Robin Williams3       Εχθές το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, δώδεκα παρά-δώδεκα, κι αυτό είναι κάτι σπάνιο. Ξύπνησα τρεισήμιση ώρες αργότερα από έναν εφιάλτη και τα διαολεμένα υδραυλικά του σπιτιού μου, που γυρεύουν φαίνεται να με οδηγήσουν στην παράνοια. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά κάτι με ενοχλούσε, κάτι σχεδόν αδιόρατο, όχι μεταφυσικής φύσεως, μάλλον οι σωλήνες που έτριζαν ήταν, έχει περάσει σε άλλο επίπεδο η φάση. Άνοιξα το FB κι έπεσα με τα μούτρα στην πιο δυσάρεστη είδηση που έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα φανταστεί ότι η μέρα μου θα ξεκινούσε με μια νεκρολογία για την παιδική μου ηλικία.

Ο θάνατος είναι κάτι πολύ σκληρό και πολύ οριστικό, και οι αντιδράσεις μας σ’ αυτόν είναι πάντα εγωιστικές. Όσο τρυφερά κι αν τις ντύσουμε με μελαγχολία, θλίψη και υποστήριξη αυτών που μένουν πίσω, δεν υπάρχει αλτρουιστικός τρόπος για να προσλάβεις τον θάνατο. Αυτό είναι ένας κανόνας με γενική ισχύ, αλλά γίνεται ακόμα πιο προφανής σε θανάτους διασήμων, ανθρώπων με τους οποίους δεν συνυπήρξαμε ποτέ στο χώρο, και δεν σχετιστήκαμε ποτέ μαζί τους σε κανένα διαπροσωπικό επίπεδο. Όταν λυπόμαστε για τον τάδε ή τον δείνα διάσημο εκλιπόντα, λυπόμαστε για κάτι πολύ προσωπικό. Και μας θλίβει η συνειδητοποίηση της δικής μας θνητότητας. Όσο πιο πολύ έχουμε δεθεί με το έργο κάποιου τόσο περισσότερο γεμίζουν μαύρο οι αναμνήσεις μας. Ένα δικό μας κομμάτι πεθαίνει μαζί τους, κι αυτό είναι που κλαίμε. Ένα από τα χιλιάδες R.I.P. στον Ρόμπιν Γουίλιαμς που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο ήταν το πρώτο ποστ που είδα στις τρεις και μισή το πρωί. Μου πήρε κλάσματα του δευτερολέπτου για να βγάλω νόημα. Άρχισα να ψάχνω έγκυρα ειδησιογραφικά πρακτορεία με μια αίσθηση του απίθανου. Δεν πήρε πάνω από μερικές στιγμές για να επιβεβαιώσω την πληροφορία. Συνήθως είμαι ιδιαίτερα μπλαζέ με τους θανάτους διασήμων, και δεδομένου ότι πιστεύω όλα όσα έγραψα παραπάνω, θεωρώ ότι η δημόσια εκδήλωση συναισθήματος σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις είναι μάλλον ποζεριά, γι’ αυτό και συνήθως επιλέγω να απέχω. Όμως σε αυτή την περίπτωση θα γίνω η εξαίρεση που θα επιβεβαιώσει απόλυτα τον κανόνα.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς ήταν ένα δραματικό σοκ. Μαζί του αυτοκτόνησαν δεκάδες χρυσά μεσημέρια μιας μικρής Εβίτας που ξαπλωμένη στα πορτοκαλί πλακάκια του σαλονιού, μαλλιοτραβιόταν με τον αδερφό της για τα διάσπαρτα παντού παιχνίδια, σερνόταν από καναπέ σε πολυθρόνα με το βιβλίο από την δημοτική βιβλιοθήκη και έπαιζε ώρες ατελείωτες Tetris στο φτηνό ηλεκτρονικό που η μαμά της είχε χαρίσει στον Δώρη (μόνο για να το ιδιοποιηθούμε λίγο καιρό αργότερα, γιατί ο θείος δεν το αγαπούσε όσο εγώ, και επίσης με σφαλιάριζε κάθε τρεις και λίγο στο κεφάλι, οπότε ήταν λογικό να παίρνω τα πράγματά του χωρίς καμία τύψη). Αυτοκτόνησαν και τα χειμωνιάτικα απογεύματα, τότε που μέτραγα τις μέρες για τα Χριστούγεννα χωρίς την βοήθεια τζαμποσακούλας, και προσπαθούσα να χωρέσω όλο το σύμπαν στον ελεύθερο χρόνο μου (και ν’ αφήσω απ’ έξω κάθε είδους σχολική εργασία). Αυτοκτόνησαν και τα βράδια του Σαββάτου, που το MEGA έπαιζε «ταινία», καμιά φορά και το Star, αλλά θυμάστε εκείνα τα μισάωρα διαλείμματα για διαφημίσεις στο Star –ήταν μαρτύριο να παρακολουθεί κανείς οτιδήποτε στα mid-90s σ’ αυτό το κανάλι. Πόσο μακρινός και ξένος μοιάζει εκείνος ο καιρός που έπρεπε στ’ αλήθεια να περιμένεις την καινούρια ταινία. Να σηκωθείς, να ντυθείς, να πας στο βίντεοκλαμπ και να ελπίζεις ότι υπήρχαν αρκετές κόπιες για όλη τη γειτονιά, να πάρεις το κουτί με την βιντεοκασέτα και να γυρίσεις σπίτι, να φτιάξετε όλοι μαζί ποπκόρν, και να κλείσετε τα φώτα. Και να χαθείς μέσα στην εικόνα που κράταγε ακόμα μια αθώα μαγεία, γιατί στα δέκα σου όλα είναι δυνατά, ο κόσμος είναι ακόμα πολύ καινούριος και έχεις περισσότερες απογοητεύσεις μπροστά παρά πίσω σου. Δεν έχω πολύ οίστρο το ξέρω, δεν τα λέω ποιητικά όπως άλλοτε. Έχω χάσει τον ύπνο μου μ’ αυτά τα υδραυλικά, και δεν έχω καθόλου διάθεση. Δεν βοήθησαν τα σημερινά νέα. Συνέχεια

Advertisements