Μιλούσα σήμερα με μια γνωστή μου από την Ελλάδα στο τηλέφωνο. «Άκου να σου πω κάτι», μου είπε με συνωμοτικό ύφος. «Μια φίλη μου είπε ότι της είπε κάποιος, που ξέρει, πως οι Πακιστανοί στα φανάρια την ώρα που καθαρίζουν τα τζάμια των αυτοκινήτων το μόνο που σκέφτονται είναι πότε θα ‘ρθει η ώρα να μας σφάξουν». Πρόκειται για μια κυρία που αγαπώ πολύ παρά τις παραξενιές της και την διαρκή ευπιστία της σε δηλώσεις «γνωστών» και «φίλων» παρόμοιου ή παρεμφερούς περιεχομένου. Έκανα παύση τόση ώρα που νόμισε ότι έπεσε η γραμμή. «Είσαι ακόμα εκεί;», μου είπε. Εκεί ήμουν. Προσπαθούσα να χωνέψω αυτό το απίστευτης βλακείας κατασκεύασμα που άκουσαν τ’ αυτιά μου να μού μεταφέρεται σαν μια κρυμμένη, πολύτιμη αλήθεια που μόλις αποκαλύφθηκε. Ακόμα και τώρα που το γράφω δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος μπόρεσε να διατυπώσει κάτι τόσο χυδαίο και εξόφθαλμα παράλογο ταυτόχρονα, και όχι μόνο αυτό, κάποιος έκατσε να τ’ ακούσει και να το λάβει σοβαρά υπόψιν και να επιχειρήσει να το αναπαράγει, και ξαφνικά μια κακοδιατυπωμένη ανοησία βρέθηκε να χορεύει από στόμα σε στόμα αποκτώντας ολοένα και περισσότερο υλική υπόσταση, μια πρόταση που δεν λέει ουσιαστικά τίποτα το χειροπιαστό, αλλά δομεί ένα κλίμα μέσα στο οποίο επωάζονται κρίσεις και συμπεριφορές οι οποίες λίγο αργότερα θα εμβαπτιστούν στο πεδίο της βίας που έχει γίνει η Ελληνική επικράτεια. Εν ολίγοις δεν πίστευα στ’ αυτιά μου.

Δεν θα σταθώ εδώ στο παράλογο της διατύπωσης: ο γνωστός του γνωστού που «ξέρει» είναι πάντα το πρώτο δείγμα ότι η ιστορία που θα ακολουθήσει είναι κατασκευασμένη –κι αυτός ο θεμελιώδης κανόνας ισχύει και για περισσότερο πειστικές αφηγήσεις. Ούτε θα αναρωτηθώ πώς στο καλό είναι δυνατόν να ξέρει ο γνωστός του γνωστού τί σκέφτεται ο κάθε ένας Πακιστανός στο φανάρι ξεχωριστά («Είχε πληροφορίες από «μέσα», για να το λέει σίγουρα κάπου το ξέρει», ήταν η απάντηση). Αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο σ’ αυτή την ιστορία είναι το πώς γίνεται ένα ακροατήριο να καθίσταται τόσο ανοιχτό σε αυτού του είδους την κακόβουλη προπαγάνδα, η οποία είναι εν τέλει η επιτομή του ρατσισμού, της ιδέας δηλαδή ότι μια προσδιορισμένη απ’ το χρώμα, τη θρησκεία, την καταγωγή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό ανθρώπινη ομάδα διέπεται από συγκεκριμένες (κατώτερες, ταπεινές και επικίνδυνες συνήθως) ιδέες και ορμές στο σύνολό της, απαρεγκλίτως και κατηγορηματικώς. Δεν είναι ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης (κι ας δείχνει πρόσφατη έρευνα δημοσιευμένη στο Psychological Science κάποια σύνδεση ανάμεσα στο χαμηλό IQ και τις προλήψεις, τον ρατσισμό και τον συντηρητισμό) που υπαγορεύει τέτοιες ιδεολογίες. Θα ήταν πιστεύω ρατσισμός απ’ την ανάποδη να θέσουμε σε τέτοια βάση ένα θέμα που είναι καθαρά ψυχολογικό και κοινωνικό. Πώς προκύπτει λοιπόν η επιδεκτικότητα του καθενός ν’ αποδεχτεί ιστορίες που αν και πασιφανώς –για την κοινή λογική– αναληθείς πιστοποιούν μια ήδη προκατασκευασμένη εικόνα; Κάτι τέτοιο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε ελλειπή εκπαίδευση, κακή κοινωνικοποίηση και κυρίως τεράστια προσωπική και κοινωνική ανασφάλεια.

Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε σε καιρό κρίσης οι συμπεριφορές γίνονται ολοένα και πιο ακραίες και κατόπιν ολοένα και πιο αποδεκτές από τον κοινωνικό περίγυρο. Όσο περισσότερο αυξάνεται ο φόβος και η οικονομική δυστυχία –με ό,τι αυτή συνεπάγεται– τόσο περισσότερο εξαντλείται η υπομονή και η κατανόηση σε πολυπολιτισμικά φαινόμενα. Ιστορίες όπως η παραπάνω έρχονται να κλειδώσουν σε ένα a priori δομημένο περιβάλλον και να λειτουργήσουν ως συνοδευτικό υλικό μιας προκατασκευασμένης άποψης, κι όχι βέβαια ως αποδεικτικά στοιχεία για την κατασκευή της –καθώς ως επί τω πλείστον πρόκειται για παντελώς αναληθείς αφηγήσεις. Η κατανόηση του διαφορετικού είναι θέμα παιδείας, και δεν μπορεί να λυθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, και σπάνια μπορεί να υπάρξει ένα δημιουργικό σοκ που να ταράξει και να μεταβάλλει μια ήδη παγιωμένη ιδεολογία.

Η κυρία της ιστορίας μας έχει μια νεαρή κόρη, φοιτήτρια στην Αγγλία πολλά χρόνια, όπως κι εγώ. Σκέφτομαι τη μέρα που ολομόναχη βρέθηκα για πρώτη φορά στ’ αεροδρόμιο του Χήθροου, με πεντακόσιες λίρες στην τσέπη και μια βαλίτσα τριάντα κιλών στο χέρι, υποχρεωμένη να διασχίσω τριακόσια πενήντα χιλιόμετρα ακόμα για να φτάσω στον τελικό μου προορισμό. Μπήκα στο μετρό και κάθισα• ερχόμουν απ’ την Αθήνα και δεν ήμουν προετοιμασμένη για την μουντάδα και το κρύο. Σηκώθηκα την ώρα που ο συρμός πλησίαζε στον σταθμό του Kings Cross, απ’ όπου θα έπρεπε να πάρω το τρένο για τον Βορρά. Στριμωγμένη και σπρώχνοντας έφτασα με την τεράστια, παλιομοδίτικη (μια απ’ αυτές τις ορθογώνιες πλακουτσωτές) βαλίτσα μου στην πόρτα του βαγονιού. Ένας Ινδός ντυμένος με παρδαλά χρώματα και ακολουθούμενος από την πανέμορφη μαντιλοδεμένη γυναίκα του με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια. Την δέχτηκα ευχαρίστως γιατί η βαλίτσα ήταν ασήκωτη και τα ροδάκια λειτουργούσαν μετά βίας. Την κουβάλησε στο μισό της διαδρομής, κι ύστερα την κράτησε στις κυλιόμενες σκάλες, μα μετά μου είπε πως έπρεπε ν’ ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση, μου έδειξε τον δρόμο, τον ευχαρίστησα και προχώρησα σέρνοντας το θηρίο. Δέκα μέτρα παρακάτω, θες από λάθος δικό μου, θες γιατί κάποια έργα πραγματοποιούσαν την εποχή εκείνη, βρέθηκα σ’ ένα σημείο που για να συνεχίσω από τον σταθμό του μετρό προς αυτόν του τρένου έπρεπε ν’ ανέβω μια σκάλα –κανονική, όχι κυλιόμενη– κι εγώ με το 1.66 μου και τα 57 κιλά απλά αδυνατούσα να κουμαντάρω τη βαλίτσα. Κοντοστάθηκα• είδα από μακριά να πλησιάζει ένας κλασσικός Άγγλος, μ’ ανοιχτά χρώματα, κοστούμι, γυαλιστερό παπούτσι, με την τυπική βιασύνη του Λονδρέζου businessman που τρέχει γύρω απ’ το ρολόι. Με κοίταξε που κοίταζα τα σκαλιά με απελπισία. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» μου είπε κοφτά, και πριν προλάβω ν’ απαντήσω άρπαξε τη βαλίτσα, ανέβηκε τα σκαλιά, από πίσω εγώ, μόλις φτάσαμε στο άλλο επίπεδο την άφησε κι εξαφανίστηκε τρέχοντας σχεδόν, σαν τον Άσπρο Κούνελο της Αλίκης, κοιτώντας το ρολόι του και κουνώντας το κεφάλι. Εγώ συνέχισα να σέρνω το μπαούλο και στην επόμενη στροφή βρέθηκα αντιμέτωπη με μια ακόμα μεγαλύτερη σκάλα. Μια και κανείς δεν φαινόταν τριγύρω βάλθηκα να τραβάω και ν’ αγκομαχώ, να σέρνω τη βαλίτσα με τα δυο χέρια πάνω στα δυο πρώτα σκαλοπάτια μέχρι που εγκλωβίστηκα γιατί αυτή μ’ έπαιρνε κάτω κι εγώ περισσότερο να τραβήξω δεν μπορούσα και ή που θα ‘σκαγα κάτω σαν το καρπούζι, ή που θα έμενα καρφωμένη εκεί στην αιωνιότητα. Κι όμως, μισή στιγμή πριν βάλω τα κλάματα, όπως γύρισα να κοιτάξω πίσω μου, είδα τον νεαρό businessman να εμφανίζεται απ’ την κορυφή της σκάλας, να κατεβαίνει φουριόζος και συνοφρυωμένος, να βουτά τη βαλίτσα, να την ανεβάζει και να εξαφανίζεται ξανά, πριν προλάβω καν να πω «Ευχαριστώ», από ‘κει όπου ‘χε επιστρέψει για να με βοηθήσει όταν συνειδητοποίησε πως θα συναντούσα κι άλλα σκαλιά μπροστά μου.

Αυτή ήταν η πρώτη μου ανάμνηση από μια χώρα όπου βρέθηκα σαν ξένη, και που κανείς δεν με ρώτησε αν είμαι νόμιμη ή παράνομη και τί ήρθα να κάνω εδώ, και γιατί βρισκόμουν στο σταθμό του τρένου τους να τους ταλαιπωρώ αντί να είμαι εκεί που μου ταιριάζει με άλλους όμοιούς μου. «Η κόρη μου δεν έχει πάει στην Αγγλία παράνομα, είναι εκεί φοιτήτρια και δεν κάνει εγκλήματα», ήταν η απόκριση της κυρίας όταν της είπα πως όταν έχεις το παιδί σου στα ξένα δεν μπορείς να μιλάς μ’ αυτό τον τρόπο για τους μετανάστες, ούτε να χρησιμοποιείς γελοία εφευρήματα που οριακά πιστεύεις κι ο ίδιος για να καταλήξεις ότι «Να πάνε στις χώρες τους και να μας αφήσουν ήσυχους». Μετά από τέσσερα χρόνια στην Αγγλία βρίσκομαι εξαναγκασμένη απ’ τα πράγματα να επιστρέψω στην Ελλάδα, για κάποιο (μεγάλο) τουλάχιστον χρονικό διάστημα. Περπατώντας στους δρόμους του Γιόρκ, μιας τυπικής Αγγλικής πόλης, βλέπεις όλων των ειδών τους ανθρώπους, κάθε ηλικία, κάθε φυλή –ακόμα κι εδώ, στις παρυφές της Αγγλικής επαρχίας–, βλέπεις γυναίκες με μωρά στο καρότσι να κυκλοφορούν άνετα και χωρίς άγχος, βλέπεις ανθρώπους με βοηθητικό εξοπλισμό (από μπαστούνι μέχρι καροτσάκι κι από περπατούρα μέχρι ειδικό αμαξίδιο) να ζουν στην πόλη τους, και την πόλη να τους υποστηρίζει όλους ανεξαιρέτως, με τις ειδικές τους ανάγκες, με την διαφορετικότητά τους, με τις ιδιαιτερότητες ή την απλότητά τους, μια πόλη για παιδιά, για ηλικιωμένους, για ανάπηρους, για μετανάστες, για φοιτητές, για εργαζόμενους. Μερικές ημέρες πριν είδα δυο κοπέλες να φιλιούνται έξω από το ζαχαροπλαστείο και να γελάνε ξέγνοιαστες. Ξέρω ότι αυτές τις εικόνες δεν θα τις δω στην Αθήνα, γιατί η Αθήνα ήταν ανέκαθεν μια πόλη που αποστρέφεται τον πεζό, τον ηλικιωμένο, την μητέρα με το καρότσι, τον άνθρωπο με ειδικές ανάγκες, οποιονδήποτε διαφορετικό. Τώρα όμως πάνω απ’ όλα η Αθήνα μισεί τον μετανάστη• γιατί δεν έμαθε να ζει μαζί του, δεν τον ρούφηξε μέσα στον αστικό της στρόβιλο όπως τόσες άλλες μεγάλες πρωτεύουσες, τον αντιμετώπισε ανέκαθεν σαν ξένο σώμα, και τώρα, πάνω στην κρίση, σαν ξένο σώμα προσπαθεί να τον αποβάλλει.

Βλέπω πως τα κρούσματα τυφλής κι αδικαιολόγητης βίας αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς. Βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου –ανθρώπους που αντιπαθώ και χλευάζω κι ανθρώπους που εκτιμώ κι αγαπώ, πώς με σαστίζει αυτός ο συνδυασμός– να γίνονται ολοένα και λιγότερο ανεκτικοί. Ολοένα και περισσότερο επιρρεπείς στον μισαλλόδοξο, ρατσιστικό λόγο. Ακόμα κι αν ποτέ οι ίδιοι δεν θα προβούν σε πράξεις βίας, θα συμβάλουν στη διατήρηση του κλίματος μεταφέροντας ανόητες ιστορίες όπως αυτή με την οποία ξεκίνησα. Νιώθω πως η κατάσταση αυτή με πνίγει, και δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την επάνοδό μου στην Αθήνα. Και έχω δυο επιλογές, να αντιδράσω σ’ αυτό ή να το αφήσω να με ρουφήξει κι εμένα, να γίνω συμμέτοχη, όχι βέβαια ενεργά, αλλά μέσα απ’ την απάθειά μου. Και αποφασίζω πως δεν θα μείνω απαθής. Δεν θα βουλιάξω μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και πανικού. Μίλησα στην κυρία της ιστορίας μας έξω απ’ τα δόντια και για πολύ ώρα. Της εξήγησα ότι δεν μπορείς να βάζεις τον άνθρωπο σε κατηγορίες. Ότι ο καθένας κρίνεται για τις δικές του πράξεις και όχι ως συλλογικότητα. Ότι δεν υπάρχει κανείς περισσότερο ή λιγότερο ίσος απ’ τον άλλον. Ότι τα ιδανικά, αν επιλεγείς να λες πως τα διαθέτεις, είναι έννοιες καθολικές και δεν εφαρμόζονται κατά περίπτωση. Εγώ έχω αποφασίσει πως φτάνοντας στην Αθήνα δεν θα σωπάσω. Γιατί στη θέση του κοριτσιού με τη βαλίτσα θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Οπουδήποτε. Και θα μπορούσαν να έχουν πει ιστορίες και γι’ αυτό το κορίτσι. Και θα ήθελα να έχει βρεθεί κάποιος να τις αντικρούσει. Γι’ αυτό τώρα κανείς δεν πρέπει να σωπαίνει.

Το κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο της Εκστρατείας του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, «Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!», και δημοσιεύτηκε στο website της Εκστρατείας στις 25 Ιουλίου 2012.

Advertisements