Category: Όνειρα


Κοιμήθηκα μετά τις πέντε το πρωί, ξημέρωνε η 17η Ιουνίου του 2012. Ξύπνησα έξι ώρες αργότερα τρομαγμένη. Διαβάζω σχόλια φίλων και γνωστών στο Facebook τρομαγμένη. Τρομαγμένος ήταν κι ο ύπνος, κατά τη διάρκεια του οποίου σκάρωσα ένα υπέροχα φροϋδικό όνειρο, το οποίο και σημείωσα αμέσως μόλις ξύπνησα για να διατηρηθεί φρέσκο και όσο πιο κοντά στο πρωτότυπο γίνεται.

«Περπατάω στην Αθήνα μετά από μια δουλειά –δεν θυμάμαι τί– για την οποία έχω πληρωθεί διακόσια ευρώ σε τέσσερα πενηντάρικα. Είμαι μαζί με δυο άγνωστους άντρες (είμαστε μάλλον μουσικοί) και φεύγουμε απ’ το σημείο της υποχρέωσής μας, κάπου στο Κουκάκι. Συζητούν ότι δεν μπορείς πια να περπατήσεις στην Αθήνα, πως είναι φοβερά επικίνδυνο και ο ένας λέει πως ο μόνος λόγος που ακόμα κάνει αυτή τη δουλειά είναι γιατί έρχεται κάθε φορά ο μπατζανάκης του με το ταξί και τον παραλαμβάνει. «Με περιμένει εδώ στη γωνία», μας λέει. Εγώ δεν θέλω να πάρω ταξί, το θεωρώ και περιττό και έξοδο, κι έτσι ανακοινώνω ότι θα περπατήσω μέχρι μετρό, ο σταθμός Ακρόπολη άλλωστε είναι ακριβώς μπροστά μας. Με κοιτάζουν περίεργα, αλλά δεν μπορούν να κάνουν κάτι, κι έτσι αυτοί μπαίνουν στο ταξί κι εγώ φεύγω. Προχωράω προς τον πεζόδρομο· η περιοχή είναι αποκλεισμένη από ένα ψηλό συρματόπλεγμα με μια πύλη εκεί που αρχίζει η πεζοδρόμηση στην Μακρυγιάννη. Περνάω την πύλη, οι δρόμοι έρημοι. Το μετρό είναι ακριβώς μπροστά μου, αλλά φαίνεται ν’ απομακρύνεται. Όπως περπατάω κάποιος στ’ αριστερά μου μου αρπάζει την τσάντα. Αυθόρμητα προσπαθώ να την κρατήσω, αλλά αμέσως καταλαβαίνω πόσο πιο επικίνδυνο είναι κι αφήνω το λουρί της να γλιστρήσει απ’ τον ώμο μου. Την ώρα που ο ληστής ετοιμάζεται να φύγει του λέω: «Σε παρακαλώ, πάρε τα χρήματά αλλά άσε τα χαρτιά μου, τα χρειάζομαι». Σταματάει και με κοιτάει αυτός με οίκτο. Ανοίγει την τσάντα και βγάζει το πορτοφόλι μου, το τείνει προς το μέρος μου για να πάρω τα χαρτιά (στη θέση για τα χαρτονομίσματα φυλάω πάντα το διαβατήριό μου). Απλώνω το χέρι μου, μου γνέφει να πάρω και κάποια απ’ τα λεφτά, αντιλαμβάνομαι ότι θέλει να τα μοιραστούμε. Κάπως ξαναβρίσκεται η τσάντα μου στην κατοχή μου και τώρα τείνω εγώ το πορτοφόλι σ’ εκείνον για να πάρει όσα λεφτά θέλει. Έχει μέσα τα πενηντάρικα, μερικά εικοσάευρα, δεκάευρα και πεντάευρα, τακτοποιημένα στη σειρά βάση της αξίας τους.  Πιάνει ένα μάτσο απ’ την πλευρά με τα πενηντάρικα αλλά όσο τα τραβά λιγοστεύουν και στο τέλος φεύγει σχεδόν χωρίς να πάρει τίποτα –δεν είμαι σίγουρη. Μου κάνει εντύπωση γιατί όσο αυτός ήταν στ’ αριστερά μου, απ’ τα δεξιά στέκονταν δυο συνεργοί του, έτοιμοι να τον βοηθήσουν, ακόμα και ν’ ασκήσουν βία, όμως έτσι απλά μέσα σε μια στιγμή εξαφανίστηκαν όλοι. Προσπαθώ να συνέλθω και κάθομαι για λίγο σ’ ένα πεζούλι, αν και φοβάμαι ότι θα μου επιτεθεί κάποιος άλλος, κι ας είναι μέρα μεσημέρι. Μια τουρίστρια που είδε τη σκηνή προσπαθεί να με ηρεμήσει και μου λέει ότι δεν το πιστεύει ότι αντέδρασα έτσι και τα κατάφερα να κρατήσω και τα πράγματά μου. Εγώ κοιτάζω προς το μετρό που είναι βρώμικα και παραμελημένα, και σκέφτομαι τα μάτια του κλέφτη που ήταν απεγνωσμένα και βίαια, σκέφτομαι τη μάνα μου, κι αν πρέπει να φέρουμε τη γιαγιά μου απ’ το χωρίο, που ξέρει να φτιάχνει ψευτόσουπες γιατί έχει περάσει κατοχή, να μείνει μαζί μας όσο ακόμα είναι υγιής και έχει δυνάμεις.

Ύστερα γυρίζω σπίτι. [Ονειρική μετάβαση σε άλλο θέμα]

Η μητέρα μου θέλει να πάμε σε μια συνάντηση του συλλόγου κρεοπωλών που γίνεται στην οδό Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Φτάνουμε καθυστερημένες την ώρα που η συνάντηση έχει ήδη αρχίσει. Το μέρος είναι ασφυκτικά γεμάτο, σαν εγκαίνια παλιού μαγαζιού –το κτίριο είναι σαν τα παλιά ισόγεια καταστήματα με τις τζαμαρίες και το κοινό κοιτάζει από μέσα προς τα έξω στη βιτρίνα. Ο ομιλητής έχει το κοινό πλάτη, είναι ένας θεόρατος κι απαίσιος κρεοπώλης, όχι μόνο χοντρός, μα με τα μάγουλα να σακουλιάζουν απ’ το πάχος. Μας κοιτάζει επιτιμητικά και λέει στη μητέρα μου επιθετικά: «Πώς μπορείς ν’ αργείς για κάτι τόσο σημαντικό επειδή το μόνο που ξέρεις να κάνεις είναι να παίζεις video games;». Βγαίνω εκτός εαυτού από το ύφος του μπροστά σε τόσο κόσμο και του φωνάζω άγρια: «Τί είν’ αυτά τα πράγματα; Δεν ξέρει καν να παίζει video games γι’ αυτό βούλωστ’ το στόμα σου». Με κοιτάζει με κάποιου είδους διεστραμμένη κι επίφοβη ικανοποίηση, σχεδόν με θαυμασμό. Γύρω η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, λες κι ετοιμάζονται ν’ ανάψουν πυρσούς και να και να ξεκινήσουν μια σφαγή.

[Ξύπνησα λαχανιασμένη, φοβισμένη, έτοιμη να βάλω τα κλάματα]».

  Συνέχεια

Advertisements

Το AIDS υπήρξε ο μεγαλύτερος καθολικός τρόμος που θυμάμαι να βιώνω στην παιδική μου ηλικία. Ξεπέρασε κι αυτόν τον τρόμο του πυρηνικού ολοκαυτώματος που έζησα όταν πληροφορήθηκα την ιστορία του Τσερνομπίλ γύρω στα πέντε. Αποτέλεσε την αφορμή για τον μοναδικό επί χρόνια επαναλαμβανόμενο εφιάλτη μου, και είμαι σίγουρη πως έχει μια ξεχωριστή θέση στην ψυχοπαθολογία μου, αν και μέχρι σήμερα μου προκαλεί τόση αμηχανία που έχει σταθεί αδύνατο να το ερευνήσω περαιτέρω. Ήμουν έξι ή επτά χρονών όταν άκουσα γι’ αυτό πρώτη φορά. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην κουζίνα. Έπαιζα κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας και γύρω απ’ αυτό οι γονείς μου συζητούσαν με μια γειτόνισσα και φίλη ο αδερφός της οποίας ήταν πιλότος της Ολυμπιακής, και πάντα πρωταγωνιστούσε σε μια σειρά από εξωτικές ιστορίες απ’ όλη την υφήλιο. Η συγκεκριμένη εξωτική ιστορία ήταν φρικιαστική. Θυμάμαι ακόμα να σταματάω το παιχνίδι με τις κούκλες και να στήνω αυτί για να καταλάβω τί ακριβώς λέγαν οι μεγάλοι. Η αφήγηση ήταν τοποθετημένη κάπου στην Αφρική όπου –υποτίθεται πως– φορείς του AIDS τριγυρνούσαν στο δρόμο με μια χρησιμοποιημένη σύριγγα και μόλυναν τους υγιείς εν ψυχρώ καρφώνοντάς τους πάνω απ’ τα ρούχα. Μιλάω για το 1991 ή 1992, πρέπει να ήταν τότε που ο τρόμος του AIDS είχε φτάσει για τα καλά στην Ελλάδα. Το μυαλό μου σ’ εκείνη την ηλικία δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει ανάμεσα στη λογική και τον αστικό μύθο. Η ιστορία καταγράφηκε ως πέρα για πέρα αληθινή. Εκείνο το βράδυ είδα για πρώτη φορά έναν εφιάλτη που με τυράννησε για χρόνια, μισή δεκαετία ή ίσως και παραπάνω:

«Είμαστε λέει στο παλιό, μικρό μας αυτοκίνητο και οδηγούμε στη γειτονιά της γιαγιάς μου. Η οδός Σαλαμίνος στον Πειραιά είναι ένας σχετικά φαρδύς δρόμος, χωρίς να αποτελεί λεωφόρο. Μπροστά μας δύει ο ήλιος και το φως στον ουρανό χαμηλώνει. Οι άνθρωποι τρέχουν να μπουν στα σπίτια τους, μαζεύουν υστερικά τα παιδιά τους απ’ τα πεζοδρόμια που έπαιζαν μέχρι εκείνη την ώρα και τα κλειδώνουν μέσα. Εμείς οδηγούμε· το αυτοκίνητο κυλάει. Στη γειτονιά αυτή ένας τέρας κυκλοφορεί τη νύχτα. Μια γυναίκα, ψηλή, αποστεωμένη, με κοντά μαλλιά, ξεραμένο πρόσωπο, άδεια μάτια· το όνομά της ήταν Ία [προφανής παραφθορά της λέξης «ιός»]. Ένα άγγιγμά της μοναχά αρκούσε να σου μεταδώσει το θάνατο. Όσο πλησιάζουμε στο σπίτι της γιαγιάς μου σκοτεινιάζει και μέχρι να φτάσουμε είναι πια εντελώς νύχτα. Το αυτοκίνητο σταματά στη μέση του δρόμου. Το τέρας πλησιάζει με αργά βήματα. Εγώ με τον αδελφό μου καθόμαστε στο πίσω κάθισμα. Η μαμά μου στη θέση του οδηγού. Η γυναίκα τραβάει την πόρτα. Στις χειρότερες εκδοχές του εφιάλτη η πόρτα ανοίγει κι εκείνη γραπώνει τη μαμά μου. Άλλες φορές ξυπνώ πριν γίνει αυτό. Μεγαλώνοντας κατάφερα να κάνω την πόρτα να κλειδώνει, κι έτσι απλά μένουμε μέσα στο αυτοκίνητο κατατρομοκρατημένοι, περιμένοντας να ξημερώσει».

Ταλαιπωρήθηκα πολλά χρόνια απ’ αυτό το κακό όνειρο. Ξυπνούσα στη μέση της νύχτας ιδρωμένη και σε καθεστώς απόλυτου τρόμου. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Όχι τότε τουλάχιστον· το κουβέντιασα για πρώτη φορά χρόνια αφότου ο εφιάλτης είχε πάψει να επανέρχεται. Σιγά-σιγά ανέπτυξα άμυνες για να καταφέρνω να κοιμάμαι. Είπα: «Η Ία έρχεται μόνο στο σκοτάδι», κι έτσι για χρόνια δεν κοιμήθηκα ποτέ χωρίς ένα φως αναμμένο στο δωμάτιό μου. Είπα: «Η Ία βγαίνει απ’ την ντουλάπα που είναι σκοτεινά, αν κρατήσω την ντουλάπα κλειδωμένη είμαι ασφαλής». Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να κοιμηθώ σε δωμάτιο με ανοιχτές ντουλάπες/ντουλάπια/συρτάρια (αν και τώρα πια δεν χρειάζεται να είναι κλειδωμένα, παλιά αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο). Για χρόνια έκλεινα τις ασφάλειες εμμονικά, μια-μια σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο έμπαινα (πολύ πριν έρθει στην Ελλάδα το κεντρικό κλείδωμα). Προφανώς αποτέλεσα ενόχληση για πάρα πολλούς ανθρώπους όλο αυτό τον καιρό, καθώς κανείς δεν ήξερε για ποιο λόγο συμπεριφερόμουν έτσι αλλοπρόσαλλα.

Μεγαλώνοντας φρόντισα να μάθω, να διαβάσω, ν’ ακούσω, να πληροφορηθώ σε μια προσπάθεια να σκοτώσω αυτό τον τρόμο. Οι τρόμοι βέβαια δεν σκοτώνονται, η πληροφόρηση όμως λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την ενσάρκωσή τους. Για το λόγο αυτό οι αρνητές του HIV/AIDS και ιστορίες σαν αυτή της προσφάτως εκλιπούσας Μαρίας Παπαγιαννίδου με βγάζουν απ’ τα ρούχα μου. Με αφορμή τον θάνατο της Παπαγιαννίδου και την σχετική παραφιλολογία που ακολούθησε ξύπνησε λίγο αυτός ο πρωτόγονος φόβος. Έχω λόγω ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων μελετήσει αρκετά την ψυχολογία της ασθένειας και τις ιδιαιτερότητες του ψυχισμού του ασθενούς και σε επιστημονικό επίπεδο μπορώ να κάνω τους διαχωρισμούς μου, να κατανοήσω από πού πηγάζει αυτή η τεράστια ανάγκη του καταδικασμένου εις θάνατον από κάτι που φαίνεται να είναι το ίδιο του το σώμα να αρνηθεί την πραγματικότητά του, να αγκαλιάσει μια άλλη, πλασματική πραγματικότητα, και να πορευθεί μέσα στην άρνηση που του εξασφαλίζει μια επίφαση ηρεμίας. Δεν σκόπευα να γράψω γι’ αυτό το θέμα τότε, γιατί είναι ένα θέμα που με ενοχλεί για τους λόγους που εξέθεσα παραπάνω και το εξωτερικεύω με δυσκολία. Επί τη ευκαιρία πάντως διάβασα τις νεότερες επιστημονικές εξελίξεις πάνω στο θέμα, διάβασα τα επιχειρήματα των οροαρνητών –που δεν με έπεισαν ούτε καν λιγάκι ανεξαρτήτως προκατάληψης– παρακολούθησα πολύ στενά το debate που προέκυψε, και η άποψή μου για το θέμα εδραιώθηκε εκ νέου.

Μερικές ημέρες πριν, ξαπλωμένη στον καναπέ, με τον έρωτα της ζωής μου να κοιμάται παραδίπλα έχοντας παγιδεύσει τα πόδια μου που μούδιαζαν για καμιά ώρα απ’ το κράτημά του, διάβασα για τη σύλληψη της Ρωσίδας ιερόδουλης που είναι φορέας του HIV. Αισθάνθηκα αμέσως αυτό τον ίδιο εμμονικό φόβο για ένα μολυσματικό ολοκαύτωμα να επιστρέφει. Με τη δημοσιοποίηση περισσότερων ονομάτων (όσο περνούν οι μέρες ο αριθμός αυξάνεται, απ’ την μια πήγε στις δώδεκα κι αν ισχύουν αυτά που διαβάζω αυτή τη στιγμή έχουν φτάσει στις δεκαεπτά) ξέσπασε μια γιγάντια συζήτηση σχετικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας. Μαζί με τα πλήρη στοιχεία των γυναικών δημοσιεύτηκαν η φωτογραφίες κι ο τόπος διαμονής τους. Πλήθος κόσμου αντιδρά. Η δική μου πρώτη, ενστικτώδης αντίδραση στις ελάχιστες πληροφορίες που αρχικά έλαβα ήταν πως καλώς δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες. Πως η προφύλαξη της δημόσιας υγείας είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο. Δεν ασχολήθηκα με το θέμα για μια-δυο μέρες, καθώς ήμουν μακριά απ’ το Ίντερνετ. Ύστερα γύρισα στο σπίτι μου και ξεκίνησα να διαβάζω. Είδα τις φωτογραφίες. Έμοιαζαν τόσο με την τρομακτική μορφή στ’ όνειρό μου. Και συνειδητοποίησα ότι η πρώτη μου αντίδραση ήταν και απαράδεκτη, και απόρροια του παιδικού μου, ενστικτώδη φόβου που μετατρέπει τον φορέα του AIDS σε μολυσματικό τέρας και την κοινωνία (εμένα) σε παγωμένο απ’ τον τρόμο παιδί, κλειδωμένο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Όμως η κοινωνία δεν αποτελείται από εξάχρονα. Και γι’ αυτό απ’ όποια άποψη κι αν το πάρεις η κίνηση ήταν απαράδεκτη. Και σε επίπεδο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε επίπεδο αποτελέσματος. Προκειμένου να ενημερώσουν το κοινό αρκούσε η δημοσίευση της πληροφορίας και της τοποθεσίας του παράνομου οίκου. Εκτιμώ ότι με μια πιο αόριστη ανακοίνωση θα είχε αυξηθεί ο αριθμός των ανθρώπων που καλούν στα ειδικά κέντρα για να εξεταστούν. Ή θα είχε παραμείνει ο ίδιος. Πάντως δεν θα ήταν μικρότερος. Σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρέτησε η δημοσίευση των στοιχείων αυτών των γυναικών το δημόσιο καλό. Μάλλον το έβλαψε.

Και ξεκαθαρίζω πώς: το κράτος δικαίου είναι βασισμένο σε θεμελιώδεις αρχές που οφείλουν να είναι απαράβατες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες άνευ εξαιρέσεως. Θεμελιωδέστερη αρχή του είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας του ατόμου και των απόρρητων προσωπικών δεδομένων του (συμπεριλαμβανομένου του ιατρικού απορρήτου). Οτιδήποτε άλλο και με οποιοδήποτε πρόσχημα αποτελεί χυδαίο κανιβαλισμό, και στην προκειμένη περίπτωση η αφορμή είναι μια βρωμερή σκοπιμότητα που ακούει στο όνομα «προεκλογική περίοδος». Δεν με απασχολεί το πόσο νομιμοφανής μπορεί να παρουσιαστεί αυτή η κίνηση (τα μέχρι τώρα στοιχεία που έχω διαβάσει μάλλον δεν συνάδουν προς την άποψη ότι ήταν νόμιμη): αποτελεί αφορμή της κατάλυσης του κράτους δικαίου. Και αυτό είναι το εφαλτήριο για οποιαδήποτε μελλοντική κατάλυσή του. Με ή χωρίς αφορμή. Ως αποτέλεσμα μπορεί να έχει μόνο την αναισθητοποίηση της κοινωνίας, τη δημιουργία μιας στρατιάς από θηρία που είναι έτοιμα να κατασπαράξουν το πιο αδύναμο απ’ τα μικρά τους, να τραφούν από τις σάρκες του και να συνεχίσουν ανενόχλητα να δομούν την ευημερία τους πάνω στον πόνο των λιγότερο προνομιούχων.

Δεν σκοπεύω να ανοίξω κουβέντα περί ευθυνών (της εκδιδόμενης ή του πελάτη). Ακριβώς γιατί δεν έχει καμιά σημασία. Δεν θέλω να επιχειρηματολογήσω ότι η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει γιατί οι κοπέλες ήταν θύματα («ας δημοσιεύσουμε και τις φωτογραφίες των πελατών που αγόραζαν σεξ χωρίς προφυλάξεις από παράνομους οίκους», ακούγεται από εχθές). Η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει, τελεία. Το ξέρω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν έζησε ποτέ την Αναγέννηση, δεν έζησε τον Διαφωτισμό. Η δημιουργία του Ελληνικού Κράτους δεν στηρίχτηκε ουσιαστικά στα θεμέλια των κινημάτων που διαμόρφωσαν την υπόλοιπη Ευρώπη παρά κατ’ επίφασιν μόνο και δια της αντιγραφής, χωρίς ποτέ να καταφέρουμε να εμβαθύνουμε σ’ αυτά. Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της Ελληνικής κοινωνίας, και το πληρώνουμε (και) στην κρίση που βιώνουμε την τελευταία διετία. Είμαστε όμως όπως και να το κάνουμε άνθρωποι του 21ου αιώνα. Σ’ αυτό το σημείο πια θα έπρεπε να έχουμε αποκομίσει κάτι από την Ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά στην οποία δικαιωματικά έχουμε μερίδιο. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό η κοινωνία ν’ αντιδρά όπως ο εξάχρονος εαυτός μου. Δεν πρέπει ν’ αφήσει τα θηρία να τραφούν απ’ το φόβο της. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι αδιαπραγμάτευτη υπό όλες ανεξαιρέτως τις συνθήκες. Οι ένοχοι για οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη πράξη πρέπει να τιμωρηθούν με βάση τους νόμους και το Σύνταγμα. Η περιφορά των κουφαριών τους στην πλατεία προς παραδειγματισμό είναι απομεινάρι κάποιας πολύ σκοτεινής εποχής που εύχομαι να μην αναβιώσει όσο φοβάμαι πως αυτό σχεδόν έχει ήδη γίνει.

Άλλαζε θέση στα φλιτζάνια στο σύνθετο. Τρία μπροστά, δυο πίσω· ή μήπως ανάποδα; Τους άλλαξε θέση ξανά. Με τίποτα δεν ήταν ικανοποιημένη. Τραβήχτηκε μακριά και τα κοίταξε με κριτικό μάτι. Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Έπιασε πάλι το ξεσκονόπανο και πέρασε το ράφι γι’ άλλη μια φορά. Τα τζάμια μετά. Είχαν θαμπώσει απ’ την καλοκαιρινή σκόνη και η ζέστη μετέτρεπε τη βρωμιά σε μια κολλώδη μάζα που δεν έβγαινε με τίποτα. Έτριβε ασταμάτητα για δυο ώρες, μέχρι που ολόκληρο το σαλόνι άστραψε. Στο τέλος πέρασε ένα σφουγγάρισμα τα πατώματα και είπε πια πως είναι ώρα να κάτσει. Έβαλε μια κρύα πορτοκαλάδα και σωριάστηκε στον καναπέ. Τα μπράτσα της πονούσα απ’ το τρίψιμο και το τέντωμα, τα πόδια της απ’ την ορθοστασία. Άνοιξε την τηλεόραση και περιδιάβηκε τα κανάλια για λίγο. Τίποτα να δεις, πραγματικά τίποτα. Την έκλεισε πάλι. Ακούμπησε πίσω και κοίταξε το δρόμο απ’ το παράθυρο. Άδειος κι αυτός. Αυγουστιάτικο απόγευμα, ακόμα ο ήλιος καίει, κι άλλωστε, ποιος έχει απομείνει μέσα στην Αθήνα καλοκαιριάτικα; Ούτε φύλλο δεν κουνούσε στις κατσιασμένες νεραντζιές. Ένα αυτοκίνητο πότε-πότε τάραζε την ησυχία κι ύστερα χανόταν στο βάθος του δρόμου. Κατά τ’ άλλα σιωπή. Σκέφτηκε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο, μα δεν της έκανε όρεξη. Ένας πονοκέφαλος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά και τώρα εγκαθίσταντο πανηγυρικά στο δεξί της ημισφαίριο. Την τράνταζε ρυθμικά, ακολουθώντας το τέμπο που έβαζαν οι χτύποι της καρδιάς της. Τα φάρμακα δεν της άρεσαν και προτιμούσε να μην τα παίρνει, εκτός κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Έμεινε εκεί άπραγη με τον πονοκέφαλό της. Δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Στήριξε το κεφάλι της στην πλάτη του καναπέ και το άφησε να βουρλίζεται. Μέσα στην ησυχία ο μόνος ήχος ερχόταν από μέσα της: ταράμ… ταράμ… ταράμ…

Ξύπνησε όταν είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Η ατμόσφαιρα είχε δροσίσει ελάχιστα· το μπλε μπλουζάκι της ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και λίγο σάλιο είχε κυλήσει απ’ το πηγούνι στο λαιμό της. Μουδιασμένα σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο· πλύθηκε τρίβοντας γερά το πρόσωπό της· άλλαξε και ξυπόλυτη προχώρησε ως την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο μα τίποτα δεν της έκανε κέφι. Ήθελε ένα κανονικό, μαγειρεμένο γεύμα, μα με τέτοια ζέστη δεν της πήγαινε ν’ ανάψει φούρνο, κι άλλωστε είναι πάντα θλιβερό να μαγειρεύεις σωστό φαΐ για ένα άτομο μονάχα. Έκοψε με το χέρι ένα κομμάτι ψωμί και το μασούλησε επιτόπου. Μετά μάζεψε τα ψίχουλα και ξανάκατσε στο σαλόνι. Δεν άναψε φως. Τα φώτα του δρόμου κι αυτά απ’ τα απέναντι μπαλκόνια ήταν αρκετά. Το καλοκαίρι είναι πάντα σκληρό για την Ελένη. Απ’ όταν κλείνουν τα σχολεία κλείνεται κι αυτή στο δυάρι και δεν την βλέπει άνθρωπος μέχρι το Σεπτέμβρη. Το χειμώνα έχει τα παιδιά της –τα παιδιά των άλλων. Ανοίγει τα μικρούλια τους μυαλά και τα γεμίζει με τ’ αλφάβητο, τους αριθμούς, λέξεις και νοήματα, ποιήματα, χρώματα, μουσικές. Κι ύστερα έρχεται ο Ιούνιος και πάντα τα χάνει. Τον επόμενο Σεπτέμβρη που θα τα ξαναβρεί είναι πια άλλα παιδιά· καινούρια σύνορα. Και πάντα ξεκινά να τα διαβεί με την ίδια αφοσίωση, την ίδια προσήλωση κι επιμονή. Την ημέρα τα ζαλίζει με το έψιλον και το ρω, λιγάκι πρόσθεση κι αφαίρεση ύστερα από λίγο. Τα βράδια χαϊδεύει τα μπλε τετράδιά τους· κι αν τα σημαδεύει με κόκκινο μελάνι ακόμα τ’ αγαπά. Τα φροντίζει, τα βάζει στην τσάντα της προσεκτικά για να τα πάρει την επομένη στο σχολείο ατσαλάκωτα. Κι έτσι οι μέρες της περνούν. Ώσπου να έρθει το καλοκαίρι κάθε φορά. Κι ύστερα οι μέρες πια δεν περνούν· στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη και υψώνουν τοίχους τριγύρω της. Αλλά τα βράδια του Αυγούστου… ένα ελάχιστο αεράκι κάνει τις δαντελένιες κουρτίνες να χορεύουν απαλά και της θυμίζει ότι ο Σεπτέμβρης δεν είναι πια μακριά· και της θυμίζει ν’ ανασάνει. Τα βράδια… Στέκεται όρθια πλάι στο παράθυρο και δεν περιμένει. Δεν έχει τίποτα να περιμένει και το ξέρει καλά. Αυτή η επίγνωση το κάνει ακόμα πιο τελεσίδικο, εντελώς δεδομένο.

Πέρασε η ώρα· περίεργο κι όμως νύσταζε πάλι ή νυστάζει ακόμα, πάντως θέλει να κοιμηθεί, κι έτσι κλειδώνει το σπίτι, ασφαλίζει τα παράθυρα, τραβάει το σύρτη στην πόρτα. Θα κάνει ένα κρύο ντους και θα βάλει την φαρδιά, ξεφτισμένη φανέλα που φοράει για νυχτικό. Χαζεύει λίγο μπροστά απ’ τον καθρέφτη, σκιές να σχηματίζονται στο πρόσωπό της απ’ τον χαμηλό φωτισμό του πορτατίφ. Στα σαράντα οχτώ της δεν είναι άσχημη γυναίκα η Ελένη. Τα μαλλιά της είναι ακόμα αστραφτερά καστανά, με ασημένιες λάμψεις διάσπαρτες στους κροτάφους. Τα μάτια της λαμπερά, με μεγάλες εντυπωσιακές βλεφαρίδες κι έντονα τοξωτά φρύδια που της δίνουν ένα ύφος λίγο πιο αυστηρό απ’ ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα. Αλλά στο πλάι των ματιών της αυτές οι λεπτές γραμμές βαθαίνουν χρόνο με το χρόνο, και ανάμεσα στα φρύδια της δυο ρυτίδες έχουν χαραχτεί μόνιμα και μη αναστρέψιμα. Σηκώνει το χέρι και τις χαϊδεύει απαλά με τ’ ακροδάχτυλά της. Κλείνει τα μάτια και τις νιώθει σαν ουλές πάνω στο πρόσωπό της, ξεχωρίζουν στην αφή. Τα δάχτυλά της κατεβαίνουν στη μύτη, πάντα πολύ μεγάλη την θεωρούσε, στα χείλη που λίγο τρέμουν, έτσι, χωρίς λόγο. Σφίγγει το λαιμό της, με τα δυο της χέρια, μόλις η πίεση αρχίσει να την ζαλίζει σταματά. Έχει όμορφο λαιμό, το δέρμα σφιχτό ακόμα, δεν έχει αρχίσει να χαλαρώνει, να σακουλιάζει. «Σύντομα», σκέφτεται. Τα μάτια της τής γυρίζουν ένα βλέμμα οίκτου μέσα απ’ τον καθρέφτη. «Ώρα για ύπνο», λέει δυνατά στον εαυτό της. Σβήνει το φως και κοιμάται.

Συνέχεια

Πώς να το σώσεις:

Ονειρεύομαι πολύ. Κάποιοι θα έλεγαν υπερβολικά∙ το σύνολο της άγρυπνης ζωής μου καθρεφτίζεται στα όνειρά μου με τρομακτική ένταση και εφιαλτική δημιουργικότητα. Η έρευνα έχει δείξει ότι η ενασχόληση με τις θεωρίες των ονείρων προκαλεί αύξηση στη συχνότητα και την ζωηρότητα των ονείρων. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι το ότι αναλόγως με την θεωρία που μελετά –και ασπάζεται– ο κάθε ερευνητής, βλέπει και όνειρα που να την επιβεβαιώνουν (οι φροϋδιστές βλέπουν φροϋδικά όνειρα, οι οπαδοί του Γιούνγκ βλέπουν όνειρα χαρακτηριστικά της θεωρίας του Ελβετού ψυχολόγου). Η ένταση του ονείρου μπορεί επίσης να επηρεαστεί από τυχόν φαρμακευτική αγωγή (κυρίως από φάρμακα που σχετίζονται με διαταραχές του άγχους, την κατάθλιψη και οτιδήποτε έχει να κάνει με την διαχείριση ψυχικών διαταραχών). Κυρίως όμως τα όνειρα –και οτιδήποτε άπτεται της λειτουργίας του ασυνειδήτου– επηρεάζονται από την ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση του ονειρευάμενου, αντικατοπτρίζουν ελπίδες, φόβους, άγχη, προβληματισμούς και μεγάλα ερωτήματα.

Η κλασσική φροϋδική θέση πάνω στο θέμα είναι πως «το όνειρο είναι η (μεταμφιεσμένη) εκπλήρωση μιας (καταπιεσμένης, απωθημένης) επιθυμίας».[1] Μέσα από το όνειρο περνάει κάθε έγνοια της άγρυπνης ζωής και φιλτραρισμένη από το σύστημα λογοκρισίας του Υπερεγώ παρουσιάζεται τροποποιημένη, παραμορφωμένη, φαινομενικά αλλοπρόσαλλη και ακατανόητη. Όσο περισσότερο γοητεύεσαι από τα μυστικά του ονείρου, τόσο πιο περιεκτικά και εκφραστικά γίνονται τα δικά σου όνειρα, μα αλίμονο!, όσο πιο κοντά έρχεσαι στην αποκωδικοποίησή τους, στο κλειδί που αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό της καταπιεσμένης επιθυμίας, τόσο πιο επιδέξιος και πανούργος γίνεται ο λογοκριτής, θάβοντας το πραγματικό νόημα κάτω από περίπλοκες οπτικές αναπαραστάσεις και περιπλεγμένους συσχετισμούς που αποπροσανατολίζουν τον εξερευνητή του ονείρου από τον τελικό του στόχο. Ο στόχος όμως δεν είναι άπιαστος. Θέλει λίγη επιμονή κι υπομονή για να αρχίσει κανείς να εξοικειώνεται με την ερμηνεία των ονείρων, με την νοηματοδότηση δηλαδή των ονειρικών αναπαραστάσεων, μια έννοια που διόλου δεν σχετίζεται με την μεταφυσική.

Συνέχεια

Ζήτα και θα λάβεις, είπαν οι ευαγγελιστές μας, και το ασυνείδητό μου αποκρίθηκε άμεσα σ’ αυτή την προτροπή. Αφού τελείωσα μετά κόπων και βασάνων την συγγραφή του προηγούμενου κειμένου βυθίστηκα μετά από μεγάλη προσπάθεια σε έναν ταραγμένο ύπνο που με οδήγησε σε έναν από τους πιο τρομακτικούς εφιάλτες που έχω δει εδώ και χρόνια.

Είμαι στο σπίτι της γιαγιάς μου, σε μια κάμαρα ψηλοτάβανη, με μωσαϊκό και στο κέντρο της μια μεγάλη δεξαμενή, σαν πισίνα άδεια από νερό. Μέσα στην δεξαμενή υπάρχει μια ομίχλη, και ο πάτος της δεν είναι ορατός. Μέσα στην ομίχλη φιδογυρίζουν τούφες καπνού κάποιες, πιο σκούρες απ’ τις υπόλοιπες, ανεβαίνουν ως το χείλος της δεξαμενής, και καταδύονται πάλι στα βάθη της. Σε μια γωνιά στο δωμάτιο βρισκόμαστε η μαμά μου, η γιαγιά μου κι εγώ, απέναντί μας βλέπουμε την πόρτα της εξόδου. Το ταβάνι είναι ανοιχτό και μπορείς στον ουρανό να διακρίνεις εικόνες απ’ την οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Μέσα στην δεξαμενή βρίσκεται η κόλαση, κι ο μαύρος καπνός είναι ο Σατανάς που προσπαθεί ν’ αρπάξει τις αμαρτωλές ψυχές. Εγώ είμαι έξι ή επτά χρονών, κολλημένη στο φουστάνι της μαμάς μου. Απομακρυνόμαστε απ’ την γωνιά μας και κατευθυνόμαστε προς την πόρτα, περνάμε ξυστά απ’ την άκρη της δεξαμενής και οι μαύρες σκιές με αρπάζουν. Με στριφογυρίζουν στον αέρα κι είναι έτοιμες να με καταπιούν. Εκείνη την ώρα ο μπαμπάς μου ανοίγει την πόρτα με βία, τρέχει και με πιάνει όπως αιωρούμαι και με τραβάει μακριά απ’ την δεξαμενή. Πέφτουμε κι οι δύο στο μωσαϊκό και προσπαθώ να πάρω ανάσα, να συνέλθω, να καταλάβω τί έχει συμβεί, αφού για όση ώρα με κρατούσαν οι σκιές ήμουν δαιμονισμένη. Μόλις λίγο συνέρχομαι βλέπω την μαμά μου να μαζεύει τα πράγματά της σε μια μικρή καφέ βαλίτσα. Κρατάει ένα πορτοκαλί πουλόβερ και προσπαθεί να το διπλώσει πάνω στο στήθος της. Ο μπαμπάς μου την ρωτάει τί κάνει κι εκείνη απαντάει «Φεύγω [γιατί αυτή είναι κακιά]». Ξέρω ότι είμαι κακιά και η ψυχή μου πρέπει να πάει στην κόλαση. Ο μπαμπάς μου της εξηγεί ότι δεν φταίω εγώ, ότι ο Δαίμονας προσπαθεί να κλέψει τις παιδικές ψυχές, αλλά εκείνη δεν ακούει. Μαζεύει τα πράγματά της και οι σκιές μέσα στην δεξαμενή κινούνται απειλητικά προς το μέρος μου πάλι.

Συνέχεια