Category: Κριτική


Robin Williams3       Εχθές το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, δώδεκα παρά-δώδεκα, κι αυτό είναι κάτι σπάνιο. Ξύπνησα τρεισήμιση ώρες αργότερα από έναν εφιάλτη και τα διαολεμένα υδραυλικά του σπιτιού μου, που γυρεύουν φαίνεται να με οδηγήσουν στην παράνοια. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά κάτι με ενοχλούσε, κάτι σχεδόν αδιόρατο, όχι μεταφυσικής φύσεως, μάλλον οι σωλήνες που έτριζαν ήταν, έχει περάσει σε άλλο επίπεδο η φάση. Άνοιξα το FB κι έπεσα με τα μούτρα στην πιο δυσάρεστη είδηση που έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα φανταστεί ότι η μέρα μου θα ξεκινούσε με μια νεκρολογία για την παιδική μου ηλικία.

Ο θάνατος είναι κάτι πολύ σκληρό και πολύ οριστικό, και οι αντιδράσεις μας σ’ αυτόν είναι πάντα εγωιστικές. Όσο τρυφερά κι αν τις ντύσουμε με μελαγχολία, θλίψη και υποστήριξη αυτών που μένουν πίσω, δεν υπάρχει αλτρουιστικός τρόπος για να προσλάβεις τον θάνατο. Αυτό είναι ένας κανόνας με γενική ισχύ, αλλά γίνεται ακόμα πιο προφανής σε θανάτους διασήμων, ανθρώπων με τους οποίους δεν συνυπήρξαμε ποτέ στο χώρο, και δεν σχετιστήκαμε ποτέ μαζί τους σε κανένα διαπροσωπικό επίπεδο. Όταν λυπόμαστε για τον τάδε ή τον δείνα διάσημο εκλιπόντα, λυπόμαστε για κάτι πολύ προσωπικό. Και μας θλίβει η συνειδητοποίηση της δικής μας θνητότητας. Όσο πιο πολύ έχουμε δεθεί με το έργο κάποιου τόσο περισσότερο γεμίζουν μαύρο οι αναμνήσεις μας. Ένα δικό μας κομμάτι πεθαίνει μαζί τους, κι αυτό είναι που κλαίμε. Ένα από τα χιλιάδες R.I.P. στον Ρόμπιν Γουίλιαμς που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο ήταν το πρώτο ποστ που είδα στις τρεις και μισή το πρωί. Μου πήρε κλάσματα του δευτερολέπτου για να βγάλω νόημα. Άρχισα να ψάχνω έγκυρα ειδησιογραφικά πρακτορεία με μια αίσθηση του απίθανου. Δεν πήρε πάνω από μερικές στιγμές για να επιβεβαιώσω την πληροφορία. Συνήθως είμαι ιδιαίτερα μπλαζέ με τους θανάτους διασήμων, και δεδομένου ότι πιστεύω όλα όσα έγραψα παραπάνω, θεωρώ ότι η δημόσια εκδήλωση συναισθήματος σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις είναι μάλλον ποζεριά, γι’ αυτό και συνήθως επιλέγω να απέχω. Όμως σε αυτή την περίπτωση θα γίνω η εξαίρεση που θα επιβεβαιώσει απόλυτα τον κανόνα.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς ήταν ένα δραματικό σοκ. Μαζί του αυτοκτόνησαν δεκάδες χρυσά μεσημέρια μιας μικρής Εβίτας που ξαπλωμένη στα πορτοκαλί πλακάκια του σαλονιού, μαλλιοτραβιόταν με τον αδερφό της για τα διάσπαρτα παντού παιχνίδια, σερνόταν από καναπέ σε πολυθρόνα με το βιβλίο από την δημοτική βιβλιοθήκη και έπαιζε ώρες ατελείωτες Tetris στο φτηνό ηλεκτρονικό που η μαμά της είχε χαρίσει στον Δώρη (μόνο για να το ιδιοποιηθούμε λίγο καιρό αργότερα, γιατί ο θείος δεν το αγαπούσε όσο εγώ, και επίσης με σφαλιάριζε κάθε τρεις και λίγο στο κεφάλι, οπότε ήταν λογικό να παίρνω τα πράγματά του χωρίς καμία τύψη). Αυτοκτόνησαν και τα χειμωνιάτικα απογεύματα, τότε που μέτραγα τις μέρες για τα Χριστούγεννα χωρίς την βοήθεια τζαμποσακούλας, και προσπαθούσα να χωρέσω όλο το σύμπαν στον ελεύθερο χρόνο μου (και ν’ αφήσω απ’ έξω κάθε είδους σχολική εργασία). Αυτοκτόνησαν και τα βράδια του Σαββάτου, που το MEGA έπαιζε «ταινία», καμιά φορά και το Star, αλλά θυμάστε εκείνα τα μισάωρα διαλείμματα για διαφημίσεις στο Star –ήταν μαρτύριο να παρακολουθεί κανείς οτιδήποτε στα mid-90s σ’ αυτό το κανάλι. Πόσο μακρινός και ξένος μοιάζει εκείνος ο καιρός που έπρεπε στ’ αλήθεια να περιμένεις την καινούρια ταινία. Να σηκωθείς, να ντυθείς, να πας στο βίντεοκλαμπ και να ελπίζεις ότι υπήρχαν αρκετές κόπιες για όλη τη γειτονιά, να πάρεις το κουτί με την βιντεοκασέτα και να γυρίσεις σπίτι, να φτιάξετε όλοι μαζί ποπκόρν, και να κλείσετε τα φώτα. Και να χαθείς μέσα στην εικόνα που κράταγε ακόμα μια αθώα μαγεία, γιατί στα δέκα σου όλα είναι δυνατά, ο κόσμος είναι ακόμα πολύ καινούριος και έχεις περισσότερες απογοητεύσεις μπροστά παρά πίσω σου. Δεν έχω πολύ οίστρο το ξέρω, δεν τα λέω ποιητικά όπως άλλοτε. Έχω χάσει τον ύπνο μου μ’ αυτά τα υδραυλικά, και δεν έχω καθόλου διάθεση. Δεν βοήθησαν τα σημερινά νέα. Συνέχεια

Η αποψινή βραδιά έτυχε ιδιαίτερης έντασης στα social media –δεν μπορώ να πω τί έγινε στον εκτός οθόνης κόσμο καθώς οι μόνοι αλαλαγμοί που άκουσα από τη γειτονιά μου ήταν προγενέστεροι και αφορούσαν σε γκολ του Ολυμπιακού. Η ηλεκτρονική όμως ένταση είχε να κάνει με την πρεμιέρα της εκπομπής Ευθέως του Κωνσταντίνου Μπογδάνου στον ΣΚΑΙ, και τον καλεσμένο αυτής της πρώτης εκπομπής, Νίκο Μιχαλολιάκο, αρχηγό του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή. Τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά από αρκετά νωρίτερα μέσα στην ημέρα με κατά κύριο λόγο βιτριολικές προσεγγίσεις οι οποίες δεδομένων των συνθηκών δεν ήταν τη στιγμή που διατυπώθηκαν απαραιτήτως άτοπες, και εξηγούμαι:

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα φαινόμενο αντιδραστικό που δεν μπορεί να αφομοιωθεί κοινωνικά –παρά μόνο την έσχατη στιγμή και με καταστροφικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο η κοινωνία δεν έχει καταφέρει να βρει τη μέθοδο να το αντιμετωπίσει σε κανένα απολύτως επίπεδο –από το θεσμικό του πράγματος μέχρι την εκ του σύνεγγυς συναναστροφή με ανθρώπους που γνωρίζουμε ή γνωρίζαμε από παλιά και ξαφνικά εκτοξεύουν προς πάσα κατεύθυνση αηδιαστικές αντιλήψεις στις οποίες συχνά δεν ξέρουμε πώς ν’ αντιδράσουμε με αποτέλεσμα να μένουμε παγωμένοι και να κοιτάμε όπως ο λαγός που τυφλώνεται από τα φώτα διερχόμενου ΙΧ, δευτερόλεπτα πριν καταλήξει αλοιφή στην άσφαλτο. Αν τόση δυσκολία υπάρχει σε προσωπικό επίπεδο καταλαβαίνετε πόσο πιο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο σε επίπεδο media, έναν χώρο όπου πρέπει διαρκώς να ισοσταθμίζεται το δημόσιο συμφέρον (ως προς την ενημέρωση) με το ιδιωτικό κέρδος (ως προς τον επιχειρηματία) όχι πάντα προς όφελος του πρώτου. Το θέμα είναι απλό: δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Να τους δώσουμε τηλεοπτικό χρόνο; Να μην τους δώσουμε; Να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν; Να προσπαθήσουμε να τους ξεμπροστιάσουμε; Και οι τηλεθεάσεις; Όλα δοκιμάστηκαν και όλα απέτυχαν παταγωδώς, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη Χρυσή Αυγή να σκαρφαλώνει στο 14% της πρόθεσης ψήφου και κατά τα φαινόμενα να μπαστακώνεται για τα καλά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και την Ελληνική συνείδηση.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα εν γένει είναι η εξής: η Χρυσή Αυγή έπρεπε μην έχει λάβει έγκριση από τον Άρειο Πάγο να συμμετέχει στις εκλογές του Μαΐου (όπως συνέβη με άλλα τέσσερα κόμματα που κατέθεσαν αίτηση ενώ για ένα ακόμα ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να συμμετέχει με το όνομα Τυραννοκτόνοι καθώς ο τίτλος του «καταδεικνύει πρόθεση αξιόποινης πράξης»). Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη το παιχνίδι ήταν χαμένο. Η τόσο απότομη εδραίωση της Χρυσής Αυγής στη ζωή μας με κοινοβουλευτικό έρεισμα έδωσε τέτοιο αέρα στη φασιστοσυμμορία που ήταν πια προφανές πως μπήκαμε σε μεγάλους, πολύ μεγάλους, μπελάδες από τους οποίους δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και κυρίως όχι αναίμακτα (φόρο αίματος έχουν ήδη πληρώσει κατά δεκάδες μετανάστες, και όχι μόνο, θύματα της ναζιστικής οργάνωσης). Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου και το τρομακτικό «Εγέρθητου», ο κόσμος των media μάλλον τα ‘χασε. Στις 9 Μαΐου εμφανίστηκαν στην εκπομπή Αυτοψία και τον Αντώνη Σρόιτερ οι άρτι εκλεγμένοι βουλευτές Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός. Ο Σρόιτερ ιδρώνοντας και τρέμοντας –δεδομένου ότι έπαιρνε τη συνέντευξη μέσα από το αρχηγείο της Χρυσής Αυγής με όλα όσα αυτό συνεπάγεται– κατάφερε να πάρει μια συνέντευξη που επιεικώς θα πω ότι την έβλεπαν κυρίες που ούτε στον ύπνο τους δεν θα ψήφιζαν Χρυσή Αυγή και έλεγαν: «Καλά τα λένε τα παιδιά μωρέ» (αληθινή ιστορία). Την Κυριακή 13 Μαΐου έρχεται η συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στους Πρωταγωνιστές και τον Σταύρο Θεοδωράκη για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί εξ ημών ψυχανεμιζόμασταν από καιρό: οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι, έχουν μέθοδο και ξέρουν να πουλάνε το προϊόν τους. Στην απαράδεκτη αυτή συνέντευξη ο Θεοδωράκης απέτυχε σε όλα τα σημεία. Την εκπομπή δεν έσωσαν ούτε οι σωστές τοποθετήσεις από τους Στέλιο Κούλογλου, Πέτρο Μάρκαρη και Διονύση Σαββόπουλο, καθότι έγιναν ανεξάρτητα και όχι σε διάλογο με την λεκτική επέλαση του Μιχαλολιάκου. Η αντίδρασή μου τη στιγμή που παρακολουθούσα την εκπομπή ήταν κατά γράμμα αυτή (όπως αναρτήθηκε στο FB): «Ο Μιχαλολιάκος είναι επικίνδυνος κυρίως γιατί δεν υπάρχει άξιος συνομιλητής να ξεσκεπάσει την επικινδυνότητά του. Ο Θεοδωράκης από φόβο ή ανικανότητα απλά τον χαϊδεύει και το αποτέλεσμα με τρομάζει».

Συνέχεια

Ζούμε σε άγριους καιρούς, και το γνωρίζουμε. Διαβάζοντας για το προχθεσινό μακελειό στο Ντένβερ θυμήθηκα αυτό το πολύ παλιό κείμενο, μίνι εργασία για το μάθημα του Γιώργου Βέλτσου, πρώτο έτος, 2003-2004. Δεν άλλαξαν και πολλά. Δεν άλλαξε τίποτα. Το παραθέτω λοιπόν χωρίς αλλαγές κι εγώ.

Ελέφαντας, ΗΠΑ, 2003

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες… στην τάξη, στους διαδρόμους, στο προαύλιο. Μόνο που όταν αυτή η μέρα τελειώσει, τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο. Η νέα ταινία του Γκας Βαν Σαντ θριάμβευσε στις Κάνες (Χρυσός Φοίνικας, βραβείο Σκηνοθεσίας) και δίχασε κοινό και κριτικούς. Η ταινία πραγματεύεται την βία και την οπλοχρησία στα αμερικάνικα σχολεία που έχει ως τώρα οδηγήσει σε μια σειρά από πολύνεκρες τραγωδίες. Με έναυσμα την σφαγή στο λύκειο Columbine των Η.Π.Α. τον Απρίλιο του 1999 το φιλμ παρουσιάζει ένα θέμα σκληρό που αφορά την παγκόσμια κοινότητα στον βαθμό που η βία γίνεται τελικά μέρος της καθημερινότητας μας. Γιατί η παράλογη βία είναι βέβαια μέρος της αμερικανικής κουλτούρας, είναι όμως απ’ ότι φαίνεται και είδος εξαγώγιμο. Παρότι το θέμα είναι ξεκάθαρο και λίγο ως πολύ δεδομένο, ο Βαν Σαντ επιχειρεί μια πρωτότυπη προσέγγιση που τον διαφοροποιεί από άλλους σκηνοθέτες που ασχολήθηκαν με το ίδιο ζήτημα.

Στον Ελέφαντα η κάμερα δεν εστιάζει στην τραγωδία ή στα πρόσωπα των νεαρών δολοφόνων. Αντίθετα η καταστροφή περνάει σε δεύτερο πλάνο σαν μέρος της πλοκής, σαν να έχει την ίδια αξία με τις παραδόσεις ή τα διαλείμματα και όχι σαν το σημείο όπου ο θεατής πρέπει να εστιάσει. Η ζωή των δύο αγοριών που προκάλεσαν το μακελειό δεν δίνεται πιο εμφατικά απ’ ό,τι των άλλων παιδιών, δεν υπάρχουν οι περιττές εξάρσεις και εντάσεις όπως μας έχει συνηθίσει η φιλοσοφία του Χόλυγουντ. Με λιτό, ευρωπαϊκό ύφος  καταγράφεται μια κατάσταση  στυγνή και άσχημη όχι όμως εξωπραγματική. Ο σκηνοθέτης επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει επαγγελματίες ηθοποιούς, αλλά αληθινούς μαθητές και η ταινία γυρίστηκε χωρίς σενάριο. Ο χαρακτήρας που το κάθε παιδί υποδύεται σκιαγραφήθηκε με βάση την προσωπικότητα καθενός και αντλώντας στοιχεία από την καθημερινή ζωή.

Αυτό είναι ένα αφηγηματικό εργαλείο εξαιρετικά σημαντικό. Στην ταινία παρουσιάζονται πολλοί τύποι παιδιών, όλοι συνυπάρχουν σε μια σχολική κοινότητα ενός δυτικού καπιταλιστικού κράτους οποιασδήποτε ηπείρου, ίσως με κάποιες διαφοροποιήσεις. Το παιδί που μεγαλώνει σε μια προβληματική οικογένεια με αλκοολικό πατέρα και μάλιστα αισθάνεται υπεύθυνος γι’ αυτόν. Ο ευαίσθητος καλλιτεχνικός τύπος που επιλέγει μέχρι και την τελευταία του στιγμή να υπηρετεί την τέχνη του. Το άσχημο και δειλό κορίτσι που απομονώνεται από τους συμμαθητές του και δεν βρίσκει κατανόηση από τους καθηγητές. Οι «ωραίες» του σχολείου, κλασσικά δείγματα αμερικάνικης μαζορέτας, ανόητες, ανώριμες και βουλιμικές.

Είναι γεγονός ότι καθένα από αυτά τα παιδιά θα μπορούσε να έχει διαπράξει μια εγκληματική πράξη και μάλιστα με δικαιολογία τον ταραγμένο συναισθηματικό τους κόσμο και ως αντίδραση στην ελάχιστη κατανόηση που βρήκαν στο σχολείο και την κοινωνία τους. Τα παιδιά που τελικά τέλεσαν αυτή την πράξη δεν ήταν λιγότερο κατατρεγμένα από τον περίγυρό τους, τόσο στην ταινία, όσο και στην πραγματικότητα, αυτό όμως που τρομάζει δεν είναι τόσο αυτό που έκαναν όσο η πλήρης έλλειψη συναισθημάτων σχετικά. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του εγκλήματος έγινε με απόλυτη ψυχρότητα. Παρήγγειλαν τα όπλα, κατάρτισαν λίστα με τα άτομα που ήθελαν να δολοφονήσουν και ετοιμάστηκαν για την επίθεση σαν να ετοιμάζονταν για μια εκδρομή. Ανατριχιαστικά είναι τα λόγια που είπαν ο ένας στον άλλο πριν αρχίσουν: «Προσπάθησε να διασκεδάσεις».

Στην πραγματική επίθεση στο Columbine σκοτώθηκαν δώδεκα μαθητές και ένας καθηγητής ενώ δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν βαριά. Ήταν αυτό το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν για το βαρύ σύστημα, τους άδικους καθηγητές και την απέραντη σκληρότητα των εφήβων; Σε μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει σεβασμός στην ετερότητα υπάρχουν άτομα που βρίσκονται στο περιθώριο. Τί θα συμβεί αν κάποια από αυτά αντιδράσουν με αυτό τον βίαιο τρόπο διεκδικώντας με τα όπλα την ετερότητα που τους αρνούνται; Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός από τους δυο νεαρούς δολοφόνους προς τον διευθυντή του σχολείου λίγο πριν τον πυροβολήσει: «Γιατί υπάρχουν κι άλλοι σαν εμάς κύριε Λους, κι αν τους γαμήσεις δεν θα στην χαρίσουν». Βέβαια, ούτε εκείνος του τη χάρισε. Για την περίπτωση του Columbine κατηγορήθηκαν οι βίαιες ταινίες, τα videogames, η ροκ μουσική και ιδίως ο τραγουδιστής Μέριλιν Μάνσον. Ο Βαν Σαντ δεν υπέδειξε τίποτε από αυτά σαν αίτιο· η σκηνή όπου τα παιδία παίζουν ένα παιχνίδι με όπλα λειτουργεί περισσότερο σαν προοικονομία παρά σαν οτιδήποτε άλλο. Η ταινία έχει για μουσική επένδυση κομμάτια του Μπετόβεν. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης θέλησε να εστιάσει κυρίως στη σχέση ανάμεσα στους ίδιους τους δολοφόνους, η ταινία συνδέει τη βία με τη κοινωνική δομή στο σχολείο.

Συνέχεια

Η πολύ κουραστική προηγούμενη εβδομάδα έληξε μ’ ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το Σάββατο, για να παρουσιάσω μια ανακοίνωση στο συνέδριο «Ψυχανάλυση, Κουλτούρα και Κοινωνία» που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο του Middlesex. Από το Γιόρκ ως το Λονδίνο η απόσταση είναι 340 χιλιόμετρα που το τρένο κάνει βολικά σε δυο ώρες. Για να είμαι στην ώρα μου για την εγγραφή ωστόσο έπρεπε να πάρω το τρένο των έξι, δηλαδή να ξυπνήσω απ’ τις πέντε το πρωί, μετά από μια βδομάδα που δεν κατάφερα να κάτσω ούτε στιγμή. Στο τρένο δυσκολεύομαι πάντα να κοιμηθώ, και η υπερένταση δεν βοηθάει· μολονότι το σήμα ήταν κακό κατάφερα να χαζέψω λιγάκι στο Facebook και να ρίξω μια ματιά στην επικαιρότητα της μέρας που ξεκινούσε (βοηθούσης και της διαφοράς δυο ωρών ανάμεσα στη Βρετανία και τη μικρή μεσογειακή μας πατρίδα). Διάβασα αρκετά νωρίς την είδηση του θανάτου της Ζωρζ Σαρρή. Είναι πια ένα γνωστό γεγονός. Και θα παρατηρήσατε ίσως πως όποιος αναφέρθηκε στο ζήτημα το έκανε αφηγούμενος την πρώτη του επαφή με κάποιο απ’ τα βιβλία της, στην παιδική του συνήθως ηλικία. Νομίζω αυτός είναι ο πιο αξιοπρεπής επίλογος για μια συγγραφέα, και γι’ αυτό θα κάνω κι εγώ το ίδιο.

Πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, στο γραφικό χωριό των Αγίων Δέκα, επισκεπτόμενη τον παππού μου, σ’ ένα πετρόχτιστο, σκοτεινό σπίτι που μύριζε υγρασία όπως όλα τα παλιά κερκυραίικα σπίτια, δροσερό ακόμα και το καλοκαίρι, τακτοποιημένο με επιμέλεια και φροντίδα αλλά πάνω απ’ όλα γεμάτο βιβλία. Ως γεμάτο βιβλία τουλάχιστον θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, κι ας μην είναι η βιβλιοθήκη του παππού μου εντυπωσιακή σαν τις βιβλιοθήκες ακαδημαϊκών και συγγραφέων που έμελε να γνωρίσω αργότερα στη ζωή μου. Δεν έχει σημασία. Ήταν για μένα, ένα παιδί λίγο ακοινώνητο και υπεροπτικό ένας φανταστικός κόσμος. Πριν κλείσω τα δώδεκα είχα διαβάσει στις καλοκαιρινές μου διακοπές τόσο ετερόκλητα πράγματα, απρεπή σχεδόν για ένα παιδί της ηλικίας μου: «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Άιρα Λέβιν, την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, την «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, την «Κυρία με τας Καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), την «Ανάσταση» του Τολστόι, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο» του Νίκου Κοεμτζή, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, επτά εγκυκλοπαιδικούς τόμους με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (με ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο που ήταν γεμάτος με ποιήματα του βουνού, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα), κάποιο απ’ όλα τα «Πέντε Λαγωνικά κι ο Σκύλος» της Ένιντ Μπλάιτον· ξεκίνησα πολλές φορές την «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω τις τριάντα σελίδες· μ’ έπιανε πάντα βαθιά κατάθλιψη και πάντα το παρατούσα στο ίδιο σχεδόν σημείο.

Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία τα διάβασα ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι σε επανάληψη. Δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία αυτή η επανάληψη, ήθελα μερικές ώρες για τα βιβλία μετρίου μεγέθους, μια μέρα το πολύ για τα πιο ογκώδη. Διάβαζα πάντα πολύ γρήγορα. Διάβαζα το πρωί όταν ξυπνούσα πριν κατέβω στο σαλόνι, το μεσημέρι ενώ όλοι κοιμούνταν, το απόγευμα την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, το βράδυ στο πλατύσκαλο κάτω απ’ τη λάμπα του δήμου (αυτό το τελευταίο είναι μάλλον συνυπεύθυνο για τα πατομπούκαλα που αναγκάστηκα να φορτωθώ στα δεκατρία μου και να κουβαλώ έκτοτε στη γέφυρα της μύτης μου). Όταν μεγάλωσα λίγο και η βιβλιοθήκη του παππού δεν επαρκούσε για να καλύψει τη λαιμαργία μου κάναμε πλιάτσικο στη βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ή στα βίπερ της ξαδέρφης της Μίκας. Υλικό βρισκόταν πάντα. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκε στο μικρό μας σπίτι μια τόσο ετερογενής συλλογή, τακτοποιημένη πλάι στα θρησκευτικά κείμενα που έπιαναν ολόκληρο το ένα ράφι, η Βίβλος, το ψαλτήρι, άπαντες οι εκκλησιαστικοί ύμνοι σε κοτσωμένα βιβλία κάθε μεγέθους. Κάποια είχαν ξεχαστεί εκεί απ’ την νονά μου, τα πιο παιδικά ίσως απ’ τον θείο μου, πάντως ο παππούς μου τα φύλαγε με ζήλο κι εγώ τα κατασπάραζα με πάθος για χρόνια.

Ξέρω ότι άλλο ξεκίνησα να λέω, και είμαι κιόλας δυο παραγράφους εκτός θέματος. Μα δεν ξέρω για πόσο μπορώ να διατηρώ τόσο καθαρές αναμνήσεις, τους τίτλους, τις μυρωδιές, την αφή της εποχής εκείνης γι’ αυτό θέλω να τα γράψω όλα όσο ακόμα τα θυμάμαι, με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς περιορισμό. Όμως θα επιστρέψω τώρα σ’ αυτό που κουβεντιάζαμε αρχικά. Μέσα στον λιγάκι παραμυθένιο αυτό κόσμο με τις άπειρες ξεφτισμένες σελίδες, που μύριζαν βιβλίο και χωριό, υπήρχε ένας χαρτόδετος τόμος, μεσαίου μεγέθους, με πολύ τριμμένο εξώφυλλο και τους σπάγκους απ’ το δέσιμο των σελίδων να ξεχωρίζουν στη ράχη του. Κόκκινο με μια ασπρόμαυρη φάσα στ’ αριστερά, ένα γεωμετρικό σχέδιο και μια μπάλα με τον ήλιο ζωγραφισμένο στην κορυφή της. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Δεν το είχε ο παππούς στο μεγάλο ράφι στο σαλόνι, αλλά πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, κάτω απ’ το κομοδίνο μαζί με άλλα χαρτόδετα. Το άνοιξα ένα απόγευμα. Το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Αμέσως ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, και όσο το φέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιο να μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο απ’ τις γρίλιες του παραθύρου, κάποιον να γκρινιάζει: «Αμάν, Εβίτα, βγες έξω επιτέλους, σταμάτα με τα βιβλία», τη σκόνη να χορεύει στον αέρα όπως έπεφτε πλάγια το φως, τις διαφανείς κουρτίνες. Το φως. Ήταν το «Όταν ο Ήλιος», της Ζωρζ Σαρρή την οποία από τότε ερωτεύτηκα αμετάκλητα και οριστικά.

Συνέχεια

Κανόνας Όρθρου Μεγάλου Σαββάτου (Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας-Ακολουθία του Επιταφίου)

Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.


Ξεκίνησα να γράφω το κείμενο αυτό πέρυσι την Μεγάλη Εβδομάδα. Για πάρα πολλούς λόγους δεν μπόρεσα να το τελειώσω τότε: το παράτησα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου· κι εφέτος δυσκολεύομαι πάρα πολύ να το ξαναρχίσω. Το περιτριγυρίζω μέρες τώρα, ανοίγω το αρχείο, το κλείνω πάλι, έχω σκεφτεί άπειρα πράγματα που θέλω να πω, αλλά είναι πολύ μεγάλα για να χωρέσουν σε μια ανάρτηση και πολύ δύσκολα για να τα εκθέσεις με την απαιτούμενη απλότητα. Κρατάω τον τίτλο που έδωσα όταν ξεκίνησα να γράφω το κείμενο, αν και δεν τον αισθάνομαι πλέον ως αντιπροσωπευτικό. Κρατώ αυτά που έγραψα πέρυσι το Μεγάλο Σαββάτο αυτούσια, αν και η πρώτη μου σκέψη ήταν να τ’ αλλάξω και να τα αφομοιώσω σε ένα ενιαίο κείμενο χωρίς να αναφέρω καν την μεταχρονολόγηση του.

Μεγάλο Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Εχθές είχα ολημερίς μια διάθεση δακρύβρεχτη. Ξέρω ποια ήταν η αφορμή, ένα τραγούδι που άκουσα την προηγούμενη μέρα και μου εντυπώθηκε πολύ έντονα, ως αίσθηση περισσότερο, εντελώς βιωματικά και επώδυνα. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Μεγάλη Πέμπτη, τραγουδισμένο από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Χρήστου Τσιαμούλη. Η μουσική του είναι εντελώς λιτή και ύστερα από μια σύντομη εισαγωγή ακούγονται τα πρώτα λόγια: «Αυτός που κρέμασε τον ήλιο/στο μεσοδόκι τ’ ουρανού/κρεμάται σήμερα στο ξύλο». Για μένα αυτοί οι τρεις στίχοι αναδεικνύουν την πιο επιβλητική εικόνα της Μεγάλης Εβδομάδας, τη στιγμή που ο πλάστης, ο δημιουργός του κόσμου, ο εν ύδασοι τη γη κρεμάσας κρεμάται επί ξύλου, πραγματικά προδομένος από τους συνανθρώπους του και καταδικασμένος απ’ τον συν-θεό στο μαρτύριο. Γι’ αυτό πάντα το Ορθόδοξο Πάσχα μου φαινόταν ως ένα πολύ ανθρώπινο, όχι θείο, δράμα. Και κάτω απ’ το σταυρό, η εμβληματική φιγούρα όχι της Θεομήτορος, απλά της μάνας που χάνει το παιδί της με τον πλέον φριχτό τρόπο ∙ η εικόνα αυτή πάντα μου έφερνε δάκρυα στα μάτια και ένα δυσάρεστο σφίξιμο. Το να ακούσω τον Ιωαννίδη να τραγουδά, μ’ αυτή την γήινη, καθησυχαστική φωνή: «Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου/μια μάνα φώναξε, παιδί μου», ήταν αρκετό για να με βάλει ολοκληρωτικά στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Όλη την Μεγάλη Παρασκευή σιγομουρμούριζα τους στίχους του τραγουδιού, στο δρόμο, στη δουλειά, καθώς σέρβιρα τυρόπιτες και ντόνατς και καφέδες και σάντουιτς, και στο λεωφορείο και στο σουπερμάρκετ. Και μόλις έφτανα σ’ αυτούς τους στίχους βούρκωναν τα μάτια μου.

Έτσι μπήκα σε σκέψεις. Σκεφτόμουν ότι το Ορθόδοξο Πάσχα το αγαπώ πάρα πολύ. Δεν είμαι θρησκευόμενη εδώ και πολλά χρόνια, και η αγάπη μου αυτή δεν είναι θρησκευτικής φύσης. Αγαπώ αυτή την πολιτισμική κατασκευή που είναι το Πάσχα, την εκδήλωση της άπειρης αγάπης, της αδιαμαρτύρητης θυσίας. Και ταυτόχρονα με καταρρακώνει η χαμένη προοπτική της ανάστασης. Μερικές ημέρες πριν μια συνάδελφός μου, πεντηκοστιανή στο θρήσκευμα, μου έπιασε κουβέντα περί θρησκείας. Με ρώτησε τί πιστεύω, κι όταν της είπα πως ΔΕΝ πιστεύω διατύπωσε τις συνήθεις απορίες που διατυπώνουν οι ευσεβείς σε αντίστοιχες καταστάσεις: «Μα πώς αντέχεις να ζεις χωρίς να πιστεύεις στον Θεό; Σε τί ελπίζεις; Πώς περνάς τα δύσκολα αν δεν έχεις την δυνατότητα να κρατηθείς από την προσευχή; Πώς μπορείς να ζεις πιστεύοντας ότι δεν θα υπάρχει τίποτα από σένα μετά το θάνατο;». Αυτές οι ερωτήσεις πάντα με καταθλίβουν. Κυριολεκτικά με καταθλίβουν, γιατί αντικειμενικά η απάντηση είναι –για μένα τουλάχιστον– ότι η ζωή ενός άθεου βιώνεται σε ένα επίπεδο ως πολύ πιο σκληρή και δύσκολη, πολύ πιο απελπισμένη απ’ τη ζωή του θρησκευόμενου ανθρώπου. Και κυρίως η ζωή του εκπεσόντα άθεου, αυτού που γαλουχήθηκε με συγκεκριμένες αξίες, και προσδοκίες, και έφτασε κάποια στιγμή στη ζωή του να μην πιστεύει σε τίποτα όχι από αντίδραση και θυμό (για παράδειγμα μετά από το σοκ ενός θανάτου) αλλά απλά γιατί πραγματολογικά δεν είναι σε θέση να πιστέψει σ’ αυτό το υπερφυσικό «κάτι» που απαιτεί η θρησκεία. Είναι όμως πράγματι αβάσταχτο το να μην έχεις πού να στραφείς, το να μην έχεις να ελπίζεις, και κυρίως το να είσαι υποχρεωμένος να επικεντρώνεις όλη σου τη σκέψη και ενέργεια στο εδώ και στο τώρα, γιατί ξέρεις –πιστεύεις τέλος πάντων, κι αυτό είναι περίπου το ίδιο– ότι για σένα, και για όλους τους άλλους δεν υπάρχει μετά.

Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που καταστάλαξε μέσα μου το ότι δεν πιστεύω πια στην θεία αφήγηση, τον βιωμένο Λόγο. Ήταν ένα ζεστό και ταραγμένο καλοκαίρι όταν άνοιξε ξαφνικά μια απύθμενη άβυσσος μπροστά μου, η άβυσσος του αναπότρεπτου, δίχως γυρισμού τίποτα. Έγιναν όλα σχεδόν σε μια στιγμή, και τη στιγμή εκείνη άρχισα να κλαίω με λυγμούς, από παράπονο περισσότερο και για πολύ ώρα∙ μια εικόνα είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου, οι εξαθλιωμένες μητέρες της Αφρικής, με τ’ αποστεωμένα παιδιά τους να κρέμονται απ’ το στήθος τους, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τα θρέψουν. Και σαν σε λούπα έπαιζε ξανά και ξανά και ξανά μια πρόταση στο κεφάλι μου «Τόσες μανάδες, τόσα παιδιά∙ τόσες μανάδες, τόσα παιδιά». Μου ήταν αβάσταχτη η σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι που πέρασαν μια ζωή στην κόλαση επί γης δεν θα βίωναν ποτέ τη γαλήνη, ότι απλά θα εξαφανίζονταν στο τίποτα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Μα ακόμα πιο αβάσταχτη μου ήταν η ιδέα αυτής της Αφρικανής μάνας –της όποιας μάνας– που χάνει το παιδί της και δεν θα το συναντήσει ποτέ, ποτέ, ποτέ ξανά, ούτε καν στην άλλη ζωή, γιατί η άλλη ζωή δεν υπάρχει, και δεύτερη ευκαιρία δεν υπάρχει, και λύτρωση δεν υπάρχει. Η μάνα αυτή που ξεσκίζεται η ψυχή της στ’ ασπαλάθια της ερήμου για το παιδί που χάνει είναι για μένα η ύψιστη εικόνα της τραγικότητας. Η εικόνα αυτή σφράγισε την εξέλιξή μου σαν άνθρωπο λιγάκι. Ή ίσως ήταν η γνώση ότι βαθιά μέσα μου θα προτιμούσα να είμαι σε θέση να πιστεύω σε κάτι, και πως αυτό που έχανα εκείνη τη στιγμή είχε ένα δυσβάσταχτο κόστος και δεν είχε επιστροφή. Νομίζω ότι μετά απ’ αυτό αγάπησα το Πάσχα ακόμα περισσότερο. Το αγάπησα όπως αγαπάς κάτι που χάνεις, κάτι όμορφο που το βλέπεις από μακριά και ξέρεις ότι δεν μπορείς να το πιάσεις ποτέ ξανά. Και έχουν γίνει από τότε οι αντιδράσεις μου πολύ πιο συναισθηματικές απέναντι στην τυπολογία της γιορτής και στο θρησκευτικό τελετουργικό. Για μια εβδομάδα το χρόνο, χωρίς να ξεχνάω σε τί δεν πιστεύω, με απορροφά το κλίμα της κατάνυξης που έχει επενδυθεί με τον πόνο της απώλειας και έχει φορτωθεί με όλες τις παιδικές μου αναμνήσεις και όσα αυτές συνεπάγονται. Θυμάμαι την Μεγάλη Τετάρτη τη γιαγιά μου να κλαίει με την περιφορά του Εσταυρωμένου στην εκκλησία. Θυμάμαι να μου φαίνεται αστείο να της τραβάω το μανίκι και να της λέω: «Έλα ρε γιαγιά, ρεζίλι μας κάνεις!» και να μου απαντάει «Δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Κοίτα τον στο Σταυρό. Εκείνος μας αγαπούσε κι εμείς οι άνθρωποι τον σταυρώσαμε». Σήμερα η ίδια εκείνη εικόνα είναι η εικόνα της μητέρας καταρρέει και η ανάμνησή της και μόνο μου προκαλεί αβάσταχτη συγκίνηση. Μιλώ για την εικόνα του ανθρώπου που γραπώνεται απ’ την πίστη και βιώνει την εκκλησιαστική τελετουργία με την ψυχή του. Για τη γιαγιά μου ο Θεάνθρωπος που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα και αυτό μιλάει μέσα της με τον πιο θαυμαστό τρόπο. Την ζηλεύω και την αγαπώ γι’ αυτό ακόμα περισσότερο. Η γιαγιά μου κρατιέται από αυτό που προαναγγέλλουν οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού: «Θα ξανασπείρει καλοκαίρια/στην άγρια παγωνιά του νου/Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια/στην άγια/σκέπη τ’ ουρανού/κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι/θα γεννηθούμε τότε πάλι». Κρατιέται απ’ αυτό που εγώ έχασα. Νιώθει ένα άπιαστο μεγαλείο και βιώνει την ελπίδα κατάσαρκα.

  Συνέχεια

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί εργασία που εκπονήθηκε το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 στο πλαίσιο του μαθήματος «Εισαγωγή στη Λογοτεχνία» του Παντείου Πανεπιστημίου, με διδάσκοντα/επιβλέποντα τον Καθηγητή Δημήτρη Δημηρούλη. Η εργασία ασχολείται με το εκδοτικό πρόβλημα όπως εμφανίζεται στο έργο του Διονυσίου Σολωμού, ένα πρόβλημα που έχει απασχολήσει επί μακρόν τους φιλολογικούς κύκλους της χώρας προκαλώντας διαμάχες, διαφωνίες και έντονο προβληματισμό. Κύριος σκοπός αυτής της εργασίας είναι να ορίσει το εκδοτικό ζήτημα, και δη το εκδοτικό πρόβλημα όπως προκύπτει από τα χειρόγραφα του Διονυσίου Σολωμού, με τρόπο σαφή και κατανοητό ώστε να μπορέσουμε σε δεύτερο επίπεδο να δούμε κάποια επιμέρους, σημαντικά και ενδιαφέροντα ζητήματα όπως την κατάσταση του σολωμικού αρχείου, όπως βρέθηκε μετά το θάνατο του ποιητή και την πρώτη εκδοτική προσπάθεια του Πολυλά, να αναστηλώσει ένα έργο που βρισκόταν σε σπαράγματα. Ακολούθως θα εξεταστούν οι δύο θεωρίες που αφορούν στο εκδοτικό ζήτημα, η αναλυτική και η συνθετική. Θα αναλυθεί η διαμάχη σχετικά με τις σολωμικές εκδόσεις που κρατά από τα προπολεμικά χρόνια και τη γενιά του τριάντα. Θα κλείσουμε με μια σύντομη και συνοπτική αναφορά στους εκδότες μετά τον Πολυλά και πώς εκείνοι χειρίστηκαν το εκδοτικό ζήτημα, αναπτύσσοντας τις θεωρίες τους και εξετάζοντας το αποτέλεσμα των κόπων τους. Το εκδοτικό πρόβλημα είναι ένα θέμα ενδιαφέρον γιατί μοιάζει με αποστολή ανεύρεσης χαμένου θησαυρού, ενός θησαυρού που όλο ξεφεύγει κάνοντας την αναζήτηση ολοένα και πιο συναρπαστική. Ίσως μοιράζει επουσιώδες και υπέρ το δέον ειδικού φιλολογικού ενδιαφέροντος, όμως νομίζω ότι το κείμενο μπορεί ν’ αποτελέσει διαφωτιστικό ανάγνωσμα για οποιονδήποτε φίλο των γραμμάτων, της ιστορίας και της λογοτεχνίας. Το ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον προκύπτει απ’ το γεγονός ότι ο Σολωμός αποτελεί τον Εθνικό μας ποιητή, κι όμως ελάχιστοι Έλληνες γνωρίζουν το έργο του σε κάποια έκταση, πόσο μάλλον την βιογραφία του, πόσο μάλλον τις ειδικές συνθήκες που προκύπτουν από την γλωσσική και πολιτισμική του ιδιαιτερότητά. Σήμερα, 25η Μαρτίου 2012, θα μπορούσα να έχω γράψει για την ματαιότητα μιας εθνικής επετείου σ’ αυτά τα χρόνια της φοβέρα και της άγνοιας που διανύουμε. Θα μπορούσα να σας έχω γράψει για την αντίθεσή μου για τις μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις. Θα μπορούσα να έχω σχολιάσει ένα σωρό σημεία της επικαιρότητας. Αλλά πραγματικά δεν μπορώ να δω την σκοπιμότητα για κάτι τέτοιο σ’ αυτή τη φάση. Ας αναρτήσω εγώ ένα επιστημονικό άρθρο, κι ας διαβάσετε εσείς μια επιστημονική μελέτη. Και ίσως κάποια πράγματα να ξεκαθαρίσουν και κάποια άλλα να μπουν στη θέση τους, κι έτσι να μην χρειαστεί να πω ούτε για την επέτειο, ούτε για τις παρελάσεις, ούτε για τίποτα άλλο απ’ αυτές τις ζοφερές αφορμές για συζήτηση που προσφέρει η επικαιρότητα.

Σημείωση: Καθώς η εργασία αυτή γράφτηκε το 2005, δυστυχώς δεν έχει μελετήσει και άρα δεν έχει καθόλου λάβει υπόψιν την έκδοση του Δημήτρη Δημηρούλη το 2007 από το Μεταίχμιο.


Ορισμός του εκδοτικού προβλήματος

Ένα από τα προβλήματα που ταλανίζουν την φιλολογική επιστήμη επονομάζεται εκδοτικό πρόβλημα, και ορίζεται αλλιώς ως λογοτεχνική κριτική, της οποίας η παράδοση ξεκινά από τον 18ο αιώνα. Το εκδοτικό πρόβλημα προκύπτει όταν χρειαστεί να προσδιορίσουμε ποιο είναι το κείμενο που πρέπει να φτάσει στα χέρια του αναγνώστη και με τι κριτήρια θα επιλεγεί. Ίσως αυτή η συλλογιστική προέκυψε πρώτη φορά όταν κάποιος εκδότης-τυπογράφος θέλησε να τυπώσει τους κλασσικούς συγγραφείς. Τα κείμενα των κλασσικών συγγραφέων δεν υπήρχαν βέβαια σε χειρόγραφα των ιδίων, υπήρχαν όμως οι αναρίθμητες αντιγραφές κυρίως από καλόγερους σε μοναστήρια και επαγγελματίες αντιγραφείς.

            Συνέχεια

Δεν έχω διάθεση. Μετά απ’ το τελευταίο εκτός εαυτού κι υπερβολικό, πύρινο κείμενό μου τα πάντα μου φαίνεται ότι απλά επαναλαμβάνονται. Απ’ όσα θα μπορούσα να γράψω όλα έχουν ήδη ειπωθεί, τα αντεπιχειρήματα έχουν διατυπωθεί, αντεπιχειρήματα επί αντεπιχειρημάτων έχουν συζητηθεί, και οι περισσότερες συνομιλίες έχουν λήξει με τον καθένα να φεύγει κουβαλώντας την ίδια άποψη μ’ αυτή που είχε όταν ήρθε στην κουβέντα. Περίεργη αυτή η εποχή που ούτε σάλιο χαλάς για να καυγαδίσεις, ούτε μελάνι. Ίσως αυτή η φτήνια φταίει που κανένας διάλογος δεν καταλήγει πουθενά. Δεν ξέρω τί νόημα θα είχε να γράψω για την επικαιρότητα. Τόσος κόσμος γράφει, ακριβώς την άποψή μου ή ακριβώς την αντίθετη και εγώ δεν βλέπω τί έχω να προσθέσω στην κουβέντα. Παλιά πίστευα ότι ακόμα κι αν ένας άνθρωπος μπορεί να δει τα πράγματα λιγάκι αλλιώς διαβάζοντάς με, όχι ν’ ασπαστεί ολόψυχα την άποψή μου, απλά να σκεφτεί ένα κλικ πιο πέρα, τότε άξιζε τον κόπο να γράψω το κείμενο. Σήμερα βλέπω ότι κανείς δεν επηρεάζεται από κανέναν, τουλάχιστον όχι με θετικό τρόπο. Όσοι ήδη συμφωνούσαν μαζί μου θα μου κάνουν like και οι υπόλοιποι θ’ αδιαφορήσουν. Το τεστάρω καθημερινά σε μικρότερη κλίμακα στο Facebook, και νομίζω πως έχω καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα με σχετική ασφάλεια. Δεν νομίζω ότι έχω δει ποτέ σε όλη την ζωή μου τέτοια επίπεδα πόλωσης στην ελληνική κοινωνία. Και με τρομάζει το γεγονός ότι είναι πιθανό να είμαι κι εγώ εξίσου πολωμένη με όλους τους υπόλοιπους.

Έστω, είμαι. Είμαι εντελώς πολωμένη σε μια κατά της βίας, της καφρίλας και του τραμπουκισμού άποψη. Δεν γουστάρω σινεμά να καίγονται και δεν γουστάρω καλλιτέχνες να γιαουρτώνονται, διάολε, δεν γουστάρω να γιαουρτώνεται κανένας. Και όχι μόνο δεν ψάχνω να βρω εξηγήσεις για το πώς και γιατί έφτασε ο κατατρεγμένος μας λαός να πιστεύει ότι τα γιαούρτια είναι η απάντηση σε όλα του τα προβλήματα, αλλά αξιωματικά δεν δέχομαι την άποψη κανενός που το κάνει. Πιστεύω ότι η αναζήτηση των αιτίων είναι δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος. Ο ενεργός πολίτης του παρόντος οφείλει να υψώσει το ανάστημά του απέναντι σ’ αυτή την φασιστική δικτατορία της πλέμπας και να αρνηθεί κάθε συζήτηση στην οποία πλασματικά δημιουργείται έστω και η εντύπωση δίκαιας αντίδρασης εκ μέρους των χουλιγκάνων. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτή η άποψη των συνανθρώπων μου μού δημιουργεί θλίψη. Απόγνωση δηλαδή. Κανένας κοινός τόπος. Ακόμα και το «ναι μεν, αλλά…»· κυρίως το «ναι μεν, αλλά…». Γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στην Lifo: «Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να πάρω απαραίτητα το μέρος του τραγουδιστή ή του αγριεμένου πλήθους. Διότι αυτό ήδη επιτείνει την ατμόσφαιρα της αρένας, που γίνεται ολοένα πιο πολεμοχαρής. Και διότι αυτός ο πόλεμος που πάει να ξεσπάσει είναι τυφλός και οι περισσότεροι δεν ξέρουν ακόμα ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός τους. Συλλήβδην επιτίθενται σε όποιον τους πλησιάζει χωρίς μονοσήμαντα λόγια και οικείες κραυγές. Πολλοί πάνε από φίλια πυρά. Τσαλαβουτάμε στη σύγχυση. Και όλα τα σύμβολα του παλιού κόσμου είναι ένοχα μέχρι να αποδείξουν ότι είναι αθώα». Δεν θα εξετάσω τους λόγους που οδηγούν τον κύριο Τσαγκαρουσιάνο να ασπαστεί τη συγκεκριμένη άποψη, μολονότι θεωρώ ότι είναι λιγότερο ιδεολογικοί και περισσότερο συμφεροντολογικοί. Η άποψη αυτή καθ’ αυτή όμως είναι το λιγότερο χυδαία. Λυπάμαι κύριε Εκδότα. Σε μια τέτοια περίπτωση οφείλετε να λάβετε θέση. Ο καθένας οφείλει να λάβει θέση ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα κονταροχτυπηθεί με μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα το χάσει. Διαφορετικά απλά ας μην το αγγίξει το θέμα.

Συνέχεια

Δεν μ’ αρέσει να αποπέμπω τους νεκρούς με την ολοζώντανη ευχή «καλό ταξίδι». Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ταξίδι κάπου αλλού πέρα απ’ το «εδώ». Η τύχη και τα καλά οικογενειακά γονίδια μ’ ευλόγησαν να μην έχω βιώσει ακόμα την απώλεια στην οικογένεια και το φιλικό μου περιβάλλον. Πρακτικά δεν ξέρω πώς είναι να χάνεις τον άνθρωπό σου, και ο θάνατος ενός ξένου έρχεται πάντα σαν ένα μικρό σοκ, απ’ το οποίο όμως μπορώ να λάβω όλες τις αποστάσεις ασφαλείας. Ακόμα κι έτσι όμως, ο αναπάντεχος θάνατος, αυτή η απρόσμενη σύγκλιση του «για πάντα» με το «ποτέ» σε πιάνουν απ’ το λαιμό ξαφνικά και αλλοιώνουν τη φωνή, θολώνουν την όραση, λιγάκι ταράζουν την κρίση. Και μια στιγμή γίνεται ο θάνατος του γνωστού σου ξένου σαν θάνατος δικός σου.

Διάσημοι, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, άνθρωποι πεθαίνουν όλη την ώρα. Η ανακοίνωση του θανάτου τους γίνεται πια πιο γρήγορα παρά ποτέ• σε ελάχιστα λεπτά της ώρας μια ολόκληρη επικράτεια, ή και η υφήλιος όλη, έχει μάθει το θλιβερό γεγονός. Τάχιστα μετά τη δημοσιοποίηση οποιουδήποτε θανάτου κάποιο αόρατο χέρι ανανεώνει την σχετική καταχώρηση στην Wikipedia· ο άνθρωπος έχει περάσει στην αιωνιότητα: την άυλη συντροφιά αυτών που φεύγουν. Η ηλεκτρονική κοινότητα αντιδρά αστραπιαία και για κάποιο λίγο χρόνο ο εκλιπών απασχολεί το σύνολο σχεδόν του ψηφιακού κόσμου, καταλαμβάνοντας χώρο που δεν θα είχε ποτέ μπορέσει να διεκδικήσει εν ζωή. Σήμερα στον κυλιόμενο τοίχο του Facebook οι ευχές στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο για καλή ανάρρωση βρέθηκαν αναπάντεχα μπλεγμένες με τις νεκρολογίες και τ’ αποχαιρετιστήρια. Η είδηση του ατυχήματος μπερδεμένη με την είδηση του θανάτου. Για λίγο τα όρια ανάμεσα στο πριν και στο μετά θόλωσαν, σαν τη στιγμή φαντάζομαι που ακροπατεί ο άνθρωπος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.

Συνέχεια

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μετάφραση του έργου εκπονήθηκε το 2006 ως εργασία για το μάθημα «Ιστορία του Θεάτρου» του ΣΤ’ εξαμήνου φοίτησης, στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη. Πρόκειται για το έργο Luces de Bohemia του Ισπανού συγγραφέα Ramón del Valle-Inclán, η μετάφραση του οποίου έγινε από δίγλωσση (ισπανικά-αγγλικά) έκδοση[1]. Στόχος της εργασίας ήταν η εξερεύνηση του ισπανικού θεάτρου των αρχών του 20ου αιώνα και η μελέτη ενός σημαντικού Ισπανού συγγραφέα. Αρχικά θα ήθελα να μιλήσω συνοπτικά για τον Ramón del Valle-Inclán, την ζωή και το έργο του και να αναφερθώ στην Ισπανική Γενιά του 1898, στην οποία ανήκε ο συγγραφέας. κατόπιν θα επιχειρήσω έναν σύντομο σχολιασμό του μεταφρασμένου έργου και θα μιλήσω για το θεατρικό είδος Εσπερπέντο. Ακολουθεί το μεταφρασμένο κείμενο και ένας σύντομος επίλογος.

Το έργο αυτό το αγαπώ πολύ, κυρίως γιατί όταν μεταφράζεις κάτι εν μέρει το πλάθεις απ’ την αρχή· ένα κομμάτι του είναι για πάντα δικό σου δημιούργημα. Το θυμήθηκα πριν από μερικές ημέρες τυχαία, και παρότι είναι εξαιρετικά μακροσκελές, και άρα μη ελκυστικό για το Ίντερνετ, σύμφωνα με την θεωρία των μέσων, αποφάσισα να το ανεβάσω για τους ελάχιστους που θα μπουν στη διαδικασία να το διαβάσουν, πιστεύοντας ακράδαντα ότι το έργο θα τους ανταμείψει με την μεστότητά του και το βάρος του περιεχομένου του. Το σκέφτηκα πολύ πριν αποφασίσω να το δημοσιεύσω –ό,τι ανεβάζεις στο Ίντερνετ ρισκάρεις να το χάσεις για πάντα, και το συγκεκριμένο πρότζεκτ είναι αποτέλεσμα τεράστιου κόπου για να το εκθέσω για πιθανή λογοκλοπή. Όμως θεώρησα ότι είναι εξίσου κρίμα για τον κόπο μου να μείνει κρυμμένο σ’ ένα ηλεκτρονικό αρχείο και να μην διαβαστεί ποτέ από ανθρώπους που θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος τρόπος να διατηρήσω τα δικαιώματα της μετάφρασης και του συνοδευτικού υλικού, οπότε θεωρήστε πως κατοχύρωσα το copyright. Το έργο διαβάζεται τέλεια σε συνάρτηση με την παγκόσμια πολιτικο-οικονομική κατάσταση, και κυρίως την ιδιαίτερη Ελληνική Κρίση. Ίσως είναι η συγγένεια της μεσογειακής νοοτροπίας, ίσως το ότι η ζωή κάνει κύκλους. Όπως και να ‘χει, η ανάγνωση απαιτεί ένα δίωρο, αν αποφασίσετε να το θυσιάσετε θα με θυμηθείτε (μπορείτε πάντα να συντομεύσετε αγνοώντας το εισαγωγικό υλικό). Συνέχεια

Πες μου το σκοπό ν’ αρχίσω
να σε λησμονήσω.
Δημήτρης Αποστολάκης

Ενδεχομένως, ίσως, μπορεί κάποιοι να πρόσεξαν πως πάει καιρός απ’ την τελευταία μου ανάρτηση, και μολονότι δεν είμαι ταγμένη σε μια αυστηρή περιοδικότητα, ξέρω ότι δεν σας έχω συνηθίσει σε τόση ασυνέπεια. Αλλά μια και η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής, είμαι βεβαία ότι αντέξατε την απουσία μου γενναία και πως σίγουρα μ’ αγαπάτε ακόμα. Φυσικά η θερινή ραστώνη έπαιξε έναν κάποιο ρόλο στην εξαφάνισή μου· άλλα πράγματα έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο, αλλά δεν είναι της παρούσης, θα επανέλθω επ’ αυτών. Στο θέμα μας τώρα: είχα να κάνω καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα τρία χρόνια και ομολογώ ότι αυτό το ταξίδι το περίμενα πώς και τί. Δεν πειράζει που κατέληξε να είναι τ’ αντίθετο απ’ όσα επιθυμούσα και σχεδίαζα, είπαμε «η απογοήτευση… μπλα, μπλα, μπλα». Μπορεί τίποτα να μην πήγε κατ’ ευχήν, αλλά είχα έτοιμο το plan B, το οποίο και έθεσα σε εφαρμογή άμεσα, κι έτσι μια βδομάδα αφότου κατέφθασα στα πάτρια εδάφη μπήκα στο μεγάλο καράβι που φεύγει απ’ το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης. Δεν είχα πάει στην Κρήτη για πολλά χρόνια, και δεν είχα πάει στο Ηράκλειο ποτέ. Σιχαίνομαι τα πλοία κι ακόμα περισσότερο σιχαίνομαι την ταλαιπωρία. Αλλά έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν είχα κι επιλογή: worst case scenario σε όλο του το μεγαλείο.

Παύση. Μερικούς μήνες πριν έπαθα μια φοβερή, εμμονική τρέλα με τους Χαΐνηδες, ένα Ηρακλειώτικο μουσικό σχήμα που ταξιδεύει τους κρητικούς ρυθμούς, την ντοπιολαλιά, τα όργανα και την μουσική παράδοση μέσα στο χρόνο· δεν θέλω να πω τα εκμοντερνίζει, γιατί πολλές φορές αποδίδεται στον όρο μια αρνητική σημασία που καθόλου δεν επιθυμώ να υπονοήσω. Βρίσκω την μουσική των Χαΐνηδων εξαιρετική κι ακόμα πιο εξαιρετικό τον στίχο τους. Τα λόγια –ποίηση– των τραγουδιών τους είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τεθούν σε λειτουργία οι δακρυγόνοι αδένες. Τους ακούω φανατικά και με προσήλωση, δεν θέλω να χάσω καμιά απ’ αυτές τις όμορφες, περίπλοκες εκφράσεις, την μουσική προφορά των λέξεων. Μέσα στη μουσική τους μπορείς να καταλάβεις στ’ αλήθεια πως «τούτο τον τόπο βοριάς τον δέρνει κι ήλιος τον τυραννεί/κι η μοναξιά του μες την καρδιά μας μαχαίρι και πονεί» (Το Συρτό Του Ανέμου)· το νιώθεις ολόκληρος πως αυτό που τραγουδούν το πόνεσαν, ή τους πόνεσε, το ίδιο κάνει καμιά φορά. Μ’ αυτή τη μουσική στο κεφάλι μου ξεκίνησα να κατέβω στο Κρητικό Πέλαγος, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη και χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες. Το πλοίο έδεσε στο λιμάνι στις πεντέμισι το απόγευμα· το λιμάνι λουσμένο μ’ ένα ολόθερμο φως. Με είχαν προειδοποιήσει ξανά και ξανά ότι το Ηράκλειο είναι μια άσχημη πόλη, «μικρή Αθήνα» την λένε, αλλά εμένα δεν μου φάνηκε έτσι. Περισσότερο σαν απάνεμο λιμάνι το είδα, σαν έναν τόπο για να κατέβω, προσωρινά, ν’ ακουμπήσω για λίγο. Το είδα μέσα από άλλα μάτια, ίσως μέσα απ’ τον στίχο που λέει: «Θε μου πόσο παράξενοι/είν’ οι δικοί μας τόποι/θλιμμένα τα τραγούδια μας/και γελαστοί οι ανθρώποι»· παράξενος μου φάνηκε ο τόπος, αλλά ίσως να ήμουν εγώ η παράξενη, γιατί μέσα μου αντηχούσε κάτι άλλο, «εγώ στα φύλλα της καρδιάς/κρύβω βαθιά τον πόνο» (Θάλασσα Πικροθάλασσα), και αυτό ζωγράφιζε το τοπίο με άλλα χρώματα, πιο μελαγχολικά, μα σίγουρα πιο όμορφα καθότι πιο ζωντανά.

Συνέχεια