Tag Archive: Βία


Η πολύ κουραστική προηγούμενη εβδομάδα έληξε μ’ ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το Σάββατο, για να παρουσιάσω μια ανακοίνωση στο συνέδριο «Ψυχανάλυση, Κουλτούρα και Κοινωνία» που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο του Middlesex. Από το Γιόρκ ως το Λονδίνο η απόσταση είναι 340 χιλιόμετρα που το τρένο κάνει βολικά σε δυο ώρες. Για να είμαι στην ώρα μου για την εγγραφή ωστόσο έπρεπε να πάρω το τρένο των έξι, δηλαδή να ξυπνήσω απ’ τις πέντε το πρωί, μετά από μια βδομάδα που δεν κατάφερα να κάτσω ούτε στιγμή. Στο τρένο δυσκολεύομαι πάντα να κοιμηθώ, και η υπερένταση δεν βοηθάει· μολονότι το σήμα ήταν κακό κατάφερα να χαζέψω λιγάκι στο Facebook και να ρίξω μια ματιά στην επικαιρότητα της μέρας που ξεκινούσε (βοηθούσης και της διαφοράς δυο ωρών ανάμεσα στη Βρετανία και τη μικρή μεσογειακή μας πατρίδα). Διάβασα αρκετά νωρίς την είδηση του θανάτου της Ζωρζ Σαρρή. Είναι πια ένα γνωστό γεγονός. Και θα παρατηρήσατε ίσως πως όποιος αναφέρθηκε στο ζήτημα το έκανε αφηγούμενος την πρώτη του επαφή με κάποιο απ’ τα βιβλία της, στην παιδική του συνήθως ηλικία. Νομίζω αυτός είναι ο πιο αξιοπρεπής επίλογος για μια συγγραφέα, και γι’ αυτό θα κάνω κι εγώ το ίδιο.

Πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, στο γραφικό χωριό των Αγίων Δέκα, επισκεπτόμενη τον παππού μου, σ’ ένα πετρόχτιστο, σκοτεινό σπίτι που μύριζε υγρασία όπως όλα τα παλιά κερκυραίικα σπίτια, δροσερό ακόμα και το καλοκαίρι, τακτοποιημένο με επιμέλεια και φροντίδα αλλά πάνω απ’ όλα γεμάτο βιβλία. Ως γεμάτο βιβλία τουλάχιστον θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, κι ας μην είναι η βιβλιοθήκη του παππού μου εντυπωσιακή σαν τις βιβλιοθήκες ακαδημαϊκών και συγγραφέων που έμελε να γνωρίσω αργότερα στη ζωή μου. Δεν έχει σημασία. Ήταν για μένα, ένα παιδί λίγο ακοινώνητο και υπεροπτικό ένας φανταστικός κόσμος. Πριν κλείσω τα δώδεκα είχα διαβάσει στις καλοκαιρινές μου διακοπές τόσο ετερόκλητα πράγματα, απρεπή σχεδόν για ένα παιδί της ηλικίας μου: «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Άιρα Λέβιν, την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, την «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, την «Κυρία με τας Καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), την «Ανάσταση» του Τολστόι, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο» του Νίκου Κοεμτζή, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, επτά εγκυκλοπαιδικούς τόμους με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (με ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο που ήταν γεμάτος με ποιήματα του βουνού, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα), κάποιο απ’ όλα τα «Πέντε Λαγωνικά κι ο Σκύλος» της Ένιντ Μπλάιτον· ξεκίνησα πολλές φορές την «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω τις τριάντα σελίδες· μ’ έπιανε πάντα βαθιά κατάθλιψη και πάντα το παρατούσα στο ίδιο σχεδόν σημείο.

Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία τα διάβασα ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι σε επανάληψη. Δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία αυτή η επανάληψη, ήθελα μερικές ώρες για τα βιβλία μετρίου μεγέθους, μια μέρα το πολύ για τα πιο ογκώδη. Διάβαζα πάντα πολύ γρήγορα. Διάβαζα το πρωί όταν ξυπνούσα πριν κατέβω στο σαλόνι, το μεσημέρι ενώ όλοι κοιμούνταν, το απόγευμα την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, το βράδυ στο πλατύσκαλο κάτω απ’ τη λάμπα του δήμου (αυτό το τελευταίο είναι μάλλον συνυπεύθυνο για τα πατομπούκαλα που αναγκάστηκα να φορτωθώ στα δεκατρία μου και να κουβαλώ έκτοτε στη γέφυρα της μύτης μου). Όταν μεγάλωσα λίγο και η βιβλιοθήκη του παππού δεν επαρκούσε για να καλύψει τη λαιμαργία μου κάναμε πλιάτσικο στη βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ή στα βίπερ της ξαδέρφης της Μίκας. Υλικό βρισκόταν πάντα. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκε στο μικρό μας σπίτι μια τόσο ετερογενής συλλογή, τακτοποιημένη πλάι στα θρησκευτικά κείμενα που έπιαναν ολόκληρο το ένα ράφι, η Βίβλος, το ψαλτήρι, άπαντες οι εκκλησιαστικοί ύμνοι σε κοτσωμένα βιβλία κάθε μεγέθους. Κάποια είχαν ξεχαστεί εκεί απ’ την νονά μου, τα πιο παιδικά ίσως απ’ τον θείο μου, πάντως ο παππούς μου τα φύλαγε με ζήλο κι εγώ τα κατασπάραζα με πάθος για χρόνια.

Ξέρω ότι άλλο ξεκίνησα να λέω, και είμαι κιόλας δυο παραγράφους εκτός θέματος. Μα δεν ξέρω για πόσο μπορώ να διατηρώ τόσο καθαρές αναμνήσεις, τους τίτλους, τις μυρωδιές, την αφή της εποχής εκείνης γι’ αυτό θέλω να τα γράψω όλα όσο ακόμα τα θυμάμαι, με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς περιορισμό. Όμως θα επιστρέψω τώρα σ’ αυτό που κουβεντιάζαμε αρχικά. Μέσα στον λιγάκι παραμυθένιο αυτό κόσμο με τις άπειρες ξεφτισμένες σελίδες, που μύριζαν βιβλίο και χωριό, υπήρχε ένας χαρτόδετος τόμος, μεσαίου μεγέθους, με πολύ τριμμένο εξώφυλλο και τους σπάγκους απ’ το δέσιμο των σελίδων να ξεχωρίζουν στη ράχη του. Κόκκινο με μια ασπρόμαυρη φάσα στ’ αριστερά, ένα γεωμετρικό σχέδιο και μια μπάλα με τον ήλιο ζωγραφισμένο στην κορυφή της. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Δεν το είχε ο παππούς στο μεγάλο ράφι στο σαλόνι, αλλά πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, κάτω απ’ το κομοδίνο μαζί με άλλα χαρτόδετα. Το άνοιξα ένα απόγευμα. Το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Αμέσως ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, και όσο το φέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιο να μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο απ’ τις γρίλιες του παραθύρου, κάποιον να γκρινιάζει: «Αμάν, Εβίτα, βγες έξω επιτέλους, σταμάτα με τα βιβλία», τη σκόνη να χορεύει στον αέρα όπως έπεφτε πλάγια το φως, τις διαφανείς κουρτίνες. Το φως. Ήταν το «Όταν ο Ήλιος», της Ζωρζ Σαρρή την οποία από τότε ερωτεύτηκα αμετάκλητα και οριστικά.

Συνέχεια

Είμαι στην Αθήνα εδώ και δεκαπέντε ημέρες. Αυτό το μέρος δεν μοιάζει με την Αθήνα. Κατέβηκα από μια πολύ βροχερή Αγγλία για να εξασκήσω την εκλογική μου υποχρέωση, και γνώριζα ότι έρχομαι σε μια χώρα με ένα κλίμα ιδιαιτέρως τεταμένο. Και δεν αναφέρομαι στον καιρό. Αυτή η πόλη είναι ξένη. Πέρασα στην Αθήνα τα φοιτητικά μου χρόνια, και ήταν όμορφα χρόνια. Έχω περπατήσει στην Ομόνοια τέσσερις η ώρα το πρωί χωρίς ο παραμικρό άγχος. Έχω αλωνίσει όλο το κέντρο στις πιο απίθανες ώρες της μέρας και της νύχτας, με ή χωρίς παρέα. Ξέρω την πρωτεύουσα σαν την παλάμη του χεριού μου και την αγαπώ σαν κομμάτι μου. Μα αυτό το μέρος δεν μοιάζει με την Αθήνα. Πρώτη φορά στη ζωή μου εφέτος περπατώντας στην πόλη μου φοβήθηκα. Κράτησα την τσάντα μου σφιχτά, τάχυνα το βήμα μου, βιάστηκα να φτάσω στον προορισμό μου. Δεν υπήρξε καμιά φυσική απειλή προς το πρόσωπό μου, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, έστω και μόνο μέσα στο κεφάλι μου, και η αίσθηση που έχει καλλιεργηθεί μέσα απ’ την επικαιρότητα έκανε την δουλειά της καλύτερα απ’ όσο φανταζόμουν. Δυο το πρωί στην Φιλελλήνων με μεγάλη παρέα περιμέναμε το 040, και δεν με χωρούσε ο τόπος. Έχω σταθεί σ’ αυτή τη στάση πολλές φορές ξημερώματα ολομόναχη και δεν με πείραξε ποτέ. Είναι άραγε που μεγάλωσα και καταλαβαίνω τον κίνδυνο πιο ξεκάθαρα; Μήπως γέρασε αυτή η πόλη;

Συνέχεια

Φιλική προειδοποίηση: Αν είστε επιρρεπής σε εφιάλτες αποφύγετε την ανάγνωση του παρακάτω κειμένου.

Σκαρφάλωσε έξω απ’ το κουτί του αθόρυβα. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο πάτωμα κι έμεινε εκεί, στιγμιαία ακίνητος. Ύστερα άρχισε να ξετυλίγει τα μέλη του. Ένα χέρι, ένα πόδι, κατόπιν απ’ την άλλη μεριά, δυο έχει απ’ το καθένα. Τέντωσε τον αυχένα του, σαν γατί, από δεξιά στ’ αριστερά και πάλι πίσω∙ οι τρίχες του κεφαλιού του ολόρθες, σαν να τον είχαν περιλούσει με κρύο νερό. Τινάχτηκε νευρικά κι άνοιξε τα μάτια του που είχε ως εκείνη τη στιγμή κρατήσει κλειστά, σαν από συνήθεια. Βλεφάρισε να καθαρίσει την όρασή του που την βρήκε θολωμένη. Κοίταξε μπροστά του∙ ένας ορθογώνιος, κενός χώρος. Σανιδένιο δάπεδο, σαν ένα μεγάλο καφάσι, τριγύρω οριοθετημένο από μια βαριά, ξεφτισμένη κουρτίνα σε τόνους που θα μπορούσαν να είναι σκούρο κόκκινο. Το χρώμα του αίματος. Του πηγμένου αίματος. Η κουρτίνα χανόταν προς τα πάνω σε ένα αδηφάγο σκοτάδι. Και μια παράξενη ησυχία, λες κι είχε ανασταλεί ο θόρυβος για μια στιγμή, όσο η εξέδρα κρατάει την ανάσα της πριν ο ποδοσφαιριστής χτυπήσει το πέναλτι. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα∙ μια γλυκερή υγρασία, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του ανθρώπινου κορμιού που έπειτα κατάλαβε ότι προερχόταν απ’ τον ίδιο. Ήταν γυμνός. Αστείο πως δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα. Το μαλακό των οπισθίων του ακουμπούσε στο ξύλινο πάτωμα. Με τα χέρια του άγγιξε σπιθαμή προς σπιθαμή το σώμα του. Πρόσωπο, στέρνο, τα δυο του μπράτσα, η κοιλιά του εκεί, τα γεννητικά όργανα κρέμονταν ανέπαφα, μπούτια και γάμπες, πατούσες, όλα εκεί. Τα έπιανε με τις παλάμες του, τα ψηλάφιζε με τα δάχτυλά του· δεν πονούσε πουθενά, πουθενά συγκεκριμένα, μα αισθανόταν ένα απροσδιόριστο μούδιασμα στο κεφάλι. Έψαξε προσεκτικά το κρανίο του για κάποιο καρούμπαλο που θα δικαιολογούσε τον αποπροσανατολισμό και το μούδιασμα, μα δεν βρήκε τίποτα. Μόνο που τα μαλλιά του κολλούσαν στο χέρι του, φριχτά λαδωμένα και νωπά απ’ τον ιδρώτα. Σηκώθηκε διστακτικά, δοκιμαστικά, και προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Δεν αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία, αν και ένιωθε πράγματι τα πόδια του κάπως αδύναμα, να δυσανασχετούν κάτω απ’ το βάρος του κορμιού του.

Έκανε δειλά ένα βήμα, νιώθοντας ένα ρεύμα αέρα να χτυπάει τ’ απόκρυφά του, να περνάει ανάμεσα απ’ τη σχισμή του κώλου του και να σκαρφαλώνει στην ιδρωμένη του πλάτη. «Κρύος ιδρώτας». Αυτή είναι η έκφραση που έψαχνε. Όλο έμοιαζε το μυαλό του να ψάχνει λέξεις, και η κατάλληλη ορολογία να έρχεται με καθυστέρηση να βρει τη θέση της μπροστά στην εικόνα του αντικειμένου. Καμπούριασε τους ώμους του, σαν για να προστατευτεί απ’ το κρύο, και έκανε τα πρώτα δειλά βήματα γύρω απ’ το κουτί του. Άπλωσε την παλάμη του να το νιώσει: τίποτα ενδιαφέρον εκεί. Μια χοντρή χαρτονένια κούτα· μάλλον θα ήταν καφέ στο χρώμα, και στην αφή σαν κάθε χαρτονένια κούτα από ενάρξεως της μπακαλικής. Έβγαλε τη γλώσσα του και την ακούμπησε στο κουτί, σαλιώνοντας το επιμελώς, προσπαθώντας να εντοπίσει μια γεύση που να του λέει κάτι. Γεύση από χαρτόνι και τίποτα άλλο. Μα τί περίμενε; «Τί κάνω εδώ;». Η ερώτηση επιτέλους σχηματίστηκε, μετά από σημαντική καθυστέρηση. Με κόπο έβαλε τα δεδομένα του σε μια τάξη.

Συνέχεια

Σήμερα πρώτη φορά απ’ όταν ξεκίνησε αυτός ο τραγέλαφος, αισθάνθηκα μίσος. Έχω νιώσει παλιά αηδία, θυμό, αγανάκτηση, μεγάλη στεναχώρια, αλλά απόψε το συναίσθημα που κυριάρχησε ήταν ένα παθιασμένο, ασίγαστο μίσος. Λέω σήμερα για μια μέρα που είναι κιόλας χθες, μα δεν έχω κόψει ακόμα τη συνέχειά της μέσω του ύπνου, και γι’ αυτό την βιώνω ακόμα σαν να συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου τις φωτογραφίες της φλεγόμενης Αθήνας, και αυτή η ίδια η πράξη της συγγραφής μιας ηλεκτρονικής ανάρτησης μου φαίνεται τόσο φαιδρά περιττή που μ’ απελπίζει ακόμα περισσότερο. Θα έπρεπε πιστεύω να μην έχω λόγια, και μάλλον πρέπει να χαίρομαι που αυτό δεν συμβαίνει, γιατί όταν τα λόγια μ’ εγκαταλείψουν θα μ’ έχει εγκαταλείψει οριστικά κι η ελπίδα –κι αυτό προτιμώ να μην μου συμβεί. Όμως πέρα απ’ τα λόγια και τις ελπίδες, έχουν περάσει ώρες, κι εγώ ακόμα δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ το μίσος μου. Δεν με τυφλώνει, και δεν μεταβάλει την εν γένει άποψή μου για τα πράγματα, αλλά μου καίει το στήθος και με αποσυντονίζει, μου δημιουργεί ένα πρόβλημα συγκέντρωσης και μια σωματική υπερδιέγερση που εναλλάσσεται με ατονία ανά μισάωρο. Μισώ ανεξέλεγκτα τους υπεύθυνους για το αποψινό μακελειό, μισώ ανεξέλεγκτα αυτούς που το επέτρεψαν και μισώ ανεξέλεγκτα αυτούς που το δικαιολογούν με οποιονδήποτε τρόπο.

Θυμάμαι την Αθήνα που βάδισα τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια. Τους θορυβώδεις δρόμους που ήξερα όπως δεν έμαθα ποτέ την δική μου γειτονιά στο Κερατσίνι. Την πλατεία στο Σύνταγμα, και τα μαγαζιά απ’ όπου ποτέ δεν άντεχε το βαλάντιό μου να ψωνίσω στην Ερμού, και τα στενά πίσω απ’ την Αθηνάς που μύριζαν μπαχάρια. Τότε που κατέβαινα χωρίς φόβο στην Ομόνοια, κι ας ήταν εννιά η ώρα το βράδυ, και περπατούσα μέχρι την πλατεία Κοραή, γιατί βαριόμουν ν’ αλλάξω στο μετρό και να κατέβω Πανεπιστήμιο. Που διέσχιζα τη στοά με τα Στάρμπακς στο δεξί μου χέρι, έβγαινα στην Σταδίου, περνούσα το δρόμο κάθετα μετά το φανάρι στον Ιανό και σκουντούσα τον κόσμο για να περάσω στην αίθουσα, φορώντας ψωροπερήφανα στο λαιμό το δημοσιογραφικό μου πάσο. Θυμάμαι την «Μυστική Προβολή» με τις τρεις μικρού μήκους του Τοντ Χέινς, εκεί που είδα για πρώτη φορά το «Superstar: The Karen Carpenter Story», εγώ και άλλοι πάρα πολλοί· κατάμεστο το Απόλλων, με φοιτητές να γεμίζουν τους διαδρόμους, να κάθονται στο παχύ χαλί στο πίσω μέρος της αίθουσας. Θυμάμαι τις απογευματινές προβολές του φεστιβάλ Γαλλόφωνου κινηματογράφου, με παμπάλαιες ταινίες και άδεια την αίθουσα, στο πανί να χοροπηδάει ο Ντεπαρτιέ σε άγρια νιάτα. Θυμάμαι να ανεβαίνω τα σκαλιά του Αττικόν, να παίρνω θέση στον εξώστη με ένα κοριτσίστικο χαχανητό στιγμιαίας εκπλήρωσης νεανικής πριγκιπικής φαντασίωσης. Θυμάσαι αγάπη μου όταν είδαμε την πρεμιέρα του «Ratatouille», τότε που έβγαζα παράταιρα εισιτήρια και έπρεπε να παρακαλέσουμε κάποιον καλοπροαίρετο διπλανό ν’ ανταλλάξει θέση με έναν απ’ τους δυο μας; Θυμάσαι μια φορά στο Άστυ, που φτάσαμε καθυστερημένοι και η ταινία ήταν πολύ βαρετή –δεν ξέρω αν φταίει που ήταν Γερμανική– και δεν βλέπαμε την ώρα να τελειώσει για να κάνουμε άλλα πράγματα; Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι μια άλλη φορά, που είδα μοναχή μου στο Άστυ την πιο αλλοπρόσαλλη Κορεάτικη ταινία –να την ψάξετε, ο τίτλος είναι «Dasepo Naughty Girls». Θυμάμαι τόσες φορές που με πήρε ο ύπνος στις πρωινές δημοσιογραφικές προβολές –πώς ν’ αντέξει ο οργανισμός δίωρο ντοκιμαντέρ για τη Χέβι Μέταλ στις εννιά το πρωί; Το Αττικόν είχε τα πιο αναπαυτικά καθίσματα για να ξεκλέψεις έναν υπνάκο. Θυμάμαι ένα άλλο πρωί, πολύ παλιά αυτό, που παρακολούθησα στο Απόλλων την πρεμιέρα του προγράμματος Πρώτη Ώρα: Σινεμά, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης· ήταν η ταινίας «Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς Μου» της Πέννυς Παναγιωτοπούλου, και το κλάμα που έριξα στο μέσον της προβολής δεν το έχω κάνει ποτέ ξανά στη ζωή μου. Δεν είχα ακόμα μάθει πόσο δύσκολοι μπορούν να είναι κάποιοι αποχαιρετισμοί στην αληθινή ζωή. Θυμάμαι πάντα στα διαλείμματα να βαριέμαι και όταν βρισκόμουν στο Αττικόν να χαζεύω τον αστραφτερό πολυέλαιο που έμοιαζε τόσο ξένος στην Αθήνα που γνώριζα, την Αθήνα του πρώιμου 21ου αιώνα.

Συνέχεια

Η «Νύχτα των Κρυστάλλων», η οποία  ήταν κατά πολλούς η απαρχή του Ολοκαυτώματος, ξεκίνησε με άλλοθι τη δολοφονία του γραμματέα της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι, Ερνστ Φον Ρατ, και εξελίχθηκε το βράδυ της 9ης προς την 10η Νοεμβρίου του 1938. Τα επίσημα κρατικά μέσα και τα όργανα του Ναζιστικού κόμματος υποκίνησαν το πογκρόμ που είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν περιουσίες και χώροι λατρείας που ανήκαν σε Εβραίους σε ολόκληρη την Γερμανία και την Αυστρία. Άγνωστος παραμένει ακόμα ο αριθμός των ατόμων που βρήκαν το θάνατο όσο κράτησε η αναταραχή. Η νύχτα πήρε το όνομα της από τα κομματιασμένα γυαλιά που βρίσκονταν παντού στους δρόμους από τις σπασμένες βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων.

Τί συμβαίνει στην Αθήνα; Τί έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα; Διαβάζω στο newstoday.gr: «Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τους 13 αλλοδαπούς που έχουν καταγραφεί ως τραυματίες, αρκετοί άλλοι έχουν τραυματιστεί ή προπηλακιστεί, ενώ παράλληλα έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα φόβου» (Εάλω η πόλη, 12.05.2011). Δεν μπορώ να μην δω το προφανές. Έχουμε κάνει μεταβολή και κατευθυνόμαστε προς άλλες εποχές, που θα θέλαμε να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, όμως να τες εδώ, με όλη την αγριότητα που κουβαλάει η ιστορία τους να μας δείχνουν τα δόντια. Δεν θα είχα φανταστεί ποτέ ότι μέσα στην δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα η άσφαλτος της Αθήνας θα διψούσε για αίμα. Ότι άνθρωποι θα σφάζονταν για κανέναν λόγο στο δρόμο, ότι άνθρωποι θα εκτελούνταν από τις αρχές που συνταγματικά υπάρχουν για να μας προστατεύουν. Και κυρίως δεν θα είχα φανταστεί ποτέ ότι η αντίδραση σε αυτά τα επαίσχυντα περιστατικά θα ήταν περισσότερη βία, περισσότερο αίμα, περισσότερη απελπισία. Μιλάω με γνωστούς μου, συγγενείς και φίλους∙ οι αντιδράσεις τους καλύπτουν όλο το φάσμα των αντιδράσεων που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η ψυχραιμία έχει εγκαταλείψει το καράβι∙ κοντεύει να θεσμοθετηθεί ο νόμος της ζούγκλας. Ρώτησα εχθές κάποιον στο τηλέφωνο: «Γιατί δεν μπορείς απλά να πεις ότι δυο καθάρματα άνθρωποι δολοφόνησαν έναν άνθρωπο; Γιατί πρέπει να πεις δυο αλλοδαποί σκότωσαν έναν Έλληνα;». Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι αμέσως μόλις διατυπώσεις έτσι την πρόταση ξεκινάς πογκρόμ, ξεκινάς εκκαθαρίσεις, πιάνεις το γαϊτανάκι της τυφλής βίας: όταν ανοίξει αυτός ο κύκλος δεν κάνει διακρίσεις, παίρνει παραμάζωμα ό,τι βρει μπροστά του. Διάβασα στην Καθημερινή πως «η σφαγή του Έλληνα οικογενειάρχη Μανώλη Καντάρη στο κέντρο των Αθηνών από τρεις άγνωστους ληστές δεν είναι ένα απλό αστυνομικό συμβάν. […] Είναι πολιτισμικά σημαντική γιατί δείχνει σε ποιο βαθμό η εισαγόμενη εγκληματικότητα έχει «αναβαθμίσει» σε αγριότητα την πάντα υπάρχουσα γηγενή, καθώς, εδώ στις συνοικίες μας, συνωστίζονται άνθρωποι ξένοι για τους οποίους –λόγω των καταβολών και των αιματηρών εμπειριών στις πατρίδες τους– η ανθρώπινη ζωή δεν έχει αξία» (Μιχάλης Ν. Κατσίγερας, Εκτός πολιτεύματος 11.05.2011).

Πέραν του ότι η πολιτισμική ανάλυση του Κατσίγερα είναι μια αστήρικτη γενίκευση (καταρχάς εντελώς αντικειμενικά δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία σχετικά με την καταγωγή των δραστών), είναι και εντελώς επικίνδυνη. Τραβάει τόσο βίαια τη γραμμή ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους» που το αποτέλεσμα μόνο τραγικό μπορεί να είναι. Πρόκειται απλά και ουσιαστικά για μια ρητορική φιοριτούρα που μας χαϊδεύει τ’ αυτιά, ναρκώνει το σοκ και τον πόνο για ένα ειδεχθές έγκλημα του ποινικού, και καταλαγιάζει τη ναυτία που προκαλεί η στυγερότητα της δολοφονίας αποδίδοντας της ιδεολογικό χρώμα. Μεταφράζεται ως εξής: «Είναι κάτι το ξένο, κάτι το «άλλο» η βία αυτή, από αλλού εκπορεύεται και δεν μας αφορά παρά μόνο ως απειλή». Την απειλή μπορείς να την αντιμετωπίσεις, να οπλιστείς απέναντί της. Την πραγματικότητα δύσκολα. Μια ημέρα ύστερα απ’ αυτό το φριχτό περιστατικό, στο κέντρο της Αθήνας, τρεις ή πέντε –ή δεν ξέρω πόσοι και αρνούμαι να δω τα σχετικά βίντεο– Έλληνες, χωρίς σκοτεινές καταβολές και αιματηρές εμπειρίες, χτυπούσαν στο κεφάλι έναν άνθρωπο πεσμένο στο χώμα με γκλομπ και ασπίδες∙ χτυπούσαν για να σκοτώσουν, και ίσως τα κατάφεραν. Τους προκάλεσαν; Εκτελούσαν εντολές; Ήταν ψυχικά διαταραγμένοι; Δεν με αφορά. Ξέρω ότι γι’ αυτή την ανίερη «εξίσωση» μπορεί να πυροβοληθώ. Όμως για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα –γιατί αυτή την εποχή διαβάζουμε τα πάντα με θολωμένο μυαλό και βγάζουμε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν απ’ τα στοιχεία– αυτό που λέω είναι ότι θεωρώ ταυτόσημο το έγκλημα στην 3η Σεπτεμβρίου και το έγκλημα που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της πορείας την Τετάρτη. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να δω, γιατί αρνούμαι να δω εθνικότητα και χρώμα στο έγκλημα. Σκέφτομαι διαρκώς: αυτοί οι άνθρωποι –όλοι αυτοί οι άνθρωποι– πώς γύρισαν σπίτι τους το βράδυ; Πώς επέστρεψαν στις γυναίκες, στα παιδιά, στις οικογένειές τους εκείνο το βράδυ. Έφαγαν φαγητό; Είδαν τηλεόραση; Κοιμήθηκαν; Κοιμούνται; Πώς μπορείς να κοιμάσαι όταν έχεις τα χέρια σου βαμμένα με αίμα, και μάλιστα αίμα ανυπεράσπιστου κι αθώου ανθρώπου; Συνέχεια