Tag Archive: Δημοκρατία


Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

Συνέχεια

Δεν έχω διάθεση. Μετά απ’ το τελευταίο εκτός εαυτού κι υπερβολικό, πύρινο κείμενό μου τα πάντα μου φαίνεται ότι απλά επαναλαμβάνονται. Απ’ όσα θα μπορούσα να γράψω όλα έχουν ήδη ειπωθεί, τα αντεπιχειρήματα έχουν διατυπωθεί, αντεπιχειρήματα επί αντεπιχειρημάτων έχουν συζητηθεί, και οι περισσότερες συνομιλίες έχουν λήξει με τον καθένα να φεύγει κουβαλώντας την ίδια άποψη μ’ αυτή που είχε όταν ήρθε στην κουβέντα. Περίεργη αυτή η εποχή που ούτε σάλιο χαλάς για να καυγαδίσεις, ούτε μελάνι. Ίσως αυτή η φτήνια φταίει που κανένας διάλογος δεν καταλήγει πουθενά. Δεν ξέρω τί νόημα θα είχε να γράψω για την επικαιρότητα. Τόσος κόσμος γράφει, ακριβώς την άποψή μου ή ακριβώς την αντίθετη και εγώ δεν βλέπω τί έχω να προσθέσω στην κουβέντα. Παλιά πίστευα ότι ακόμα κι αν ένας άνθρωπος μπορεί να δει τα πράγματα λιγάκι αλλιώς διαβάζοντάς με, όχι ν’ ασπαστεί ολόψυχα την άποψή μου, απλά να σκεφτεί ένα κλικ πιο πέρα, τότε άξιζε τον κόπο να γράψω το κείμενο. Σήμερα βλέπω ότι κανείς δεν επηρεάζεται από κανέναν, τουλάχιστον όχι με θετικό τρόπο. Όσοι ήδη συμφωνούσαν μαζί μου θα μου κάνουν like και οι υπόλοιποι θ’ αδιαφορήσουν. Το τεστάρω καθημερινά σε μικρότερη κλίμακα στο Facebook, και νομίζω πως έχω καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα με σχετική ασφάλεια. Δεν νομίζω ότι έχω δει ποτέ σε όλη την ζωή μου τέτοια επίπεδα πόλωσης στην ελληνική κοινωνία. Και με τρομάζει το γεγονός ότι είναι πιθανό να είμαι κι εγώ εξίσου πολωμένη με όλους τους υπόλοιπους.

Έστω, είμαι. Είμαι εντελώς πολωμένη σε μια κατά της βίας, της καφρίλας και του τραμπουκισμού άποψη. Δεν γουστάρω σινεμά να καίγονται και δεν γουστάρω καλλιτέχνες να γιαουρτώνονται, διάολε, δεν γουστάρω να γιαουρτώνεται κανένας. Και όχι μόνο δεν ψάχνω να βρω εξηγήσεις για το πώς και γιατί έφτασε ο κατατρεγμένος μας λαός να πιστεύει ότι τα γιαούρτια είναι η απάντηση σε όλα του τα προβλήματα, αλλά αξιωματικά δεν δέχομαι την άποψη κανενός που το κάνει. Πιστεύω ότι η αναζήτηση των αιτίων είναι δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος. Ο ενεργός πολίτης του παρόντος οφείλει να υψώσει το ανάστημά του απέναντι σ’ αυτή την φασιστική δικτατορία της πλέμπας και να αρνηθεί κάθε συζήτηση στην οποία πλασματικά δημιουργείται έστω και η εντύπωση δίκαιας αντίδρασης εκ μέρους των χουλιγκάνων. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτή η άποψη των συνανθρώπων μου μού δημιουργεί θλίψη. Απόγνωση δηλαδή. Κανένας κοινός τόπος. Ακόμα και το «ναι μεν, αλλά…»· κυρίως το «ναι μεν, αλλά…». Γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στην Lifo: «Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να πάρω απαραίτητα το μέρος του τραγουδιστή ή του αγριεμένου πλήθους. Διότι αυτό ήδη επιτείνει την ατμόσφαιρα της αρένας, που γίνεται ολοένα πιο πολεμοχαρής. Και διότι αυτός ο πόλεμος που πάει να ξεσπάσει είναι τυφλός και οι περισσότεροι δεν ξέρουν ακόμα ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός τους. Συλλήβδην επιτίθενται σε όποιον τους πλησιάζει χωρίς μονοσήμαντα λόγια και οικείες κραυγές. Πολλοί πάνε από φίλια πυρά. Τσαλαβουτάμε στη σύγχυση. Και όλα τα σύμβολα του παλιού κόσμου είναι ένοχα μέχρι να αποδείξουν ότι είναι αθώα». Δεν θα εξετάσω τους λόγους που οδηγούν τον κύριο Τσαγκαρουσιάνο να ασπαστεί τη συγκεκριμένη άποψη, μολονότι θεωρώ ότι είναι λιγότερο ιδεολογικοί και περισσότερο συμφεροντολογικοί. Η άποψη αυτή καθ’ αυτή όμως είναι το λιγότερο χυδαία. Λυπάμαι κύριε Εκδότα. Σε μια τέτοια περίπτωση οφείλετε να λάβετε θέση. Ο καθένας οφείλει να λάβει θέση ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα κονταροχτυπηθεί με μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα το χάσει. Διαφορετικά απλά ας μην το αγγίξει το θέμα.

Συνέχεια