Η πολύ κουραστική προηγούμενη εβδομάδα έληξε μ’ ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το Σάββατο, για να παρουσιάσω μια ανακοίνωση στο συνέδριο «Ψυχανάλυση, Κουλτούρα και Κοινωνία» που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο του Middlesex. Από το Γιόρκ ως το Λονδίνο η απόσταση είναι 340 χιλιόμετρα που το τρένο κάνει βολικά σε δυο ώρες. Για να είμαι στην ώρα μου για την εγγραφή ωστόσο έπρεπε να πάρω το τρένο των έξι, δηλαδή να ξυπνήσω απ’ τις πέντε το πρωί, μετά από μια βδομάδα που δεν κατάφερα να κάτσω ούτε στιγμή. Στο τρένο δυσκολεύομαι πάντα να κοιμηθώ, και η υπερένταση δεν βοηθάει· μολονότι το σήμα ήταν κακό κατάφερα να χαζέψω λιγάκι στο Facebook και να ρίξω μια ματιά στην επικαιρότητα της μέρας που ξεκινούσε (βοηθούσης και της διαφοράς δυο ωρών ανάμεσα στη Βρετανία και τη μικρή μεσογειακή μας πατρίδα). Διάβασα αρκετά νωρίς την είδηση του θανάτου της Ζωρζ Σαρρή. Είναι πια ένα γνωστό γεγονός. Και θα παρατηρήσατε ίσως πως όποιος αναφέρθηκε στο ζήτημα το έκανε αφηγούμενος την πρώτη του επαφή με κάποιο απ’ τα βιβλία της, στην παιδική του συνήθως ηλικία. Νομίζω αυτός είναι ο πιο αξιοπρεπής επίλογος για μια συγγραφέα, και γι’ αυτό θα κάνω κι εγώ το ίδιο.

Πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, στο γραφικό χωριό των Αγίων Δέκα, επισκεπτόμενη τον παππού μου, σ’ ένα πετρόχτιστο, σκοτεινό σπίτι που μύριζε υγρασία όπως όλα τα παλιά κερκυραίικα σπίτια, δροσερό ακόμα και το καλοκαίρι, τακτοποιημένο με επιμέλεια και φροντίδα αλλά πάνω απ’ όλα γεμάτο βιβλία. Ως γεμάτο βιβλία τουλάχιστον θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, κι ας μην είναι η βιβλιοθήκη του παππού μου εντυπωσιακή σαν τις βιβλιοθήκες ακαδημαϊκών και συγγραφέων που έμελε να γνωρίσω αργότερα στη ζωή μου. Δεν έχει σημασία. Ήταν για μένα, ένα παιδί λίγο ακοινώνητο και υπεροπτικό ένας φανταστικός κόσμος. Πριν κλείσω τα δώδεκα είχα διαβάσει στις καλοκαιρινές μου διακοπές τόσο ετερόκλητα πράγματα, απρεπή σχεδόν για ένα παιδί της ηλικίας μου: «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Άιρα Λέβιν, την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, την «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, την «Κυρία με τας Καμελίας» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού), την «Ανάσταση» του Τολστόι, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο» του Νίκου Κοεμτζή, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, επτά εγκυκλοπαιδικούς τόμους με την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (με ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο που ήταν γεμάτος με ποιήματα του βουνού, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα), κάποιο απ’ όλα τα «Πέντε Λαγωνικά κι ο Σκύλος» της Ένιντ Μπλάιτον· ξεκίνησα πολλές φορές την «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω τις τριάντα σελίδες· μ’ έπιανε πάντα βαθιά κατάθλιψη και πάντα το παρατούσα στο ίδιο σχεδόν σημείο.

Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία τα διάβασα ξανά και ξανά, κάθε καλοκαίρι σε επανάληψη. Δεν ήταν χρονοβόρα διαδικασία αυτή η επανάληψη, ήθελα μερικές ώρες για τα βιβλία μετρίου μεγέθους, μια μέρα το πολύ για τα πιο ογκώδη. Διάβαζα πάντα πολύ γρήγορα. Διάβαζα το πρωί όταν ξυπνούσα πριν κατέβω στο σαλόνι, το μεσημέρι ενώ όλοι κοιμούνταν, το απόγευμα την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, το βράδυ στο πλατύσκαλο κάτω απ’ τη λάμπα του δήμου (αυτό το τελευταίο είναι μάλλον συνυπεύθυνο για τα πατομπούκαλα που αναγκάστηκα να φορτωθώ στα δεκατρία μου και να κουβαλώ έκτοτε στη γέφυρα της μύτης μου). Όταν μεγάλωσα λίγο και η βιβλιοθήκη του παππού δεν επαρκούσε για να καλύψει τη λαιμαργία μου κάναμε πλιάτσικο στη βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ή στα βίπερ της ξαδέρφης της Μίκας. Υλικό βρισκόταν πάντα. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκε στο μικρό μας σπίτι μια τόσο ετερογενής συλλογή, τακτοποιημένη πλάι στα θρησκευτικά κείμενα που έπιαναν ολόκληρο το ένα ράφι, η Βίβλος, το ψαλτήρι, άπαντες οι εκκλησιαστικοί ύμνοι σε κοτσωμένα βιβλία κάθε μεγέθους. Κάποια είχαν ξεχαστεί εκεί απ’ την νονά μου, τα πιο παιδικά ίσως απ’ τον θείο μου, πάντως ο παππούς μου τα φύλαγε με ζήλο κι εγώ τα κατασπάραζα με πάθος για χρόνια.

Ξέρω ότι άλλο ξεκίνησα να λέω, και είμαι κιόλας δυο παραγράφους εκτός θέματος. Μα δεν ξέρω για πόσο μπορώ να διατηρώ τόσο καθαρές αναμνήσεις, τους τίτλους, τις μυρωδιές, την αφή της εποχής εκείνης γι’ αυτό θέλω να τα γράψω όλα όσο ακόμα τα θυμάμαι, με την πρώτη ευκαιρία και χωρίς περιορισμό. Όμως θα επιστρέψω τώρα σ’ αυτό που κουβεντιάζαμε αρχικά. Μέσα στον λιγάκι παραμυθένιο αυτό κόσμο με τις άπειρες ξεφτισμένες σελίδες, που μύριζαν βιβλίο και χωριό, υπήρχε ένας χαρτόδετος τόμος, μεσαίου μεγέθους, με πολύ τριμμένο εξώφυλλο και τους σπάγκους απ’ το δέσιμο των σελίδων να ξεχωρίζουν στη ράχη του. Κόκκινο με μια ασπρόμαυρη φάσα στ’ αριστερά, ένα γεωμετρικό σχέδιο και μια μπάλα με τον ήλιο ζωγραφισμένο στην κορυφή της. Ήταν από τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Δεν το είχε ο παππούς στο μεγάλο ράφι στο σαλόνι, αλλά πάνω, στην κρεβατοκάμαρα, κάτω απ’ το κομοδίνο μαζί με άλλα χαρτόδετα. Το άνοιξα ένα απόγευμα. Το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Αμέσως ξεκίνησα να το διαβάζω ξανά, και όσο το φέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιο να μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο απ’ τις γρίλιες του παραθύρου, κάποιον να γκρινιάζει: «Αμάν, Εβίτα, βγες έξω επιτέλους, σταμάτα με τα βιβλία», τη σκόνη να χορεύει στον αέρα όπως έπεφτε πλάγια το φως, τις διαφανείς κουρτίνες. Το φως. Ήταν το «Όταν ο Ήλιος», της Ζωρζ Σαρρή την οποία από τότε ερωτεύτηκα αμετάκλητα και οριστικά.

Η Ζωρζ Σαρρή είναι μια από τις πιο σπουδαίες Ελληνίδες συγγραφείς, ώριμη με σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο, εκτός από ουσιαστικό περιεχόμενο. Κατάφερε να σκιαγραφήσει μια εποχή και είχε την ικανότητα να δίνει διαφορετικά χρώματα σε κάθε τί που παρέδιδε στο κοινό, όχι μόνο ν’ αναπαράγει πληροφορίες, όχι μόνο να χτίζει πλοκή, αλλά να ζωγραφίζει την ατμόσφαιρα, το κλίμα, να προσφέρει μια σχεδόν απτή αφήγηση στον αναγνώστη. Το «Όταν ο Ήλιος» είναι το μοναδικό βιβλίο που έκλεψα κρυφά απ’ τον παππού μου μερικά καλοκαίρια μετά, γιατί το ήθελα κοντά μου –και γιατί δεν ήθελα να ρισκάρω να μου πει ο παππούς όχι. Καθόρισε εν πολλοίς την πολιτική μου σκέψη και οι αξίες που με κέρασε διατηρούνται έως σήμερα βασικά αναλλοίωτες. Διάβασα στην πορεία –ως επί τω πλείστον δανεισμένα απ’ την Δανειστική Βιβλιοθήκη του Κερατσινίου– όλα τα υπόλοιπα βιβλία της Ζωρζ Σαρρή, βιβλία που σε ταξιδεύουν απλά αλλά όχι απλοϊκά, με βάθος και με πάθος στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Διάβασα τους «Νικητές» στην Α’ Γυμνασίου, αυτό δανεισμένο απ’ την δανειστική βιβλιοθήκη του Ραλλείου Γυμνασίου Θηλέων Πειραιά όπου η μοίρα και το πείσμα μου με έστειλαν να ξεκινήσω την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Δεν υπάρχει καλύτερη εισαγωγή απ’ τα βιβλία της Ζωρζ Σαρρή στην ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να κάνεις ένα παιδί να λαχταρήσει να μάθει περισσότερο, να ψάξει, να γυρέψει ιστορίες. Κάποιος μου χάρισε σε πιο μεγάλη ηλικία την «Νινέτ», ένα ταξίδι που ξεκινά απ’ την Οδησσό των προπολεμικών χρόνων κι αναπαράγει έναν ρομαντικό σχεδόν κοσμοπολιτισμό που ένα κορίτσι στα 1990s δεν θα μπορούσε αλλιώς να φανταστεί. Στα «Στενά Παπούτσια» ζωγραφίζεται η ελληνική επαρχία πολλά χρόνια και περισσότερα ήθη διαφορετική από την Αίγινα του «Θησαυρού της Βαγίας». Νομίζω ότι αυτό που λάτρεψα περισσότερο σ’ αυτά τα βιβλία ήταν οι σαφείς κι αδιόρατοι δεσμοί ανάμεσα στους ήρωες, ήρωες που αποτελούσαν ένα παζλ και ο αναγνώστης διαβάζοντας τα βιβλία ανακατεμένα έπρεπε να το βάλει σε τάξη, να τακτοποιήσει την ιστορία της οικογένειας Αϊβαλιώτη (ή όπως ονομαζόταν σε καθένα απ’ τα μυθιστορήματα) σαν για ν’ ανακαλύψει τον κώδικα που θα ξεκλειδώσει ένα κρυμμένο μυστικό, το μυστικό της συνοχής του έργου. Δεν έπαψα ποτέ να ψάχνω την Ζωρζ Σαρρή στη Ζωή, την βασική της ηρωίδα, για να την βρω φευγαλέα στις φωτογραφίες που έκρυβε η «Νινέτ» στο μέσου του βιβλίου, μαζί με την μειλίχια κυρία Έμμα, τον όμορφο Κόλια και τα άλλα κορίτσια ντυμένα με φορεσιές της εποχής.

Και οι εποχές άλλαξαν, οι φορεσιές άλλαξαν, και η Ζωρζ Σαρρή πέθανε στις 9 Ιουνίου του 2012, σε ηλικία ογδόντα επτά ετών. Τί έμεινε πίσω; Τα πολύ στενά παπούτσια μιας εποχής που τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρισε πίσω και έπεσε με δύναμη πάνω σ’ αυτά που νομίζαμε ότι είχαμε ξεπεράσει οριστικά. Αγάπησα πολύ την κυρία Έμμα, την εύθραυστη Γαλλίδα από την Σενεγάλη που αγκάλιασε αυτό τον τόπο και πέθανε στην Κατοχή τρελαμένη απ’ την πείνα και τον φόβο για τη ζωή των κοριτσιών της. Τον κύριο Σωκράτη που κράτησε την αυστηρότητα και την περηφάνια του, κι ας έχασε κάθε έλεγχο στη ζωή και τις τύχες της οικογένειάς του. Η Ζωή του «Όταν ο Ήλιος» πολέμησε το φασισμό με αφέλεια και πάθος, με τον έρωτα και την ανάγκη για ζωή, με την ηδονική ικανοποίηση που έδινε ο αγώνας για μια πλουραλιστικά ουμανιστική λευτεριά. Και σήμερα; Ο θάνατος της Ζωρζ Σαρρή μας βρίσκει σε μια εποχή που η μετριοπάθεια και ο ανθρωπισμός φαίνεται να φθίνουν –δεν θέλω να πω «να έχουν πεθάνει». Παρακολουθούμε σήμερα στην Ελλάδα μια πρωτοφανή άνοδο των άκρων και μια ακόμα πιο πρωτοφανή απευαισθητοποίηση της κοινωνίας. Η αξία της ανθρώπινης ζωής λιγοστεύει μέρα με την ημέρα, ο άνθρωπος απαξιώνεται σε σάρκα που μπορείς να χτυπήσεις, να κόψεις, να καταστρέψεις, να σκοτώσεις χωρίς τύψεις συνειδήσεως.

Το Σάββατο στο Middlesex, μια σύνεδρος από την Ουγγαρία παρουσίασε την έρευνά της πάνω στην ψυχολογία των προσφύγων και τις τραυματικές αφηγήσεις όπως τις κατέγραψε ως ψυχολόγος σε κέντρο υποδοχής προσφύγων στη χώρα της. Αντιγράφω από τη σύνοψη της ανακοίνωσής της: «Οι προσωπικές μαρτυρίες καταδεικνύουν τις καθοριστικές επιπτώσεις που έχουν η δίωξη, τα βασανιστήρια, η στέρηση του πολιτιστικού περικειμένου και η ζωή στην εξορία, πάνω στην ταυτότητα, τους δεσμούς και την ικανότητα ανάδρασης». Στη συζήτηση που ακολούθησε κουβεντιάσαμε για τις γραφειοκρατικές δυσκολίες που προκύπτουν και τους περιορισμένους πόρους που παρέχει η πολιτεία για την περίθαλψη και τα προγράμματα ένταξης, καθώς και τα προβλήματα που δημιουργεί η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ για την επαναπροώθηση των μεταναστών στην αρχική χώρα εισόδου. Την ρώτησα αν γνωρίζει (φυσικά και γνώριζε) περιπτώσεις μεταναστών που έφτασαν εκεί απ’ την Ελλάδα και αν αυτές οι περιπτώσεις διαφέρουν –σε ψυχολογικό επίπεδο– από μετανάστες που φτάνουν στην Ουγγαρία από άλλο σημείο εισόδου. «Διαφέρουν σημαντικά», μου είπε, «η παραμονή τους στην Ελλάδα έχει γίνει άλλη μια πληγή, ένα ακόμα τραύμα στη διάρκεια της εξορίας τους». Η Ουγγαρία (και άλλες ευρωπαϊκές χώρες) έχουν ήδη αποφασίσει σε μεγάλο βαθμό να μην επαναπροωθούν τους μετανάστες στην Ελλάδα όπου θεωρείται πλέον δεδομένο ότι οι συνθήκες κράτησης και διαχείρισής τους καταστρατηγούν τους διεθνείς όρους και συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πέρα από την κρατική αναλγησία (και σε πολλές περιπτώσεις βία) ήρθε τώρα να προστεθεί επίσημα ένα ακόμα αγκάθι σ’ αυτή την ανθρωπιστική καταστροφή που λαμβάνει χώρα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το αγκάθι αυτό λέγεται Χρυσή Αυγή και ο ελληνικός λαός το εξέλεξε στο Κοινοβούλιο στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ένας Ελληνικός λαός που φαίνεται να μην έμαθε τίποτα απ’ τους λογοτέχνες του ή τους ιστορικούς του ή τους παππούδες του, και ανέδειξε τα πιο γλοιώδη κατακάθια της Ελληνικής κοινωνίας σε ρυθμιστές των πραγμάτων, σε δήμιους που εκτελούν εν ψυχρώ έχοντας λαϊκό έρεισμα και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση τρόπον τινά.

Μετά το τέλος του συνεδρίου γύρισα στο κέντρο του Λονδίνου με το λεωφορείο και περπάτησα στην Oxford Street. Απόγευμα Σαββάτου χιλιάδες κόσμου ξεχύνονταν στα πεζοδρόμια. Άνθρωποι κάθε κουλτούρας και καταγωγής, σε όλα τα χρώματα και με όλα τα παράξενα ντυσίματα που μπορεί κανείς να φανταστεί. Μελαψά κορίτσια με μαντίλα στο κεφάλι που χαχάνιζαν κοντά στις ξανθιές γαλανομάτες φιλενάδες τους, άντρες με καφτάνια και καλύπτρα στα μαλλιά πλάι σε τυπικούς γιάπηδες με γραβάτα και Blackberry, σούπερ-μίνι και μπούργκα, όλα εξίσου αποδεκτά, εξίσου νόμιμα στον δημόσιο χώρο, χωρίς στραβά βλέμματα, χωρίς απαξίωση, χωρίς προσβολή. Ξέρω ότι δεν πρόκειται για μια εικόνα που θα δούμε στην Ελλάδα σύντομα. Ξέρω ότι στην Ελλάδα θα δούμε πολύ χειρότερες εικόνες απ’ αυτές που βλέπουμε κατ’ επανάληψη τον τελευταίο μήνα. Και το χειρότερο είναι πως ξέρω ότι αυτό είναι μόνο η αρχή, μας το απέδειξαν τα επώδυνα τηλεοπτικά γεγονότα της προηγούμενης εβδομάδας: όταν ο «εξωτερικός εχθρός» εξαλειφθεί, τα σπαθιά, τα μπαστούνια, οι σιδηρογροθιές, οι καραμπίνες θα στραφούν προς τα μέσα.  Και μόνο τότε θα γίνει ίσως απόλυτα κατανοητό το τί σημαίνει Χρυσή Αυγή· όμως τότε θα είναι πολύ αργά. Σε τρεις μέρες έχουμε εκλογές. Προλαβαίνει ν’ αλλάξει κάτι; Δεν ξέρω. Αυτό το τέρας που λέγεται ναζισμός μπορείς να το χτυπήσεις μόνο με παιδεία, πληροφόρηση και καλλιέργεια. Τίποτα άλλο δεν το σταματά, καμιά νομοθεσία, καμιά καταστολή. Είναι πολιτισμός το να κατανοείς και ν’ ανέχεσαι την διαφορετικότητα σε όλα τα επίπεδα κι αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί. Το Σάββατο πέθανε μια μεγάλη δασκάλα του νεοελληνικού πολιτισμού. Κι εγώ μόνο αυτό έχω να πω: σπεύστε στα βιβλιοπωλεία άμεσα, εξαφανίστε τα βιβλία της απ’ τα ράφια, διαβάστε τα οι ίδιοι ό,τι ηλικία κι αν έχετε, μοιράστε τα στα μικρά παιδιά, δεν πρέπει να υπάρχει κανένα παιδί που τελειώνει το δημοτικό και δεν ξέρει τί έζησε η Ευρώπη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν ξέρει τί αποτελέσματα είχε ο εμφύλιος, πώς βίωσαν την Επταετία οι άνθρωποι μόλις δυο-τρεις γενιές πριν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Περπατάμε σε επικίνδυνα μονοπάτια· και φορώντας πολύ στενά παπούτσια. Βοηθήστε σήμερα να προλάβουμε το κακό. Αρνηθείτε να σας μετατρέψει η κρίση σε ζώα. Αντισταθείτε σε κάθε ευκαιρία. Προστατέψτε τους συνανθρώπους σας. Ορθώστε το ανάστημά σας. Μην υποχωρήσετε στο φόβο. Με αφέλεια, μ’ ενθουσιασμό, με πάθος. Μιλήστε έξω απ’ τα δόντια, μιλήστε μέχρι να βραχνιάσετε, να μη βγαίνει πια φωνή. Μην αφήσετε κανέναν στα νύχια τους. Με σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Με αλληλεγγύη για τον συνάνθρωπο. Για να μπορείτε να κοιμάστε το βράδυ με τη συνείδησή σας καθαρή. Γίνετε αν χρειαστεί ένας λογοτεχνικός ήρωας. Οι καιροί μας χρειάζονται μια Ζωή περισσότερο από ποτέ.

Αντίο σας Ζωρζ Σαρρή. Χαίρομαι που δεν θα δείτε τους μήνες που έρχονται.

Advertisements