Category: Πολιτική


ΑΡΧΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 1 

Το δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα είναι αναφαίρετο. Η πληροφόρηση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα ή μέσο προπαγάνδας. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: 

α. Να θεωρεί πρώτιστο καθήκον του προς την κοινωνία και τον εαυτό του τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας. 

β. Να θεωρεί προσβολή για την κοινωνία και πράξη μειωτική για τον εαυτό του τη διαστρέβλωση, την απόκρυψη, την αλλοίωση ή την πλαστογράφηση των πραγματικών περιστατικών. 

γ. Να σέβεται και να τηρεί το διακριτό της είδησης, του σχολίου και του διαφημιστικού μηνύματος, την αναγκαία αντιστοιχία τίτλου και κειμένου και την ακριβή χρησιμοποίηση φωτογραφιών, εικόνων, γραφικών απεικονίσεων ή άλλων παραστάσεων. 

δ. Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του. 

ε. Να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης και με επίγνωση των συνεπειών, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει. 

στ. Να επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή, με ανάλογη παρουσίαση και ενδεδειγμένο τονισμό, ανακριβείς πληροφορίες και ψευδείς ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου και του πολίτη και να δημοσιεύει ή να μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου.

 

Για να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους (όσο γίνεται, αν γίνεται). Όταν πέρυσι έσκασε η υπόθεση με τον κύριο Σακελλαρίδη και τα ζαρζαβατικά, εγώ προσωπικά χειροκρότησα την αρχική του στάση, να μην σχολιάσει τα δημοσιεύματα, και την μετέπειτα ανακοίνωσή του, όπου, χωρίς να απολογηθεί ή να εξηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, δήλωσε πως δεν εκβιάζεται. Ο κύριος Σακελλαρίδης δεν χρώσταγε σε κανέναν ούτε συγνώμη, ούτε επεξήγηση, και πολύ ορθά περιφρόνησε τους εκβιαστές, οι οποίοι με όπλο ένα βίντεο, προϊόν δόλιας υποκλοπής, προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά του χτυπώντας την ιδιωτική του ζωή. Η δική μου γνώμη, αλλά αναγνωρίζω την υποκειμενικότητά της, είναι ότι επί αυτού του ζητήματος, ο Σακελλαρίδης είχε δικαίωμα να μην απαντήσει, ακόμα κι αν ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας. Δεν αφορά κανέναν. Δεν είναι υποχρεωμένος να συρθεί στον δημοσιογραφικό απόπατο κανενός Τριανταφυλλόπουλου προς τέρψιν ενός αδηφάγου κοινού. Τελεία. Ας σημειωθεί εδώ προς αποφυγή σχολίων περί ασυνέπειας, ότι εγώ δεν είμαι δημοσιογράφος. Επέλεξα να μην είμαι δημοσιογράφος, και δεν δημοσιολογώ ως δημοσιογράφος. Κρίνω ως πολίτης, ωστόσο με επίγνωση και γνώση (και ακαδημαϊκή και πρότερη εργασιακή) της σημασίας του λειτουργήματος. Η παράπλευρη συζήτηση περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια. Αλλά σημαντική λεπτομέρεια.

Σπιντάρισμα στο σήμερα, και πάμε στο φλέγον και τσουρουφλίζον ζήτημα που προέκυψε την Δευτέρα του Πάσχα με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο λόγος για τον οποίο αντιπαραβάλω τις δυο υποθέσεις δεν είναι για να πείσω κανέναν ότι είμαι αντικειμενικός και ουδέτερος κριτής. Δεν είμαι. Αντιπαθώ την ΠτΒ σαν πέτρα χολής, και δεν το έκρυψα ποτέ. Καταβάλω όμως συνειδητά τεράστια προσπάθεια για να είμαι ακριβοδίκαιη, και δεν επιτρέπω στην αντιπάθειά μου να καθορίσει την ουσία της κριτικής μου (αν και συχνά την αφήνω ανεξέλεγκτη ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιώ). Την παραπάνω εισαγωγή την έκανα για να αποδείξω, ότι υπάρχουν ζητήματα για τα οποία κάποιος δικαιούται να μην μιλήσει, και μάλιστα η αξιοπρέπειά του δεν θίγεται σε τίποτα από την άρνησή του να βουτηχτεί στην χαβούζα. Το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά τα θέματα. Δεδομένου ότι σε αυτή την ιστορία η Κωνσταντοπούλου έχει εμπλακεί με την θεσμική της ιδιότητα (ακόμα κι αν την έχουν εμπλέξει εντελώς εν αγνοία της, και χωρίς η ίδια να ευθύνεται ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι) η υπεράσπιση όχι του ατόμου, αλλά της θέσης της είναι απολύτως απαραίτητη, και είναι απολύτως επιβεβλημένο να ξεκαθαρίσει η ίδια τα πράγματα, ύστερα από την έκταση που έχουν λάβει. Το χρωστάει στον θεσμικό της ρόλο, και σε κανέναν άλλο, να διαψεύσει και να προβεί αν είναι απαραίτητο στις κατάλληλες νομικές ενέργειες για να αποκαταστήσει όχι το όνομά της, αλλά το πρόσωπο της Προέδρου της Βουλής που θίγεται (εφόσον την κατηγορούν ότι επικαλέστηκε την ιδιότητά της αυτή, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν το έκανε). Αντί όμως η ΠτΒ να πράξει τα δέοντα, και απολύτως αναμενόμενα, μιάμιση μέρα και κάτι μετά, συνεχίζει να σιωπά, επιτρέποντας κάθε λογής εικασίες να κόβουν βόλτες στα social και τα παραδοσιακά media. Ίσως ο λόγος να είναι όντως η «λεπτότητα του χαρακτήρα της, το ήθος και η ευγένειά της», που επικαλείται η Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Αιδηψού. Εγώ θα σας πω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η, σε κάθε άλλη περίπτωση ελάχιστα λεπτότροπη κι ευγενής Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν απαντά στις κατηγορίες. Βρήκε όμως την λάθος ώρα να εκδηλώσει την λεπτότητα και την ευγένειά της γιατί αυτή τη στιγμή αυτό που οφείλει να κάνει είναι να απαντήσει άμεσα και με σαφήνεια, ώστε να πάψουν να γεννιούνται σενάρια και να κλείσει αυτό το ζήτημα είτε με δική της απολογία, είτε με απολογία των «συκοφαντών». Συνέχεια

Advertisements

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

Συνέχεια

Στη γειτονιά μου. Ίσως γείτονάς μου. Μπορεί με τη μάνα του να έχουμε ψωνίσει μαζί δίπλα-δίπλα στη λαϊκή. Το αυτό και για τους θύτες. Μπορεί την άλλη μέρα ν’ αγόρασα ψωμί πριν ή μετά τον μαχαιροβγάλτη στον ίδιο φούρνο. Σίγουρα έχω περπατήσει χιλιάδες φορές τον δρόμο όπου τον χτύπησαν. Τί κάνεις όταν το σκουλήκι γυρνά και σέρνεται έξω από την πόρτα σου; Καταλαβαίνεις τότε τη σοβαρότητα των πραγμάτων; Πρέπει να φτάσει στην πόρτα σου για να καταλάβεις;

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, 3:58 π.μ.

© rena lykou (18/9/13 21:26  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

© rena lykou (18/9/13 21:26 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι) Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Παύλος Φύσσας

Πριν από ένα χρόνο και κάτι με χτύπησε μια φριχτή συνειδητοποίηση. Ένας νεαρός οικογενειακός φίλος και γείτονας, ένα καλό παιδί και ήσυχο, ένα μικρό παλικαράκι –ας τον πούμε Σ.– εικοσικάτι χρονών με πλησίασε κι άρχισε να μου πλέκει το εγκώμιο της Χρυσής Αυγής. Πολύ διακριτικά, με δικαιολογίες περισσότερο και όχι με άμεσο θαυμασμό (που υπέβοσκε όμως), διερευνητικά ακόμα και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό θα έλεγα. Η άμεση, σαφής και αμετάκλητη αντίδραση μου δεν φάνηκε να πιάνει τόπο. Ακόμα κι όταν του απέδειξα με στοιχεία (βλ. εδώ) ότι η ιστορία που του είχε πουλήσει η μαύρη συμμορία για τον ηρωισμό και τον αλτρουισμό των μελών της ήταν παραμύθα, και παρά το ότι το παραδέχτηκε και ο ίδιος για το συγκεκριμένο περιστατικό (δεν άφησα άλλωστε και περιθώρια), δεν άλλαξε απόψεις. Τις σπάνιες φορές που τον συνάντησα έκτοτε είδα ότι η συμπάθειά του (στην καλύτερη περίπτωση) έχει εδραιωθεί για τα καλά, και ίσως χωρίς επιστροφή. Κατάλαβα τότε πιο ξεκάθαρα από ποτέ ότι διαρκώς πλησιάζει το αιμοβόρο αυτό κτήνος του φασισμού. Κάθε φορά που γυρνάμε το κεφάλι μας με τρόμο για να κοιτάξουμε πάνω απ’ τον ώμο μας ενώ τρέχουμε να ξεφύγουμε είναι ένα βήμα πιο κοντά μας. Σχεδόν τόσο αμετάκλητα όσο το σούρουπο προοιωνίζει τη νύχτα. Όλο σκοτεινιάζει.

© rena lykou (18/9/13 21:30  Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

© rena lykou (18/9/13 21:30 Παναγή Τσαλδάρη 60, Κερατσίνι)

Συνέχεια

Αυτή η παράξενη εποχή μας κουβαλάει πολύ πόνο, και μάς τον σερβίρει καθημερινά με τη μορφή τραγικών ειδήσεων και ακόμα πιο τραγικών γεγονότων (δεν ταυτίζονται απαραίτητα αυτά τα δυο). Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποστασιοποιηθεί κανείς από την επικαιρότητα, λες κι η πραγματικότητα έρχεται και μας ξεθάβει όπου κι αν έχουμε καταφέρει να βρούμε καταφύγιο· μας προστάζει να την κοιτάξουμε κατάματα, κι ας καταβάλαμε αγωνιώδεις προσπάθειες για να μπορέσουμε να κάνουμε τα στραβά μάτια, να αγνοήσουμε αυτό που συμβαίνει εδώ μπροστά μας και να επιδιώξουμε μια στοιχειώδη αυτοπροστασία μέσω της αποστασιοποίησης. Μα το χειρότερο δεν είναι αυτό. Αυτό άλλωστε και αναμενόμενο είναι και απαραίτητο αν δεν θέλουμε να μεταμορφωθούμε σε εγωκεντρικά, άνευρα ζόμπι. Όχι, το χειρότερο είναι πως στην επαύριο κάθε τραγικού περιστατικού θυμάσαι για άλλη μια φορά γιατί επέλεξες να αποστασιοποιηθείς και να απέχεις. Και ο λόγος είναι πρωτίστως και κύρια οι καπηλευτές: αυτό το  ανθρώπινο υποείδος που παραμονεύει σαν κοράκι πίσω από ψηφιακά ασθενοφόρα έτοιμο να εκμεταλλευτεί προς όφελός του οποιοδήποτε συμβάν· να του φορέσει πολιτικό καπέλο και να το ενσωματώσει στο προσωπικό/πολιτικό/ιδεολογικό/κομματικό του αφήγημα, χωρίς αιδώ, χωρίς τσίπα, μα κυρίως χωρίς ενδιαφέρον, αγάπη και πάθος για οτιδήποτε άλλο πέρα από την προσωπική/πολιτική/ιδεολογική/κομματική του ατζέντα.

Πώς θα αναγνωρίσετε το κοράκι; Εύκολα. Θα τον δείτε να μιλάει για τον πρωταγωνιστή του δράματος σαν να μιλάει εκ μέρους του. Θα χρησιμοποιήσει δίχως να ντραπεί το μικρό του όνομα, θα το πάρει και θα το κάνει πλακάτ, πανό, σημαία. Θα το σύρει μέσα στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιώντας μια ψευτοσυναισθηματική προσέγγιση άκαιρη και άτοπη, χωρίς συναίσθηση και χωρίς προσωπική εμπλοκή Θα το λερώσει με τις μπογιές που χρωματίζουν την δική του άποψη. Με ψεύτικα δάκρυα θα φωνάξει για τον Θανάση, την μικρή Μυρτώ, τον Δημήτρη, τον Μανώλη, την Αγγελική· για τον αδικοχαμένο Αλέξη (και σκασίλα του μεγάλη που το όνομα του παιδιού ήταν Αλέξανδρος, καλύτερα ας τον πει Αλέξη: είναι πιο σύντομο κι αφήνει χώρο και χρόνο για το επαναστατικό/αντιδραστικό τσιτάτο που αληθινά τον ενδιαφέρει να διατυπώσει). Αν η δυστυχία που βρήκε τον συνάνθρωπό του είναι αποτέλεσμα ατυχήματος, εγκληματικής πράξης, αυτοκτονίας, δολοφονίας, μαλακίας, λίγο τον νοιάζει. Ελάχιστα εώς καθόλου άλλωστε τον ενδιαφέρουν κι οι επιμέρους λεπτομέρειες.  Απολύτως καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να εξετάσει ποια ήταν η ψυχοσύνθεση του θύματος, και αν υπάρχουν στοιχεία που πραγματικά τον νομιμοποιούν για να κάνει την δυστυχία του άλλου μέρος της καμπάνιας του. Θα του φορτώσει αντί για οβολό στο στόμα για το κατευόδιο, μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο όνομά του. Τα κοράκια τα σιχαίνομαι όσο τίποτε άλλο. Απεχθάνομαι τον άνθρωπο που θα βάλει στο στόμα του το όνομα του νεκρού, του πληγωμένου, του ανθρώπου που δεν μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στις σκέψεις και τις προθέσεις που του αποδίδουν.

Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται αυτό το γελοίο πανηγύρι χάνω λίγο ακόμα την πίστη μου στον άνθρωπο. Κάθε φορά απορώ το ίδιο με την αναισθησία των άλλων, ακόμα περισσότερο, με το κοινό που παρακολουθεί, ολοένα και πιο αναίσθητο απέναντι σε πράγματα που θα έπρεπε να είναι σχεδόν ενστικτώδη. Ο σεβασμός απέναντι στον νεκρό, η προστασία γι’ αυτούς που πενθούν είναι αξίες πανάρχαιες και θα νόμιζε κανείς έμφυτες στο ανθρώπινο γένος. Πώς γίναμε όλοι τόσο κυνικοί; Πώς χάθηκε τόσο εύκολα το κέντρο εστίασης και βλέπουμε τα σωστά στραβά, και τα στραβά διπλά, κι όλα μαζί μια απροσδιόριστη θολούρα; Είδα πολύ κόσμο εχθές που θεώρησε πως κάθε αναφορά στο θέμα των ελεγκτών εισιτηρίων, και κάθε υπεράσπιση της ανάγκης ύπαρξης ελεγκτή (προσοχή, δεν μιλώ για τον συγκεκριμένο που προκάλεσε το περιστατικό και που η σχετική έρευνα των μαρτυριών και των στοιχείων θα δείξει αν υπερέβη τα καθήκοντά του) ήταν προσβολή απέναντι στον νεκρό. Πλήρης διαστρέβλωση της έννοιας του δημοσίου διαλόγου, ο οποίος καλώς ή κακώς τροφοδοτείται από τα στοιχεία της επικαιρότητας. Κάθε περιστατικό προσφέρεται για συζήτηση, όσο τραγικό κι αν είναι. Κανείς δεν θίγεται και η κοινή γνώμη δεν μπορεί να κρατήσει τριών εικοσιτετραώρων σιγή γιατί καλώς ή κακώς η ζωή των ζωντανών συνεχίζεται. Η γενίκευση που οφείλει να προκύπτει  μέσα από τον δημόσιο διάλογο εξασφαλίζει τον σεβασμό στον νεκρό. Για μας, τους ξένους αρκεί να ξέρουμε πως ήταν ένα αγόρι δεκαοκτώ χρονών. Και τα στοιχεία του αστυνομικού δελτίου. Αρκούν αυτά για να διαμορφώσουμε και να διατυπώσουμε άποψη για το περιστατικό.

Αντίθετα, αυτές οι φοβερές περιπτώσεις —ολοένα και πιο συχνές—, που αντί να δικαιώνεται ο νεκρός ή ν’ αφήνεται στην ησυχία του τέλος πάντων, σκυλεύεται τ’ όνομά του μέσα από την ψεύτικη αγάπη των στρατευμένων μοιρολογίστρων, μου προκαλούν βαθιά θλίψη και μια φοβερή αναγούλα. Πώς γίνεται να ζεις μέσα στον δημόσιο χώρο και μην καταλαβαίνεις ότι το μικρό όνομα κάποιου είναι κάτι το ιερό; Είναι ένα όνομα που χρησιμοποιούν οι φίλοι, οι οικείοι, οι αγαπημένοι· έστω κάποιοι ορκισμένοι, αληθινοί εχθροί: οι άνθρωποι που έζησαν με κάποιον, που ο ίδιος τους έδωσε με ρητή συναίνεση το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τ’ όνομά του. Εσένα κύριε επαναστάτη της πορδής, πολιτευτή της συμφοράς και τραμπούκε της λύσσας, ποιος σου επέτρεψε πρόσβαση στο αγαπημένο όνομα ενός προσφιλούς νεκρού; Προσφιλής για άλλους, το ξεκαθαρίζω, γιατί ο καπηλευτής δεν θα μπορούσε να νοιαστεί λιγότερο για την προθανάτια ύπαρξη του «Θανάση». Του Θανάση που κάποια μάνα νανούρισε στον κόρφο της πριν από δεκαεννιά χρόνια, και κάποιος φίλος τον φώναξε «Φτου!», κερδίζοντας στο κρυφτό ένα παιδικό βράδυ, και ο δάσκαλος τον επανέφερε στην τάξη μετά από κάποια σκανδαλιά, και ίσως κάποια κοπελίτσα να περίμενε στο τέρμα αυτής της διαδρομής του τρόλεϊ που ποτέ δεν έφτασε στον προορισμό του. Πώς τολμάς αυτό το αγαπημένο σε άλλους όνομα εσύ να το κάνεις σημαία της πολιτικής σου προπαγάνδας; Πώς τολμάς να το βάζεις και στο δικό μου στόμα —στο δικό μου γραπτό— που δεν έχω καμιά δουλειά να το λέω και να το γράφω, που δεν δικαιούμαι να το χρησιμοποιώ την ώρα που κάποιοι τον ξενυχτάνε με πόνο ψυχής που ποτέ δεν θα σβήσει;

Πολλά είπα όμως, και υπέρ του δέοντος διδακτικά. Μα θα πρέπει να καταλάβει κανείς ότι ο δημόσιος λόγος έχει κανόνες, όπου κι αν αυτός διατυπώνεται,  και πως η χρήση του μας χαρακτηρίζει και μας κατηγοριοποιεί. Δεκαεννιάχρονος λοιπόν. Αυτό είναι το πιο σωστό για όλους. Εμείς λυπόμαστε στιγμιαία για ένα νέο παιδί που έχασε τη ζωή του τόσο χαζά και τόσο άδικα. Αφήστε τον Θανάση να τον κλάψουν αυτοί που πραγματικά τους σκίζεται η καρδιά στα δυο αυτοί που θα ζουν για πάντα με την έλλειψή του —δικαιούνται αυτή την αποκλειστικότητα.

Πριν από μερικές ημέρες κάθισα με τους φίλους που με φιλοξενούν στο σαλόνι τους για τσάι και τηλεόραση (η συμπάθεια είναι δεδομένη). Βάλαμε να δούμε σε catch-up (δηλαδή περιεχόμενο που έχει ήδη προβληθεί στην τηλεόραση, και είναι διαθέσιμο μέσω Ίντερνετ) ένα καινούριο σήριαλ, με τίτλο «Up The Women». Πρόκειται για ένα sitcom που αναφέρεται στην περίοδο της ανόδου του φεμινιστικού κινήματος στην Βρετανία, και εξελίσσεται σε ένα κλειστό δωμάτιο όπου μια παρέα γυναικών προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή την καινούρια πραγματικότητα με συγκρουσιακό και κωμικά απρόβλεπτο τρόπο. Είδαμε τα δυο πρώτα επεισόδια, και ύστερα ρίξαμε μια ματιά για να δούμε πότε προβάλλεται το τρίτο. Αυτό που είδαμε είναι ότι το τρίτο επεισόδιο ήταν και το τελευταίο της σεζόν. Όχι γιατί η σειρά δεν πήγε καλά και την έκοψαν, αλλά γιατί αυτό είχε προγραμματιστεί εξ αρχής. Εν ολίγοις: μια δημιουργική ομάδα είχε μια ιδέα για τρία επεισόδια κωμωδίας γεμάτα wannabe σουφραζέτες, cupcakes και κουβεντούλα. Και η δημόσια τηλεόραση το πραγματοποίησε. Και ήταν καλό. Και δεν χρειάστηκε κανείς να το τραβήξει απ’ τα μαλλιά με όρους μάρκετινγκ, απλά και μόνο για να «πουλήσει». Το πρόγραμμα αυτό μάλλον δεν θα είχε προβληθεί από το ITV, ή το Channel4. Δημιουργήθηκε και πραγματοποιήθηκε γιατί υπάρχει το BBC.

Το χθεσινό ουρανοκατέβατο με την ΕΡΤ είναι ένα δράμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Απεχθάνομαι το επίπεδο της συζήτησης, σιχαίνομαι τους όρους με τους οποίους διεξάγεται. Χαιρέκακη απόλαυση, υστερική κλαψωδία, επαναστατική παλινόρθωση. Αυτά βλέπεις σε πρώτη ανάγνωση, και μια απεγνωσμένη ανάγκη ο ένας να φάει τις σάρκες του αλλουνού με την παραμικρή αφορμή. Και αυτή δεν ήταν καν «παραμικρή». Αυτό που δεν βλέπω πουθενά είναι μια πραγματική συζήτηση για το τί θα έπρεπε να είναι η δημόσια ραδιοτηλεόραση, και γιατί αξίζει κανείς να την διεκδικήσει. Ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα του «να ρημάξουν όλα τώρα» και «να μην αλλάξει τίποτα και ποτέ» έχουν συνθλιβεί οι υψηλές έννοιες. Κανείς δεν απαντάει στο ερώτημα «γιατί πρέπει να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση», κατά πάσα πιθανότητα γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Τί περιμένουν αλήθεια αυτοί που ακόμα και την ύστατη στιγμή υπερασπίζονται την ΕΡΤ με όρους συνδικαλιστικής και κομματικής σκοπιμότητας; Η εστίαση του προβλήματος στα τέλη, ή στους προς απόλυση (αν όχι ήδη απολυμένους), ή στον Αιμίλιο Λιάτσο, ή στις απίθανες λεπτομέρειες που έχει εντοπίσει ο καθένας και τρώγεται (δικαίως ή αδίκως) μ’ αυτές, είναι άσκοπη και επιζήμια. Ο διάλογος πάνω σ’ αυτό το ζήτημα πρέπει να κινηθεί αποκλειστικά και μόνο πάνω σε δυο άξονες, για να είναι έστω και οριακά χρήσιμος: α. την νομιμότητα ή μη της απόφασης της Κυβέρνησης (και του τρόπου εκτέλεσης της απόφασης αυτής) και β. στο ποια είναι η χρησιμότητα (η ανάγκη στην πραγματικότητα) της ύπαρξης της ΕΡΤ. Με το πρώτο θέμα δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ, καθότι δεν έχω νομικές γνώσεις και ό,τι κι αν πω θα είναι απλά σπέκουλα. Για το δεύτερο θέμα όμως θα απαντήσω παρακάτω μιλώντας όχι για την ΕΡΤ, αλλά για το Βρετανικό BBC. Μιλώντας για την δημόσια ραδιοτηλεόραση όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι. Και όπως όφειλε η κυβέρνηση να μεριμνήσει να γίνει άμεσα και με διαφάνεια, αντί να προβαίνει σε υποσχέσεις μιας αόριστης επανασύστασης που μέχρι και τα νεογέννητα ελληνόπουλα γνωρίζουν –διαισθητικά ή μιλάει το DNA– ότι θα αποτελέσει φεστιβάλ ψηφοθηρικών πρακτικών. Μην παρεξηγηθούμε. Είμαι μεγάλη φαν της εξυγίανσης, και λατρεύω την ιδέα των απολύσεων. Να απολυθούν όλοι οι άχρηστοι, τεμπελχανάδες, χαραμοφάηδες, διορισμένοι από την κλειδαρότρυπα. Να πάνε σπίτια τους –άμεσα. Ταυτόχρονα να εξαφανιστεί κάθε γελοία, αποτυχημένη απομίμηση της ιδιωτικής τηλεόρασης και να τεθούν ποιοτικά στάνταρ στο πρόγραμμα. Να διαφυλαχθεί με όλους τους δυνατούς τρόπους το πολύτιμο οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ, που αποτελεί εθνικό πλούτο και δημόσιο αγαθό. Να γίνει η Δημόσια Τηλεόραση αυτό που μπορεί να είναι.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ουσιαστικά μια ανθολογία και σύνθεση μεταφρασμένων αποσπασμάτων από δημόσιες ανακοινώσεις του BBC. Τα στοιχεία είναι περίπου μιας δεκαετίας, και γι’ αυτό κατά πάσα πιθανότητα αρκετά απ’ τα γραφόμενα έχουν αλλάξει. Ωστόσο τα όσα περιγράφονται για την νοοτροπία και την κουλτούρα της Δημόσιας Τηλεόρασης στην Βρετανία δεν έχουν αλλάξει, και είμαι σε θέση να το βεβαιώσω. Θεωρώ ότι σε μια στιγμή φοβερής έντασης και λυσσασμένης αντίδρασης είναι καλό και χρήσιμο να αφήσουμε λίγο τα πάθη και να εξετάσουμε ένα παράδειγμα που μας παρέχει και επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε σε σωστή βάση μια διεκδίκηση, και την έμπνευση να το κάνουμε. Έχοντας πει όλα τα παραπάνω, θέλω να προσθέσω σαν υποσημείωση ότι βασικά έχω στεναχωρηθεί. Έχω στεναχωρηθεί που τίποτα απ’ όσα έχουμε δεν είναι αυτό που θα μπορούσε. Και έχω στεναχωρηθεί ακόμα περισσότερο που δεν μπορούμε καν να το αντιληφθούμε.

  Συνέχεια

Είναι απολύτως δεδομένο, πιστεύω σε όλους, ότι ζούμε σε μια χώρα με ιδιαιτερότητες, πολλές –πάρα πολλές– από τις οποίες τις βρίσκουμε μπροστά μας σε καθημερινή βάση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και πολλές από τις οποίες τις πληρώνουμε αυτή τη στιγμή με τη μορφή της οικονομικής και ηθικής κατάρρευσης που βιώνουμε καθημερινά. Δεν θέλω να πω αυτά που σκέφτομαι υπό συνθήκες θυμού (ότι είμαστε μια μαλακισμένη κωλοχώρα που δεν θα γίνει ποτέ οργανωμένο κράτος και θα έπρεπε κανονικά να μας πετάξουν όχι μόνο έξω απ’ την Ευρώπη, αλλά κι έξω απ’ ολόκληρο τον πλανήτη αν γίνεται) αλλά να κουβεντιάσω ένα αποψινό παράδειγμα που επιβεβαιώνει την καραμανλική ρήση (του θείου, έτσι) ότι η χώρα αυτή ήταν, είναι και θα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο.

Πριν από μερικές ημέρες η τύχη αποφάσισε να σταματήσει να μου κρατάει μούτρα και το χαμόγελό της ήρθε με τη μορφή δυο προσκλήσεων για την τελευταία παράσταση του Σίλα Σεραφείμ, «Οδηγίες Κρίσης», στο Badminton Backstage, που τυγχάνει να βρίσκεται κάπου στην Κατεχάκη. Καθότι διαμένω στο εξωτικό Κερατσίνι, η μετακίνηση είναι σχετικά περίπλοκη, ιδίως αν η επιστροφή πρόκειται να καθυστερήσει, όπως σ’ αυτή την περίπτωση (η παράσταση άρχιζε στην 21.30 και είχε διάρκεια δυο ωρών). Ζήτησα λοιπόν πολύ ευγενικά (ευγενικά, είπα!) από την μαμά μου να ταλαιπωρηθεί εκείνη στη δουλειά της για να έχω εγώ στη διάθεσή μου το αυτοκίνητο και να μπορέσω να πάω και να γυρίσω χωρίς να αγχωθώ. Κούνια που με κούναγε. Καθότι τυγχάνω ιδιαιτέρως ευσυνείδητο άτομο και με στρεσάρει η προοπτική της αργοπορίας ξεκίνησα στις 20.15 από το σπίτι μου, και κατά τις 20.30 περνώντας από τις γέφυρες της παραλιακής προς Συγγρού διάβασα αγαλλιάζοντας την σήμανση στην ειδική (και πολύ επικίνδυνη) φωτεινή επιγραφή: «Σύνταγμα μέσω Συγγρού 10’».  Στις 20.40 συνάντησα τον Παναγιώτη στη βάση της Συγγρού, και ξεκινήσαμε ν’ ανεβαίνουμε με σκοπό να βγούμε στην Βασιλέως Κωνσταντίνου κι από ‘κει Μεσογείων, κι από ‘κει Κατεχάκη και να φτάσουμε ωραία-ωραία και έγκαιρα στον προορισμό μας. Θα ‘θελα.

Απρόσμενα (αν και θα έπρεπε να το έχω ψυλλιαστεί από την ολοένα και αυξανόμενη κίνηση) στους Στύλους του Ολυμπίου Διός ένα μάτσο τροχονόμοι εξέτρεπαν το σύνολο της κίνησης προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Δεκαπέντε μέτρα παρακάτω, στη στροφή για Καλλιρρόης γινόταν –αναμενόμενα– το αδιαχώρητο, χωρίς ούτε μισό τροχονόμο να παροχετεύσει την κίνηση, καθώς το φανάρι για αριστερά άναβε για δωδεκάμισι δευτερόλεπτα κάθε τρία λεπτά δημιουργώντας ένα απερίγραπτο μπούκωμα, που γινόταν ακόμα χειρότερο δεδομένου ότι τα βόδια που έρχονταν απ’ την Καλλιρρόης δεν μπορούσαν ούτε να συλλογιστούν την πιθανότητα να χάσουν τριάμισι δεύτερα από τη ζωή τους για να παραχωρήσουν την απαιτούμενη και νόμιμη προτεραιότητα σε αυτούς που υποχρεωτικά και όχι από δικό τους λάθος ξέμεναν στις γραμμές του τραμ (νομίζω ότι υπάρχει μια απλή οδηγία του ΚΟΚ που λέει ότι όταν ο γαμώδρομος μπροστά σου είναι μποτιλιαρισμένος και ΔΕΝ έχεις πού να πας ΔΕΝ επιτρέπεται να προχωράς και να κλείνεις την δίοδο του κάθετου ρεύματος δεν πα’ να ‘χεις πράσινο τιρκουάζ).

Δεδομένου ότι εκείνη την ώρα βγήκε από μέσα μου ο λαχαναγορίτης (συν το ότι η κυράτσα με το ξασμένο μαλλί και την BMW μου μ’ έκλεισε πάνω στις ράγες του τραμ είχε νωρίτερα κοντέψει να προκαλέσει ατύχημα στη Συγγρού –και εννοείται ότι θα ξανάπεφτα πάνω της) δεν είμαι ιδιαίτερα υπερήφανη ούτε για τον τόνο της φωνής μου, ούτε για το λεξιλόγιο που χρησιμοποίησα. Ο Παναγιώτης συνέχισε να μου ζητά να σταματήσω να φωνάζω και να βρίζω, δεδομένου ότι ήταν ο μόνος που τ’ άκουγε, και ομολογουμένως δεν έφταιγε καθόλου, αλλά καταλαβαίνετε ότι κάτι τέτοιο μόνο να αυξήσει μπορούσε τον εκνευρισμό μου. Την ίδια στιγμή εγώ οδηγούσα τσούκου-τσούκου προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου ελπίζοντας ότι μόλις βγαίναμε από τη στενωσιά η κατάσταση θα βελτιωνόταν και θα μπορούσα επιτέλους να πορευτώ με μια οριακά σταθερή ταχύτητα αντί να γδέρνω τον δίσκο ταχυτήτων με πρώτη-δευτέρα (και αν). Εξυπακούεται ότι οι ελπίδες μου διαψεύσθηκαν. Ένα νέο σοκ μας περίμενε στην αρχή της λεωφόρου. Το δικό μας ρεύμα πήγαινε σημειωτόν, αλλά το αντίθετο ρεύμα ήταν ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ κλειστό. Γιόκ. Απαγορεύεται. ΚΛΕΙ-ΣΤΟ. Στην εκατοστή παραίνεση του Παναγιώτη να σταματήσω να βρίζω γιατί «μόνο εκείνος μ’ ακούει κι εκείνος δεν φταίει τίποτα, μπλα, μπλα, μπλα», αποκρίθηκα «ΕΝΤΑΞΕΙ ΛΟΙΠΟΝ, Θ’ ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΝΑ Μ’ ΑΚΟΥΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΖΩ». Ανοίγοντας το παράθυρο συνειδητοποίησα ότι έξω λαμβάνει χώρα μια ιδιότυπη συναυλία από εξοργισμένα κορναρίσματα· δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά στη ζωή μου τέτοιο ήχο, ούτε σε πειραματική μουσική σκηνή, ούτε στο σινεμά, ούτε στον ύπνο μου ακόμα. Τα χριστοπαναγίδια υψώνονταν στον Αττικό ουρανό και πλημμύριζαν την Αθήνα σαν ένα τοξικό νέφος από κακή διάθεση και εναγώνιες κατάρες. Ελλάδα. Ελλάδα τώρα, σαν πάντα, όπως πριν, και μετά και αιώνια. Η χώρα της μηδενικής κοινωνικής ευθύνης. Η χώρα ενός γιγάντιου «ό,τι γουστάρω». Η χώρα που σ’ έχει μονίμως γραμμένο στα γεννητικά όργανα οποιουδήποτε έχει λίγο παραπάνω εξουσία από σένα. Εννιά η ώρα, Σάββατο βράδυ, ολόκληρο το Κέντρο κλειστό, χωρίς καμία απολύτως σήμανση, και καμιά προειδοποίηση. Γιατί αυτή είναι η Ελλάδα.

Συνέχεια

Η αποψινή βραδιά έτυχε ιδιαίτερης έντασης στα social media –δεν μπορώ να πω τί έγινε στον εκτός οθόνης κόσμο καθώς οι μόνοι αλαλαγμοί που άκουσα από τη γειτονιά μου ήταν προγενέστεροι και αφορούσαν σε γκολ του Ολυμπιακού. Η ηλεκτρονική όμως ένταση είχε να κάνει με την πρεμιέρα της εκπομπής Ευθέως του Κωνσταντίνου Μπογδάνου στον ΣΚΑΙ, και τον καλεσμένο αυτής της πρώτης εκπομπής, Νίκο Μιχαλολιάκο, αρχηγό του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή. Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά από αρκετά νωρίτερα μέσα στην ημέρα με κατά κύριο λόγο βιτριολικές προσεγγίσεις οι οποίες δεδομένων των συνθηκών δεν ήταν τη στιγμή που διατυπώθηκαν απαραιτήτως άτοπες, και εξηγούμαι:

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα φαινόμενο αντιδραστικό που δεν μπορεί να αφομοιωθεί κοινωνικά –παρά μόνο την έσχατη στιγμή και με καταστροφικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η κοινωνία δεν έχει καταφέρει να βρει τη μέθοδο να το αντιμετωπίσει σε κανένα απολύτως επίπεδο –από το θεσμικό του πράγματος μέχρι την εκ του σύνεγγυς συναναστροφή με ανθρώπους που γνωρίζουμε ή γνωρίζαμε από παλιά και ξαφνικά εκτοξεύουν προς πάσα κατεύθυνση αηδιαστικές αντιλήψεις στις οποίες συχνά δεν ξέρουμε πώς ν’ αντιδράσουμε με αποτέλεσμα να μένουμε παγωμένοι και να κοιτάμε όπως ο λαγός που τυφλώνεται από τα φώτα διερχόμενου ΙΧ, δευτερόλεπτα πριν καταλήξει αλοιφή στην άσφαλτο. Αν τόση δυσκολία υπάρχει σε προσωπικό επίπεδο καταλαβαίνετε πόσο πιο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο σε επίπεδο media, έναν χώρο όπου πρέπει διαρκώς να ισοσταθμίζεται το δημόσιο συμφέρον (ως προς την ενημέρωση) με το ιδιωτικό κέρδος (ως προς τον επιχειρηματία) όχι πάντα προς όφελος του πρώτου. Το θέμα είναι απλό: δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Να τους δώσουμε τηλεοπτικό χρόνο; Να μην τους δώσουμε; Να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν; Να προσπαθήσουμε να τους ξεμπροστιάσουμε; Και οι τηλεθεάσεις; Όλα δοκιμάστηκαν και όλα απέτυχαν παταγωδώς, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη Χρυσή Αυγή να σκαρφαλώνει στο 14% της πρόθεσης ψήφου και κατά τα φαινόμενα να μπαστακώνεται για τα καλά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και την Ελληνική συνείδηση.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα εν γένει είναι η εξής: η Χρυσή Αυγή έπρεπε μην έχει λάβει έγκριση από τον Άρειο Πάγο να συμμετέχει στις εκλογές του Μαΐου (όπως συνέβη με άλλα τέσσερα κόμματα που κατέθεσαν αίτηση ενώ για ένα ακόμα ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να συμμετέχει με το όνομα Τυραννοκτόνοι καθώς ο τίτλος του «καταδεικνύει πρόθεση αξιόποινης πράξης»). Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη το παιχνίδι ήταν χαμένο. Η τόσο απότομη εδραίωση της Χρυσής Αυγής στη ζωή μας με κοινοβουλευτικό έρεισμα έδωσε τέτοιο αέρα στη φασιστοσυμμορία που ήταν πια προφανές πως μπήκαμε σε μεγάλους, πολύ μεγάλους, μπελάδες από τους οποίους δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και κυρίως όχι αναίμακτα (φόρο αίματος έχουν ήδη πληρώσει κατά δεκάδες μετανάστες, και όχι μόνο, θύματα της ναζιστικής οργάνωσης). Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου και το τρομακτικό «Εγέρθητου», ο κόσμος των media μάλλον τα ‘χασε. Στις 9 Μαΐου εμφανίστηκαν στην εκπομπή Αυτοψία και τον Αντώνη Σρόιτερ οι άρτι εκλεγμένοι βουλευτές Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός. Ο Σρόιτερ ιδρώνοντας και τρέμοντας –δεδομένου ότι έπαιρνε τη συνέντευξη μέσα από το αρχηγείο της Χρυσής Αυγής με όλα όσα αυτό συνεπάγεται– κατάφερε να πάρει μια συνέντευξη που επιεικώς θα πω ότι την έβλεπαν κυρίες που ούτε στον ύπνο τους δεν θα ψήφιζαν Χρυσή Αυγή και έλεγαν: «Καλά τα λένε τα παιδιά μωρέ» (αληθινή ιστορία). Την Κυριακή 13 Μαΐου έρχεται η συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στους Πρωταγωνιστές και τον Σταύρο Θεοδωράκη για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί εξ ημών ψυχανεμιζόμασταν από καιρό: οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι, έχουν μέθοδο και ξέρουν να πουλάνε το προϊόν τους. Στην απαράδεκτη αυτή συνέντευξη ο Θεοδωράκης απέτυχε σε όλα τα σημεία. Την εκπομπή δεν έσωσαν ούτε οι σωστές τοποθετήσεις από τους Στέλιο Κούλογλου, Πέτρο Μάρκαρη και Διονύση Σαββόπουλο, καθότι έγιναν ανεξάρτητα και όχι σε διάλογο με την λεκτική επέλαση του Μιχαλολιάκου. Η αντίδρασή μου τη στιγμή που παρακολουθούσα την εκπομπή ήταν κατά γράμμα αυτή (όπως αναρτήθηκε στο FB): «Ο Μιχαλολιάκος είναι επικίνδυνος κυρίως γιατί δεν υπάρχει άξιος συνομιλητής να ξεσκεπάσει την επικινδυνότητά του. Ο Θεοδωράκης από φόβο ή ανικανότητα απλά τον χαϊδεύει και το αποτέλεσμα με τρομάζει».

Συνέχεια

Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

H Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος συνέλαβε 27χρονο ημεδαπό για κακόβουλη βλασφημία και καθύβριση θρησκευμάτων, μέσω του Facebook

Ο 27χρονος διαχειριζόταν σελίδα στο Facebook με βλάσφημο και υβριστικό περιεχόμενο για το Γέροντα Παΐσιο και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό

Ανακοίνωση της ΕΛΑΣ

Οποιοσδήποτε ψύχραιμος αναγνώστης και ελαφρώς εχέφρων άνθρωπος οφείλει να εξοργιστεί με την παραπάνω ανακοίνωση. Να εξοργιστεί είπα; Να βγει απ’ τα ρούχα του. Να του γυρίσει το μάτι. Να τα δει όλα κόκκινα που λένε οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες. Εγώ προσωπικά είμαι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο απ’ όταν έμαθα την είδηση (το Σάββατο το βράδυ). Και εξηγούμαι, όχι ίνα μη παρεξηγηθώ, πράγμα για το οποίο ελάχιστα με νοιάζει, όσο για να γίνω κατανοητή και να θέσω τις βάσεις της συζήτησης. Πάνε μήνες που έκανα Like στη σελίδα του Γέροντος Παστιτσίου, πολλοί μήνες πριν αρχίσει η διαδικτυακή καταιγίδα που οδήγησε στον καταποντισμό της σελίδας και τη σύλληψη του διαχειριστή της. Ο λόγος; Μου φάνηκε αστείο το κόνσεπτ, πάτησα Like και δεν ασχολήθηκα ενεργητικά με το θέμα. Στη σελίδα υπήρχε διαρκής αναπαραγωγή αστείων εικόνων που μπορεί κανείς να βρει στο Ίντερνετ με ελάχιστο κόπο, κάποιες –λίγες– τοποθετήσεις του διαχειριστή ως κριτική στο «έργο» του γέροντος Παϊσίου και πολύ, πάρα πολύ χαβαλέ από τα μέλη, και κυρίως από τους ενεργούς haters που σε καθημερινή βάση έμπαιναν για να ρίξουν αφορισμούς, καντήλια –ενίοτε και χριστοπαναγιές ως ευσεβείς θρησκευόμενοι– προς τους συμμετέχοντες στο τζέρτζελο. Μια εντελώς ψύχραιμη ματιά μπορεί να διαβεβαιώσει ότι ουσιαστική βλασφημία προς τα «θεία» δεν υπήρξε από την επίσημη σελίδα –η οποία φαντάζομαι δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για το περιεχόμενο που αναρτούν τα μέλη της. Φυσικά οφείλουμε να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο γέροντας Παΐσιος ΔΕΝ είναι άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επομένως η προσωπικότητά του δεν αποτελεί «θρησκευτικό θείο» το οποίο προσεβλήθη. Τα γράφω αυτά όχι για να πω πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν εύλογη η αντίδραση, αλλά ακριβώς για να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι δεν στοιχειοθετείται ουσιαστικά ούτε καν εκείνο το αδίκημα της βλασφημίας για το οποίο σύρανε τον 27χρονο Γέροντα στην Μπουζού. Η δραστηριότητα αυτή κράτησε καιρό, διασκεδάζοντας και ενίοτε συγχύζοντας τα πλήθη.

Και ύστερα ήρθε η τρολιά. Η σουπερφανταστική τρολιά του Παστίτσιου. Σε μια μοναδική στιγμή έμπνευσης ο διαχειριστής της σελίδας δημιούργησε μια πετυχημένη φάρσα που ξεγύμνωσε την ανοησία και την ασυναρτησία συγκεκριμένων εθνικοπαραληρημένων  μέσων τα οποία παρουσίασαν το φανταστικό «θαύμα» του γέροντος ως απολύτως αληθινό, αλαλάζοντας από ευσεβή καύλα –κι ας ήταν τόσο απλό το να διασταυρωθεί η ιστορία όσο το να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πληκτρολογήσεις δέκα αριθμούς. Και όταν η πηγή της ιστορίας αποκαλύφθηκε, αυτό, το μαζικό τους ρεζιλίκι και όχι η αγάπη προς τα θεία, ήταν που δημιούργησε το τσουνάμι μίσους που τελικά έριξε τη σελίδα και οδήγησε στην τραγικότητα που βιώνουμε σήμερα. Σφάλμα του Γέροντος, θα πείτε. Τράβηξε την προσοχή πάνω του, κι αυτό κάθε λογικός άνθρωπος θα επέλεγε να μην το κάνει αυτές τις πονηρές μέρες που διανύουμε.

Συνέχεια

Η πολύ κουραστική προηγούμενη εβδομάδα έληξε μ’ ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το Σάββατο, για να παρουσιάσω μια ανακοίνωση στο συνέδριο «Ψυχανάλυση, Κουλτούρα και Κοινωνία» που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο του Middlesex. Από το Γιόρκ ως το Λονδίνο η απόσταση είναι 340 χιλιόμετρα που το τρένο κάνει βολικά σε δυο ώρες. Για να είμαι στην ώρα μου για την εγγραφή ωστόσο έπρεπε να πάρω το τρένο των έξι, δηλαδή να ξυπνήσω απ’ τις πέντε το πρωί, μετά από μια βδομάδα που δεν κατάφερα να κάτσω ούτε στιγμή. Στο τρένο δυσκολεύομαι πάντα να κοιμηθώ, και η υπερένταση δεν βοηθάει· μολονότι το σήμα ήταν κακό κατάφερα να χαζέψω λιγάκι στο Facebook και να ρίξω μια ματιά στην επικαιρότητα της μέρας που ξεκινούσε (βοηθούσης και της διαφοράς δυο ωρών ανάμεσα στη Βρετανία και τη μικρή μεσογειακή μας πατρίδα). Διάβασα αρκετά νωρίς την είδηση του θανάτου της Ζωρζ Σαρρή. Είναι πια ένα γνωστό γεγονός. Και θα παρατηρήσατε ίσως πως όποιος αναφέρθηκε στο ζήτημα το έκανε αφηγούμενος την πρώτη του επαφή με κάποιο απ’ τα βιβλία της, στην παιδική του συνήθως ηλικία. Νομίζω αυτός είναι ο πιο αξιοπρεπής επίλογος για μια συγγραφέα, και γι’ αυτό θα κάνω κι εγώ το ίδιο.

Πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, στο γραφικό χωριό των Αγίων Δέκα, επισκεπτόμενη τον παππού μου, σ’ ένα πετρόχτιστο, σκοτεινό σπίτι που μύριζε υγρασία όπως όλα τα παλιά κερκυραίικα σπίτια, δροσερό ακόμα και το καλοκαίρι, τακτοποιημένο με επιμέλεια και φροντίδα αλλά πάνω απ’ όλα γεμάτο βιβλία. Ως γεμάτο βιβλία τουλάχιστον θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, κι ας μην είναι η βιβλιοθήκη του παππού μου εντυπωσιακή σαν τις βιβλιοθήκες ακαδημαϊκών και συγγραφέων που έμελε να γνωρίσω αργότερα στη ζωή μου. Δεν έχει σημασία. Ήταν για μένα, ένα παιδί λίγο ακοινώνητο και υπεροπτικό ένας φανταστικός κόσμος. Πριν κλείσω τα δώδεκα είχα διαβάσει στις καλοκαιρινές μου διακοπές τόσο ετερόκλητα πράγματα, απρεπή σχεδόν για ένα παιδί της ηλικίας μου: «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Άιρα Λέβιν, την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, την «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, την «Κυρία με τας Καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), την «Ανάσταση» του Τολστόι, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο» του Νίκου Κοεμτζή, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, επτά εγκυκλοπαιδικούς τόμους με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (με ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο που ήταν γεμάτος με ποιήματα του βουνού, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα), κάποιο απ’ όλα τα «Πέντε Λαγωνικά κι ο Σκύλος» της Ένιντ Μπλάιτον· ξεκίνησα πολλές φορές την «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω τις τριάντα σελίδες· μ’ έπιανε πάντα βαθιά κατάθλιψη και πάντα το παρατούσα στο ίδιο σχεδόν σημείο.

Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία τα διάβασα ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι σε επανάληψη. Δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία αυτή η επανάληψη, ήθελα μερικές ώρες για τα βιβλία μετρίου μεγέθους, μια μέρα το πολύ για τα πιο ογκώδη. Διάβαζα πάντα πολύ γρήγορα. Διάβαζα το πρωί όταν ξυπνούσα πριν κατέβω στο σαλόνι, το μεσημέρι ενώ όλοι κοιμούνταν, το απόγευμα την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, το βράδυ στο πλατύσκαλο κάτω απ’ τη λάμπα του δήμου (αυτό το τελευταίο είναι μάλλον συνυπεύθυνο για τα πατομπούκαλα που αναγκάστηκα να φορτωθώ στα δεκατρία μου και να κουβαλώ έκτοτε στη γέφυρα της μύτης μου). Όταν μεγάλωσα λίγο και η βιβλιοθήκη του παππού δεν επαρκούσε για να καλύψει τη λαιμαργία μου κάναμε πλιάτσικο στη βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ή στα βίπερ της ξαδέρφης της Μίκας. Υλικό βρισκόταν πάντα. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκε στο μικρό μας σπίτι μια τόσο ετερογενής συλλογή, τακτοποιημένη πλάι στα θρησκευτικά κείμενα που έπιαναν ολόκληρο το ένα ράφι, η Βίβλος, το ψαλτήρι, άπαντες οι εκκλησιαστικοί ύμνοι σε κοτσωμένα βιβλία κάθε μεγέθους. Κάποια είχαν ξεχαστεί εκεί απ’ την νονά μου, τα πιο παιδικά ίσως απ’ τον θείο μου, πάντως ο παππούς μου τα φύλαγε με ζήλο κι εγώ τα κατασπάραζα με πάθος για χρόνια.

Ξέρω ότι άλλο ξεκίνησα να λέω, και είμαι κιόλας δυο παραγράφους εκτός θέματος. Μα δεν ξέρω για πόσο μπορώ να διατηρώ τόσο καθαρές αναμνήσεις, τους τίτλους, τις μυρωδιές, την αφή της εποχής εκείνης γι’ αυτό θέλω να τα γράψω όλα όσο ακόμα τα θυμάμαι, με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς περιορισμό. Όμως θα επιστρέψω τώρα σ’ αυτό που κουβεντιάζαμε αρχικά. Μέσα στον λιγάκι παραμυθένιο αυτό κόσμο με τις άπειρες ξεφτισμένες σελίδες, που μύριζαν βιβλίο και χωριό, υπήρχε ένας χαρτόδετος τόμος, μεσαίου μεγέθους, με πολύ τριμμένο εξώφυλλο και τους σπάγκους απ’ το δέσιμο των σελίδων να ξεχωρίζουν στη ράχη του. Κόκκινο με μια ασπρόμαυρη φάσα στ’ αριστερά, ένα γεωμετρικό σχέδιο και μια μπάλα με τον ήλιο ζωγραφισμένο στην κορυφή της. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Δεν το είχε ο παππούς στο μεγάλο ράφι στο σαλόνι, αλλά πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, κάτω απ’ το κομοδίνο μαζί με άλλα χαρτόδετα. Το άνοιξα ένα απόγευμα. Το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Αμέσως ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, και όσο το φέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιο να μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο απ’ τις γρίλιες του παραθύρου, κάποιον να γκρινιάζει: «Αμάν, Εβίτα, βγες έξω επιτέλους, σταμάτα με τα βιβλία», τη σκόνη να χορεύει στον αέρα όπως έπεφτε πλάγια το φως, τις διαφανείς κουρτίνες. Το φως. Ήταν το «Όταν ο Ήλιος», της Ζωρζ Σαρρή την οποία από τότε ερωτεύτηκα αμετάκλητα και οριστικά.

Συνέχεια

Είμαι στην Αθήνα εδώ και δεκαπέντε ημέρες. Αυτό το μέρος δεν μοιάζει με την Αθήνα. Κατέβηκα από μια πολύ βροχερή Αγγλία για να εξασκήσω την εκλογική μου υποχρέωση, και γνώριζα ότι έρχομαι σε μια χώρα με ένα κλίμα ιδιαιτέρως τεταμένο. Και δεν αναφέρομαι στον καιρό. Αυτή η πόλη είναι ξένη. Πέρασα στην Αθήνα τα φοιτητικά μου χρόνια, και ήταν όμορφα χρόνια. Έχω περπατήσει στην Ομόνοια τέσσερις η ώρα το πρωί χωρίς ο παραμικρό άγχος. Έχω αλωνίσει όλο το κέντρο στις πιο απίθανες ώρες της μέρας και της νύχτας, με ή χωρίς παρέα. Ξέρω την πρωτεύουσα σαν την παλάμη του χεριού μου και την αγαπώ σαν κομμάτι μου. Μα αυτό το μέρος δεν μοιάζει με την Αθήνα. Πρώτη φορά στη ζωή μου εφέτος περπατώντας στην πόλη μου φοβήθηκα. Κράτησα την τσάντα μου σφιχτά, τάχυνα το βήμα μου, βιάστηκα να φτάσω στον προορισμό μου. Δεν υπήρξε καμιά φυσική απειλή προς το πρόσωπό μου, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, έστω και μόνο μέσα στο κεφάλι μου, και η αίσθηση που έχει καλλιεργηθεί μέσα απ’ την επικαιρότητα έκανε την δουλειά της καλύτερα απ’ όσο φανταζόμουν. Δυο το πρωί στην Φιλελλήνων με μεγάλη παρέα περιμέναμε το 040, και δεν με χωρούσε ο τόπος. Έχω σταθεί σ’ αυτή τη στάση πολλές φορές ξημερώματα ολομόναχη και δεν με πείραξε ποτέ. Είναι άραγε που μεγάλωσα και καταλαβαίνω τον κίνδυνο πιο ξεκάθαρα; Μήπως γέρασε αυτή η πόλη;

Συνέχεια