Category: Βίντεο


«Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει,

και η γη το σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει.

Άγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογούσι.

Μάγοι δε, μετά αστέρος οδοιπορούσι.

Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».

Ξημερώνει αισίως η 25η Δεκεμβρίου του 2011, μια μέρα που στη δεκαετία του ενενήντα πίστευα πως δεν θα ζήσω για να δω. Η γελοία αυτή σκέψη μου είχε καρφωθεί, του παρανοϊκού δεκά(plus)χρονου, όταν διάβασα τις προφητείες του Νοστράδαμου και αναλόγου σοβαρότητας ερμηνείες που τοποθετούσαν την αρχή του τέλους του κόσμου, και την έναρξη της Αποκάλυψης στο έτος 2000. Το 2000 ήρθε και πέρασε, το τέλος του κόσμου όχι, και έκτοτε πορεύομαι χωρίς να μπορώ να οριοθετήσω την επικείμενη καταστροφή, καθώς δεν πιστεύω πια σε κανενός είδους προφητείες, χρησμούς, ημερολόγια των Μάγια και άλλα συντελειακά. Μολαταύτα, η αλήθεια να λέγεται, μια μικρή συντέλεια έχει επέλθει, την τελευταία πενταετία, και παρόλο που δεν είναι συντέλεια εξ Αποκαλύψεως, έχει προκαλέσει ουκ ολίγα δεινά και δράματα. Αυτά τα Χριστούγεννα δεν μοιάζουν με ό,τι γνώρισε η γενιά μου. Οι γειτονιές δεν είναι ολόλαμπρες και φωτισμένες· δεν διαθέτουμε πια το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης (κι ας ήταν εκείνο το δέντρο του Αβραμόπουλου ένα αισθητικό έκτρωμα)· τα νοικοκυριά φτιάξανε μια δόση μελομακάρονα και καμία κουραμπιέδες, ή αντιστρόφως, ανάλογα με τα γούστα του καθενός. Από την άλλη πλευρά, όπως και να το κάνεις η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, όπως τόσα και τόσα χρόνια κατά την χριστιανική παράδοση. Μικρή υπενθύμιση εδώ: σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησία και πίστη, κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών (Χριστούγεννα, Πάσχα, Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, κ.ο.κ.) δεν τελείται αναπαράσταση του θρησκευτικού γεγονότος, αλλά μέσω της θέωσης, μέσα στην εκκλησία λαμβάνει χώρα το ίδιο το γεγονός, αυτούσιο και άχρονο. Αυτά για όποιον έχει κουράγιο να πιστέψει σε θαύματα: Χριστός γεννάται σήμερον. Σήμερον λέμε.

«Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών,

ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως·

εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες,

υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν,

τον Ήλιον της δικαιοσύνης,

και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι».

Μα αρκετά με την κατήχηση, δεν ξεκίνησα να γράφω γι’ αυτό. Όσο γράφω όμως αλλού με πάει το άτιμο το πράμα. Ψάχνοντας λιγάκι στο youtube έπεσα πάνω σε Κερκυραϊκά κάλαντα, από διάφορες εκδηλώσεις Κερκυραίων. Παλιές κόπιες που ψηφιοποιήθηκαν πρόσφατα, να, μια απ’ το 1989, στον Άγιο Προκόπη· η κάμερα λίγο τρέμει, και ζουμάρει απότομα, το χρώμα αλλοιωμένο, κάτι ανάμεσα σε μαυρόασπρο και σέπια με λίγο χρώμα. Να και τα κάλαντα απ’ τον Κάτω Γαρούνα, που αφηγούνται την ιστορία των Χριστουγέννων με κερκυραϊκό μπρίο και νάζι. Κι εδώ η Χορωδία Κερκύρας λέει τα κάλαντα μπροστά στου Ζήσιμου στο Λιστόν. Δεν ξέρω πόσο παλιό είναι το βίντεο, μα είναι το αγαπημένο μου, γιατί το τραγούδι τελειώνει με την αποστροφή: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά». Μου θύμισαν τα τόσα κάλαντα την μοναδική χρονιά που κάναμε Χριστούγεννα στο χωριό, πολύ πολύ παλιά. Κερκυραϊκή βροχή καθ’ όλη τη διάρκεια των γιορτών, και τα κάλαντα λέγονται από το απόγευμα ως το βράδυ, γι’ αυτό άλλωστε και τραγουδάμε «Καλήν εσπέραν άρχοντες».

Άλλο θέμα. Εφέτος στο Κερατσίνι δεν θα δεις πουθενά μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ίσως είναι έτσι σ’ ολόκληρη την Αθήνα, ίσως σ’ όλη την Ελλάδα. Εγώ ένα μαγαζί είδα μόνο, στον Πειραιά, κι αυτό καχεκτικό και παράταιρο. Θυμάμαι μια εποχή που κάθε γωνιά είχε κι ένα τέτοιο κατάστημα, με τους πάγκους γεμάτους γυαλιστερές μπάλες και γιρλάντες, και φωτάκια, και φουντωμένα –αν και πλαστικά– έλατα. Έμπαινα μέσα και φοβόμουν ότι με ένα στραβοπάτημα θα διαλυθεί το σύμπαν. Όταν ήμουν πολύ μικρή αγοράζαμε ένα στολίδι το χρόνο και το λατρεύαμε σαν καινούριο που ήταν. Κι όταν μεγάλωσα λιγάκι, την εποχή που οι αγελάδες κόντεψαν να τα τινάξουν απ’ τη χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια, αγοράζαμε κούτες τα καινούρια στολίδια. Να ταιριάζουν μεταξύ τους. Να είναι άψογα. Να στέκουν καλά πάνω στο τεράστιο και πανύψηλο δέντρο. Να λάμπουν με όλη την ψευτιά και την υπεροψία των γιορτών των χορτασμένων. Τίποτα να μην ξεχωρίζει όπως κάποτε το ένα και μοναδικό στολίδι της χρονιάς. Όχι πως τα πετάξαμε αυτά τα στολίδια. Τα καταχωνιάσαμε κάπου στο πίσω μέρος του δέντρου, τα βλέπαμε και λέγαμε «θυμάσαι τότε που…». Θυμάμαι μια πλαστική ροζ νεράιδα, χοντροκομμένη και μάλλον άκομψη που ερωτεύτηκα όταν ήμουν τεσσάρων. Τόσο μ’ ενθουσίασε που δεν ήθελα καν να την κρεμάσω στο δέντρο, και την κουβαλούσα στο νηπιαγωγείο μαζί μου, μέχρι που ένα παιδί μου είπε πως είναι άσχημη και έκανα καυγά τρικούβερτο, μα μετά δεν την ξαναπήρα μαζί μου. Την κρέμασα στο δέντρο, και την κρεμάμε κάθε χρόνο από τότε. Εφέτος δεν την είδα. Να θυμηθώ να κοιτάξω.

Αυτό το δέντρο στο σαλόνι μου κάθεται στο λαιμό. Είναι τόσο μεγάλο που τα πίσω κλαδιά δεν χωράνε, κι έτσι δεν τα βάζουμε ποτέ, το στριμώχνουμε στη γωνιά του τοίχου και στολίζουμε το υπόλοιπο. Μην με παρεξηγήσετε, είναι θεσπέσιο στη θέαση, και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την μπαγαποντιά. Αλλά είναι κάπως άψυχο. Θυμάμαι το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θυμάμαι πώς αγοράσαμε το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν είχα γεννηθεί ακόμα, αλλά δεν έχει σημασία, το θυμάμαι κι έτσι. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν τον Σεπτέμβρη του 1982. Τον Δεκέμβρη εκείνης της χρονιάς ο μπαμπάς μου υπηρετούσε ακόμα τη θητεία του στο Ναυτικό. Είκοσι τριών χρονών. Η μαμά μου μην σας πω καλύτερα, θα τρομάξετε· πολύ μικρότερη πάντως. Κι έτσι λίγο πριν τις γιορτές, ο ναύτης εξόδου –ένα θεόψηλο, λιανό παλικάρι– η νεαρή νύφη, πανέμορφη (όχι που είναι μαμά μου), με τα μαλλιά μέχρι τη μέση και την παιδικότητα ακόμα προφανέστατη στο πρόσωπο, βγήκαν να βρουν χριστουγεννιάτικο δέντρο για το καινούριο σπιτικό. Και μπήκαν σ’ ένα από ‘κείνα τα μαγαζιά, αυτά με τα τελάρα γεμάτα γυαλιστερές μπάλες, τις γιρλάντες και τα λοιπά, και χάζεψαν τα πλαστικά δέντρα. Και χαζεύαν, και μετρούσαν τις πενταροδεκάρες, και χαζεύαν πάλι, και μετρούσαν ξανά, και απ’ έξω έβρεχε, το θυμάμαι κι αυτό, και ο μπαμπάς μου, ψηλός, με τη στολή του ναύτη στεκόταν πλάι στη μαμά μου που είναι τοσοδούλα, και κοιτούσαν τα πλαστικά δεντράκια. Και οι πενταροδεκάρες δεν τους έβγαιναν. Και τότε ήρθε ο μαγαζάτορας, ή η γυναίκα του, ή κι οι δυο μαζί –η μνήμη μου με γελάει εδώ– και πιάσαν την κουβέντα, και είδαν το λιανό ναυτάκι και την μικροπαντρεμένη σύζυγο, κι έκαναν σκόντο, πουλήσαν το μεγάλο δέντρο στην τιμή του μικρού. Το μεγάλο δέντρο ζήτημα αν ήταν ενάμιση μέτρο. Απομίμηση πεύκου. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιανού φαεινή ιδέα ήταν να φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο απομίμηση πεύκου. Το στολίζαμε για χρόνια, και μετά, τότε με τις γουρουνιές των αγελάδων, του δώσαμε μια και το πετάξαμε και πήραμε ένα καινούριο, ύψος ένα κι ογδόντα, κι ύστερα το πετάξαμε κι αυτό και πήραμε ένα δίμετρο, αυτό που δεν χωράει τώρα στο σαλόνι. Και το στολίσαμε με ομοιόμορφες μπάλες, και φωτάκια ψείρες, όχι σαν τα παλιά με τον κιτς πλαστικό παγοκρύσταλλο γύρω-γύρω, και κορδέλες για γιρλάντες αντί γι’ αυτά τα φουντωτά γυαλιστερά πράγματα που στολίζαν σύμφωνα με την προηγούμενη μόδα.

Δεν προβλέπεται ν’ αγοράσουμε ξανά χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αλλά οπωσδήποτε δεν χρειάζεται κιόλας. Τα γέλια και τις χαρές που έχουμε κάνει με το μικρό, απομίμηση πεύκου, και τις παράταιρες μπάλες, τις παλιομοδίτικες, που κάθε χρόνο σπάζαμε και μερικές κι αντικαθιστούσαμε μια, και τα κουκλάκια της φάτνης, που είχε χαρίσει στη μαμά μου ένας καθολικός παπάς στην Κεφαλλονιά, και που κάθε χρόνο στήναμε διαφορετικά σαν κουκλόσπιτο, δεν τα κάναμε ποτέ με το δίμετρο δέντρο. Εκείνο που έπρεπε να στολιστεί άψογα και αψεγάδιαστα. Κι είναι κρίμα, γιατί όταν κάτι ξεπέφτει από παράδοση και οικογενειακή τελετουργία σε απλή διακόσμηση εσωτερικού χώρου, χάνεται η ευκαιρία να γραφτούν καινούριες ιστορίες. Να, σαν τις δυο-τρεις που σας είπα εγώ σήμερα, που θα τις θυμάμαι για πάντα (κι ας έλαβε χώρα η μια απ’ αυτές προτού να γεννηθώ) και που τώρα μπορεί να τις θυμάστε κι εσείς. Ένα πράγμα πάντως δεν μας πήραν οι αγελάδες, ούτε όταν πάχυναν, ούτε τώρα στην εξπρές δίαιτα. Το τραγούδισμα των γιορτών, όταν στολίζουμε, κι όταν ζυμώνουμε, κι όταν ανταλλάσσουμε δώρα. Θα φταίνε τα γονίδια απ’ το Ιόνιο πέλαγο, ένας μικρός Κερκυραίος κανταδόρος επιβιώνει μέσα μας, και όσο κι αν πασχίζουμε για να τον σωπάσουμε, κάθε Χριστούγεννα ξεπετιέται και κάνει το κέφι του. Επειδή έχουμε συλλογικά ξεμείνει από κέφια είπα να μοιραστώ την εμπειρία της παρασκευής μελομακάρονων μαζί σας. Ανταποδόστε μου την χάρη με το να μην σχολιάσετε την γελοία μπλε ρόμπα μου ή τις άκομψες ψηλές μου νότες, τραγουδώ συνήθως πολύ καλύτερα, αλλά υπήρξα θύμα ενός κακόβουλου κρυώματος που κράτησε κοντά ένα μήνα. Όπως και να ‘χει, καλά Χριστούγεννα και χαρούμενες γιορτές σε όλους. Και ας επαναλάβω την ευχή των Κερκυραίων για να την εμπεδώσουμε: «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, και πάλι του χρόνου να είστε καλά· χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, να ‘μαστε όλοι καλά!».

Advertisements

Αρρώστησα…

Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω αν πρέπει να δηλώσω αρρωστιάρα ή όχι. Σαν παιδί η αλήθεια είναι πού με έχανες πού με έβρισκες κρεβατωμένη με βρογχίτιδα, ωτίτιδα, λαρυγγίτιδα, ένα απ’ όλ’ αυτά, ήμουνα. Τώρα δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου. Καταρχάς έχω αυτό το φοβερό ελάττωμα, ότι δεν κάνω ποτέ πυρετό. Θα βιαστεί κάποιος να πει ότι αυτό είναι ευλογία, αλλά εγώ θα διαφωνήσω κάθετα· όταν αρρωσταίνω το καταλαβαίνω γιατί κάνω δέκατα. Με 37,5 είμαι κανονικότατα κουνουπίδι, και σαν να μην φτάνει αυτό, δεν είμαι ποτέ ο αποδέκτης καμιάς συμπάθειας, καθώς ο καθένας, και με το δίκιο του ίσως, μου λέει «Ε, σταμάτα να γκρινιάζεις για 37,5». Μα ρε παιδιά, εγώ με 37,5 είμαι τόσο άρρωστη όσο είστε εσείς με 39. Έτσι είναι η κατασκευή μου, τί να κάνω; Τελευταία φορά που έκανα αυτόν τον πυρετό που εσείς θα χαρακτηρίσετε «σοβαρό» ήταν πριν δυο χρόνια όταν έπαθα τη γρίπη των χοίρων. Και πριν απ’ αυτό ούτε που μπορώ να θυμηθώ. Σαράντα πυρετό έκανα μια φορά στη ζωή μου, στην Β’ Δημοτικού, και απ’ την πίεση άνοιξε πρώτη φορά η μύτη μου και είχα ν’ αντιμετωπίσω και πυρετό και αιμορραγία. Τρομερά δράματα του Πρώτου κόσμου. Εν ολίγοις αυτό είχα να πω. Δεν κάνω πυρετό. Έλα μου όμως που αντ’ αυτού ο οργανισμός μου αποφάσισε εσχάτως να εφαρμόσει μια νέα στρατηγική βιολογικής μου εξόντωσης, αυτήν της τριπλής λοίμωξης. Τον τελευταίο ένα-ενάμιση χρόνο λοιπόν μπορεί να μην αρρωσταίνω όλη την ώρα, αλλά όταν αρρωστήσω αρρωσταίνω από τουλάχιστον τρία εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Λες και βρίσκομαι σε αιφνίδια ανοσοκαταστολή όλα μου τα βασικά συστήματα μολύνονται ταυτόχρονα. Και άντε να συνέλθεις μετά απ’ τον Αρμαγεδδώνα, ειδικά αν ζεις σε μια εξαιρετικά παγωμένη χώρα και υποχρεούσαι να διεκπεραιώσεις όλες σου τις υποχρεώσεις βρέξει-χιονίσει πάνω στο ποδήλατο.

Αλλά αρκετά με την γκρίνια, ας περάσουμε στα γεγονότα. Εδώ και μια εβδομάδα ακριβώς, παρέα με δυο λοιμώξεις ακόμα στις οποίες δεν θα αναφερθώ καθώς μας αφήσαν χρόνους ύστερα από επιτυχή χορήγηση αντιβίωσης, ανέπτυξα ένα κρύωμα που έκανε μεν τον κύκλο του, φεύγοντας δε, μου άφησε πεσκέσι έναν ωραιότατο βήχα πρωτοφανούς έντασης και ποιότητας. Και βέβαια δεν έχω ούτε δέκατα ούτε πρήξιμο στο λαιμό ούτε πονοκεφάλους όπως είχα στην αρχή, έχω όμως μια φοβερά αντιαισθητική βραχνάδα και σοβαρούς πόνους στο στήθος, πράγμα που ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα καλό. Το πιο επίφοβο φυσικά είναι ότι εγώ είμαι ικανή να πάθω πνευμονία και να μην κάνω καν πυρετό όπως προείπα οπότε να μην το πάρω χαμπάρι μέχρι να είναι αργά. Τέλος πάντων. Είπα: αρκετά με την γκρίνια. Αποφάσισα ότι αυτή η χροιά της φωνής μου είναι ενδιαφέρουσα και θα άξιζε τον κόπο ν’ απαγγείλω λίγη ποίηση και ταυτόχρονα να δοκιμάσω αν μπορώ να σταματήσω να βήχω για τα τέσσερα λεπτά της ώρας που χρειάζεται για να την ηχογραφήσω. Ο Βάρναλης ταίριαζε καλά και στο ηχόχρωμα, και στην επικαιρότητα. Κι έτσι τον τραγούδησα κιόλας λιγάκι –ακούγομαι ελάχιστα διαφορετική απ’ τον Μπιθικώτση, και όχι σε επίπεδο ταλέντου.

Πέρα από τα αστεία. Ξέρω ότι θα έπρεπε να γράψω κάτι πολύ πιο σοβαρό απ’ τα μικρόβιά μου και τον ανύπαρκτο πυρετό μου. Αλλά οι πολιτικές εξελίξεις της προηγούμενης εβδομάδας με εξάντλησαν σε τέτοιο βαθμό που σε συνδυασμό με την ασθένεια με κατέστησαν απολύτως νοκ άουτ για ένα διάστημα. Θα προσπαθήσω να προλάβω τις εξελίξεις όταν σταματήσει ο βήχας.

Συνέχεια

Πες μου το σκοπό ν’ αρχίσω
να σε λησμονήσω.
Δημήτρης Αποστολάκης

Ενδεχομένως, ίσως, μπορεί κάποιοι να πρόσεξαν πως πάει καιρός απ’ την τελευταία μου ανάρτηση, και μολονότι δεν είμαι ταγμένη σε μια αυστηρή περιοδικότητα, ξέρω ότι δεν σας έχω συνηθίσει σε τόση ασυνέπεια. Αλλά μια και η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής, είμαι βεβαία ότι αντέξατε την απουσία μου γενναία και πως σίγουρα μ’ αγαπάτε ακόμα. Φυσικά η θερινή ραστώνη έπαιξε έναν κάποιο ρόλο στην εξαφάνισή μου· άλλα πράγματα έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο, αλλά δεν είναι της παρούσης, θα επανέλθω επ’ αυτών. Στο θέμα μας τώρα: είχα να κάνω καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα τρία χρόνια και ομολογώ ότι αυτό το ταξίδι το περίμενα πώς και τί. Δεν πειράζει που κατέληξε να είναι τ’ αντίθετο απ’ όσα επιθυμούσα και σχεδίαζα, είπαμε «η απογοήτευση… μπλα, μπλα, μπλα». Μπορεί τίποτα να μην πήγε κατ’ ευχήν, αλλά είχα έτοιμο το plan B, το οποίο και έθεσα σε εφαρμογή άμεσα, κι έτσι μια βδομάδα αφότου κατέφθασα στα πάτρια εδάφη μπήκα στο μεγάλο καράβι που φεύγει απ’ το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης. Δεν είχα πάει στην Κρήτη για πολλά χρόνια, και δεν είχα πάει στο Ηράκλειο ποτέ. Σιχαίνομαι τα πλοία κι ακόμα περισσότερο σιχαίνομαι την ταλαιπωρία. Αλλά έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν είχα κι επιλογή: worst case scenario σε όλο του το μεγαλείο.

Παύση. Μερικούς μήνες πριν έπαθα μια φοβερή, εμμονική τρέλα με τους Χαΐνηδες, ένα Ηρακλειώτικο μουσικό σχήμα που ταξιδεύει τους κρητικούς ρυθμούς, την ντοπιολαλιά, τα όργανα και την μουσική παράδοση μέσα στο χρόνο· δεν θέλω να πω τα εκμοντερνίζει, γιατί πολλές φορές αποδίδεται στον όρο μια αρνητική σημασία που καθόλου δεν επιθυμώ να υπονοήσω. Βρίσκω την μουσική των Χαΐνηδων εξαιρετική κι ακόμα πιο εξαιρετικό τον στίχο τους. Τα λόγια –ποίηση– των τραγουδιών τους είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τεθούν σε λειτουργία οι δακρυγόνοι αδένες. Τους ακούω φανατικά και με προσήλωση, δεν θέλω να χάσω καμιά απ’ αυτές τις όμορφες, περίπλοκες εκφράσεις, την μουσική προφορά των λέξεων. Μέσα στη μουσική τους μπορείς να καταλάβεις στ’ αλήθεια πως «τούτο τον τόπο βοριάς τον δέρνει κι ήλιος τον τυραννεί/κι η μοναξιά του μες την καρδιά μας μαχαίρι και πονεί» (Το Συρτό Του Ανέμου)· το νιώθεις ολόκληρος πως αυτό που τραγουδούν το πόνεσαν, ή τους πόνεσε, το ίδιο κάνει καμιά φορά. Μ’ αυτή τη μουσική στο κεφάλι μου ξεκίνησα να κατέβω στο Κρητικό Πέλαγος, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη και χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες. Το πλοίο έδεσε στο λιμάνι στις πεντέμισι το απόγευμα· το λιμάνι λουσμένο μ’ ένα ολόθερμο φως. Με είχαν προειδοποιήσει ξανά και ξανά ότι το Ηράκλειο είναι μια άσχημη πόλη, «μικρή Αθήνα» την λένε, αλλά εμένα δεν μου φάνηκε έτσι. Περισσότερο σαν απάνεμο λιμάνι το είδα, σαν έναν τόπο για να κατέβω, προσωρινά, ν’ ακουμπήσω για λίγο. Το είδα μέσα από άλλα μάτια, ίσως μέσα απ’ τον στίχο που λέει: «Θε μου πόσο παράξενοι/είν’ οι δικοί μας τόποι/θλιμμένα τα τραγούδια μας/και γελαστοί οι ανθρώποι»· παράξενος μου φάνηκε ο τόπος, αλλά ίσως να ήμουν εγώ η παράξενη, γιατί μέσα μου αντηχούσε κάτι άλλο, «εγώ στα φύλλα της καρδιάς/κρύβω βαθιά τον πόνο» (Θάλασσα Πικροθάλασσα), και αυτό ζωγράφιζε το τοπίο με άλλα χρώματα, πιο μελαγχολικά, μα σίγουρα πιο όμορφα καθότι πιο ζωντανά.

Συνέχεια

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που συνέβησαν πραγματικά και ύστερα τις πήρε ο χρόνος και τις φόρτωσε με τόση μαγεία που ακούγονται χρόνια μετά σαν παραμύθι βγαλμένο απ’ την λαϊκή παράδοση. Οι ιστορίες του μεσοπολέμου πάντα με γοητεύουν, γιατί είναι τόσο μακρινές, τόσο ξένες απ’ το σήμερα και την τρέχουσα εποχή, κι όμως, τόσο κοντά μας, τόσο δικές μας· στη φαντασία μας αποτυπωμένες σε μαύρο-άσπρο, ή σε τόνους σέπια, με κίνηση σαν κωμωδία με τον Σαρλώ, γρήγορη, λίγο σπασμωδική που ακόμα κουβαλάει την πρώιμη φόρα της βιομηχανικής επανάστασης.

Ο Κλέων Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1885, σε μια πόλη πλάι στο Δέλτα του Νείλου με το τραγουδιστό όνομα Ζαγαζίκ, πρωτεύουσα της Σαρκίας, βόρειας επαρχίας της Αιγύπτου. Η πλούσια και ακμάζουσα ελληνική κοινότητα του Ζαγαζίκ, όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου, απαλείφθηκε σχεδόν οριστικά μετά την Επανάσταση του Νάσερ το 1952· μια ακόμα ψηφίδα της ελληνικής ιστορίας που ξέφτισε και χάθηκε στο διάβα της ιστορίας και της διαρκούς μεταβολής της. Μελετώντας την ιστορία του Κλέωνα Τριανταφύλλου διαβάζεις όμορφα ονόματα: η μητέρα η Εριθέλγη, η αδελφή η Νόρα, κι άλλες συγγένισσες, η Βακώ, η Πέλεια, ονόματα από άλλες πατρίδες, και έναν άλλον καιρό. Η πλούσια οικογένεια, με πάθος για τις τέχνες και τα γράμματα εγκαθίσταται στην Αθήνα λίγο πριν τον θάνατο του πατέρα. Η μητέρα λατρεύει την όπερα και στο σπίτι τηρείται απαρεγκλίτως ο θεσμός των «Μουσικών Ωρών», κατά τις οποίες καθισμένοι στο πιάνο η μητέρα και τα δυο της αγόρια εναλλάξ, παίζουν μελωδίες για τέσσερα χέρια. Το 1907 τα δυο αδέρφια φεύγουν για το Παρίσι προκειμένου να σπουδάσουν Πολιτικές Επιστήμες. Αντ’ αυτού εγγράφονται στο Conservatoire de Paris, όπου ο Κλέων μαθητεύει κοντά σε σπουδαίους δασκάλους και γρήγορα αναγνωρίζεται ως περιζήτητος συνθέτης. Στη Γαλλία υιοθετεί το προσωνύμιο Αττίκ, ψάχνοντας κάτι «που να θυμίζει και Ελλάδα και να διαβάζεται στα Λατινικά», και βρίσκοντας το στο όνομα αυτό με το οποίο τον έφερε η ιστορία ως τις μέρες μας.

Συνέχεια

Che fece …. il gran rifiuto

Κ. Π. Καβάφης

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι –το σωστό–  εις όλην την ζωή του.

 

 

Ένα μόνο δεν αντέχω: να μετανιώνω. Είμαι έτοιμη να δεχθώ κάθε συνέπεια των πράξεών μου ως φυσικό επακόλουθο του να ζεις∙ όμως δεν ανέχομαι να αναγκάσω τον εαυτό μου να νοσταλγήσει κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Υπάρχει κόσμος που δεν καταλαβαίνει τον τρόπο που ζω ή τις επιλογές μου. Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν πολλά απ’ τα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου αδιανόητα. Αδιανόητα ήταν και για μένα πριν τα κάνω, αλλά όσο είσαι ζωντανός ισχύει το «μια δοκιμή θα σας πείσει». Ξέρω ότι μια μέρα ο καθένας μας θα περάσει στην ανυπαρξία. Για εκείνο το τελευταίο δευτερόλεπτο της συνείδησης αγωνίζομαι. Γιατί δεν θέλω εκείνη τη στιγμή να κοιτάξω πίσω και να φύγω μετανιώνοντας για την ευκαιρία που δεν άρπαξα. Αυτά που κάνω δεν τα κακιώνω ποτέ. Δεν είμαι τόσο μεγαλειώδης χαρακτήρας ώστε να πω πως «αγαπώ τα λάθη μου γιατί μαθαίνω απ’ αυτά»∙ καταρχάς αν ρωτήσετε την μαμά μου ή την κολλητή μου θα σας αποκαλύψουν ότι ελάχιστα μαθαίνω απ’ τα λάθη μου, και οπωσδήποτε όχι με την πρώτη. Λατρεύω να τα επαναλαμβάνω μέχρι να τα εμπεδώσω∙ όσο πάρει. Το έχω γράψει ξανά ότι είμαι φανατικός οπαδός του δόγματος «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό». Και ενίοτε μου βγαίνει. Δεν βαριέσαι∙ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι μαζεύουμε συντρίμμια. Σημασία έχει να μην μετανιώνεις.

Τον Φλεβάρη του 2010, έχοντας μείνει χωρίς δουλειά για κάνα μήνα, και όντας υπό φοβερή πίεση και στα όρια της απελπισίας, υπέπεσε στην αντίληψή μου μια αγγελία από το York Dungeon∙ μια αγγελία στην οποία ζητούσαν ηθοποιό για προσωρινή εργασία. Τη στιγμή που την είδα άρχισαν να με τρώνε τα δάχτυλά μου να απαντήσω. Αλλά να απαντήσω ως τί; Ως αλλοδαπή με αστεία προφορά και εμπειρία από φοιτητικές παραστάσεις; «Δεν βαριέσαι», είπα, «κόπο θα μου κάνει να συμπληρώσω μια αίτηση;». Να επισημάνω εδώ ότι σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Merlin Entertainments (η μητέρα εταιρία των διαφόρων Dungeon και πάρκων αναψυχής ανά την Αγγλία, την Ευρώπη και τον κόσμο) η διαδικασία της αίτησης για πρόσληψη δεν είναι απλή, καθόλου απλή. Αριθμεί περί τις πέντε σελίδες στις οποίες πρέπει να γράψεις από τα προσωπικά σου στοιχεία μέχρι έκθεση ιδεών, να διατρανώσεις το πόσο πολύ και γιατί θέλεις να πάρεις τη δουλειά, να επιδείξεις τις γνώσεις, την εμπειρία και τον ενθουσιασμό σου και μάλιστα να τα κάνεις όλ’ αυτά να φανούν πιστευτά –μολονότι όλοι ξέρουμε, κι εσύ που τα γράφεις κι αυτοί που τα διαβάζουν, ότι στοιβάζεις την μια αρλούμπα πίσω απ’ την άλλη απλά και μόνο γιατί αυτό πρέπει να κάνεις. Κλείνει η παρένθεση. Κάνω λοιπόν την αίτηση και την στέλνω χωρίς να περιμένω στην πραγματικότητα απάντηση. Φαντάζεστε την έκπληξή μου όταν μερικές μέρες αργότερα ο διευθυντής του Dungeon επικοινώνησε μαζί μου για να με καλέσει για συνέντευξη. «Μα είστε σίγουρος;», είπα, «με ακούτε πώς μιλάω;». Μου απάντησε ότι η προφορά μου είναι εξωτική και δεν ακούει να υπάρχει κανένα πρόβλημα –τέτοιο που να με εμποδίσει να δουλέψω στην εταιρεία. Εμένα είχαν ήδη αρχίσει να μου κόβονται τα γόνατα απ’ το τρακ, δέκα λεπτά αργότερα δε, που έλαβα ένα τρισέλιδο e-mail με οδηγίες για τη συνέντευξη μου κόπηκε κι η ανάσα. Σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες έπρεπε να φοράω άνετα ρούχα που να μην εμποδίζουν την κίνηση και να μην έχω πρόβλημα να λερωθούν. Η διαδικασία επρόκειτο να κρατήσει κάτι παραπάνω από δυο ώρες. Όφειλα να μάθω (εις την αγγλικήν) έναν πεντάλεπτο περίπου μονόλογο τον οποίο και επρόκειτο να απαγγείλω –δεν μιλούσαμε για συνέντευξη πια, μιλούσαμε για οντισιόν. Είχα στη διάθεσή μου πέντε μέρες.

Συνέχεια

Μας πρόφτασε η τρικυμία λίγο πριν μπούμε στο λιμάνι. Λιγάκι πριν την επιστροφή. Σχεδόν μπορούσαμε να δούμε τη στεριά στο ελάχιστο φως της ημέρας που ξεψυχούσε. Δεν περιμέναμε την καταιγίδα, τίποτα δεν την είχε προαναγγείλει. Ξεκίνησε αναπάντεχα, με ένα εκκωφαντικό μπουμπουνητό κι έναν εκτυφλωτικό κεραυνό που έσκισε τον ουρανό σε πολλά λαμπερά κομμάτια. Ταυτόχρονα η νύχτα έπεφτε γρήγορα και βαριά. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά δεν μπορούσαμε να δούμε τα χέρια μας. Η βροχή άρχισε να μας βομβαρδίζει με χοντρές σταγόνες, η βάρκα μας σαν χορευτή μπανιέρα άρχισε να γεμίζει νερό με ταχύτητα. Μας πήρε ο διάολος, αυτό έγινε. Από το πουθενά και χωρίς αφορμή, βρεθήκαμε στη μέση της κόλασης. Μες στο παράφορο σκοτάδι, σαν έμβρυο στη μήτρα, ο άνθρωπος γυρίζει στο μηδέν. Οι δικές μας οι φωνές πνίγονταν από τον θόρυβο της φύσης. Τί αλληγορία. Τί ομορφιά. Σε κάθε αστραπή βλέπαμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τον απόλυτο τρόμο, την παράλυση. Για δευτερόλεπτα, και μετά σκοτάδι πάλι. Πάλι στο πουθενά.

Η μηχανή μας νεκρή. Καρυδότσουφλο στα κύματα η βάρκα μας. Τίποτα καινοφανές. Θα είμαστε ένα ναυάγιο όπως όλα τα ναυάγια από αρχής κόσμου. Η ιδέα του πνιγμού όμως είναι πολύ τρομακτική. Εξωφρενική για έναν ζωντανό άνθρωπο. Η αγωνία ν’ αναπνεύσεις, τα πνευμόνια που γεμίζουν νερό∙ το στήθος σου καίει. Ο εγκέφαλος σπινθηροβολεί, τελευταίες ηλεκτρικές εκκενώσεις πριν το τέλος. Πώς καταλαβαίνεις άραγε ότι πεθαίνεις; Πού πάνε τα όνειρα όταν πεθάνουν; Ένα μεγάλο κύμα σχεδόν αναποδογύρισε τη βάρκα. Σχεδόν. Βίαια επανήλθε το καρυδότσουφλό μας στη θέση του κλυδωνιζόμενο. Θα βουλιάζαμε; Θα μας ανέτρεπε το κύμα; Κανείς δεν μπορούσε να μας το πει. Δεν υπήρχε κανείς. Κοιτούσαν τα μάτια μας χαμένα στο σκοτάδι. Παρίσταναν πως κοιτάνε∙ γιατί αυτό έχουν μάθει να κάνουν.

Και τότε το είδαμε∙ ένα φωτάκι από μακριά, να προβάλει μέσα από την καταχνιά, μέσα από τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας. Ένα φως που στριφογύριζε καθησυχαστικά, σε σταθερό τέμπο. Μπροστά μας στεριά. Ο φάρος με σιγουριά πατούσε στέρεο έδαφος. Στεριά. Κανένας τρόπος να την προσεγγίσουμε. Απλά γνωρίζαμε πως ήταν εκεί, άπιαστη, φευγαλέα. Μ’ έναν τρόπο απατηλή. Ο φάρος να εκπέμπει φως. Η καταιγίδα να εκπέμπει απελπισία. Το νερό να μας δέρνει αλύπητα. Το φως. Μόνο εκείνο το φως θ’ απομείνει από μας, το τελευταίο φως που είδαμε πριν το τέλος. «Και η βάρκα γύρισε μόνη…». Ένα κομμάτι ξύλο που ούτε φέρετρο δεν μπόρεσε να γίνει. Τα κορμιά μας θα φαγωθούν απ’ τα ψάρια του βυθού.

Στο μυαλό μου άστραψε η ανάμνηση ενός μακρινού καλοκαιριού, μπορεί να ήμουν τριών χρονών τότε. Με είχε πάρει η γιαγιά μου μαζί της στην Κεφαλλονιά∙ δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτές τις διακοπές. Θυμάμαι τη θάλασσα μπροστά απ’ το σπίτι μας στο Αργοστόλι, την βραχώδη παραλία∙ εγώ με τα πολύχρωμα μπρατσάκια μου μέσα στο νερό, η γιαγιά –νέα γυναίκα, ίσα με σαρανταπέντε χρονών τότε– να μου τραγουδάει: «Και η βάρκα γύρισε μόνη, δίχως μέσα τον ψαρά…». Έναν κόμπο να μου κλείνει το λαιμό. «Μην τραγουδάς άλλο γιαγιά, μην τραγουδάς». Δεν θυμάμαι αν το είπα. «Πες το πάλι γιαγιά το τραγούδι, πες το πάλι». Τραγουδούσε η γιαγιά και δάκρυζα εγώ μέσα στη θάλασσα. Αλμυρό νερό. Πώς να καταλάβεις τη διαφορά. Από τότε μισώ τη θάλασσα.

Και να ‘μαι τώρα να παραδέρνω στα κύματα χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Έτσι θα τελειώσουν όλα; Χωρίς μια εξήγηση; Χωρίς ένα αντίο; Σαν τίποτα ποτέ να μην ήταν σημαντικό; Απλά τέλος; Έκανε κρύο μα δεν το νιώθαμε∙ τα χέρια μας ξυλιασμένα, δεν μπορούσαμε να λυγίσουμε τα δάχτυλά μας∙ τα πόδια μας μουδιασμένα, μπορεί κι απ’ τον φόβο. Τρομερό πράγμα ο φόβος. Απελπιστικό. Αλλόκοτο. Είχε έρθει η ώρα πια. Ο φάρος να λάμπει∙ τόσο κοντά∙ τόσο μακριά.

Τσακιστήκαμε στα βράχια.

Το ότι έχω την τάση να τρώω κολλήματα είναι ένα γενικώς παραδεκτό γεγονός. Δεν ξέρω αν γι’ αυτό ευθύνεται μια ανωμαλία του εγκεφάλου ή κάποια χημική ανισορροπία, αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν μου κολλήσει κάτι στο μυαλό δεν βγαίνει με κανέναν τρόπο, μέχρι να έρθει η ώρα να φύγει μόνο του, χωρίς ποτέ να έχω καταλάβει πώς λειτουργεί ο μηχανισμός απεξάρτησης. Μεγάλο πρόβλημα έχω πάντα με τα τραγούδια, το έχω ξαναγράψει πιστεύω. Σχετικά συχνά συμβαίνει ν’ ακούσω κάτι που θα μου κάνει ένα γιγάντιο κλικ, και τότε εμμονικά θα το ακούσω ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι σχεδόν να αφομοιωθεί μέσα μου, να επενδύσω την τρέχουσα πραγματικότητά μου πάνω του, να ρουφήξω τις νότες και τα λόγια του. Είμαι ικανή ν’ ακούω το ίδιο άσμα για μέρες, σε μια μόνιμη λούπα που είμαι βέβαιη ότι κάποια στιγμή θα οδηγήσει το συγκάτοικό μου του διπλανού δωματίου τουλάχιστον στην αυτοχειρία. Κάπως έτσι την έπαθα και με το Πρακτορείο του Ξαρχάκου. Το άκουσα εχθές το βράδυ και απλά μπήκε στο μυαλό μου, το κυρίευσε σχεδόν. Αυτό το κείμενο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να το ξορκίσω.

Έχω δει στο (ευλογημένο) YouTube πολλά πολλά αποσπάσματα από το Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη. Την ταινία δεν την έχω δει. Καθένα απ’ τα τραγούδια που έχω ακούσει στα διάφορα βιντεάκια είναι ένα αριστούργημα μοναχό του. Κάπως βαριά ίσως η δήλωσή μου, αλλά την πιστεύω ακράδαντα και την υποστηρίζω αυτή τη θέση. Η μουσική που έγραψε ο Ξαρχάκος για την ταινία αποπνέει τόση αυθεντικότητα, είναι τόσο ξεκάθαρα εστιασμένη στην εποχή που καλείται ν’ αναπαραστήσει, που δημιουργεί μια αίσθηση του απόκοσμου. Την ταινία φοβάμαι να την δω. Αυτό το βάρος της μουσικής με τρομάζει, με πανικοβάλει σχεδόν. Μου μιλάει με τόσους διαφορετικούς τρόπους που θεωρώ μεγάλο κίνδυνο το να της ανοίξω διάπλατα την πόρτα, να εμπλακώ όχι μόνο με τις μελωδίες και τους στίχους, αλλά και με την πλοκή, με την σκηνοθετική ατμόσφαιρα. Ταυτόχρονα φοβάμαι την απογοήτευση. Έχει αυτή η ταινία με κάποιο τρόπο λάβει μυθικές διαστάσεις μέσα μου, και δεν θέλω να με προδώσει. Ξέρω, είναι ασύνηθες να γράφει κανείς για ένα έργο που δεν έχει δει. Μα θα το δω. Σύντομα. Νομίζω πρέπει: ταιριάζει με τη ρυτίδα στο μέτωπό μου.

Κατεβαίναμε την Αιόλου,

Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα∙

δεν μπορώ να θυμηθώ ποια.

Ήταν μέσα καλοκαιριού.

Σίγουρα θα φορούσα κάτι πολύχρωμο∙

τα φορούσα πολύ τα πολύχρωμα τότε:

κάτι με χάντρες ή πούλιες ή με λίγη δαντέλα.

Κίτρινο ή πορτοκαλί ή πράσινο χτυπητό.

Σίγουρα έκανε ζέστη∙

θυμάμαι τον ιδρώτα να μαζεύεται κάτω απ’ την αμασχάλη∙

τον νοτισμένο λαιμό∙

τα μαλλιά μου –απελπιστικά μακριά τότε–

να κολλάνε στους ώμους μου τους ξεμανίκωτους.

Ήταν νωρίς το απόγευμα, απόλυση μεσημεριού.

Είμασταν τρεις: Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα.

Προχωρούσαμε προς το Μοναστηράκι.

Περάσαμε το κτίριο του Πανεπιστημίου στο τρίστρατο και

συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε.

Πλησιάζαμε τον Ναό της Αγίας Ειρήνης όταν

αναπάντεχα πρόβαλε απ’ τη γωνία

ένας άντρας βρωμερός,

με μαλλιά γκρίζα, ατίθασα και μούσια πολλά,

βαριά ντυμένος με όλα του τα υπάρχοντα,

και την ψωλή στο χέρι.

Δεν μας πλησίασε, δεν κινήθηκε απειλητικά.

Έδειξε ό,τι είχε να δείξει και χασκογέλασε.

Με το χέρι μου έσπρωξα στην πλάτη Εκείνη που ήταν δίπλα μου

να ανοίξει το βήμα της.

Να πάψει αυτό το διογκωμένο, κόκκινο τέρας να μας κοιτάζει

με τόση αναίδεια.

Το θέαμα διήρκεσε μερικά δευτερόλεπτα μονάχα.

Διασχίσαμε το πλακόστρωτο μπροστά απ’ την εκκλησία,

προσπεράσαμε την Ερμού,

και δεν το σχολιάσαμε καθόλου.

Περπατήσαμε μέχρι το σταθμό του τρένου∙

εκεί σίγουρα χωριστήκαμε.

Ήμασταν τότε όλες είκοσι χρονών∙ έχει περάσει καιρός.

Εκείνο μόνο που μ’ ενοχλεί είναι

που δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήταν η Άλλη.

Είμασταν τρεις: Εγώ, Εκείνη και κάποια Άλλη.

Ξαναπαίζω τη σκηνή μες στο μυαλό μου,

τη ζέστη, την αντηλιά, τον ξεβράκωτο πλάι στην Εκκλησία.

Και όσο το έργο ξεδιπλώνεται ένα πρόσωπο άδειο να κινείται,

να περπατά δίπλα μας όλη αυτή την ώρα.

Ένα πρόσωπο που δεν τα κατάφερε να σωθεί στο χρόνο,

που γλίστρησε από τη μνήμη μου την εξαιρετική

και χάθηκε μέσα στο περικείμενο αυτής της ιστορίας.

Εγώ, Εκείνη και μια κοπέλα ακόμα.

Βοηθήστε με.

Ποια ήταν η Άλλη;

 

Με μπλε μπογιά ζωγραφισμένα τα φτερά μας,

Δυο χελιδόνια φύγαν κλαίγοντας προχθές.

Μια πόρτα ανοίγει κι αλητεύουν τα όνειρά μας

Και μας αφήνουν διαμπερείς, βαθιές πληγές.

 

Πέρασα από την παραλία τ’ άλλο βράδυ,

Σκάει το κύμα χρόνια τώρα στη στεριά.

Σ’ έψαχνα αλλόφρων, μανιασμένη στο σκοτάδι

Πάω να σε πιάσω μα είσαι κιόλας μακριά.

 

Κοιτάζω γύρω κι όλα μοιάζουν πετρωμένα

Ό,τι κι αν ζήτησα το ξέχασα ήδη πια.

Και συνεχίζω να βαδίζω στα χαμένα,

Νεκρή  στεκάμενη γι’ ακόμα μια φορά.

 

Κλαίνε τα χρόνια όσα αφήσαμε να σβήσουν∙

Μην λυπηθείς, μην κουραστώ, μην βαρεθείς.

Κι όταν οι ελπίδες και τα θέλω μας ξεφτίσουν

Θα είναι αργά, τότε μην ψάξεις να με βρεις.

 

 

To Παπάκι

Για τον Άσιμο έχω γράψει ξανά (δείτε εδώ). Το έργο του έχει αποτελέσει για μένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο, όπως και για πολύ άλλο κόσμο φαντάζομαι. Έχει κάτι το ανέμελα θελκτικό στην πολιτική του ουτοπία, κάτι τόσο αυθεντικό και πηγαίο που σε κάνει να ονειρεύεσαι, παρόλο που ξέρεις ότι τα κηρύγματά του είναι ανεφάρμοστα σε μια πραγματική κοινωνία. Σε κάνει να αναρωτιέσαι, να επιστρέφεις διαρκώς στο ρομαντικό «και αν…;», κι αυτή η επιστροφή αποτελεί βασικό δομικό υλικό του «ονειρεύεσθαι», το δε ονειρεύεσθαι αποτελεί βασικό συστατικό της προόδου. Αυτή πιστεύω είναι και η αξία της ουτοπίας (δεν θέλω να μιλήσω για χρησιμότητα, ακούγεται σαν προσβολή η λέξη αυτή πλάι στο άδολο της ουτοπίας).

Πέρα απ’ τον πολιτικό Άσιμο όμως, ανάμεσα στις φάρσες και τον προς πάσα κατεύθυνση πετυχημένο σαρκασμό, υπάρχουν κάποια κομμάτια του που μιλούν για τον άνθρωπο μόνο. Για την απώλεια, για τον φόβο, για την απουσία, για την έλλειψη, για την ελπίδα και την προσμονή. Τραγούδια όπως το «Παπάκι», είναι αυτά που κάνουν τον Άσιμο έναν ολοκληρωμένο καλλιτέχνη -ακόμα περισσότερο, έναν ολοκληρωμένο πολιτικό καλλιτέχνη. Γιατί ο άνθρωπος είναι ον τόσο πολύπλευρο και μυστηριώδες που ποτέ δεν τον ξέρεις. Ποτέ δεν τον ξέρεις όσο κι αν νομίζεις πως τον έμαθες.