Category: Εξομολογήσεις


Τις προπαραμονές, κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο εξωτικό Κερατσίνι, τα πρωινά που περνάει το σκουπιδιάρικο, ανακράζουν οι σκουπιδιαραίοι: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!». Σ’ όλο το μήκος της διαδρομής, καθώς εκτελούν το δρομολόγιό τους, ξανά και ξανά ένας βραχνός τελάλης φέρνει ένα αμφίβολα γιορτινό μήνυμα στις γειτονιές και τους ανθρώπους. Πρόκειται για έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο, ένα μαντρά που έχω συνδέσει άρρηκτα με τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, και που για χρόνια αποτελούσε ένα μυστηριώδες αίνιγμα: γιατί αυτοί οι άνθρωποι κάνουν το δρομολόγιό τους φωνάζοντας, και τί βαθύτερο κρύβεται κάτω απ’ την κραυγή τους; Τί θέλει να πει ο ποιητής τέλος πάντων. Ο σκουπιδιάρης, έστω, στην προκειμένη περίπτωση.

Μικρή (παιδούλα πάει να πει) είχα προβεί σε μια αλά Ντίκενς δραματική ερμηνεία· μου ακουγόνταν σαν την παραδοχή (ή απόδοση κατηγορίας) ότι οι ίδιοι οι καθαριστές είναι τα σκουπίδια της κοινωνίας μας, παραπεταμένοι και αδιάφοροι, και ως «τα σκουπίδια μας» μάς εύχονταν υποτακτικά «Χρόνια πολλά!», αλλά μας θύμιζαν κιόλας ότι για κάθε γιορτινή στιγμή που εμείς περνούσαμε πάνω στα παχιά χαλιά μας —δίπλα στο αναμμένο τζάκι ανοίγοντας δώρα— αυτοί παραπεταμένοι στις χωματερές περίμεναν να πιάσουν ξανά βάρδια, πάνω σ’ ένα λερό φορτηγό, φορτώνοντας ολημερίς βρωμερούς κουβάδες απορρίματα. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η φαντασία μου κάλπαζε από νηπιακή ηλικία.

Αργότερα η πρώτη ερμηνεία μου φάνηκε λιγουλάκι τραβηγμένη, και το είδα από μια πιο σκωπτική σκοπιά: σκέφτηκα πως ίσως να μας εύχονται περιπαικτικά χρόνια πολλά εκ μέρους των σκουπιδιών, χλευάζοντας την μικροαστική, καταναλωτική, εορταστική υπερβολή μας. Ας διευκρινίσω ξανά πως μιλώ για τα 1990s, μην πάει και παρεξηγηθώ από κανέναν επαναστάτη, κοινωνικό αγωνιστή. Αυτή η ιδέα μου άρεσε πολύ περισσότερο και έτσι την κράτησα για αρκετό καιρό, και δεν προχώρησα άμεσα στην ανασκευή της· ούτε όταν συνειδητοποίησα ότι μαζί με τις φωνές, οι σκουπιδιάρηδες βροντούσαν και τα κουδούνια, σκούζοντας στα θυροτηλέφωνα: «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!».

Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να χωνέψω ότι ο πρακτικός λόγος της φωνασκίας ήταν η διόλου ρομαντική αποκομιδή ενός άτυπου εορταστικού μποναμά, που όταν βαρούσαν τα κουδούνια κατέληγε εκβιασμένο ρεγάλο, σπάνια συνοδευόμενο από τις αντίστοιχες θερμές ευχές. Μετά μεγάλωσα κι άλλο, τα πράγματα έγιναν περίπλοκα, μπήκαν κι άλλες έννοιες στην κουβέντα: απεργίες, σκουπιδοβουνά, συνδικαλιστές, διορισμοί απ’ τα παράθυρα και τα συναφή που χαλάσαν λίγο την αμπελοφιλοσοφική μου διάθεση. Ωστόσο η σύνθεση της φράσης, «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», δεν έπαψε ποτέ να με απασχολεί, καθώς είναι σημασιολογικά λειψή, κι ως τέτοια, ανοιχτή σε άπειρες ερμηνείες. Ακόμα κι αν ξέρω τον σκοπό της κίνησης αυτής με απασχολούσε πάντα η καταγωγή της φράσης κι η βαθύτερη σημασία της.

Δεν αισθάνθηκα διόλου υπερήφανη όταν σήμερα το πρωί  καθώς με ξυπνούσε η γκαροφωνάρα —»Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!»— σκέφτηκα για πρώτη φορά καθώς ξεκαθάριζε ο ύπνος από το κεφάλι μου (στα εικοσιοκτώ μου και βάλε) ότι η παράδοση πρέπει να ξεκινά από έναν καιρό που οι καθαριστές του δήμου φώναζαν στις γειτονιές να κατεβάσει ο κόσμος τα σκουπίδια, μια και ακολουθούσε αργία και δεν θα είχαν την ευκαιρία να τα ξεφορτωθούν για αρκετές μέρες. Δεν παίρνω όρκο πως αυτή είναι η εξήγηση, αλλά επιτέλους κατέληξα σε μια ερμηνεία που βγάζει ένα μη σουρεαλιστικό νόημα. Αναρωτιέμαι τί να σκέφτεται ένα πεντάχρονο σήμερα για το ίδιο θέμα. Σήμερα που ο σκουπιδιάρης μόνο φωνάζει (δεν χτυπούν τα κουδούνια πια, το πήρανε απόφαση ότι δεν περισσεύει για ρεγάλο), «Χρόνια πολλά! Τα σκουπίδια σας!», σαν απομεινάρι άλλων εποχών —χάσαμε το λογαριασμό στις εποχές.

Advertisements

Είναι πλέον ξεκάθαρο, δεν αντιδρώ καλά στις καλοκαιρινές διακοπές. Εξαφανίζομαι, έχει καταστεί τελείως προφανές. Λίγο που όλο καταπιάνομαι με κάτι, λίγο που κάνει πολύ ζέστη και δεν μπορώ ν’ ανοίξω το laptop –μου καίει τα μπούτια– περνάνε δυο μήνες σαν νερό και δίνω την εντύπωση ότι άνοιξε η γη και με κατάπιε. Εσφαλμένη εντύπωση φυσικά, η γη δεν με κατάπιε, κι αν το έκανε ενώ κοιμόμουν με έφτυσε ανώδυνα πριν ξυπνήσω –άχθος αρούρης θα με φώναζε η μαμά μου αν διάβαζε Όμηρο, κι εκείνης στο λαιμό της κάθομαι. Πού με βρίσκει ο Σεπτέμβρης; Περιφερόμενη σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο, από έπιπλο σε έπιπλο του δωματίου, από δωμάτιο σε δωμάτιο του σπιτιού, από σπίτι σε σπίτι οικογενειακό, φιλικό, γκομενικό, γενικά μια γωνιά σ’ αυτό τον στεγνό τόπο δεν έχω ν’ αποκαλώ δική μου. Είναι δύσκολο στα είκοσι επτά σου να βρεθείς ξανά στο σπίτι της μαμάς σου, που είναι πια μόνο το σπίτι της μαμάς σου, και όχι το δικό σου. Και δυστυχώς, σε αντίθεση με τον Άχασβερ, εγώ δεν είμαι μεσαιωνικός μύθος, είμαι άνθρωπος και οι τιμωρίες της κολάσεως μ’ εξαντλούν και με αποπροσανατολίζουν. Με εξαντλεί επίσης και με αποπροσανατολίζει η γενική κατάσταση στη χώρα αυτή που έτυχε να γεννηθώ, και στην οποία πρέπει να μείνω τώρα για τους επόμενους πέντε μήνες χωρίς πραγματικά να το θέλω. Που πρέπει να με ανεχθεί και να την ανεχθώ· δύσκολο πράγμα η συμβίωση με μια χώρα που την βρίσκεις αφόρητη ακριβώς γιατί την πονάς περισσότερο από όσο πρόκειται να ενδιαφερθεί εκείνη ποτέ για σένα. Μέσα στη μέρα η βουή των πραγμάτων, οι διαρκώς στάσιμες εξελίξεις (έχω επίγνωση του οξύμωρου) και κυρίως η ανθρώπινη ανοησία, πάντα πανταχού παρούσα, με αποπροσανατολίζουν πλήρως, με στεναχωρούν και με απελπίζουν. Το βράδυ που πέφτει ησυχία, και μειώνεται η κίνησα στα social media έχω λίγο περισσότερο χρόνο να σκεφτώ. Κάθε βράδυ το τελευταίο δεκαήμερο προσπάθησα να γράψω κάτι, και κάθε βράδυ απέτυχα.

Μα τί να γράψω πια; Πόσο ανησυχώ; Πόσο φοβάμαι; Πόσο αηδιάζω; Έχει τελικά κανένα νόημα να τα πω όλ’ αυτά; Ενδιαφέρεται κανείς για την δική μου ανησυχία, τον φόβο, την αηδία; Ενδιαφέρεται κανείς για την δική σου; Λίγες στιγμές ανάσας μας άφησε αυτή η χώρα –αυτή η πόλη συνήθιζα να λέω, αλλά πήρε προαγωγή η απελπισία. Λίγο ορίζοντα να φύγει το βλέμμα. Λίγη χαρά. Ήθελα να γράψω κάτι εύθυμο, έτσι από αντίδραση, μα το μόνο πράγμα που μου συνέβη (υπερβολή το «μου συνέβη», για το οποίο είμαι μάρτυρας τέλος πάντων) και είναι χαρούμενο, το είχε αφηγηθεί σχεδόν πανομοιότυπο η Χριστίνα Ταχιάου στο Protagon πριν από μερικές εβδομάδες και δεν ήθελα να φανεί σαν να κλέβω την ιστορία της. Ωστόσο φαίνεται πως θ’ αναγκαστώ να το κάνω –να αφηγηθώ την ιστορία μου, όχι να κλέψω την δική της– γιατί τόσο καιρό αυτός ο τόπος δεν μου προσέφερε ούτε ικμάδα αυθόρμητης ξεγνοιασιάς για να σας την προσφέρω κι εγώ με τη σειρά μου.

Συνέχεια

Έχει ήδη σχεδόν ξημερώσει, αν και η συννεφιά δεν αφήνει την ανατολή να λούσει τον ουρανό με φως. Τα πάντα είναι σκούρο μπλε. Τί κάνω ξύπνια τέτοια ώρα; Το έχω ξαναδεί το έργο. Αυτή η αδυναμία, ή ανικανότητα, να κοιμηθώ, που αρνήθηκα να παλέψω με χημικά μέσα το 2009, και το άγχος στα όρια της κρίσης πανικού που νόμισα ότι κατάφερα να ξεπεράσω το 2010 φαίνεται να μου χτυπάνε ξανά την πόρτα –αρκετά δυνατά ώστε να με κρατούν με τα μάτια ορθάνοιχτα στις τέσσερις και μισή το πρωί, χωρίς ν’ απολαμβάνω την αγρύπνια μου όπως συνήθως συμβαίνει όταν με βρίσκει το ξημέρωμα ξύπνια. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Με ανοιχτά ή κλειστά μάτια το μόνο που σκέφτομαι επιτακτικά είναι πώς θα μαζέψω όλη τη σαβούρα μου –το βιός μου δηλαδή– πώς θα την πακετάρω για να την αφήσω πίσω. Το μυαλό μου φτιάχνει λίστες με το τί πρέπει να πάει πού, που αμέσως τις ξεχνώ και ξεκινώ την καταμέτρηση πάλι απ’ την αρχή. Μια ατέρμονη μονομαχία εγώ κι οι ανύπαρκτες κούτες. Το σιχαίνομαι. Σιχαίνομαι αυτές τις χαμένες ώρες που η κούραση δεν κερδίζει, αλλά στέκεται αποκαμωμένη σε μια γωνία όσο το κεφάλι μου παλεύει με ανεμόμυλους. Δεν μπορώ να βρω κούτες πουθενά. Πού θα τα χωρέσω όλ’ αυτά τα πράγματα; Πρέπει να βάλω σίδερο. Πρέπει να ξεδιαλέξω σημειώσεις και χαρτούρα. Και τέλος πάντων να μια θαυμάσια ευκαιρία να πετάξω όλα μου τα τρύπια βρακιά. Μα αυτό δε φτάνει. Πρέπει να ξεθάψω αυτά που είχαν στριμωχτεί, συμπιεστεί μέσα σε ντουλάπες, ντουλάπια, αποθήκες, κάτω απ’ το κρεβάτι, μέσα σε τσάντες και κουτιά· όλ’ αυτά που δεν ενόχλησαν κανέναν για χρόνια μέσα στις τρύπες τους, και τώρα θα τα ξεράσει το σπίτι στην επιφάνεια για να αναγκαστώ να βρω εγώ τρόπο να τα ξαναστριμώξω μέσα στις κούτες που δεν έχω. Όσο περισσότερο κοιτάζω γύρω μου τόσο πιο αδύνατο μου φαίνεται το εγχείρημα. Ανόητη· κακομαθημένη· ηλίθια. Μια μετακόμιση σου είπαμε να κάνεις, όχι να βρεις το μποζόνιο του Χιγκς. Δεν σου ζητήσαμε να τα πετάξεις στα σκουπίδια δα. Θα τα μαζέψεις ωραία-ωραία. Θα τα τακτοποιήσεις μέσα σε κούτες –κάπου θα βρεις κούτες. Κι ύστερα θα χώσεις όλη τη ζωή σου σε μια αποθήκη μέχρι νεοτέρας. Σταμάτα λοιπόν τη γκρίνια και πήγαινε για ύπνο. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου.

Μα ήρθε. Ένα τέλος. Ενός κόσμου. Για όλ’ αυτά που μάζευα σαν μικρός ιδιόρρυθμος ρακοσυλλέκτης, ή ένα απ’ αυτά τα πουλιά που χτίζουν τη φωλιά τους με βρωμιές που μαζεύουν στο δρόμο: για τη λάμπα και το σκαμπό και το πουφ της Ελένης, τη βιβλιοθήκη του Τομ, τον καθρέφτη του Τσάρλι, τη μεταμοντέρνα κουνιστή πολυθρόνα εκείνης της κυρίας που αγόρασα απ’ το e-bay για ψίχουλα, τη θερμάστρα που έκλεψα από… δε σας λέω από πού, για το ναργιλέ που μου πήρε δώρο ο Άγγελος τα Χριστούγεννα, την ονειροπαγίδα που μου χαρίσανε η Σοφία κι η Μαριάννα, τη φωτογραφία της μαμάς μου με μένα μωρό στην αγκαλιά, και το μικρό καθολικό αγαλματάκι της προγιαγιάς μου με την Παναγιά και το θείο βρέφος, για το μαντίλι που κέντησα και το ‘κανα μετά σεμέν για το έπιπλο και τη ραγισμένη λάμπα Τίφανι, για τα βιβλία μου, και τα καπέλα μου, για τα ηλίθια αρκουδάκια, και την κακοζωγραφισμένη αυτοπροσωπογραφία μου… Όλ’ αυτά ήταν το σπιτικό μου, ο κόσμος που έφτιαξα για μένα τέσσερα χρόνια τώρα, χωρίς ευκολίες, και χωρίς ανέσεις, τον περισσότερο καιρό με πολύ κόπο και φοβερή προσπάθεια· αλλά ήταν ο δικός μου κόσμος, και το δικό μου σπίτι. Και τώρα πρέπει να το αφήσω πίσω, και να επιστρέψω μετά από τόσο καιρό στο σπίτι ενός άλλου. Εντάξει, της μάνας μου το σπίτι, το σπίτι που μεγάλωσα, ναι. Αλλά όχι το σπίτι που έφτιαξα, και που ήταν εντελώς δικό μου, και κανείς δεν το όριζε εκτός από ‘μένα. Στα εικοσιεπτά μου, πίσω στο σπίτι ενός άλλου. Στο μονό κρεβάτι που μου αγόρασαν όταν έκλεισα τα τρία. Στο κοινό δωμάτιο που θα αναγκαστεί να μοιραστεί μαζί μου μια διόλου χαρούμενη γι’ αυτό δεκαπεντάχρονη αδελφή. Πονάει το κεφάλι μου. Κι όσο κι αν καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ και δεν πρέπει να μουλαρώσω σε μια γωνιά και να τα βάλω με το σύμπαν, το πεντάχρονο μέσα μου αντιδρά άσχημα και στ’ αρχίδια του οι καλοί τρόποι, και το savoir faire, θέλει ν’ αρχίσει να κλωτσάει τους τοίχους και να ουρλιάζει μέχρι να ξυπνήσει όχι μόνο τον προβληματικό γείτονα, αλλά όλη τη γειτονιά, κι ολόκληρο το Γιόρκ αν γίνεται.

Συνέχεια

Σήμερα έπρεπε να πλύνω τα πιάτα. Δεν συμπαθώ καθόλου τις δουλειές του σπιτιού και τείνω να τις αναβάλλω μέχρι το μη παρέκει: μέχρι τα ρούχα να γίνουν βουνό για πλύσιμο και μετά στοίβα για σιδέρωμα, και τα πιάτα πύργοι και κάστρα πλάι στο νεροχύτη· αναβάλλω το ξεσκόνισμα μέχρι να μπορείς να γράψεις έκθεση με το δάχτυλο πάνω στα έπιπλα και το σκούπισμα μέχρι να καταστεί εφικτό να μαζέψεις απ’ τη μοκέτα μπάλες σκόνης, σαν αυτές που βλέπουμε σε ταινίες της άγριας δύσης όταν φυσάει στον έρημο δρόμο μπροστά απ’ το σαλούν πριν αρχίσει το πιστολίδι. Σήμερα όμως έπρεπε να πλύνω τα πιάτα και έτσι το κατάπια, το χώνεψα, το πήρα απόφαση τέλος πάντων, και ξεκούνησα να κατέβω στην κουζίνα. Σε έναν αγγλικό νεροχύτη θα βρει κανείς πολύ συχνά ένα σύστημα απίστευτης ανοησίας που και οι περισσότεροι Άγγλοι ακόμα δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σήμερον ημέρα. Οι βρύσες της κουζίνας (καμιά φορά και του μπάνιου για πολύ μερακλήδες σπιτονοικοκύρηδες) είναι χωριστές. Διαφορετική για το ζεστό νερό και διαφορετική για το κρύο, χωρίς μίκτη· από τη δεξιά πλευρά του νεροχύτη παγώνεις και απ’ την αριστερή σε αρπάζουν οι φλόγες της κολάσεως (το ζεστό νερό είναι μόνιμη παροχή στο σπίτι και δεν χρειάζεται ν’ ανάψεις θερμοσίφωνα). Είμαι εδώ τόσα χρόνια που έμαθα να πλένω μόνο με το ζεστό νερό, μάλλον αναισθητοποιήθηκε το δέρμα μου ή ανέπτυξα κάποια αριστοτεχνική επιδεξιότητα στο να μην έρχομαι σ’ επαφή με το τρεχούμενο νερό καθώς ξεπλένω πιάτα, μαχαιροπίρουνα και σκεύη. Η αλήθεια είναι πως η βρύση μου σ’ ετούτη εδώ την οικία είναι κάπως ελαττωματική και το νερό είναι συνήθως οριακά ανεκτά καυτό με σπάνιες εκρήξεις λάβας (οπότε και αναγκάζομαι ν’ ανοίξω το κρύο για να περισώσω ό,τι μπορώ απ’ τα χέρια μου). Σε έναν μικρό νεροχύτη σαν τον δικό μου (και έχοντας να πλύνω πιάτα δυο-τριών ημερών) πρέπει να εφαρμόζεις επιχειρησιακό πλάνο: βάζω μέσα στη γούρνα τα πιάτα (τα υπόλοιπα στον πάγκο, πλάι), σαπουνίζω πρώτα ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, τα ξεπλένω, τα τοποθετώ στο στραγγιστήρι, σαπουνίζω τα πιάτα, μεταφέρω τα κατσαρολικά στη γούρνα (όπου δεν χώραγαν πριν), ξεπλένω τα πιάτα, τα βάζω στο στραγγιστήρι, σαπουνίζω και ξεπλένω τα υπόλοιπα σκεύη. Νομίζω ότι έτσι κάνω κάποια οικονομία στο νερό και το σαπούνι γιατί ενώ ξεπλένω τα μεν μουλιάζουν τα δε, και τέλος πάντων αυτός ο τρόπος μου φαίνεται πιο πρόσφορος απ’ την ελαφρώς αηδιαστική αγγλική μέθοδο: τα βάζω όλα μέσα στη γούρνα, την γεμίζω νερό, σαπουνίζω και τα βγάζω να στεγνώσουν χωρίς ξέπλυμα. Όπως και να ‘χει, αυτό το σύστημα εφαρμόζω.

Συνέχεια

Το AIDS υπήρξε ο μεγαλύτερος καθολικός τρόμος που θυμάμαι να βιώνω στην παιδική μου ηλικία. Ξεπέρασε κι αυτόν τον τρόμο του πυρηνικού ολοκαυτώματος που έζησα όταν πληροφορήθηκα την ιστορία του Τσερνομπίλ γύρω στα πέντε. Αποτέλεσε την αφορμή για τον μοναδικό επί χρόνια επαναλαμβανόμενο εφιάλτη μου, και είμαι σίγουρη πως έχει μια ξεχωριστή θέση στην ψυχοπαθολογία μου, αν και μέχρι σήμερα μου προκαλεί τόση αμηχανία που έχει σταθεί αδύνατο να το ερευνήσω περαιτέρω. Ήμουν έξι ή επτά χρονών όταν άκουσα γι’ αυτό πρώτη φορά. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην κουζίνα. Έπαιζα κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας και γύρω απ’ αυτό οι γονείς μου συζητούσαν με μια γειτόνισσα και φίλη ο αδερφός της οποίας ήταν πιλότος της Ολυμπιακής, και πάντα πρωταγωνιστούσε σε μια σειρά από εξωτικές ιστορίες απ’ όλη την υφήλιο. Η συγκεκριμένη εξωτική ιστορία ήταν φρικιαστική. Θυμάμαι ακόμα να σταματάω το παιχνίδι με τις κούκλες και να στήνω αυτί για να καταλάβω τί ακριβώς λέγαν οι μεγάλοι. Η αφήγηση ήταν τοποθετημένη κάπου στην Αφρική όπου –υποτίθεται πως– φορείς του AIDS τριγυρνούσαν στο δρόμο με μια χρησιμοποιημένη σύριγγα και μόλυναν τους υγιείς εν ψυχρώ καρφώνοντάς τους πάνω απ’ τα ρούχα. Μιλάω για το 1991 ή 1992, πρέπει να ήταν τότε που ο τρόμος του AIDS είχε φτάσει για τα καλά στην Ελλάδα. Το μυαλό μου σ’ εκείνη την ηλικία δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει ανάμεσα στη λογική και τον αστικό μύθο. Η ιστορία καταγράφηκε ως πέρα για πέρα αληθινή. Εκείνο το βράδυ είδα για πρώτη φορά έναν εφιάλτη που με τυράννησε για χρόνια, μισή δεκαετία ή ίσως και παραπάνω:

«Είμαστε λέει στο παλιό, μικρό μας αυτοκίνητο και οδηγούμε στη γειτονιά της γιαγιάς μου. Η οδός Σαλαμίνος στον Πειραιά είναι ένας σχετικά φαρδύς δρόμος, χωρίς να αποτελεί λεωφόρο. Μπροστά μας δύει ο ήλιος και το φως στον ουρανό χαμηλώνει. Οι άνθρωποι τρέχουν να μπουν στα σπίτια τους, μαζεύουν υστερικά τα παιδιά τους απ’ τα πεζοδρόμια που έπαιζαν μέχρι εκείνη την ώρα και τα κλειδώνουν μέσα. Εμείς οδηγούμε· το αυτοκίνητο κυλάει. Στη γειτονιά αυτή ένας τέρας κυκλοφορεί τη νύχτα. Μια γυναίκα, ψηλή, αποστεωμένη, με κοντά μαλλιά, ξεραμένο πρόσωπο, άδεια μάτια· το όνομά της ήταν Ία [προφανής παραφθορά της λέξης «ιός»]. Ένα άγγιγμά της μοναχά αρκούσε να σου μεταδώσει το θάνατο. Όσο πλησιάζουμε στο σπίτι της γιαγιάς μου σκοτεινιάζει και μέχρι να φτάσουμε είναι πια εντελώς νύχτα. Το αυτοκίνητο σταματά στη μέση του δρόμου. Το τέρας πλησιάζει με αργά βήματα. Εγώ με τον αδελφό μου καθόμαστε στο πίσω κάθισμα. Η μαμά μου στη θέση του οδηγού. Η γυναίκα τραβάει την πόρτα. Στις χειρότερες εκδοχές του εφιάλτη η πόρτα ανοίγει κι εκείνη γραπώνει τη μαμά μου. Άλλες φορές ξυπνώ πριν γίνει αυτό. Μεγαλώνοντας κατάφερα να κάνω την πόρτα να κλειδώνει, κι έτσι απλά μένουμε μέσα στο αυτοκίνητο κατατρομοκρατημένοι, περιμένοντας να ξημερώσει».

Ταλαιπωρήθηκα πολλά χρόνια απ’ αυτό το κακό όνειρο. Ξυπνούσα στη μέση της νύχτας ιδρωμένη και σε καθεστώς απόλυτου τρόμου. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Όχι τότε τουλάχιστον· το κουβέντιασα για πρώτη φορά χρόνια αφότου ο εφιάλτης είχε πάψει να επανέρχεται. Σιγά-σιγά ανέπτυξα άμυνες για να καταφέρνω να κοιμάμαι. Είπα: «Η Ία έρχεται μόνο στο σκοτάδι», κι έτσι για χρόνια δεν κοιμήθηκα ποτέ χωρίς ένα φως αναμμένο στο δωμάτιό μου. Είπα: «Η Ία βγαίνει απ’ την ντουλάπα που είναι σκοτεινά, αν κρατήσω την ντουλάπα κλειδωμένη είμαι ασφαλής». Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να κοιμηθώ σε δωμάτιο με ανοιχτές ντουλάπες/ντουλάπια/συρτάρια (αν και τώρα πια δεν χρειάζεται να είναι κλειδωμένα, παλιά αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο). Για χρόνια έκλεινα τις ασφάλειες εμμονικά, μια-μια σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο έμπαινα (πολύ πριν έρθει στην Ελλάδα το κεντρικό κλείδωμα). Προφανώς αποτέλεσα ενόχληση για πάρα πολλούς ανθρώπους όλο αυτό τον καιρό, καθώς κανείς δεν ήξερε για ποιο λόγο συμπεριφερόμουν έτσι αλλοπρόσαλλα.

Μεγαλώνοντας φρόντισα να μάθω, να διαβάσω, ν’ ακούσω, να πληροφορηθώ σε μια προσπάθεια να σκοτώσω αυτό τον τρόμο. Οι τρόμοι βέβαια δεν σκοτώνονται, η πληροφόρηση όμως λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την ενσάρκωσή τους. Για το λόγο αυτό οι αρνητές του HIV/AIDS και ιστορίες σαν αυτή της προσφάτως εκλιπούσας Μαρίας Παπαγιαννίδου με βγάζουν απ’ τα ρούχα μου. Με αφορμή τον θάνατο της Παπαγιαννίδου και την σχετική παραφιλολογία που ακολούθησε ξύπνησε λίγο αυτός ο πρωτόγονος φόβος. Έχω λόγω ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων μελετήσει αρκετά την ψυχολογία της ασθένειας και τις ιδιαιτερότητες του ψυχισμού του ασθενούς και σε επιστημονικό επίπεδο μπορώ να κάνω τους διαχωρισμούς μου, να κατανοήσω από πού πηγάζει αυτή η τεράστια ανάγκη του καταδικασμένου εις θάνατον από κάτι που φαίνεται να είναι το ίδιο του το σώμα να αρνηθεί την πραγματικότητά του, να αγκαλιάσει μια άλλη, πλασματική πραγματικότητα, και να πορευθεί μέσα στην άρνηση που του εξασφαλίζει μια επίφαση ηρεμίας. Δεν σκόπευα να γράψω γι’ αυτό το θέμα τότε, γιατί είναι ένα θέμα που με ενοχλεί για τους λόγους που εξέθεσα παραπάνω και το εξωτερικεύω με δυσκολία. Επί τη ευκαιρία πάντως διάβασα τις νεότερες επιστημονικές εξελίξεις πάνω στο θέμα, διάβασα τα επιχειρήματα των οροαρνητών –που δεν με έπεισαν ούτε καν λιγάκι ανεξαρτήτως προκατάληψης– παρακολούθησα πολύ στενά το debate που προέκυψε, και η άποψή μου για το θέμα εδραιώθηκε εκ νέου.

Μερικές ημέρες πριν, ξαπλωμένη στον καναπέ, με τον έρωτα της ζωής μου να κοιμάται παραδίπλα έχοντας παγιδεύσει τα πόδια μου που μούδιαζαν για καμιά ώρα απ’ το κράτημά του, διάβασα για τη σύλληψη της Ρωσίδας ιερόδουλης που είναι φορέας του HIV. Αισθάνθηκα αμέσως αυτό τον ίδιο εμμονικό φόβο για ένα μολυσματικό ολοκαύτωμα να επιστρέφει. Με τη δημοσιοποίηση περισσότερων ονομάτων (όσο περνούν οι μέρες ο αριθμός αυξάνεται, απ’ την μια πήγε στις δώδεκα κι αν ισχύουν αυτά που διαβάζω αυτή τη στιγμή έχουν φτάσει στις δεκαεπτά) ξέσπασε μια γιγάντια συζήτηση σχετικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας. Μαζί με τα πλήρη στοιχεία των γυναικών δημοσιεύτηκαν η φωτογραφίες κι ο τόπος διαμονής τους. Πλήθος κόσμου αντιδρά. Η δική μου πρώτη, ενστικτώδης αντίδραση στις ελάχιστες πληροφορίες που αρχικά έλαβα ήταν πως καλώς δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες. Πως η προφύλαξη της δημόσιας υγείας είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο. Δεν ασχολήθηκα με το θέμα για μια-δυο μέρες, καθώς ήμουν μακριά απ’ το Ίντερνετ. Ύστερα γύρισα στο σπίτι μου και ξεκίνησα να διαβάζω. Είδα τις φωτογραφίες. Έμοιαζαν τόσο με την τρομακτική μορφή στ’ όνειρό μου. Και συνειδητοποίησα ότι η πρώτη μου αντίδραση ήταν και απαράδεκτη, και απόρροια του παιδικού μου, ενστικτώδη φόβου που μετατρέπει τον φορέα του AIDS σε μολυσματικό τέρας και την κοινωνία (εμένα) σε παγωμένο απ’ τον τρόμο παιδί, κλειδωμένο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Όμως η κοινωνία δεν αποτελείται από εξάχρονα. Και γι’ αυτό απ’ όποια άποψη κι αν το πάρεις η κίνηση ήταν απαράδεκτη. Και σε επίπεδο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε επίπεδο αποτελέσματος. Προκειμένου να ενημερώσουν το κοινό αρκούσε η δημοσίευση της πληροφορίας και της τοποθεσίας του παράνομου οίκου. Εκτιμώ ότι με μια πιο αόριστη ανακοίνωση θα είχε αυξηθεί ο αριθμός των ανθρώπων που καλούν στα ειδικά κέντρα για να εξεταστούν. Ή θα είχε παραμείνει ο ίδιος. Πάντως δεν θα ήταν μικρότερος. Σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρέτησε η δημοσίευση των στοιχείων αυτών των γυναικών το δημόσιο καλό. Μάλλον το έβλαψε.

Και ξεκαθαρίζω πώς: το κράτος δικαίου είναι βασισμένο σε θεμελιώδεις αρχές που οφείλουν να είναι απαράβατες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες άνευ εξαιρέσεως. Θεμελιωδέστερη αρχή του είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας του ατόμου και των απόρρητων προσωπικών δεδομένων του (συμπεριλαμβανομένου του ιατρικού απορρήτου). Οτιδήποτε άλλο και με οποιοδήποτε πρόσχημα αποτελεί χυδαίο κανιβαλισμό, και στην προκειμένη περίπτωση η αφορμή είναι μια βρωμερή σκοπιμότητα που ακούει στο όνομα «προεκλογική περίοδος». Δεν με απασχολεί το πόσο νομιμοφανής μπορεί να παρουσιαστεί αυτή η κίνηση (τα μέχρι τώρα στοιχεία που έχω διαβάσει μάλλον δεν συνάδουν προς την άποψη ότι ήταν νόμιμη): αποτελεί αφορμή της κατάλυσης του κράτους δικαίου. Και αυτό είναι το εφαλτήριο για οποιαδήποτε μελλοντική κατάλυσή του. Με ή χωρίς αφορμή. Ως αποτέλεσμα μπορεί να έχει μόνο την αναισθητοποίηση της κοινωνίας, τη δημιουργία μιας στρατιάς από θηρία που είναι έτοιμα να κατασπαράξουν το πιο αδύναμο απ’ τα μικρά τους, να τραφούν από τις σάρκες του και να συνεχίσουν ανενόχλητα να δομούν την ευημερία τους πάνω στον πόνο των λιγότερο προνομιούχων.

Δεν σκοπεύω να ανοίξω κουβέντα περί ευθυνών (της εκδιδόμενης ή του πελάτη). Ακριβώς γιατί δεν έχει καμιά σημασία. Δεν θέλω να επιχειρηματολογήσω ότι η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει γιατί οι κοπέλες ήταν θύματα («ας δημοσιεύσουμε και τις φωτογραφίες των πελατών που αγόραζαν σεξ χωρίς προφυλάξεις από παράνομους οίκους», ακούγεται από εχθές). Η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει, τελεία. Το ξέρω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν έζησε ποτέ την Αναγέννηση, δεν έζησε τον Διαφωτισμό. Η δημιουργία του Ελληνικού Κράτους δεν στηρίχτηκε ουσιαστικά στα θεμέλια των κινημάτων που διαμόρφωσαν την υπόλοιπη Ευρώπη παρά κατ’ επίφασιν μόνο και δια της αντιγραφής, χωρίς ποτέ να καταφέρουμε να εμβαθύνουμε σ’ αυτά. Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της Ελληνικής κοινωνίας, και το πληρώνουμε (και) στην κρίση που βιώνουμε την τελευταία διετία. Είμαστε όμως όπως και να το κάνουμε άνθρωποι του 21ου αιώνα. Σ’ αυτό το σημείο πια θα έπρεπε να έχουμε αποκομίσει κάτι από την Ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά στην οποία δικαιωματικά έχουμε μερίδιο. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό η κοινωνία ν’ αντιδρά όπως ο εξάχρονος εαυτός μου. Δεν πρέπει ν’ αφήσει τα θηρία να τραφούν απ’ το φόβο της. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι αδιαπραγμάτευτη υπό όλες ανεξαιρέτως τις συνθήκες. Οι ένοχοι για οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη πράξη πρέπει να τιμωρηθούν με βάση τους νόμους και το Σύνταγμα. Η περιφορά των κουφαριών τους στην πλατεία προς παραδειγματισμό είναι απομεινάρι κάποιας πολύ σκοτεινής εποχής που εύχομαι να μην αναβιώσει όσο φοβάμαι πως αυτό σχεδόν έχει ήδη γίνει.

Κανόνας Όρθρου Μεγάλου Σαββάτου (Μεγάλη Παρασκευή εσπέρας-Ακολουθία του Επιταφίου)

Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.


Ξεκίνησα να γράφω το κείμενο αυτό πέρυσι την Μεγάλη Εβδομάδα. Για πάρα πολλούς λόγους δεν μπόρεσα να το τελειώσω τότε: το παράτησα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου· κι εφέτος δυσκολεύομαι πάρα πολύ να το ξαναρχίσω. Το περιτριγυρίζω μέρες τώρα, ανοίγω το αρχείο, το κλείνω πάλι, έχω σκεφτεί άπειρα πράγματα που θέλω να πω, αλλά είναι πολύ μεγάλα για να χωρέσουν σε μια ανάρτηση και πολύ δύσκολα για να τα εκθέσεις με την απαιτούμενη απλότητα. Κρατάω τον τίτλο που έδωσα όταν ξεκίνησα να γράφω το κείμενο, αν και δεν τον αισθάνομαι πλέον ως αντιπροσωπευτικό. Κρατώ αυτά που έγραψα πέρυσι το Μεγάλο Σαββάτο αυτούσια, αν και η πρώτη μου σκέψη ήταν να τ’ αλλάξω και να τα αφομοιώσω σε ένα ενιαίο κείμενο χωρίς να αναφέρω καν την μεταχρονολόγηση του.

Μεγάλο Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Εχθές είχα ολημερίς μια διάθεση δακρύβρεχτη. Ξέρω ποια ήταν η αφορμή, ένα τραγούδι που άκουσα την προηγούμενη μέρα και μου εντυπώθηκε πολύ έντονα, ως αίσθηση περισσότερο, εντελώς βιωματικά και επώδυνα. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Μεγάλη Πέμπτη, τραγουδισμένο από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Χρήστου Τσιαμούλη. Η μουσική του είναι εντελώς λιτή και ύστερα από μια σύντομη εισαγωγή ακούγονται τα πρώτα λόγια: «Αυτός που κρέμασε τον ήλιο/στο μεσοδόκι τ’ ουρανού/κρεμάται σήμερα στο ξύλο». Για μένα αυτοί οι τρεις στίχοι αναδεικνύουν την πιο επιβλητική εικόνα της Μεγάλης Εβδομάδας, τη στιγμή που ο πλάστης, ο δημιουργός του κόσμου, ο εν ύδασοι τη γη κρεμάσας κρεμάται επί ξύλου, πραγματικά προδομένος από τους συνανθρώπους του και καταδικασμένος απ’ τον συν-θεό στο μαρτύριο. Γι’ αυτό πάντα το Ορθόδοξο Πάσχα μου φαινόταν ως ένα πολύ ανθρώπινο, όχι θείο, δράμα. Και κάτω απ’ το σταυρό, η εμβληματική φιγούρα όχι της Θεομήτορος, απλά της μάνας που χάνει το παιδί της με τον πλέον φριχτό τρόπο ∙ η εικόνα αυτή πάντα μου έφερνε δάκρυα στα μάτια και ένα δυσάρεστο σφίξιμο. Το να ακούσω τον Ιωαννίδη να τραγουδά, μ’ αυτή την γήινη, καθησυχαστική φωνή: «Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου/μια μάνα φώναξε, παιδί μου», ήταν αρκετό για να με βάλει ολοκληρωτικά στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Όλη την Μεγάλη Παρασκευή σιγομουρμούριζα τους στίχους του τραγουδιού, στο δρόμο, στη δουλειά, καθώς σέρβιρα τυρόπιτες και ντόνατς και καφέδες και σάντουιτς, και στο λεωφορείο και στο σουπερμάρκετ. Και μόλις έφτανα σ’ αυτούς τους στίχους βούρκωναν τα μάτια μου.

Έτσι μπήκα σε σκέψεις. Σκεφτόμουν ότι το Ορθόδοξο Πάσχα το αγαπώ πάρα πολύ. Δεν είμαι θρησκευόμενη εδώ και πολλά χρόνια, και η αγάπη μου αυτή δεν είναι θρησκευτικής φύσης. Αγαπώ αυτή την πολιτισμική κατασκευή που είναι το Πάσχα, την εκδήλωση της άπειρης αγάπης, της αδιαμαρτύρητης θυσίας. Και ταυτόχρονα με καταρρακώνει η χαμένη προοπτική της ανάστασης. Μερικές ημέρες πριν μια συνάδελφός μου, πεντηκοστιανή στο θρήσκευμα, μου έπιασε κουβέντα περί θρησκείας. Με ρώτησε τί πιστεύω, κι όταν της είπα πως ΔΕΝ πιστεύω διατύπωσε τις συνήθεις απορίες που διατυπώνουν οι ευσεβείς σε αντίστοιχες καταστάσεις: «Μα πώς αντέχεις να ζεις χωρίς να πιστεύεις στον Θεό; Σε τί ελπίζεις; Πώς περνάς τα δύσκολα αν δεν έχεις την δυνατότητα να κρατηθείς από την προσευχή; Πώς μπορείς να ζεις πιστεύοντας ότι δεν θα υπάρχει τίποτα από σένα μετά το θάνατο;». Αυτές οι ερωτήσεις πάντα με καταθλίβουν. Κυριολεκτικά με καταθλίβουν, γιατί αντικειμενικά η απάντηση είναι –για μένα τουλάχιστον– ότι η ζωή ενός άθεου βιώνεται σε ένα επίπεδο ως πολύ πιο σκληρή και δύσκολη, πολύ πιο απελπισμένη απ’ τη ζωή του θρησκευόμενου ανθρώπου. Και κυρίως η ζωή του εκπεσόντα άθεου, αυτού που γαλουχήθηκε με συγκεκριμένες αξίες, και προσδοκίες, και έφτασε κάποια στιγμή στη ζωή του να μην πιστεύει σε τίποτα όχι από αντίδραση και θυμό (για παράδειγμα μετά από το σοκ ενός θανάτου) αλλά απλά γιατί πραγματολογικά δεν είναι σε θέση να πιστέψει σ’ αυτό το υπερφυσικό «κάτι» που απαιτεί η θρησκεία. Είναι όμως πράγματι αβάσταχτο το να μην έχεις πού να στραφείς, το να μην έχεις να ελπίζεις, και κυρίως το να είσαι υποχρεωμένος να επικεντρώνεις όλη σου τη σκέψη και ενέργεια στο εδώ και στο τώρα, γιατί ξέρεις –πιστεύεις τέλος πάντων, κι αυτό είναι περίπου το ίδιο– ότι για σένα, και για όλους τους άλλους δεν υπάρχει μετά.

Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που καταστάλαξε μέσα μου το ότι δεν πιστεύω πια στην θεία αφήγηση, τον βιωμένο Λόγο. Ήταν ένα ζεστό και ταραγμένο καλοκαίρι όταν άνοιξε ξαφνικά μια απύθμενη άβυσσος μπροστά μου, η άβυσσος του αναπότρεπτου, δίχως γυρισμού τίποτα. Έγιναν όλα σχεδόν σε μια στιγμή, και τη στιγμή εκείνη άρχισα να κλαίω με λυγμούς, από παράπονο περισσότερο και για πολύ ώρα∙ μια εικόνα είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου, οι εξαθλιωμένες μητέρες της Αφρικής, με τ’ αποστεωμένα παιδιά τους να κρέμονται απ’ το στήθος τους, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τα θρέψουν. Και σαν σε λούπα έπαιζε ξανά και ξανά και ξανά μια πρόταση στο κεφάλι μου «Τόσες μανάδες, τόσα παιδιά∙ τόσες μανάδες, τόσα παιδιά». Μου ήταν αβάσταχτη η σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι που πέρασαν μια ζωή στην κόλαση επί γης δεν θα βίωναν ποτέ τη γαλήνη, ότι απλά θα εξαφανίζονταν στο τίποτα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Μα ακόμα πιο αβάσταχτη μου ήταν η ιδέα αυτής της Αφρικανής μάνας –της όποιας μάνας– που χάνει το παιδί της και δεν θα το συναντήσει ποτέ, ποτέ, ποτέ ξανά, ούτε καν στην άλλη ζωή, γιατί η άλλη ζωή δεν υπάρχει, και δεύτερη ευκαιρία δεν υπάρχει, και λύτρωση δεν υπάρχει. Η μάνα αυτή που ξεσκίζεται η ψυχή της στ’ ασπαλάθια της ερήμου για το παιδί που χάνει είναι για μένα η ύψιστη εικόνα της τραγικότητας. Η εικόνα αυτή σφράγισε την εξέλιξή μου σαν άνθρωπο λιγάκι. Ή ίσως ήταν η γνώση ότι βαθιά μέσα μου θα προτιμούσα να είμαι σε θέση να πιστεύω σε κάτι, και πως αυτό που έχανα εκείνη τη στιγμή είχε ένα δυσβάσταχτο κόστος και δεν είχε επιστροφή. Νομίζω ότι μετά απ’ αυτό αγάπησα το Πάσχα ακόμα περισσότερο. Το αγάπησα όπως αγαπάς κάτι που χάνεις, κάτι όμορφο που το βλέπεις από μακριά και ξέρεις ότι δεν μπορείς να το πιάσεις ποτέ ξανά. Και έχουν γίνει από τότε οι αντιδράσεις μου πολύ πιο συναισθηματικές απέναντι στην τυπολογία της γιορτής και στο θρησκευτικό τελετουργικό. Για μια εβδομάδα το χρόνο, χωρίς να ξεχνάω σε τί δεν πιστεύω, με απορροφά το κλίμα της κατάνυξης που έχει επενδυθεί με τον πόνο της απώλειας και έχει φορτωθεί με όλες τις παιδικές μου αναμνήσεις και όσα αυτές συνεπάγονται. Θυμάμαι την Μεγάλη Τετάρτη τη γιαγιά μου να κλαίει με την περιφορά του Εσταυρωμένου στην εκκλησία. Θυμάμαι να μου φαίνεται αστείο να της τραβάω το μανίκι και να της λέω: «Έλα ρε γιαγιά, ρεζίλι μας κάνεις!» και να μου απαντάει «Δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Κοίτα τον στο Σταυρό. Εκείνος μας αγαπούσε κι εμείς οι άνθρωποι τον σταυρώσαμε». Σήμερα η ίδια εκείνη εικόνα είναι η εικόνα της μητέρας καταρρέει και η ανάμνησή της και μόνο μου προκαλεί αβάσταχτη συγκίνηση. Μιλώ για την εικόνα του ανθρώπου που γραπώνεται απ’ την πίστη και βιώνει την εκκλησιαστική τελετουργία με την ψυχή του. Για τη γιαγιά μου ο Θεάνθρωπος που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα και αυτό μιλάει μέσα της με τον πιο θαυμαστό τρόπο. Την ζηλεύω και την αγαπώ γι’ αυτό ακόμα περισσότερο. Η γιαγιά μου κρατιέται από αυτό που προαναγγέλλουν οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού: «Θα ξανασπείρει καλοκαίρια/στην άγρια παγωνιά του νου/Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια/στην άγια/σκέπη τ’ ουρανού/κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι/θα γεννηθούμε τότε πάλι». Κρατιέται απ’ αυτό που εγώ έχασα. Νιώθει ένα άπιαστο μεγαλείο και βιώνει την ελπίδα κατάσαρκα.

  Συνέχεια

Σήμερα πρώτη φορά απ’ όταν ξεκίνησε αυτός ο τραγέλαφος, αισθάνθηκα μίσος. Έχω νιώσει παλιά αηδία, θυμό, αγανάκτηση, μεγάλη στεναχώρια, αλλά απόψε το συναίσθημα που κυριάρχησε ήταν ένα παθιασμένο, ασίγαστο μίσος. Λέω σήμερα για μια μέρα που είναι κιόλας χθες, μα δεν έχω κόψει ακόμα τη συνέχειά της μέσω του ύπνου, και γι’ αυτό την βιώνω ακόμα σαν να συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου τις φωτογραφίες της φλεγόμενης Αθήνας, και αυτή η ίδια η πράξη της συγγραφής μιας ηλεκτρονικής ανάρτησης μου φαίνεται τόσο φαιδρά περιττή που μ’ απελπίζει ακόμα περισσότερο. Θα έπρεπε πιστεύω να μην έχω λόγια, και μάλλον πρέπει να χαίρομαι που αυτό δεν συμβαίνει, γιατί όταν τα λόγια μ’ εγκαταλείψουν θα μ’ έχει εγκαταλείψει οριστικά κι η ελπίδα –κι αυτό προτιμώ να μην μου συμβεί. Όμως πέρα απ’ τα λόγια και τις ελπίδες, έχουν περάσει ώρες, κι εγώ ακόμα δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ το μίσος μου. Δεν με τυφλώνει, και δεν μεταβάλει την εν γένει άποψή μου για τα πράγματα, αλλά μου καίει το στήθος και με αποσυντονίζει, μου δημιουργεί ένα πρόβλημα συγκέντρωσης και μια σωματική υπερδιέγερση που εναλλάσσεται με ατονία ανά μισάωρο. Μισώ ανεξέλεγκτα τους υπεύθυνους για το αποψινό μακελειό, μισώ ανεξέλεγκτα αυτούς που το επέτρεψαν και μισώ ανεξέλεγκτα αυτούς που το δικαιολογούν με οποιονδήποτε τρόπο.

Θυμάμαι την Αθήνα που βάδισα τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια. Τους θορυβώδεις δρόμους που ήξερα όπως δεν έμαθα ποτέ την δική μου γειτονιά στο Κερατσίνι. Την πλατεία στο Σύνταγμα, και τα μαγαζιά απ’ όπου ποτέ δεν άντεχε το βαλάντιό μου να ψωνίσω στην Ερμού, και τα στενά πίσω απ’ την Αθηνάς που μύριζαν μπαχάρια. Τότε που κατέβαινα χωρίς φόβο στην Ομόνοια, κι ας ήταν εννιά η ώρα το βράδυ, και περπατούσα μέχρι την πλατεία Κοραή, γιατί βαριόμουν ν’ αλλάξω στο μετρό και να κατέβω Πανεπιστήμιο. Που διέσχιζα τη στοά με τα Στάρμπακς στο δεξί μου χέρι, έβγαινα στην Σταδίου, περνούσα το δρόμο κάθετα μετά το φανάρι στον Ιανό και σκουντούσα τον κόσμο για να περάσω στην αίθουσα, φορώντας ψωροπερήφανα στο λαιμό το δημοσιογραφικό μου πάσο. Θυμάμαι την «Μυστική Προβολή» με τις τρεις μικρού μήκους του Τοντ Χέινς, εκεί που είδα για πρώτη φορά το «Superstar: The Karen Carpenter Story», εγώ και άλλοι πάρα πολλοί· κατάμεστο το Απόλλων, με φοιτητές να γεμίζουν τους διαδρόμους, να κάθονται στο παχύ χαλί στο πίσω μέρος της αίθουσας. Θυμάμαι τις απογευματινές προβολές του φεστιβάλ Γαλλόφωνου κινηματογράφου, με παμπάλαιες ταινίες και άδεια την αίθουσα, στο πανί να χοροπηδάει ο Ντεπαρτιέ σε άγρια νιάτα. Θυμάμαι να ανεβαίνω τα σκαλιά του Αττικόν, να παίρνω θέση στον εξώστη με ένα κοριτσίστικο χαχανητό στιγμιαίας εκπλήρωσης νεανικής πριγκιπικής φαντασίωσης. Θυμάσαι αγάπη μου όταν είδαμε την πρεμιέρα του «Ratatouille», τότε που έβγαζα παράταιρα εισιτήρια και έπρεπε να παρακαλέσουμε κάποιον καλοπροαίρετο διπλανό ν’ ανταλλάξει θέση με έναν απ’ τους δυο μας; Θυμάσαι μια φορά στο Άστυ, που φτάσαμε καθυστερημένοι και η ταινία ήταν πολύ βαρετή –δεν ξέρω αν φταίει που ήταν Γερμανική– και δεν βλέπαμε την ώρα να τελειώσει για να κάνουμε άλλα πράγματα; Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι μια άλλη φορά, που είδα μοναχή μου στο Άστυ την πιο αλλοπρόσαλλη Κορεάτικη ταινία –να την ψάξετε, ο τίτλος είναι «Dasepo Naughty Girls». Θυμάμαι τόσες φορές που με πήρε ο ύπνος στις πρωινές δημοσιογραφικές προβολές –πώς ν’ αντέξει ο οργανισμός δίωρο ντοκιμαντέρ για τη Χέβι Μέταλ στις εννιά το πρωί; Το Αττικόν είχε τα πιο αναπαυτικά καθίσματα για να ξεκλέψεις έναν υπνάκο. Θυμάμαι ένα άλλο πρωί, πολύ παλιά αυτό, που παρακολούθησα στο Απόλλων την πρεμιέρα του προγράμματος Πρώτη Ώρα: Σινεμά, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης· ήταν η ταινίας «Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς Μου» της Πέννυς Παναγιωτοπούλου, και το κλάμα που έριξα στο μέσον της προβολής δεν το έχω κάνει ποτέ ξανά στη ζωή μου. Δεν είχα ακόμα μάθει πόσο δύσκολοι μπορούν να είναι κάποιοι αποχαιρετισμοί στην αληθινή ζωή. Θυμάμαι πάντα στα διαλείμματα να βαριέμαι και όταν βρισκόμουν στο Αττικόν να χαζεύω τον αστραφτερό πολυέλαιο που έμοιαζε τόσο ξένος στην Αθήνα που γνώριζα, την Αθήνα του πρώιμου 21ου αιώνα.

Συνέχεια

«Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει,

και η γη το σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει.

Άγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογούσι.

Μάγοι δε, μετά αστέρος οδοιπορούσι.

Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».

Ξημερώνει αισίως η 25η Δεκεμβρίου του 2011, μια μέρα που στη δεκαετία του ενενήντα πίστευα πως δεν θα ζήσω για να δω. Η γελοία αυτή σκέψη μου είχε καρφωθεί, του παρανοϊκού δεκά(plus)χρονου, όταν διάβασα τις προφητείες του Νοστράδαμου και αναλόγου σοβαρότητας ερμηνείες που τοποθετούσαν την αρχή του τέλους του κόσμου, και την έναρξη της Αποκάλυψης στο έτος 2000. Το 2000 ήρθε και πέρασε, το τέλος του κόσμου όχι, και έκτοτε πορεύομαι χωρίς να μπορώ να οριοθετήσω την επικείμενη καταστροφή, καθώς δεν πιστεύω πια σε κανενός είδους προφητείες, χρησμούς, ημερολόγια των Μάγια και άλλα συντελειακά. Μολαταύτα, η αλήθεια να λέγεται, μια μικρή συντέλεια έχει επέλθει, την τελευταία πενταετία, και παρόλο που δεν είναι συντέλεια εξ Αποκαλύψεως, έχει προκαλέσει ουκ ολίγα δεινά και δράματα. Αυτά τα Χριστούγεννα δεν μοιάζουν με ό,τι γνώρισε η γενιά μου. Οι γειτονιές δεν είναι ολόλαμπρες και φωτισμένες· δεν διαθέτουμε πια το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης (κι ας ήταν εκείνο το δέντρο του Αβραμόπουλου ένα αισθητικό έκτρωμα)· τα νοικοκυριά φτιάξανε μια δόση μελομακάρονα και καμία κουραμπιέδες, ή αντιστρόφως, ανάλογα με τα γούστα του καθενός. Από την άλλη πλευρά, όπως και να το κάνεις η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, όπως τόσα και τόσα χρόνια κατά την χριστιανική παράδοση. Μικρή υπενθύμιση εδώ: σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησία και πίστη, κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών (Χριστούγεννα, Πάσχα, Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, κ.ο.κ.) δεν τελείται αναπαράσταση του θρησκευτικού γεγονότος, αλλά μέσω της θέωσης, μέσα στην εκκλησία λαμβάνει χώρα το ίδιο το γεγονός, αυτούσιο και άχρονο. Αυτά για όποιον έχει κουράγιο να πιστέψει σε θαύματα: Χριστός γεννάται σήμερον. Σήμερον λέμε.

«Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών,

ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως·

εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες,

υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν,

τον Ήλιον της δικαιοσύνης,

και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι».

Μα αρκετά με την κατήχηση, δεν ξεκίνησα να γράφω γι’ αυτό. Όσο γράφω όμως αλλού με πάει το άτιμο το πράμα. Ψάχνοντας λιγάκι στο youtube έπεσα πάνω σε Κερκυραϊκά κάλαντα, από διάφορες εκδηλώσεις Κερκυραίων. Παλιές κόπιες που ψηφιοποιήθηκαν πρόσφατα, να, μια απ’ το 1989, στον Άγιο Προκόπη· η κάμερα λίγο τρέμει, και ζουμάρει απότομα, το χρώμα αλλοιωμένο, κάτι ανάμεσα σε μαυρόασπρο και σέπια με λίγο χρώμα. Να και τα κάλαντα απ’ τον Κάτω Γαρούνα, που αφηγούνται την ιστορία των Χριστουγέννων με κερκυραϊκό μπρίο και νάζι. Κι εδώ η Χορωδία Κερκύρας λέει τα κάλαντα μπροστά στου Ζήσιμου στο Λιστόν. Δεν ξέρω πόσο παλιό είναι το βίντεο, μα είναι το αγαπημένο μου, γιατί το τραγούδι τελειώνει με την αποστροφή: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά». Μου θύμισαν τα τόσα κάλαντα την μοναδική χρονιά που κάναμε Χριστούγεννα στο χωριό, πολύ πολύ παλιά. Κερκυραϊκή βροχή καθ’ όλη τη διάρκεια των γιορτών, και τα κάλαντα λέγονται από το απόγευμα ως το βράδυ, γι’ αυτό άλλωστε και τραγουδάμε «Καλήν εσπέραν άρχοντες».

Άλλο θέμα. Εφέτος στο Κερατσίνι δεν θα δεις πουθενά μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ίσως είναι έτσι σ’ ολόκληρη την Αθήνα, ίσως σ’ όλη την Ελλάδα. Εγώ ένα μαγαζί είδα μόνο, στον Πειραιά, κι αυτό καχεκτικό και παράταιρο. Θυμάμαι μια εποχή που κάθε γωνιά είχε κι ένα τέτοιο κατάστημα, με τους πάγκους γεμάτους γυαλιστερές μπάλες και γιρλάντες, και φωτάκια, και φουντωμένα –αν και πλαστικά– έλατα. Έμπαινα μέσα και φοβόμουν ότι με ένα στραβοπάτημα θα διαλυθεί το σύμπαν. Όταν ήμουν πολύ μικρή αγοράζαμε ένα στολίδι το χρόνο και το λατρεύαμε σαν καινούριο που ήταν. Κι όταν μεγάλωσα λιγάκι, την εποχή που οι αγελάδες κόντεψαν να τα τινάξουν απ’ τη χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια, αγοράζαμε κούτες τα καινούρια στολίδια. Να ταιριάζουν μεταξύ τους. Να είναι άψογα. Να στέκουν καλά πάνω στο τεράστιο και πανύψηλο δέντρο. Να λάμπουν με όλη την ψευτιά και την υπεροψία των γιορτών των χορτασμένων. Τίποτα να μην ξεχωρίζει όπως κάποτε το ένα και μοναδικό στολίδι της χρονιάς. Όχι πως τα πετάξαμε αυτά τα στολίδια. Τα καταχωνιάσαμε κάπου στο πίσω μέρος του δέντρου, τα βλέπαμε και λέγαμε «θυμάσαι τότε που…». Θυμάμαι μια πλαστική ροζ νεράιδα, χοντροκομμένη και μάλλον άκομψη που ερωτεύτηκα όταν ήμουν τεσσάρων. Τόσο μ’ ενθουσίασε που δεν ήθελα καν να την κρεμάσω στο δέντρο, και την κουβαλούσα στο νηπιαγωγείο μαζί μου, μέχρι που ένα παιδί μου είπε πως είναι άσχημη και έκανα καυγά τρικούβερτο, μα μετά δεν την ξαναπήρα μαζί μου. Την κρέμασα στο δέντρο, και την κρεμάμε κάθε χρόνο από τότε. Εφέτος δεν την είδα. Να θυμηθώ να κοιτάξω.

Αυτό το δέντρο στο σαλόνι μου κάθεται στο λαιμό. Είναι τόσο μεγάλο που τα πίσω κλαδιά δεν χωράνε, κι έτσι δεν τα βάζουμε ποτέ, το στριμώχνουμε στη γωνιά του τοίχου και στολίζουμε το υπόλοιπο. Μην με παρεξηγήσετε, είναι θεσπέσιο στη θέαση, και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την μπαγαποντιά. Αλλά είναι κάπως άψυχο. Θυμάμαι το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θυμάμαι πώς αγοράσαμε το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν είχα γεννηθεί ακόμα, αλλά δεν έχει σημασία, το θυμάμαι κι έτσι. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν τον Σεπτέμβρη του 1982. Τον Δεκέμβρη εκείνης της χρονιάς ο μπαμπάς μου υπηρετούσε ακόμα τη θητεία του στο Ναυτικό. Είκοσι τριών χρονών. Η μαμά μου μην σας πω καλύτερα, θα τρομάξετε· πολύ μικρότερη πάντως. Κι έτσι λίγο πριν τις γιορτές, ο ναύτης εξόδου –ένα θεόψηλο, λιανό παλικάρι– η νεαρή νύφη, πανέμορφη (όχι που είναι μαμά μου), με τα μαλλιά μέχρι τη μέση και την παιδικότητα ακόμα προφανέστατη στο πρόσωπο, βγήκαν να βρουν χριστουγεννιάτικο δέντρο για το καινούριο σπιτικό. Και μπήκαν σ’ ένα από ‘κείνα τα μαγαζιά, αυτά με τα τελάρα γεμάτα γυαλιστερές μπάλες, τις γιρλάντες και τα λοιπά, και χάζεψαν τα πλαστικά δέντρα. Και χαζεύαν, και μετρούσαν τις πενταροδεκάρες, και χαζεύαν πάλι, και μετρούσαν ξανά, και απ’ έξω έβρεχε, το θυμάμαι κι αυτό, και ο μπαμπάς μου, ψηλός, με τη στολή του ναύτη στεκόταν πλάι στη μαμά μου που είναι τοσοδούλα, και κοιτούσαν τα πλαστικά δεντράκια. Και οι πενταροδεκάρες δεν τους έβγαιναν. Και τότε ήρθε ο μαγαζάτορας, ή η γυναίκα του, ή κι οι δυο μαζί –η μνήμη μου με γελάει εδώ– και πιάσαν την κουβέντα, και είδαν το λιανό ναυτάκι και την μικροπαντρεμένη σύζυγο, κι έκαναν σκόντο, πουλήσαν το μεγάλο δέντρο στην τιμή του μικρού. Το μεγάλο δέντρο ζήτημα αν ήταν ενάμιση μέτρο. Απομίμηση πεύκου. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιανού φαεινή ιδέα ήταν να φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο απομίμηση πεύκου. Το στολίζαμε για χρόνια, και μετά, τότε με τις γουρουνιές των αγελάδων, του δώσαμε μια και το πετάξαμε και πήραμε ένα καινούριο, ύψος ένα κι ογδόντα, κι ύστερα το πετάξαμε κι αυτό και πήραμε ένα δίμετρο, αυτό που δεν χωράει τώρα στο σαλόνι. Και το στολίσαμε με ομοιόμορφες μπάλες, και φωτάκια ψείρες, όχι σαν τα παλιά με τον κιτς πλαστικό παγοκρύσταλλο γύρω-γύρω, και κορδέλες για γιρλάντες αντί γι’ αυτά τα φουντωτά γυαλιστερά πράγματα που στολίζαν σύμφωνα με την προηγούμενη μόδα.

Δεν προβλέπεται ν’ αγοράσουμε ξανά χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αλλά οπωσδήποτε δεν χρειάζεται κιόλας. Τα γέλια και τις χαρές που έχουμε κάνει με το μικρό, απομίμηση πεύκου, και τις παράταιρες μπάλες, τις παλιομοδίτικες, που κάθε χρόνο σπάζαμε και μερικές κι αντικαθιστούσαμε μια, και τα κουκλάκια της φάτνης, που είχε χαρίσει στη μαμά μου ένας καθολικός παπάς στην Κεφαλλονιά, και που κάθε χρόνο στήναμε διαφορετικά σαν κουκλόσπιτο, δεν τα κάναμε ποτέ με το δίμετρο δέντρο. Εκείνο που έπρεπε να στολιστεί άψογα και αψεγάδιαστα. Κι είναι κρίμα, γιατί όταν κάτι ξεπέφτει από παράδοση και οικογενειακή τελετουργία σε απλή διακόσμηση εσωτερικού χώρου, χάνεται η ευκαιρία να γραφτούν καινούριες ιστορίες. Να, σαν τις δυο-τρεις που σας είπα εγώ σήμερα, που θα τις θυμάμαι για πάντα (κι ας έλαβε χώρα η μια απ’ αυτές προτού να γεννηθώ) και που τώρα μπορεί να τις θυμάστε κι εσείς. Ένα πράγμα πάντως δεν μας πήραν οι αγελάδες, ούτε όταν πάχυναν, ούτε τώρα στην εξπρές δίαιτα. Το τραγούδισμα των γιορτών, όταν στολίζουμε, κι όταν ζυμώνουμε, κι όταν ανταλλάσσουμε δώρα. Θα φταίνε τα γονίδια απ’ το Ιόνιο πέλαγο, ένας μικρός Κερκυραίος κανταδόρος επιβιώνει μέσα μας, και όσο κι αν πασχίζουμε για να τον σωπάσουμε, κάθε Χριστούγεννα ξεπετιέται και κάνει το κέφι του. Επειδή έχουμε συλλογικά ξεμείνει από κέφια είπα να μοιραστώ την εμπειρία της παρασκευής μελομακάρονων μαζί σας. Ανταποδόστε μου την χάρη με το να μην σχολιάσετε την γελοία μπλε ρόμπα μου ή τις άκομψες ψηλές μου νότες, τραγουδώ συνήθως πολύ καλύτερα, αλλά υπήρξα θύμα ενός κακόβουλου κρυώματος που κράτησε κοντά ένα μήνα. Όπως και να ‘χει, καλά Χριστούγεννα και χαρούμενες γιορτές σε όλους. Και ας επαναλάβω την ευχή των Κερκυραίων για να την εμπεδώσουμε: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά!».

Προβληματίζομαι. Δεν ξέρω πώς ν’ αντιδράσω στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μαζεύω τριγύρω πληροφορίες. Όλες αντικρουόμενες, όλες «βαφτισμένες». Αυτοί είναι αναρχικοί, αυτοί είναι καθεστωτικοί, αυτοί είναι μπάχαλοι, αυτοί είναι προδότες. Και αυτοί κι εκείνοι μου φαίνεται να έχουν μια μερίδα δίκιου. Άντε βγάλε άκρη δηλαδή. Καταλαβαίνω την απελπισία και τον πανικό. Δεν είναι σωστοί σύμβουλοι, αλλά όταν πάρουν το πάνω χέρι δεν έχει πια σημασία η ορθότητα. Με κάποια πράγματα όμως εκνευρίζομαι. Εκνευρίζομαι άσχημα με τον αναίσθητο και αναίσχυντο λαϊκισμό, κυρίως όταν προέρχεται από στόματα που (πιστεύω πως) δεν έχει καταλάβει η απελπισία κι ο πανικός, ούτε καν η οργή. Θυμώνω όταν ανιχνεύω δόλια σκοπιμότητα, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. Όταν γράφεις ή μιλάς, σε εφημερίδες, ίντερνετ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, έχεις υποχρεωτικά κάποια ευθύνη απέναντι στο κοινό που σε ακούει, και που δεν είναι –δυστυχώς– εκπαιδευμένο να ανιχνεύει ούτε καν την υπερβολή· που ξέρουμε από πείρα χρόνων στη θεωρία των media ότι άγεται και φέρεται από λαϊκιστικές και εθνικιστικές κορώνες. Όταν η μάζα είναι βυθισμένη στην απόγνωση το πιο εύκολο πράγμα είναι να την χειραγωγήσεις –είτε από σκοπιμότητα, είτε από βλακεία. Το πιο δύσκολο είναι να την διαφωτίσεις, να βάλεις τα πράγματα σε προοπτική και να δώσεις κατευθυντήριες οδηγίες προς την έξοδο απ’ την (ηθική και κοινωνική κυρίως, ίσως και ψυχολογική) κρίση.

Ξέρουμε από καιρό ότι το θέμα «παρέλαση» είναι ένα θέμα που καίει στην σύγχρονη Ελλάδα. Η προσωπική μου άποψη είναι πως αυτή η θεσμοθετημένη εθνική φιέστα έπρεπε να έχει πάψει να υφίσταται μετά τη δικτατορία. Το θέαμα μαθητών δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, παραταγμένων σαν φασιστικές νεολαίες με συντονισμένο βήμα και τεντωμένη πλάτη μου προκαλεί ανατριχίλες. Το θέαμα αγημάτων και στρατιωτικών αρμάτων στους δρόμους της πόλης μου φέρνει εμετό. Η απόδοση τιμών σε ανθρώπους που δεν τις αξίζουν (όχι απαραίτητα γιατί είναι εθνικοί μειοδότες, αλλά γιατί αντικειμενικά δεν σχετίζονται με τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο εορτασμός) είναι μια υπερφίαλη βλακεία. Η Ελληνική σημαία ως αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε αριστούχους αλλοδαπούς μαθητές και εθνικογελοίους του συνοικιακού περίγυρου είναι ένα σκεπτικό που δεν το αντιλαμβάνομαι καθόλου. Αυτά λοιπόν ήταν τα δεδομένα μας για τις επετειακές παρελάσεις μέχρι τώρα. Στον φετινό εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου προστέθηκαν κι άλλα αντικείμενα λογομαχίας. Μούντζες, προσβολές, ταραχές· η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι κι απαξίωση. Ένας συρφετός σε απόγνωση. Μακάρι να μπορούσα να πω πως δεν καταλαβαίνω. Αυτή η μανιασμένη απόγνωση σκάβει μέρα με τη μέρα τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος και απειλεί να καταβροχθίσει την κοινωνική ειρήνη· και την κοινωνική συνοχή, που είναι το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να διασφαλίσει την μελλοντική –και δεν μιλάμε για το άμεσο μέλλον– έξοδο απ’ την κρίση.

Ο κόσμος είναι εξαγριωμένος, και κάποιοι επιμένουν πως καλά κάνει. Εγώ λέω ότι ο κόσμος έχει χάσει την προοπτική και το μέτρο σύγκρισης, και δεν θυμώνω με τον κόσμο, αλλά εξοργίζομαι μ’ αυτούς που καθημερινά ρίχνουν λάδι στη φωτιά ως μη όφειλαν. Στην Ελληνοφρένεια της 28ης Οκτωβρίου άκουσα έναν ψύχραιμο και χαλαρό Καλαμούκη να παρατηρεί στοχαστικά «Μου φαίνεται πιο ήρεμο το 1940 από το 2011». Πάτησα παύση και rewind. Έβαλα να το ξανακούσω. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Πώς μπορείς να βγαίνεις σε μια εκπομπή τεράστιας ακροαματικότητας και να ξεστομίζεις μια τέτοια –και άλλες τέτοιες– κατάφωρη, λαϊκίστικη υπερβολή χωρίς να κοκκινίζεις; Καθημερινά φτάνουν ως εδώ κραυγές για τη φτώχεια, την εξαθλίωση των σύγχρονων Ελλήνων, για παιδιά που (δεν) λιποθυμούν από πείνα στους Αμπελόκηπους και συνταξιούχους που πεθαίνουν χωρίς φάρμακα. Δεν επιχειρώ να ισχυριστώ ότι η κατάσταση είναι ιδανική, θα ήμουν παράλογη, αφελής ή τρελή. Βρισκόμαστε στην χειρότερη φάση της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας και αυτό είναι εμφανές. Αλλά ας κρατήσουμε τουλάχιστον τα προσχήματα.

Συνέχεια

Γεια σας. Εγώ είμαι. Ας ξανασυστηθούμε. Με λένε Εβίτα, και είμαι είκοσι έξι χρονών. Μένω στο Γιορκ της Μεγάλης Βρετανίας και βρίσκομαι στον τρίτο χρόνο της διδακτορικής μου διατριβής που αφορά (γενικώς κι αορίστως, μην περιμένετε να μπω σε λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα) τα κόμικς και την ψυχανάλυση. Και έχω πολύ καιρό να γράψω· για την ακρίβεια από τις 11 Σεπτεμβρίου. Κι αν ομολογήσω εδώ ανερυθρίαστα ότι το ποστ της 11/09 ήταν κονσέρβα, τότε έχω να γράψω απ’ τις 22 Αυγούστου. Δηλαδή δυο μήνες και κάτι. Είναι αρκετός καιρός και έχω λίγο σκουριάσει. Αν η σημερινή ανάρτηση φανεί λιγάκι αμήχανη και άνιση παραχωρήστε μου παρακαλώ αυτήν τη δικαιολογία. Και συγχωρείστε μου την απουσία· χρειαζόμουν πάρα πολύ ένα διάλειμμα απ’ όλα.

Ανακεφαλαίωση λοιπόν: ξεκίνησα να γράφω αυτό το ιστολόγιο τον περασμένο Γενάρη, εν τω μέσω μιας τραγελαφικής συναισθηματικής θύελλας, και το χρησιμοποίησα αφενός σαν μέσο εκτόνωσης, αφετέρου σαν μέσο επικοινωνίας με το απρόθυμο υπερπέραν· δεν ντρέπομαι να το πω αφού έτσι είναι. Δεν είμαι σίγουρη γιατί το διαβάζετε εσείς. Κάποιοι γιατί είστε φίλοι μου, και ενδεχομένως εκτιμάτε τον τρόπο γραφής και σκέψης μου. Κάποιοι γιατί πέφτετε πάνω του τυχαία μέσω μιας μηχανής αναζήτησης. Κάποιος το διάβαζε όλον αυτό τον καιρό γιατί ήξερε πολύ καλά ότι τον αφορούσε, και η περιέργεια είναι πάντα πιο δυνατή από το γινάτι. Κάποιοι άλλοι το διάβαζαν για να με κουτσομπολέψουν άγρια και να γελάσουν εις βάρος μου. Αδιαφορώ παντελώς για τους τελευταίους, θα έλεγα μάλιστα ότι η υπόνοια της ύπαρξής τους μου προκαλεί φοβερή θυμηδία, γι’ αυτό άλλωστε και τους αναφέρω. Ορισμένοι, –καλόπιστοι κριτές, είπαμε, μόνο αυτοί μ’ ενδιαφέρουν– ίσως διατηρούν την άποψη πως συχνά κινήθηκα οριακά στις παρυφές της ξεφτίλας. Η μαμά μου ευχαρίστως θα με είχε δολοφονήσει δυο-τρεις φορές αν δεν την συγκρατούσε το μητρικό φίλτρο και η απόσταση Ελλάδας-Αγγλίας. Η αγαπημένη της φράση χρόνια τώρα είναι «Σταμάτα παιδάκι μου να βάζεις όλη σου τη ζωή στο Ίντερνετ». Η μαμά μου όμως δεν μπορεί να καταλάβει μια σειρά από πράγματα.

Συνέχεια