέω με κάθε ειλικρίνεια, την όψη ανθρώπου που ξόφλησε.[2]

Και έτσι, εκείνο το πρωί, αποφάσισα να μη σηκωθώ από το κρεβάτι. Από το ανοιχτό παράθυρο το φως της αυγή έμοιαζε με γάλα αραιωμένο σε νερό. Η πόλη είχε αρχίσει να ξυπνάει, δειλά-δειλά τα πρώτα αυτοκίνητα ακούγονταν στο δρόμο. Ξεκινούσαν διστακτικά και μετά μαρσάριζαν με σιγουριά και δύναμη. Εγώ όμως δεν σκόπευα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ένοιωθα τα σκεπάσματα μουσκεμένα στα πόδια μου, από τη βροχή. Βρεγμένο ήταν και το μαξιλάρι μου, χωρίς εμφανή λόγο.

-Οι πράξεις μας δεν παραμένουν ανώνυμες, και να τις συνεχίσει ύστερα από μας ο… -άλλος. Γι’ αυτό δεν είναι οι πράξεις μας συνολικές. Είναι μονόλογος. Ο καθένας ό,τι προφτάσει. Δίχως αντίλαλο. Χωρίς συνέχεια.[3]

Οι θόρυβοι της πολυκατοικίας προσπαθούσαν να με βγάλουν απ’ το λήθαργο. Ένα καζανάκι από δίπλα, οι από πάνω να τσακώνονται, το μωρό του απέναντι να κλαίει με παράπονο. Όμως εγώ απλά δεν ήθελα, δεν μπορούσα, να σηκωθώ από το κρεβάτι. Σιγά-σιγά έπαψα να ακούω τον θόρυβο του δρόμου, μια βοή έφτανε μέσα στο μυαλό μου, ένας ήχος σύνθετος και άδειος. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο ταβάνι.

Έμοιαζε με χιονισμένο βουνό έτοιμο να με καταπλακώσει. Μια γωνιά μοναχά είχε πρασινίσει από την υγρασία, αυτή η πόλη είναι σαν ένα τεράστιο στόμα, υγρό και δύσοσμο. Ένιωσα σαν να ήταν τα μάτια μου εγκλωβισμένα και καρφωμένα εκεί, δεν μπορούσα να στρέψω το βλέμμα μου μακριά από την πράσινη κηλίδα στη γωνιά της οροφής. Οι βολβοί των ματιών μου ακίνητοι έβλεπαν τον λεκέ να απλώνεται μέχρι που καταβρόχθισε όλο το ταβάνι. Με τρόμο παρακολουθούσα τη μούχλα να κυλάει ρευστή στους τείχους και το πάτωμα και μετά να παίρνει να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι μου. Κλώτσησα σπασμωδικά τα σκεπάσματα, διπλώθηκα στα δυο στη μέση του στρώματος και έσφιξα τα γόνατα με τα μπράτσα μου.

Ένας ζωντανός και τεράστιος όγκος σχηματίστηκε σταγόνα-σταγόνα μπροστά από την πόρτα, με μακριά, ανατριχιαστικά πλοκάμια που σέρνονταν συρίζοντας προς το μέρος μου. Έκλεισα τα μάτια, μα μπορούσα ακόμα να δω τη μούχλα να πλησιάζει, σχεδόν να αγγίζει τον γοφό μου, να ετοιμάζεται να με τυλίξει. Πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα έβλεπα τον κόσμο σαν ακτινογραφία, λες και μια τεράστια πυρηνική έκρηξη λάμβανε χώρα μέσα στο δωμάτιο μου. Κι ακόμα εκείνες οι φωνές να επιμένουν…

-Για τους τρόμους, όμως, ε, γι’ αυτούς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί η λέξη. Αυτοί είναι πράγμα ολότελα διαφορετικό. Οι τρελοί των ασύλων πιστεύουν στους τρόμους και τους θεωρούν υπαρκτούς και αποφασιστικά στοιχεία της ζωής. Άποψη πολύ συζητήσιμη.[4]

Μια δυνατή βροντή τράνταξε το δωμάτιο, το παντζούρι χτύπησε με δύναμη στον εξωτερικό τοίχο, τα τζάμια έτριξαν και τα μάτια μου άνοιξαν απότομα. Η πράσινη μούχλα είχε περιοριστεί στη γωνιά της οροφής και εγώ τουρτούριζα από την παγωνιά που γέμιζε τον χώρο λες και ήταν στρατιωτικό νεκροταφείο. Γύρισα ανάσκελα και άπλωσα χέρια και πόδια σε μια στάση που σε άλλους καιρούς θα έφτιαχνε έναν ονειρικό άγγελο του χιονιού. Δεν τράβηξα τις κουβέρτες πάνω μου, το σώμα μου είχε ανατριχιάσει και τα νύχια μου ήταν μελανά, το δόντια μου κροτάλιζαν.

-Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ. –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος- αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήτανε ν’ αυτοκτονήσω. Μου ‘ρχότανε να σαλτάρω από το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το ‘κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος πως θα βρισκότανε κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα ‘σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούνε τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουνε που θα ‘χα γίνει λιώμα.[5]

Ξαφνικά ήμουν χαμένη σε μια θάλασσα από τσιμέντο, γιγάντια κύματα ορθώνονταν και απειλούσαν να με πνίξουν. Από τα ανοιχτά παράθυρα τους έβγαιναν οι ψυχές των ανθρώπων και με κυνηγούσαν. Τα φανάρια των δρόμων αναβόσβηναν σε ένα τρελό τέμπο και πελώρια ατσάλινα κήτη ορμούσαν να με κατασπαράξουν. Γύρω μου σειρήνες ούρλιαζαν απειλητικά, από πάνω μου γιγαντοαφίσες ανέμιζαν τρομακτικά. Είχα εγκλωβιστεί και η πόλη έκλεινε από πάνω μου σαν ογκώδες βιβλίο, τα πάντα γύρω μου στένευαν και ο αέρας λιγόστευε. Με την τελευταία μου ανάσα ούρλιαξα. Ούρλιαξα όπως δεν έχει ξαναφωνάξει άνθρωπος, κάθε κύτταρο του κορμιού μου φώναζε μαζί μου, οι τρίχες των μαλλιών μου, τα νύχια των ποδιών μου, μπορούσα να ακούσω την μικρή αδύναμη ανάσα μου να μεταμορφώνεται σε έναν όγκο ήχου, πιο δυνατό κι από τη σιωπή.

-…Στην πραγματικότητα αυτό που νιώθω είναι νοσταλγία, ένα παρελθόν που κλαίω, μια πραγματική ζωή πεθαμένη που την κοιτάζω επίσημη στο φέρετρο της.[6]

Συνέχεια


Η υπογράφουσα, Ερατώ Μάργαρη-Αντωνοπούλου της Άννας και του Θεοδώρου, και έχουσα σώας τας φρένας, ξεκινώ σήμερα δεκαεννέα Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες δέκα, από την ΒΔ πτέρυγα, στον τρίτο όροφο του αντικαρκινικού νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», τη σύνταξη της διαθήκης και τελευταίας επιθυμίας μου:

Αγάπη μου, όταν θα σου διαβάσουν αυτήν τη διαθήκη να ξέρεις ότι ποτέ δεν έπαψα να θεωρώ πως ό,τι μου ανήκει είναι δικό σου. Μια νομική διαδικασία τόσο τυπική όσο η αποδοχή κληρονομιάς σου αποδίδει την υλική περιουσία μου, μα ήσουν κύριος της καρδιάς και του μυαλού μου για χρόνια. Πέρασα πολύ καιρό συνομιλώντας με σένα εν αγνοία σου, μπροστά από τον μεγάλο καθρέφτη στο χολ, κάτω απ’ το θόρυβο του ντους, σκαλίζοντας άτσαλα τα όμορφα λουλούδια σου στον κήπο. Χωρίς να το ξέρεις και χωρίς να το θέλεις η σκέψη σου υπήρξε η συντροφιά μου όλα αυτά τα σκληρά, μοναχικά χρόνια που κλεισμένη σ’ ένα σκονισμένο γραφείο άφηνα τη ζωή να φεύγει σαν την άμμο της κλεψύδρας, κόκκος-κόκκος. Μην με παρεξηγείς που μιλάω με φράσεις κλισέ. Για τον έρωτα και το θάνατο έχουν ήδη όλα ειπωθεί, και κανείς λογοτέχνης δεν μπορεί να φτιάξει καινούρια γλώσσα για να μιλήσει γι’ αυτά εκ νέου. Τώρα που χάνω το «κυρία» πλάι απ’ τ’ όνομά μου δικαιούμαι πια κι εγώ να πάψω να παλεύω με τη γλώσσα και να μιλήσω απλά, κι ίσως συνηθισμένα.

Να μην λυπάσαι που δεν θα με δεις πριν φύγω∙ δεν θα ήθελα να με δεις. Ήθελα να έχεις για μένα μέσα σου πάντα την εικόνα της γελαστής κοπέλας, με τα καστανά μαλλιά ν’ ανεμίζουν ανεξέλεγκτα παντού, το πονηρό χαμόγελο γραμμένο στα χείλη και τα μάτια παιχνιδιάρικα κρυμμένα πίσω απ’ τα δυο μου χέρια. Σαν εκείνη τη μέρα που φορούσα το πράσινο φόρεμά μου, με τα μεγάλα γεωμετρικά σχήματα, και κάλτσες με δαντελένια καλτσοδέτα. Κάναμε μιαν απογευματινή βόλτα στη μαρίνα. Οι βάρκες τακτικά αραγμένες η μια πλάι στην άλλη και το νερό ήρεμο∙ πέρα στο βάθος του ορίζοντα ένα απ’ τα πολυτελή γιοτ που πάντα σε γοήτευαν λικνιζόταν απαλά καθώς ξεμάκραινε. Ο ήλιος έδυε και η πλάση είχε βαφτεί ροζ. Πίσω μας η πόλη άσχημη και γκρίζα, αλλά μπροστά μας ένας άλλος κόσμος, στιγμιαία ιδανικός. Μου κρατούσες το χέρι και απήγγειλες ποίηση γελαστός. Γυρίσαμε σπίτι μας και κάναμε έρωτα όλη τη νύχτα. Έτσι θέλω να με θυμάσαι.

Συνέχεια

Κανείς δεν γυρνά να κοιτάξει πίσω του, όταν περπατά στην οδό Μενάνδρου τη νύχτα. Ειδικά αυτή τη νύχτα. Ο αέρας σφυρίζει περνώντας βίαια μέσα από τα σπασμένα παράθυρα των πολυκατοικιών. Το χλωμό φως που διαχέεται ασθματικά από τις βρώμικες λάμπες του δήμου, δεν είναι ικανό να ξεδιαλύνει τις σκιές που παιζογελούν στους τοίχους. Κοκαλιάρες γάτες ανασκαλεύουν τα σκουπίδια στους ξέχειλους κάδους και η μυρωδιά σαπίλας που αναβλύζει γίνεται ένα με την αποσύνθεση που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Παρακμιακό πορνό προβάλει ο συνοικιακός κινηματογράφος. Μόλις η προβολή τελειώνει ύποπτες φάτσες ξεχύνονται σωρηδόν απ’ το κακοσυντηρημένο κτήριο και χάνονται βιαστικά στα σκοτεινά σοκάκια.

Όσοι όμως περπατούν στην οδό Μενάνδρου, δεν τολμούν να στρέψουν το κεφάλι πάνω απ’ τον ώμο τους. Βαδίζουν γρήγορα μέχρι που απομακρύνονται από την παγωμένη ερημιά αυτού του τόπου. Το κρύο τρυπάει τα κόκαλα και ο φόβος την καρδιά, ακόμα και οι παλικαράδες αποφεύγουν να βρεθούν εδώ μόλις δύσει ο ήλιος. Τα στοιχειά του δρόμου μοιάζουν απτά μόλις πέσει η νύχτα. Από μακριά ακούγονται θυμωμένες φωνές, ο άνεμος, ταχυδρόμος, φέρνει ακόμα και λόγια που ειπώθηκαν πολύ καιρό πριν ή πολύ μακριά από δω. Τα περισσότερα σπίτια είναι ερειπωμένα κι άδεια. Σπάνια, γίνονται στέκια περιθωριακών ή κακοποιών στοιχείων, όμως σύντομα όλοι φεύγουν, γιατί το να μείνεις, να αγωνιστείς και να αλλάξεις την ιστορία μοιάζει πολύ δύσκολη απόφαση.

Συνέχεια