Είναι πλέον ξεκάθαρο, δεν αντιδρώ καλά στις καλοκαιρινές διακοπές. Εξαφανίζομαι, έχει καταστεί τελείως προφανές. Λίγο που όλο καταπιάνομαι με κάτι, λίγο που κάνει πολύ ζέστη και δεν μπορώ ν’ ανοίξω το laptop –μου καίει τα μπούτια– περνάνε δυο μήνες σαν νερό και δίνω την εντύπωση ότι άνοιξε η γη και με κατάπιε. Εσφαλμένη εντύπωση φυσικά, η γη δεν με κατάπιε, κι αν το έκανε ενώ κοιμόμουν με έφτυσε ανώδυνα πριν ξυπνήσω –άχθος αρούρης θα με φώναζε η μαμά μου αν διάβαζε Όμηρο, κι εκείνης στο λαιμό της κάθομαι. Πού με βρίσκει ο Σεπτέμβρης; Περιφερόμενη σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο, από έπιπλο σε έπιπλο του δωματίου, από δωμάτιο σε δωμάτιο του σπιτιού, από σπίτι σε σπίτι οικογενειακό, φιλικό, γκομενικό, γενικά μια γωνιά σ’ αυτό τον στεγνό τόπο δεν έχω ν’ αποκαλώ δική μου. Είναι δύσκολο στα είκοσι επτά σου να βρεθείς ξανά στο σπίτι της μαμάς σου, που είναι πια μόνο το σπίτι της μαμάς σου, και όχι το δικό σου. Και δυστυχώς, σε αντίθεση με τον Άχασβερ, εγώ δεν είμαι μεσαιωνικός μύθος, είμαι άνθρωπος και οι τιμωρίες της κολάσεως μ’ εξαντλούν και με αποπροσανατολίζουν. Με εξαντλεί επίσης και με αποπροσανατολίζει η γενική κατάσταση στη χώρα αυτή που έτυχε να γεννηθώ, και στην οποία πρέπει να μείνω τώρα για τους επόμενους πέντε μήνες χωρίς πραγματικά να το θέλω. Που πρέπει να με ανεχθεί και να την ανεχθώ· δύσκολο πράγμα η συμβίωση με μια χώρα που την βρίσκεις αφόρητη ακριβώς γιατί την πονάς περισσότερο από όσο πρόκειται να ενδιαφερθεί εκείνη ποτέ για σένα. Μέσα στη μέρα η βουή των πραγμάτων, οι διαρκώς στάσιμες εξελίξεις (έχω επίγνωση του οξύμωρου) και κυρίως η ανθρώπινη ανοησία, πάντα πανταχού παρούσα, με αποπροσανατολίζουν πλήρως, με στεναχωρούν και με απελπίζουν. Το βράδυ που πέφτει ησυχία, και μειώνεται η κίνησα στα social media έχω λίγο περισσότερο χρόνο να σκεφτώ. Κάθε βράδυ το τελευταίο δεκαήμερο προσπάθησα να γράψω κάτι, και κάθε βράδυ απέτυχα.

Μα τί να γράψω πια; Πόσο ανησυχώ; Πόσο φοβάμαι; Πόσο αηδιάζω; Έχει τελικά κανένα νόημα να τα πω όλ’ αυτά; Ενδιαφέρεται κανείς για την δική μου ανησυχία, τον φόβο, την αηδία; Ενδιαφέρεται κανείς για την δική σου; Λίγες στιγμές ανάσας μας άφησε αυτή η χώρα –αυτή η πόλη συνήθιζα να λέω, αλλά πήρε προαγωγή η απελπισία. Λίγο ορίζοντα να φύγει το βλέμμα. Λίγη χαρά. Ήθελα να γράψω κάτι εύθυμο, έτσι από αντίδραση, μα το μόνο πράγμα που μου συνέβη (υπερβολή το «μου συνέβη», για το οποίο είμαι μάρτυρας τέλος πάντων) και είναι χαρούμενο, το είχε αφηγηθεί σχεδόν πανομοιότυπο η Χριστίνα Ταχιάου στο Protagon πριν από μερικές εβδομάδες και δεν ήθελα να φανεί σαν να κλέβω την ιστορία της. Ωστόσο φαίνεται πως θ’ αναγκαστώ να το κάνω –να αφηγηθώ την ιστορία μου, όχι να κλέψω την δική της– γιατί τόσο καιρό αυτός ο τόπος δεν μου προσέφερε ούτε ικμάδα αυθόρμητης ξεγνοιασιάς για να σας την προσφέρω κι εγώ με τη σειρά μου.


Μια σχεδόν κλεμμένη αφήγηση λοιπόν… Καθόμουν πριν λίγες μέρες στο γραφείο μου, στο παλιό μου, στενάχωρο παιδικό δωμάτιο και έσκαγα από τη ζέστη, ήταν τότε που ο καύσωνας ξεψυχούσε, στέλνοντας με τον επιθανάτιο ρόγχο του τις τελευταίες σταγόνες ιδρώτα του καλοκαιριού να κυλήσουν στις δίπλες του κορμιού μας. Είχα την μπαλκονόπορτα ορθάνοιχτη μπας και φυσήξει, μα απ’ το μπαλκόνι ερχόταν περισσότερο φως παρά δροσιά. Πολύ φως, το γνωστό, το λαμπρό, copyright ελληνικό φως που θολώνει την κατατομή των αντικειμένων και τα κάνει λίγο πιο αστραφτερά, λίγο πιο ακαθόριστα. Από μακριά ήρθε μια μελωδία ακορντεόν, όχι όμως τυποποιημένη, το κομμάτι ναι, ήταν γνωστό –μην με ρωτήσετε ποιο, είμαι φρικτή με τους τίτλους και τα ονόματα–, αλλά το παίξιμο είχε μπρίο, και τα λάθη ακόμα και οι ανακολουθίες στο ρυθμό και στη μελωδία γίνονταν ένα με τις νότες που κάποτε κάποιος συνθέτης σκάλισε στο πεντάγραμμο και το αποτέλεσμα ήταν σκέτη μουσική. Σταμάτησα να γυρίζω το ροδάκι του ποντικιού και τέντωσα ένα αυτί, τ’ αριστερό γιατί απ’ το δεξί δεν ακούω καλά τελευταία. Η μουσική πλησίαζε, και ήταν πια φανερό ότι έστριβε απ’ τη γωνία του δρόμου και σε λίγο θα περνούσε κάτω απ’ το παράθυρό μου. Αμέσως σκέφτηκα το κείμενο της Χριστίνας, γιατί και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως κι εκεί, η μουσική είχε ψυχή –κι ας μην τραγουδούσε ο δικός μου ακορντεονίστας. Έτσι για το χάζι σκέφτηκα να βγω στο μπαλκόνι, και την ώρα εκείνη άκουσα την κυρα-Βέρα, την ηλικιωμένη γειτόνισσα που μένει στο απέναντι σπίτι –μια ασουλούπωτη αρχιτεκτονικά μονοκατοικία, ένα παλιό προσφυγικό ή χτισμένο σε «προσφυγικό ρυθμό» τέλος πάντων, μακρόστενο και ζουπιγμένο προς τα κάτω, με χοντρούς πέτρινους τοίχους και μια μικρή αυλή που στα ντουβάρια της ο άντρας της γειτόνισσας απ’ όσο την θυμάμαι είχε ζωγραφισμένους ήρωες του Ντίσνεϊ– να ανοίγει το παράθυρο και να φωνάζει «Έλα καλέ λίγο εδώ». Η μουσική συνέχισε να παίζει, τί κρίμα που δεν σκέφτηκα να την ηχογραφήσω, τί κρίμα που είναι αδύνατο να περιγράψω πώς οι λίγες νότες παιγμένες με κέφι σε ένα περίεργο όργανο, αερόφωνο και πληκτροφόρο ταυτόχρονα, σχεδόν άλλαξαν το χρώμα του ουρανού σε κάτι πιο μπλε και πιο μυστήριο. Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα από κάτω την κυρα-Βέρα που διάλεγε τα κέρματα στο πορτοφόλι της. Στο όργανο ένας νεαρός, αρκετά πριν τα τριάντα μου φάνηκε –αδύνατο να προσδιορίσω εθνικότητα, σπανίως τα καταφέρνω με επιτυχία. Δίπλα του φτερούγιζε ένα κοριτσάκι, επτά-οκτώ χρονών, όμορφα στρουμπουλό, ντυμένο σαν όλα τα κοριτσάκια του κόσμου, με όμορφα μπουκλωτά μαλάκια και ένα τσαχπίνικο μουτράκι και το βλέμμα όλο νάζι. Χαιρέτισε με πλατύ χαμόγελο τη γειτόνισσα που της κούνησε το χέρι όσο ανέβαινε στο δρόμο μου. Έτρεξα να ξεθάψω κι εγώ μισό ευρώ απ’ το πορτοφόλι. «Εεεε», φώναξα, «Μπορείς να το πιάσεις;». Εγώ στον πρώτο όροφο και από κάτω κατηφόρα. Ο νεαρός σταμάτησε να παίζει, άρπαξε το χρυσαφένιο νόμισμα στον αέρα και φώναξε: «Ευχαριστώ!». Το κοριτσάκι μου έστειλε άπειρα φιλάκια χορεύοντας μεθυστικά στις νότες που αμέσως ξανάπιασε ο οργανοπαίχτης –πατέρας, αδερφός; Δεν ξέρω. Τα φιλάκια της κουκλίτσας ήταν υπέροχα θεατρικά. Έφερνε το χέρι στο στόμα και το τέντωνε όλο προς το μέρος μου μαζί με όλο της το κορμί, ξανά και ξανά. Απομακρύνθηκαν λικνιζόμενοι. Και χάθηκαν στη γωνιά του δρόμου.

Κοιτούσα και ένιωθα λίγο ν’ αλαφρώνει η καρδιά μου. Δεν κράτησε πάνω από δυο-τρία λεπτά όλο το σκηνικό, αλλά εντίμως σας το λέω, γαλήνεψε το μέσα μου. Προσωρινά. Μετά σκέφτηκα τί μπορεί αυτοί οι δυο χαρούμενοι διασκεδαστές να συναντήσουν στην επόμενη γωνία, στην επόμενη στροφή. Και το κέφι μου χάλασε πάλι.

Να πω καλό χειμώνα; Έχει νόημα;

Advertisements