Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων ημερών έχουν μετατρέψει (για άλλη μια φορά) το σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης σε ποινικολόγους, εισαγγελείς, ανακριτές και προέδρους του Αρείου Πάγου. Από το Σάββατο κι εδώθε τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και οι ακόλουθοί τους αξιολογούν τις εξελίξεις με κριτήρια που πολλές φορές σε κάνουν να απορείς. Σοβαρός προβληματισμός, κόμπλεξ, χαιρεκακία, άγνοια, βλακεία και κάποιες εμπεριστατωμένες γνώμες, όλα μαζί τουρλουμπούκι στο χωνευτήρι των social media, με τα παραδοσιακά μέσα να ακολουθούν με κόπο τις καλπάζουσες εξελίξεις και την κοινωνία για άλλη μια φορά να άγεται και να φέρεται από το θυμικό και την κακή της νοοτροπία. Θα τοποθετηθώ συνοπτικά περί των συλλήψεων του Σαββάτου, και ύστερα αναλυτικά θα μιλήσω για την μη προφυλάκιση των κατηγορούμενων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ανάλυσή μου θα κινηθεί πάνω στο δίπολο δικαιοσύνη-κοινωνικός αντίκτυπος, γιατί θεωρώ ότι αυτές οι δυο πτυχές του θέματος είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι (και άλλωστε αλληλοεπηρεάζονται).

Μέχρι το Σάββατο η Ελληνική πολιτεία στεκόταν αμήχανη απέναντι στο ναζιστικό θηρίο που φαίνεται να τρέφεται από τα σπλάχνα της και να γίνεται ολοένα και πιο δυνατό. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη ήταν το σημείο καμπής, ένα δραματικό γεγονός που από μόνο του άνοιγε δυο και μόνο δρόμους: είτε η Χ.Α. θα έμενε (για άλλη μια φορά) στο απυρόβλητο, είτε θα έπρεπε να υπάρξει κάποιου είδους θεσμική αντίδραση που να ανακόψει την πορεία της. Δεν υπήρχε μέση λύση, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να μπορεί να γίνει. Στη δεδομένη συγκυρία, κατά την γνώμη μου, η πρώτη επιλογή θα ενδυνάμωνε και θα συσπείρωνε τους φανατικούς (αν και είναι γεγονός ότι η ευρέως ευμετάβλητη μάζα των ναι-μεν-αλλά είχε επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, και πολύς κόσμος κατάφερε να δει στην «δολοφονία του Έλληνα» ότι η Χ.Α. δεν ήταν η λύση που έψαχνε) οι οποίοι θα θεωρούσαν ότι μπορούν πια να δρουν ανεξέλεγκτοι απέναντι (και) στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, και αυτό θα μπορούσε ν’ ανοίξει έναν εμφυλιακό κύκλο αίματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Επιπλέον η πλήρης διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να παραμείνει στ’ αζήτητα όπως οι υποθέσεις των ανώνυμων Πακιστανών, οδηγούσε ούτως ή άλλως απευθείας στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης της οργάνωσης (όπως ξέρουμε σήμερα και λόγω της προφυλάκισης του βουλευτή Λαγού). Το να έμπαιναν στη διαδικασία μονομερούς έρευνας που θα έπιανε τον Γιάννη Λαγό αλλά κανέναν άλλον από τους (δεδομένα) συνυπεύθυνους θα αποτελούσε ξέπλυμα στα μάτια της κοινής γνώμης για τους υπόλοιπους και θα τους έδινε χρόνο να καλύψουν τα νώτα τους και να υψώσουν έναν ακόμα πιο απειλητικό κλοιό γύρω από την δημοκρατία μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δεύτερη επιλογή, η σύλληψη δηλαδή όλου του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και η απόδοση κατηγοριών μου φαίνεται πως ήταν μονόδρομος. Ούτε οργανωμένο σχέδιο της κυβέρνησης για να αποσιωπήσει την αποφυλάκιση Τσοχατζόπουλου (?! δείτε εδώ χάλια), ούτε επικοινωνιακό τρικ. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που σίγουρα υπήρχε ήταν οι φάκελοι πάνω στους οποίους βασίστηκε η σύνταξη του κατηγορητηρίου, τα στοιχεία της ΕΥΠ, στοιχεία εγκληματικής δράσης από το 1987, συνομιλίες, μαρτυρίες, βιβλία, άρθρα στον τύπο (ελληνικό και ξένο) και κυρίως χτυπημένοι άνθρωποι, νεκροί άνθρωποι, θύματα των νεοναζί που ζητούν δικαίωση. Θεωρώ ότι η επιλογή της χρήσης του άρθρου 187 για να αποφευχθεί (μεταξύ) άλλων η ανάγκη της άρσης της ασυλίας μέσα απ’ τη Βουλή, ήταν μια σωστή νομική απόφαση, και αιτιολογώ: ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα απαραίτητο κομμάτι της επιχείρησης, και για πρακτικούς λόγους, και για λόγους δημόσιας εικόνας. Ο αντίκτυπος του σοκ ήταν ισχυρός, ήταν χρήσιμος, ήταν ζωτικής σημασίας για το παιχνίδι εντυπώσεων που παίζεται σε επίπεδο κοινωνίας (και που δεν έχει να κάνει με το κράτος δικαίου, ούτε με προεξόφληση του δικαστικού αποτελέσματος). Ωστόσο αυτό έφερε μαζί του τον εξής περιορισμό: τα στοιχεία του κατηγορητηρίου έπρεπε να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, περί σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν. Το να παρεκκλίνει το κατηγορητήριο απ’ αυτή την ρότα θα καθιστούσε την όλη επιχείρηση εκτεθειμένη σε κατηγορίες που θα αφορούσαν στην νομιμότητά της, και θα μπορούσαν την ακυρώσουν, χτίζοντας ένα ηρωικό προφίλ για τους «αδικημένους συλληφθέντες» και επιτρέποντάς τους να κάνουν λόγο για πολιτικές διώξεις. Θα παραθέσω εδώ το πώς καταλαβαίνω εγώ την διαδικασία σύνταξης του πορίσματος και απόδοσης κατηγοριών σε σχέση με το κατηγορητήριο κατά του Ηλία Κασιδιάρη και με αφορμή μια χθεσινή ανάρτηση του Αντύπα Καρίπογλου (και των ενστάσεών του για την διαδικασία: εδώ). Να σημειώσω ότι αφού στα ερωτήματά μου δεν πήρα απάντηση εκεί, κάθε απάντηση (νομικού χαρακτήρα, από πιστοποιημένο γνώστη) είναι ευπρόσδεκτη:

«Δεν είμαι νομικός, αλλά θα σας πω τί καταλαβαίνω εγώ από το έγγραφο, και θα ήθελα πολύ να με διορθώσετε όπου κάνω λάθος. Ο κ. Κασιδιάρης κατηγορείται ότι «συμμετείχε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα…» επειδή αυτή η κατηγορία υπάγεται στο άρθρο 187 και αυτή ήταν η μόνη κατηγορία που επέτρεπε την σύλληψή του (εφόσον είναι ενεργός βουλευτής). Αν υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες που δεν είναι διαρκή εγκλήματα δεν επαρκούσαν να συλληφθεί χωρίς να συνεδριάσει και να δώσει άδεια η βουλή, αν έχω καταλάβει σωστά. Άρα ο εισαγγελέας θέλει να δέσει αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία πρώτα απ’ όλα, ώστε να μην αμφισβητηθεί νομικά η προφυλάκιση. Στο κατηγορητήριο λοιπόν βλέπω ότι σταδιακά: Α. Εξηγεί ποια είναι η κατηγορία: «Συμμετοχή σε δομημένη, μπλα, μπλα, μπλα». Β. Αναλύει σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία την οργανωτική δομή της ομάδας. Γ. Εξηγεί Πού ήταν τοποθετημένος ο κ. Κασιδιάρης στην ιεραρχία της οργάνωσης (αρκετά ψηλά). Δ. Επιχειρηματολογεί ότι βάσει της παραπάνω δομής και του τρόπου λειτουργίας (εκτενείς αναφορές) προκύπτει συνευθύνη των ιεραρχικά ανώτερων για όλες τις εγκληματικές πράξεις των ιεραρχικά κατώτερων, αφού καμία πράξη δεν λάμβανε χώρα χωρίς να έχει λάβει γνώση/δώσει άδεια/δώσει εντολή το πρώτο κλιμάκιο της ιεραρχίας, στο οποίο κατηγορείται ότι εντάσσεται κι ο κ. Κασιδιάρης. Ε. Απαριθμεί πραγματικά περιστατικά εγκληματικής δράσης των μελών της ομάδας με ονοματεπώνυμο (επιθέσεις, δολοφονίες). Απ’ όσο καταλαβαίνω η «πράξη διεύθυνσης της εγκληματικής δραστηριότητας» προκύπτει από τα Γ. και Δ. de facto, κι αυτό που μένει να αποδειχθεί στο δικαστήριο για να υπάρξει σύννομη καταδικαστική απόφαση είναι Ι. Όσα καταγράφονται στο Ε (piece of cake), και ΙΙ. Το Δ που αποδίδει ουσιαστικά ηθική αυτουργία και ανεξάρτητα του άρθρου 187, πράγμα που θεωρώ ότι είναι σχετικά εύκολο, όταν έχουν στα χέρια τους μάρτυρες εκ των έσω, συνομιλίες από υποκλοπές της ΕΥΠ, κατασχεθέν υλικό ή και απλά το καταστατικό της οργάνωσης (και γενικά πλούσιο υλικό είκοσι έξι χρόνων, από το 1987). Προφανώς μέχρι να φτάσει η ώρα για την δίκη οι φάκελοι θα γεμίζουν ουρανοξύστη. Έτσι όπως το βλέπω το κατηγορητήριο εκπληρώνει πλήρως και πειστικά τον σκοπό του (να θεμελιώσει την κατηγορία με βάση την οποία μπορεί να προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος χωρίς παρατράγουδα). Πού κάνω λάθος;»

Αυτά σε σχέση με την νομική διάσταση των συλλήψεων. Η επικοινωνιακή διάσταση τώρα, που οδηγεί άμεσα στην κοινωνική πρόσληψη της κατάστασης, είναι το σημείο όπου το όλο πράγμα αρχίζει να γίνεται προβληματικό. Είναι απόλυτα δικαιολογημένοι οι φόβοι ότι μια ενδεχόμενη αθώωση των κατηγορουμένων θα έδινε εκ νέου ρεύμα στην Χ.Α., είναι ένας φόβος που έχω κι εγώ. Η αθώωση θα μπορούσε πράγματι να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Ωστόσο (και δεδομένης της γενικής ραθυμίας της ελληνικής δικαιοσύνης) υπάρχει άπλετος χρόνος ωσότου τελεσιδικήσει η απόφαση για να δουλέψουμε μέσα στην κοινωνία και να κόψουμε τους δεσμούς που εδώ και δυο χρόνια πλέκει μεθοδικά η συμμορία με τον λαό. Μπορεί τα αποτελέσματα της έρευνας στο σπίτι των συλληφθέντων να μην έφεραν άμεσα αποτελέσματα που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να θωρακιστεί περισσότερο το κατηγορητήριο (δεν συμφωνώ μ’ αυτή την άποψη, αλλά έστω ας την δεχτούμε για τις ανάγκες του διαλόγου), αλλά τα ναζιστικά σύμβολα, τα όπλα και τα πορτρέτα του Χίτλερ μέσα σε σπίτια βουλευτών ονομαστικά που παρουσιάστηκαν στα δελτία των οκτώ (και όχι γενικά κι αόριστα, ίσως, μπορεί, κάπου, σε κάποια Τ.Ο., σε κάποιο ψαγμένο ντοκυμαντέρ ή άρθρο ξένης εφημερίδας) έχει οπωσδήποτε αντίκτυπο στην κατανόηση του αμφιταλαντευόμενου, μισοαπρόθυμου, λίγο δεν-ξέρω-μωρέ-ίσως υποστηρικτή, που μέχρι τώρα ψιλοπίστευε ότι όλα αυτά είναι και λίγο προπαγάνδα κατά του αντισυστημικού κόμματος (ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, δεν περνάει όλος ο κόσμος όλη του την μέρα μέσα στο ίντερνετ, κι αυτοί που την περνάνε δεν σημαίνει ότι ενημερώνονται απαραίτητα από τις σωστές πηγές και με τον σωστό τρόπο). Η απαγγελία του κατηγορητηρίου, η κατάταξη της Χ.Α. ως συμμορίας, θα έχει αποτέλεσμα. Αυτός άλλωστε (θα έπρεπε να) ήταν εξαρχής ο στόχος: να καταλάβει το εκλογικό σώμα ότι η Χ.Α. δεν είναι κόμμα, αλλά εγκληματική οργάνωση. Αυτό δεν θα μπορούσε να έχει γίνει σαφές χωρίς τα γεγονότα του Σαββάτου.

Πολλοί φαίνεται να ανησύχησαν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων (καθώς επίσης και των καταθέσεων των μαρτύρων) μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε δικαστική πλάνη, προκαταβάλλοντας την κοινή γνώμη, προδικάζοντας το αποτέλεσμα και καταπατώντας το δικαίωμα των κατηγορουμένων για μια δίκαιη δίκη, αφού πλήττεται το τεκμήριο της αθωότητας. Διαφωνώ μ’ αυτή τη θέση, διότι καταρχάς η κοινωνία δεν δικάζει, τα δικαστήρια δικάζουν, και είναι δουλειά τους να παραμείνουν αντικειμενικά, ανεξάρτητα από το τί λέει η κοινή γνώμη. Κατά δεύτερον, εδώ δεν μιλάμε για μια απλή ποινική υπόθεση η οποία θα κρίνει την ζωή του κατηγορούμενου, εδώ μιλάμε για ένα εκτενές κοινωνικό φαινόμενο που μπορεί να κρίνει την μοίρα μιας χώρας. Οι συσχετισμοί με άλλους εγκληματίες, ακόμα και με την υπόθεση της 17Ν (που οδηγήθηκε στο δικαστήριο με  βάση το ίδιο άρθρο του Π.Κ.) είναι άτοποι. Ήταν-δεν ήταν η 17Ν δημοφιλής στην κοινωνία, δεν διεκδικούσε την ψήφο του Ελληνικού λαού, δεν απειλούσε σε καμία περίπτωση το ίδιο το θεμέλιο του πολιτεύματος εκ των έσω, η πληροφόρηση του κοινού για την δράση της δεν ήταν ζωτικής σημασίας για το μέλλον του τόπου (κι ακόμα κι έτσι μάθαμε μέχρι και τί βρακί φορούσε ο Ξηρός την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο). Ας κάνουν λοιπόν οι δικαστικοί την δουλειά τους σωστά, δίκαια, νόμιμα, κι ας κάνουν και οι δημοσιογράφοι σωστά τη δική τους, έστω για μια φορά (υψηλές προσδοκίες, το ξέρω) για να ταρακουνήσουν το ποσοστό εκείνο της κοινωνίας που από βλακεία, κι όχι από σκοπιμότητα (αυτοί που σκόπιμα, ενσυνείδητα και πρόθυμα προσχώρησαν και συμμετείχαν στην συμμορία δεν έχουν ελπίδα) παρασύρθηκε από την ναζιστική πλάνη.

Επιπλέον της παρουσίασης των αντικειμενικών στοιχείων, σημαντικό ρόλο στην κοινωνική αφύπνιση παίζει και (αυτό για το οποίο εγώ μιλούσα από την πρώτη στιγμή) η γελοιοποίηση της οργάνωσης και των πρωταγωνιστών της, μέσα από την διαδικασία της σύλληψης. Η φωτογραφία του Νίκου Μιχαλολιάκου που έκανε και συνεχίζει να κάνει τον γύρω του διαδικτύου, είναι ένα νόμιμο όπλο κατά της προπαγάνδας της Χ.Α., η οποία βασίζει τον τρόμο που σκορπά πάνω σε μια ιεραρχική σοβαροφάνεια. Ο εξευτελισμός του φυρερίσκου είναι ο καλύτερος τρόπος για να τρωθεί η δύναμή του. Όταν αυτός που σπέρνει τον τρόμο σε οπαδούς και εχθρούς παρουσιάζεται με μουτρωμένη μουτσούνα και τσάντα Ντόρα η Μικρή Εξερευνήτρια, έχει γίνει ένα σοβαρό βήμα για την αποκαθήλωσή του. Έχω ξαναγράψει (εδώ) ότι η γελοιοποίησή του είναι ο πιο υγιής τρόπος για την απαξίωσή του (και πολιτικά). Η οργάνωση βασίζει την δύναμή της  στον αρχηγός της. Το να γίνει ο αρχηγός αντικείμενο γέλωτα έχει συνέπειες. Θετικές για την κοινωνία συνέπειες. Η Χ.Α. είναι μια σκοτεινή και υποχθόνια δύναμη, βασισμένη στην ωμή βία, και στην στρατιωτική πειθαρχία. Το σκοτάδι δεν μπορεί να χτυπηθεί με σκοτάδι. Το γέλιο είναι μια καλή αρχή για να έρθει το φως. Αυτό το όπλο μας πρόσφερε η σύλληψη των βουλευτών της Χ.Α., και καλά θα κάνουμε να το αξιοποιήσουμε, αντί να αρνούμαστε έστω να το αναγνωρίσουμε μπας και χρεωθεί την επιτυχία ο (κακός, κάκιστος, τραγικός) Σαμαράς (τον οποίο Σαμαρά, και την κυβέρνηση εν γένει, οι ίδιοι άνθρωποι που ωρύονται ότι η σύλληψη ήταν πρόωρη, μη στοιχειοθετημένη, μια σωστή καταστροφή, κατηγορούν ότι δεν έκανε κάτι γι’ αυτό νωρίτερα –πραγματικά χρειάζεσαι ορειβατικό εξοπλισμό για να παρακολουθήσεις τέτοια λογικά άλματα).

Μ’ αυτά και με ‘κεινα φτάνουμε στο σήμερα, όπου οι κατηγορούμενοι αφήνονται ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, και ολόκληρο το ελληνικό FB (γι’ αυτό μόνο μπορώ να έχω γνώση) παθαίνει νέο πατατράκ, με πρωθιερείς τους «σας τα ‘λεγα εγώ» και όλους τους άλλους ν’ ακολουθούν σοκαρισμένοι. Ένα σοκ πλήρως δυσανάλογο των αντικειμενικών (και πλήρως αναμενόμενων εξελίξεων) που προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από έλλειψη κατανόησης της νομικής διαδικασίας (μιλάμε φυσικά για τους ίδιους ανθρώπους που κατηγορούσαν την εισαγγελία ότι το κατηγορητήριο είναι ανεπαρκές, χωρίς να έχουν διαβάσει το κατηγορητήριο). Εγώ προσωπικά πίστευα ότι οι κατηγορούμενοι θα απελευθερωθούν το αργότερο την Δευτέρα το βράδυ, αφού απολογηθούν. Το ότι έφτασε Τετάρτη είναι που με εκπλήσσει, κι όχι κάτι άλλο. Κι αυτό δεν αποτέλεσε ούτε στιγμή λόγο ταραχής για μένα, ούτε και περίμενα ότι θα προκαλέσει τέτοιο σκάνδαλο (αφελώς, το ομολογώ). Ο περισσότερος κόσμος φαίνεται να ταυτίζει την σημερινή απελευθέρωση των κατηγορουμένων με αθώωση (που δεν είναι) ή μη επαρκή εισαγγελική έρευνα (που δεν είναι) ή με σαθρό κατηγορητήριο (που δεν είναι) -δείτε εδώ με απλά λόγια ακριβώς πώς έχει η υπόθεση. Οι βουλευτές αφέθηκαν ελεύθεροι (πλην του Λαγού) με περιοριστικούς όρους, ο δε Κασιδιάρης με εγγύηση πενήντα χιλιάδων ευρώ. Αυτό σημαίνει η εισαγγελία έχει αναγνωρίσει στοιχεία ενοχής, ότι η διαδικασία προχωρά κανονικά και τα πάντα θα κριθούν στη δίκη. Η σημερινή απελευθέρωση δεν έχει απολύτως ΚΑΜΙΑ σχέση με το αποτέλεσμα της δίκης. Καμία και καθόλου. Πολύς κόσμος λέει: «Ναι αλλά ο Σακκάς/Τσοχατζόπουλος (ποιος να σου το ‘λεγε έρμε Τσοχατζόπουλε ότι θα χρησιμοποιούσαν τ’ όνομά σου ξαφνικά παρέα με το όνομα μάρτυρα της αριστεράς, και ποιος να το ‘λεγε στον ακόμα πιο έρημο Σακκά) προφυλακίστηκαν». Η άποψη μου και για τους δυο (και για την Βίκυ Σταμάτη επίσης) είναι ότι η μακροχρόνια προσωρινή τους κράτηση ήταν λάθος, άγριος κανιβαλισμός και ανθρωποφαγία. Και ως εκ τούτου δεν μπορώ να δεχτώ το λάθος ως αντιπαραθετικό επιχείρημα. Ωστόσο, και μολονότι θα μου άρεσε πάρα πολύ να περάσει όλη η αρχηγική κλίκα μερικούς μήνες στην ψειρού (και αναγνωρίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μακράν πιο επικίνδυνοι από τον Τσοχατζόπουλο και τον Σακκά), εδώ ακριβώς, για τους λόγους που αναφέραμε και παραπάνω (πρόκειται για εν ενεργεία Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, παίζεται ένα τρομαχτικό παιχνίδι εντυπώσεων και το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό) η πολιτεία οφείλει να ακολουθήσει όχι μόνο το γράμμα αλλά και την τελεία του νόμου, να μην κάνει το παραμικρό σφάλμα που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η μαύρη συμμορία, είτε σε επίπεδο προπαγάνδας –επιτρέποντάς τους να καταγγείλουν άδικη μεταχείριση και πολιτική δίωξη– είτε σε νομικό επίπεδο, διακινδυνεύοντας έστω και στο ελάχιστο να τρωθεί η διαδικασία από τυπικότητες. Ο εισαγγελέας δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να δείξει εκδικητικότητα ή υπερβολική σκληρότητα (αν και συμβαίνει πολύ συχνά). Εδώ δεν είχε το δικαίωμα ακόμα παραπάνω, γιατί από τους δικούς του χειρισμούς εξαρτάται όχι μόνο η νομική έκβαση της υπόθεσης, αλλά και η αντανάκλασή της στην κοινωνία.

            Φυσικά εδώ όλα πήγαν στραβά. Γιατί φανταστείτε το σενάριο όπου συνέβαινε ό,τι συνέβη σήμερα, και άπασα η βοώσα κοινωνία είχε αντιδράσει ως εξής: αναγνωρίζοντας ότι όλη αυτή είναι μια νομική διαδικασία, και ότι ο τύπος πρέπει να ακολουθηθεί πιστά· αναγνωρίζοντας ότι οι Βουλευτές της Χ.Α. αυτή τη στιγμή είναι υπόδικοι για πολύ σοβαρά εγκλήματα· περιμένοντας την δίκη για να αποφασιστεί η μοίρα τους (και η μοίρα μας). Στο μεσοδιάστημα θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να προβάλλουμε τις αποκαλύψεις αυτού του τετραημέρου, και με ψυχραιμία να εξηγούμε εκεί που χρειάζεται ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι εγκληματίες, ακόμα χειρότερα, είναι γελοία υποκείμενα, εγκληματικά ανθρωπάρια που διψάνε για αίμα και δοξάζουν έναν νεκρό παλιάτσο που κάποτε αιματοκύλησε ολόκληρο τον κόσμο. Σοβαρές ενδείξεις για την ενοχή τους υπάρχουν. Σοβαρές αποδείξεις για την γελοιότητά τους υπάρχουν. Στο τετραήμερο αυτό που πέρασε από τον φόβο τους οι Χρυσαλήτες έκαναν εκκαθάριση στο FB από τους λογαριασμούς τους, κρύφτηκαν από τις τοπικές, βάλαν τις μαύρες μπλούζες να πιούν στο πλύσιμο και θάψανε τα ρόπαλα στην αυλή για να φυτρώσουν ροπαλιές. Αν αυτοί οι άνθρωποι έβρισκαν μπροστά τους αυτό το κλίμα, πόσες πιθανότητες θα υπήρχαν, ένα μεγάλο ποσοστό απ’ αυτούς να συνεχίσει να κρύβεται; Αν αυτό που καταλάβαιναν είναι ότι δεν τους φοβόμαστε πια, αλλά περιμένουμε την καταδίκη τους, πόσο πιστεύετε ότι θα έμεναν πιστοί σ’ έναν γελοίο αρχηγό που όλη Ελλάδα έχει δει να χορεύει gangnam style; Δεν λέω αφελώς ότι η βιαιότητά τους θα εξαφανιζόταν και θα άρχιζαν εν χορώ να φυτεύουν λουλούδια στις πρασιές. Αλλά κάτι θα ήταν διαφορετικό.

Αντ’ αυτού το μήνυμα που δώσαμε (κυρίως αυτοί που την είχαν στημένη στη γωνία για να την πέσουν στην κυβέρνηση, αδιαφορώντας ΠΛΗΡΩΣ για τις κοινωνικές συνέπειες των πράξεών τους) είναι ότι α. τρέμουμε απ’ το φόβο μας, β. τα στοιχεία δεν είναι επαρκή: άρα τσάμπα σύρθηκαν οι νεομάρτυρες αρχηγοί τους στην μπουζού, γ. οι διώξεις ΕΙΝΑΙ πολιτικές, και άρα πρέπει να παλέψουν για τα πιστεύω τους ενάντια σε μια εχθρική κοινωνία. Εν ολίγοις αν κάτι βοηθήσει στην συσπείρωση της Χ.Α. και στην εκ νέου ανάκαμψη των ποσοστών της, θα είναι το κλίμα που καλλιέργησαν οι εξαγριωμένοι διαμαρτυρόμενοι. Ακόμα και αυτή τη στιγμή, ακόμα και για έναν υπέρτατο σκοπό, δεν φαίνεται να μπορούν τα κομμάτια της Ελληνικής κοινωνίας να αντιδράσουν ενωμένα, και χωρίς ενωμένη αντίδραση η ιστορία αυτή δεν θα τελειώσει, ακόμα κι αν ήταν να καταδικαστεί σε ισόβια σύμπασα η κοινοβουλευτική ομάδα της Χ.Α. Το να υπερτονίζεις την δύναμη της Χ.Α. (για λόγους αντιπολιτευτικού μένους) είναι στην πραγματικότητα παράγοντας ενδυνάμωσής της (ακόμα και ψυχολογικά αν το δούμε, υπάρχουν ασταθείς χαρακτήρες που έλκονται από αυτή ακριβώς την απόδοση δύναμης, από τον φόβο που μυρίζουν στους γύρω τους· ακόμα και αυτές οι περιπτώσεις μετρούν ως ψήφοι). Αλλά και γι’ αυτούς που εν τέλει πραγματικά και χωρίς ιδιοτέλεια πιστεύουν ότι ο χειρισμός ήταν λάθος, έχω να πω: δεν μπορούσε να έχει γίνει αλλιώς. Δεν μπορούσε να έχει υπερβεί η δικαιοσύνη την δικαιοδοσία της (ειδικά σ’ αυτή την περίπτωση δεν έπρεπε). Δεν υπάρχει τρόπος για στήσιμο «άψογου» κατηγορητηρίου και δεν υπάρχουν, δεν δύναται να υπάρχουν εκατό τοις εκατό ενοχοποιητικά στοιχεία. Το δικαιικό μας σύστημα είναι βασισμένο στο τεκμήριο της αθωότητας. Τα πάντα αποφασίζονται μόνο στη δίκη. Και μπορεί αυτές οι κατηγορίες να καταρρεύσουν (μην ξεχνάτε ότι ο Κασιδιάρης αθωώθηκε στο παρελθόν παρά την κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα, με την φανταστική υπερασπιστική γραμμή «ήμουν κάπου αλλού, δεν θυμάμαι πού, δεν θυμάμαι με ποιον, αλλά ήμουν κάπου αλλού»). Αδιάσειστα στοιχεία δεν υπάρχουν για τον νόμο σε επίπεδο προανακριτικής διαδικασίας, και μην τα ζητάτε, γιατί αυτό θα ήταν υπονόμευση της δημοκρατίας. Αυτή τη στιγμή οι αρχές μπορούν να κάνουν την δουλειά τους, και να μαζέψουν το αποδεικτικό υλικό που χρειάζεται για να προκύψουν οι πολυπόθητες (δεν είμαι δικαστικός, έχω δικαίωμα να το λέω) καταδικαστικές αποφάσεις. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση έχει ευθύνη να συνεχίσει την φασίνα στην αστυνομία και το στράτευμα και να καθαρίσει κάθε ναζιστικό θύλακα στα εκτελεστικά όργανα του κράτους. Στην πορεία θα βγουν αναμφίβολα κι άλλα. Μπορεί και όχι. Μπορεί το άλλο Σάββατο οι έφεδροι τελικά να κάνουν το πραξικόπημά τους και τίποτα να μην προλάβει να γίνει. Μπορεί να μας πέσει στο κεφάλι ένας κομήτης. Δεν ξέρω τί άλλο μπορεί. Αλλά σίγουρα όλ’ αυτά είναι για αύριο. Στο σήμερα, ένα μπορούμε να κάνουμε: να ενημερώνουμε, να πληροφορούμε, να διδάσκουμε και να διαπαιδαγωγούμε τους συμπολίτες μας. Αυτή την εβδομάδα η Χ.Α. έλαβε ένα καίριο χτύπημα. Ας μην την αφήσουμε να ανασυνταχθεί. Ας μην το αφήσουμε να πάει χαμένο.

Advertisements