Κανόνας Όρθρου Μεγάλου Σαββάτου (Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας-Ακολουθία του Επιταφίου)

Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.


Ξεκίνησα να γράφω το κείμενο αυτό πέρυσι την Μεγάλη Εβδομάδα. Για πάρα πολλούς λόγους δεν μπόρεσα να το τελειώσω τότε: το παράτησα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου· κι εφέτος δυσκολεύομαι πάρα πολύ να το ξαναρχίσω. Το περιτριγυρίζω μέρες τώρα, ανοίγω το αρχείο, το κλείνω πάλι, έχω σκεφτεί άπειρα πράγματα που θέλω να πω, αλλά είναι πολύ μεγάλα για να χωρέσουν σε μια ανάρτηση και πολύ δύσκολα για να τα εκθέσεις με την απαιτούμενη απλότητα. Κρατάω τον τίτλο που έδωσα όταν ξεκίνησα να γράφω το κείμενο, αν και δεν τον αισθάνομαι πλέον ως αντιπροσωπευτικό. Κρατώ αυτά που έγραψα πέρυσι το Μεγάλο Σαββάτο αυτούσια, αν και η πρώτη μου σκέψη ήταν να τ’ αλλάξω και να τα αφομοιώσω σε ένα ενιαίο κείμενο χωρίς να αναφέρω καν την μεταχρονολόγηση του.

Μεγάλο Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Εχθές είχα ολημερίς μια διάθεση δακρύβρεχτη. Ξέρω ποια ήταν η αφορμή, ένα τραγούδι που άκουσα την προηγούμενη μέρα και μου εντυπώθηκε πολύ έντονα, ως αίσθηση περισσότερο, εντελώς βιωματικά και επώδυνα. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Μεγάλη Πέμπτη, τραγουδισμένο από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Χρήστου Τσιαμούλη. Η μουσική του είναι εντελώς λιτή και ύστερα από μια σύντομη εισαγωγή ακούγονται τα πρώτα λόγια: «Αυτός που κρέμασε τον ήλιο/στο μεσοδόκι τ’ ουρανού/κρεμάται σήμερα στο ξύλο». Για μένα αυτοί οι τρεις στίχοι αναδεικνύουν την πιο επιβλητική εικόνα της Μεγάλης Εβδομάδας, τη στιγμή που ο πλάστης, ο δημιουργός του κόσμου, ο εν ύδασοι τη γη κρεμάσας κρεμάται επί ξύλου, πραγματικά προδομένος από τους συνανθρώπους του και καταδικασμένος απ’ τον συν-θεό στο μαρτύριο. Γι’ αυτό πάντα το Ορθόδοξο Πάσχα μου φαινόταν ως ένα πολύ ανθρώπινο, όχι θείο, δράμα. Και κάτω απ’ το σταυρό, η εμβληματική φιγούρα όχι της Θεομήτορος, απλά της μάνας που χάνει το παιδί της με τον πλέον φριχτό τρόπο ∙ η εικόνα αυτή πάντα μου έφερνε δάκρυα στα μάτια και ένα δυσάρεστο σφίξιμο. Το να ακούσω τον Ιωαννίδη να τραγουδά, μ’ αυτή την γήινη, καθησυχαστική φωνή: «Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου/μια μάνα φώναξε, παιδί μου», ήταν αρκετό για να με βάλει ολοκληρωτικά στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Όλη την Μεγάλη Παρασκευή σιγομουρμούριζα τους στίχους του τραγουδιού, στο δρόμο, στη δουλειά, καθώς σέρβιρα τυρόπιτες και ντόνατς και καφέδες και σάντουιτς, και στο λεωφορείο και στο σουπερμάρκετ. Και μόλις έφτανα σ’ αυτούς τους στίχους βούρκωναν τα μάτια μου.

Έτσι μπήκα σε σκέψεις. Σκεφτόμουν ότι το Ορθόδοξο Πάσχα το αγαπώ πάρα πολύ. Δεν είμαι θρησκευόμενη εδώ και πολλά χρόνια, και η αγάπη μου αυτή δεν είναι θρησκευτικής φύσης. Αγαπώ αυτή την πολιτισμική κατασκευή που είναι το Πάσχα, την εκδήλωση της άπειρης αγάπης, της αδιαμαρτύρητης θυσίας. Και ταυτόχρονα με καταρρακώνει η χαμένη προοπτική της ανάστασης. Μερικές ημέρες πριν μια συνάδελφός μου, πεντηκοστιανή στο θρήσκευμα, μου έπιασε κουβέντα περί θρησκείας. Με ρώτησε τί πιστεύω, κι όταν της είπα πως ΔΕΝ πιστεύω διατύπωσε τις συνήθεις απορίες που διατυπώνουν οι ευσεβείς σε αντίστοιχες καταστάσεις: «Μα πώς αντέχεις να ζεις χωρίς να πιστεύεις στον Θεό; Σε τί ελπίζεις; Πώς περνάς τα δύσκολα αν δεν έχεις την δυνατότητα να κρατηθείς από την προσευχή; Πώς μπορείς να ζεις πιστεύοντας ότι δεν θα υπάρχει τίποτα από σένα μετά το θάνατο;». Αυτές οι ερωτήσεις πάντα με καταθλίβουν. Κυριολεκτικά με καταθλίβουν, γιατί αντικειμενικά η απάντηση είναι –για μένα τουλάχιστον– ότι η ζωή ενός άθεου βιώνεται σε ένα επίπεδο ως πολύ πιο σκληρή και δύσκολη, πολύ πιο απελπισμένη απ’ τη ζωή του θρησκευόμενου ανθρώπου. Και κυρίως η ζωή του εκπεσόντα άθεου, αυτού που γαλουχήθηκε με συγκεκριμένες αξίες, και προσδοκίες, και έφτασε κάποια στιγμή στη ζωή του να μην πιστεύει σε τίποτα όχι από αντίδραση και θυμό (για παράδειγμα μετά από το σοκ ενός θανάτου) αλλά απλά γιατί πραγματολογικά δεν είναι σε θέση να πιστέψει σ’ αυτό το υπερφυσικό «κάτι» που απαιτεί η θρησκεία. Είναι όμως πράγματι αβάσταχτο το να μην έχεις πού να στραφείς, το να μην έχεις να ελπίζεις, και κυρίως το να είσαι υποχρεωμένος να επικεντρώνεις όλη σου τη σκέψη και ενέργεια στο εδώ και στο τώρα, γιατί ξέρεις –πιστεύεις τέλος πάντων, κι αυτό είναι περίπου το ίδιο– ότι για σένα, και για όλους τους άλλους δεν υπάρχει μετά.

Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που καταστάλαξε μέσα μου το ότι δεν πιστεύω πια στην θεία αφήγηση, τον βιωμένο Λόγο. Ήταν ένα ζεστό και ταραγμένο καλοκαίρι όταν άνοιξε ξαφνικά μια απύθμενη άβυσσος μπροστά μου, η άβυσσος του αναπότρεπτου, δίχως γυρισμού τίποτα. Έγιναν όλα σχεδόν σε μια στιγμή, και τη στιγμή εκείνη άρχισα να κλαίω με λυγμούς, από παράπονο περισσότερο και για πολύ ώρα∙ μια εικόνα είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου, οι εξαθλιωμένες μητέρες της Αφρικής, με τ’ αποστεωμένα παιδιά τους να κρέμονται απ’ το στήθος τους, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τα θρέψουν. Και σαν σε λούπα έπαιζε ξανά και ξανά και ξανά μια πρόταση στο κεφάλι μου «Τόσες μανάδες, τόσα παιδιά∙ τόσες μανάδες, τόσα παιδιά». Μου ήταν αβάσταχτη η σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι που πέρασαν μια ζωή στην κόλαση επί γης δεν θα βίωναν ποτέ τη γαλήνη, ότι απλά θα εξαφανίζονταν στο τίποτα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Μα ακόμα πιο αβάσταχτη μου ήταν η ιδέα αυτής της Αφρικανής μάνας –της όποιας μάνας– που χάνει το παιδί της και δεν θα το συναντήσει ποτέ, ποτέ, ποτέ ξανά, ούτε καν στην άλλη ζωή, γιατί η άλλη ζωή δεν υπάρχει, και δεύτερη ευκαιρία δεν υπάρχει, και λύτρωση δεν υπάρχει. Η μάνα αυτή που ξεσκίζεται η ψυχή της στ’ ασπαλάθια της ερήμου για το παιδί που χάνει είναι για μένα η ύψιστη εικόνα της τραγικότητας. Η εικόνα αυτή σφράγισε την εξέλιξή μου σαν άνθρωπο λιγάκι. Ή ίσως ήταν η γνώση ότι βαθιά μέσα μου θα προτιμούσα να είμαι σε θέση να πιστεύω σε κάτι, και πως αυτό που έχανα εκείνη τη στιγμή είχε ένα δυσβάσταχτο κόστος και δεν είχε επιστροφή. Νομίζω ότι μετά απ’ αυτό αγάπησα το Πάσχα ακόμα περισσότερο. Το αγάπησα όπως αγαπάς κάτι που χάνεις, κάτι όμορφο που το βλέπεις από μακριά και ξέρεις ότι δεν μπορείς να το πιάσεις ποτέ ξανά. Και έχουν γίνει από τότε οι αντιδράσεις μου πολύ πιο συναισθηματικές απέναντι στην τυπολογία της γιορτής και στο θρησκευτικό τελετουργικό. Για μια εβδομάδα το χρόνο, χωρίς να ξεχνάω σε τί δεν πιστεύω, με απορροφά το κλίμα της κατάνυξης που έχει επενδυθεί με τον πόνο της απώλειας και έχει φορτωθεί με όλες τις παιδικές μου αναμνήσεις και όσα αυτές συνεπάγονται. Θυμάμαι την Μεγάλη Τετάρτη τη γιαγιά μου να κλαίει με την περιφορά του Εσταυρωμένου στην εκκλησία. Θυμάμαι να μου φαίνεται αστείο να της τραβάω το μανίκι και να της λέω: «Έλα ρε γιαγιά, ρεζίλι μας κάνεις!» και να μου απαντάει «Δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Κοίτα τον στο Σταυρό. Εκείνος μας αγαπούσε κι εμείς οι άνθρωποι τον σταυρώσαμε». Σήμερα η ίδια εκείνη εικόνα είναι η εικόνα της μητέρας καταρρέει και η ανάμνησή της και μόνο μου προκαλεί αβάσταχτη συγκίνηση. Μιλώ για την εικόνα του ανθρώπου που γραπώνεται απ’ την πίστη και βιώνει την εκκλησιαστική τελετουργία με την ψυχή του. Για τη γιαγιά μου ο Θεάνθρωπος που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα και αυτό μιλάει μέσα της με τον πιο θαυμαστό τρόπο. Την ζηλεύω και την αγαπώ γι’ αυτό ακόμα περισσότερο. Η γιαγιά μου κρατιέται από αυτό που προαναγγέλλουν οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού: «Θα ξανασπείρει καλοκαίρια/στην άγρια παγωνιά του νου/Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια/στην άγια/σκέπη τ’ ουρανού/κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι/θα γεννηθούμε τότε πάλι». Κρατιέται απ’ αυτό που εγώ έχασα. Νιώθει ένα άπιαστο μεγαλείο και βιώνει την ελπίδα κατάσαρκα.

  Συνέχεια