Tag Archive: Έρωτας


Από τη συλλογή δοκιμίων On Flirtation του καθηγητή Adam Phillips, London: Faber and Faber, 1994

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Κάποιοι άνθρωποι δεν θα είχαν ερωτευτεί ποτέ αν δεν είχαν ποτέ ακούσει για τον έρωτα.

La Rochefoucauld

Αν το σεξ είναι η διέξοδος από την οικογένεια, ο έρωτας είναι ο δρόμος του γυρισμού, ένα εισιτήριο προς μια κατεύθυνση που είναι πάντα μια επιστροφή. Από την οπτική γωνία της ψυχανάλυσης αυτό το θαύμα της έλξης είναι η ηχώ των πρώτων μας ερεθισμάτων. Τέτοια επίπεδα αφοσίωσης αποτελούν τη μνήμη στην πιο άμεση μορφή της, την αίσθηση της μοναδικότητας το αλλόκοτο σημείο του παρελθόντος. Αυτό που ανακτούμε, ή μάλλον αυτό που αναπολούμε –αυτό που κάνει τέτοιες μεταμορφωτικές εμπειρίες πιθανές– είναι η γνώση και η επιθυμία της παιδικής ηλικίας. Όταν ερωτευόμαστε θυμόμαστε πώς να ερωτευτούμε. Και με το να ξαναβρίσκουμε αυτές τις χαμένες εκδοχές του εαυτού μας πετυχαίνουμε ένα είδος ουτοπικής επάρκειας.

Αλλά το να ερωτεύεσαι είναι πάντα μια υπενθύμιση, κατά τον Φρόυντ, είναι μια υπενθύμιση του ακατόρθωτου. «Ο έρωτας της παιδικής ηλικίας είναι απεριόριστος», γράφει, «απαιτεί αποκλειστική κατοχή, δεν ικανοποιείται με λιγότερα απ’ το τίποτα. Αλλά έχει κι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό: δεν έχει, στην πραγματικότητα, κανένα σκοπό και αδυνατεί να λάβει πλήρη ικανοποίηση· και κυρίως γι’ αυτό το λόγο είναι καταδικασμένος να τελειώσει με μια απογοήτευση». Είμαστε τώρα μαγεμένοι –και τρομοκρατημένοι– από την έννοια του ακόρεστου, την απεριόριστη έλλειψη· είναι το μοντέρνο μας ανυπέρβλητο, διατυπωμένο στο σχόλιο του Ζακ Λακάν εν είδει παρωδίας, ότι έρωτας είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις σε κάποιον που δεν υπάρχει. Αλλά η περιγραφή του παιδιού από τον Φρόυντ εδώ είναι η δική του εκδοχή του Φάουστ –του ήρωα που επαναδημιούργησε ο Γκαίτε, η «ιδιοφυΐα» της μητρικής γλώσσας του Φρόυντ– μια μυθική φιγούρα για τον οποίο η γνώση και η επιθυμία είναι συνώνυμα· και για τον οποίο η εξίσωσή τους, η σύναψή τους, σημαίνει θάνατο. Αλλά αυτό το αρχικά Πλατωνικό μπέρδεμα του εραστή και του γνώστη –λες και είναι εφάμιλλες επιδιώξεις– αποτελεί για τον καθένα ένα ακατόρθωτο εγχείρημα. Λες και καθένας πρέπει να τα κάνει και τα δύο για να μπορέσει να πετύχει οποιοδήποτε απ’ τα δυο. Σ’ αυτή την ιστορία η οικειότητα είναι μια προνομιακή (ή επίζηλη) πληροφορία. Ο αναλυτής, λέει ο Λακάν στην γνωστή του διατύπωση, είναι εκείνος που υποτίθεται πως ξέρει· όχι, όπως μπορεί να λέει, αυτός που υποτίθεται πως αγαπά. Υποθέτει κανείς ότι το γιγνώσκειν είναι προγενέστερο ή εμπεριέχεται στον έρωτα. (Αργότερα επρόκειτο να πει: «Αυτόν που υποθέτω πως γνωρίζω, αυτόν αγαπώ». Που είναι φυσικά κάτι το διαφορετικό). Αφού ο έρωτας έχει περιγραφεί ως κάτι που θέλουμε, πρέπει να βρούμε κάτι να θέλουμε, και σ’ αυτό το σημείο υποτίθεται πως τίθεται το ζήτημα της γνώσης. Το να ερωτεύεσαι είναι συμβατικά μια μορφή τρέλας σύμφωνα με ορισμένους φιλοσόφους, ψυχαναλυτές και ποιητές γιατί, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, ειρωνεύεται ανεπιστρεπτί κάθε διάκριση ανάμεσα στη βεβαιότητα και το σκεπτικισμό.

Συνέχεια

Ερωτισμός και αισθησιασμός είναι θέματα που πολύ έχουν απασχολήσει τους ανά τον κόσμο καλλιτέχνες από τις απαρχές κιόλας της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από την ζωγραφική των σπηλαίων ήδη, οι παραστάσεις είναι τέτοιες που υποθέτουμε ότι το γυμνό σώμα και η ερωτική πράξη παίζουν ρόλο συμβολικό ή θρησκευτικό. Η τάση αυτή του ανθρώπου να ταυτίζει την θρησκεία και το θείο με τον έρωτα, μέσω της τέχνης, κρατά έως και την έλευση του χριστιανισμού οπότε το γυμνό και το ερωτικό ποινικοποιούνται και περιορίζονται χωρίς να πάψουν οι ανά τόπους και ιστορικές περιόδους εξάρσεις καλλιτεχνικών τάσεων που τα χρησιμοποιούν και τα εκθέτουν, όχι χωρίς λογοκρισία.

Σε ότι αφορά τη λογοτεχνία, υπάρχουν δυο τάσεις, το ερωτικό και η πορνογραφία, τα όρια ανάμεσα στις οποίες είναι πολύ συγκεχυμένα. Ο διαχωρισμός ανάμεσα τους είναι εντελώς υποκειμενικός και συχνά μπορεί να συγχέονται. Παρ’ όλ’ αυτά δύσκολα θα υποστηρίξει κανείς ότι οι σαδιστικές σκηνές που περιγράφει ο Μαρκήσιος Ντε Σάντ αποπνέουν και ερωτισμό πέρα από φρίκη. Ο ερωτισμός στην λογοτεχνία μπορεί να εκδηλωθεί με τρόπο μη κραυγαλέο, συχνά χωρίς περιγραφή της ερωτικής πράξης ή και με πλήρη απουσία αυτής.

Συνέχεια