Το AIDS υπήρξε ο μεγαλύτερος καθολικός τρόμος που θυμάμαι να βιώνω στην παιδική μου ηλικία. Ξεπέρασε κι αυτόν τον τρόμο του πυρηνικού ολοκαυτώματος που έζησα όταν πληροφορήθηκα την ιστορία του Τσερνομπίλ γύρω στα πέντε. Αποτέλεσε την αφορμή για τον μοναδικό επί χρόνια επαναλαμβανόμενο εφιάλτη μου, και είμαι σίγουρη πως έχει μια ξεχωριστή θέση στην ψυχοπαθολογία μου, αν και μέχρι σήμερα μου προκαλεί τόση αμηχανία που έχει σταθεί αδύνατο να το ερευνήσω περαιτέρω. Ήμουν έξι ή επτά χρονών όταν άκουσα γι’ αυτό πρώτη φορά. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην κουζίνα. Έπαιζα κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας και γύρω απ’ αυτό οι γονείς μου συζητούσαν με μια γειτόνισσα και φίλη ο αδερφός της οποίας ήταν πιλότος της Ολυμπιακής, και πάντα πρωταγωνιστούσε σε μια σειρά από εξωτικές ιστορίες απ’ όλη την υφήλιο. Η συγκεκριμένη εξωτική ιστορία ήταν φρικιαστική. Θυμάμαι ακόμα να σταματάω το παιχνίδι με τις κούκλες και να στήνω αυτί για να καταλάβω τί ακριβώς λέγαν οι μεγάλοι. Η αφήγηση ήταν τοποθετημένη κάπου στην Αφρική όπου –υποτίθεται πως– φορείς του AIDS τριγυρνούσαν στο δρόμο με μια χρησιμοποιημένη σύριγγα και μόλυναν τους υγιείς εν ψυχρώ καρφώνοντάς τους πάνω απ’ τα ρούχα. Μιλάω για το 1991 ή 1992, πρέπει να ήταν τότε που ο τρόμος του AIDS είχε φτάσει για τα καλά στην Ελλάδα. Το μυαλό μου σ’ εκείνη την ηλικία δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει ανάμεσα στη λογική και τον αστικό μύθο. Η ιστορία καταγράφηκε ως πέρα για πέρα αληθινή. Εκείνο το βράδυ είδα για πρώτη φορά έναν εφιάλτη που με τυράννησε για χρόνια, μισή δεκαετία ή ίσως και παραπάνω:

«Είμαστε λέει στο παλιό, μικρό μας αυτοκίνητο και οδηγούμε στη γειτονιά της γιαγιάς μου. Η οδός Σαλαμίνος στον Πειραιά είναι ένας σχετικά φαρδύς δρόμος, χωρίς να αποτελεί λεωφόρο. Μπροστά μας δύει ο ήλιος και το φως στον ουρανό χαμηλώνει. Οι άνθρωποι τρέχουν να μπουν στα σπίτια τους, μαζεύουν υστερικά τα παιδιά τους απ’ τα πεζοδρόμια που έπαιζαν μέχρι εκείνη την ώρα και τα κλειδώνουν μέσα. Εμείς οδηγούμε· το αυτοκίνητο κυλάει. Στη γειτονιά αυτή ένας τέρας κυκλοφορεί τη νύχτα. Μια γυναίκα, ψηλή, αποστεωμένη, με κοντά μαλλιά, ξεραμένο πρόσωπο, άδεια μάτια· το όνομά της ήταν Ία [προφανής παραφθορά της λέξης «ιός»]. Ένα άγγιγμά της μοναχά αρκούσε να σου μεταδώσει το θάνατο. Όσο πλησιάζουμε στο σπίτι της γιαγιάς μου σκοτεινιάζει και μέχρι να φτάσουμε είναι πια εντελώς νύχτα. Το αυτοκίνητο σταματά στη μέση του δρόμου. Το τέρας πλησιάζει με αργά βήματα. Εγώ με τον αδελφό μου καθόμαστε στο πίσω κάθισμα. Η μαμά μου στη θέση του οδηγού. Η γυναίκα τραβάει την πόρτα. Στις χειρότερες εκδοχές του εφιάλτη η πόρτα ανοίγει κι εκείνη γραπώνει τη μαμά μου. Άλλες φορές ξυπνώ πριν γίνει αυτό. Μεγαλώνοντας κατάφερα να κάνω την πόρτα να κλειδώνει, κι έτσι απλά μένουμε μέσα στο αυτοκίνητο κατατρομοκρατημένοι, περιμένοντας να ξημερώσει».

Ταλαιπωρήθηκα πολλά χρόνια απ’ αυτό το κακό όνειρο. Ξυπνούσα στη μέση της νύχτας ιδρωμένη και σε καθεστώς απόλυτου τρόμου. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Όχι τότε τουλάχιστον· το κουβέντιασα για πρώτη φορά χρόνια αφότου ο εφιάλτης είχε πάψει να επανέρχεται. Σιγά-σιγά ανέπτυξα άμυνες για να καταφέρνω να κοιμάμαι. Είπα: «Η Ία έρχεται μόνο στο σκοτάδι», κι έτσι για χρόνια δεν κοιμήθηκα ποτέ χωρίς ένα φως αναμμένο στο δωμάτιό μου. Είπα: «Η Ία βγαίνει απ’ την ντουλάπα που είναι σκοτεινά, αν κρατήσω την ντουλάπα κλειδωμένη είμαι ασφαλής». Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να κοιμηθώ σε δωμάτιο με ανοιχτές ντουλάπες/ντουλάπια/συρτάρια (αν και τώρα πια δεν χρειάζεται να είναι κλειδωμένα, παλιά αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο). Για χρόνια έκλεινα τις ασφάλειες εμμονικά, μια-μια σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο έμπαινα (πολύ πριν έρθει στην Ελλάδα το κεντρικό κλείδωμα). Προφανώς αποτέλεσα ενόχληση για πάρα πολλούς ανθρώπους όλο αυτό τον καιρό, καθώς κανείς δεν ήξερε για ποιο λόγο συμπεριφερόμουν έτσι αλλοπρόσαλλα.

Μεγαλώνοντας φρόντισα να μάθω, να διαβάσω, ν’ ακούσω, να πληροφορηθώ σε μια προσπάθεια να σκοτώσω αυτό τον τρόμο. Οι τρόμοι βέβαια δεν σκοτώνονται, η πληροφόρηση όμως λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την ενσάρκωσή τους. Για το λόγο αυτό οι αρνητές του HIV/AIDS και ιστορίες σαν αυτή της προσφάτως εκλιπούσας Μαρίας Παπαγιαννίδου με βγάζουν απ’ τα ρούχα μου. Με αφορμή τον θάνατο της Παπαγιαννίδου και την σχετική παραφιλολογία που ακολούθησε ξύπνησε λίγο αυτός ο πρωτόγονος φόβος. Έχω λόγω ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων μελετήσει αρκετά την ψυχολογία της ασθένειας και τις ιδιαιτερότητες του ψυχισμού του ασθενούς και σε επιστημονικό επίπεδο μπορώ να κάνω τους διαχωρισμούς μου, να κατανοήσω από πού πηγάζει αυτή η τεράστια ανάγκη του καταδικασμένου εις θάνατον από κάτι που φαίνεται να είναι το ίδιο του το σώμα να αρνηθεί την πραγματικότητά του, να αγκαλιάσει μια άλλη, πλασματική πραγματικότητα, και να πορευθεί μέσα στην άρνηση που του εξασφαλίζει μια επίφαση ηρεμίας. Δεν σκόπευα να γράψω γι’ αυτό το θέμα τότε, γιατί είναι ένα θέμα που με ενοχλεί για τους λόγους που εξέθεσα παραπάνω και το εξωτερικεύω με δυσκολία. Επί τη ευκαιρία πάντως διάβασα τις νεότερες επιστημονικές εξελίξεις πάνω στο θέμα, διάβασα τα επιχειρήματα των οροαρνητών –που δεν με έπεισαν ούτε καν λιγάκι ανεξαρτήτως προκατάληψης– παρακολούθησα πολύ στενά το debate που προέκυψε, και η άποψή μου για το θέμα εδραιώθηκε εκ νέου.

Μερικές ημέρες πριν, ξαπλωμένη στον καναπέ, με τον έρωτα της ζωής μου να κοιμάται παραδίπλα έχοντας παγιδεύσει τα πόδια μου που μούδιαζαν για καμιά ώρα απ’ το κράτημά του, διάβασα για τη σύλληψη της Ρωσίδας ιερόδουλης που είναι φορέας του HIV. Αισθάνθηκα αμέσως αυτό τον ίδιο εμμονικό φόβο για ένα μολυσματικό ολοκαύτωμα να επιστρέφει. Με τη δημοσιοποίηση περισσότερων ονομάτων (όσο περνούν οι μέρες ο αριθμός αυξάνεται, απ’ την μια πήγε στις δώδεκα κι αν ισχύουν αυτά που διαβάζω αυτή τη στιγμή έχουν φτάσει στις δεκαεπτά) ξέσπασε μια γιγάντια συζήτηση σχετικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας. Μαζί με τα πλήρη στοιχεία των γυναικών δημοσιεύτηκαν η φωτογραφίες κι ο τόπος διαμονής τους. Πλήθος κόσμου αντιδρά. Η δική μου πρώτη, ενστικτώδης αντίδραση στις ελάχιστες πληροφορίες που αρχικά έλαβα ήταν πως καλώς δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες. Πως η προφύλαξη της δημόσιας υγείας είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο. Δεν ασχολήθηκα με το θέμα για μια-δυο μέρες, καθώς ήμουν μακριά απ’ το Ίντερνετ. Ύστερα γύρισα στο σπίτι μου και ξεκίνησα να διαβάζω. Είδα τις φωτογραφίες. Έμοιαζαν τόσο με την τρομακτική μορφή στ’ όνειρό μου. Και συνειδητοποίησα ότι η πρώτη μου αντίδραση ήταν και απαράδεκτη, και απόρροια του παιδικού μου, ενστικτώδη φόβου που μετατρέπει τον φορέα του AIDS σε μολυσματικό τέρας και την κοινωνία (εμένα) σε παγωμένο απ’ τον τρόμο παιδί, κλειδωμένο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Όμως η κοινωνία δεν αποτελείται από εξάχρονα. Και γι’ αυτό απ’ όποια άποψη κι αν το πάρεις η κίνηση ήταν απαράδεκτη. Και σε επίπεδο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε επίπεδο αποτελέσματος. Προκειμένου να ενημερώσουν το κοινό αρκούσε η δημοσίευση της πληροφορίας και της τοποθεσίας του παράνομου οίκου. Εκτιμώ ότι με μια πιο αόριστη ανακοίνωση θα είχε αυξηθεί ο αριθμός των ανθρώπων που καλούν στα ειδικά κέντρα για να εξεταστούν. Ή θα είχε παραμείνει ο ίδιος. Πάντως δεν θα ήταν μικρότερος. Σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρέτησε η δημοσίευση των στοιχείων αυτών των γυναικών το δημόσιο καλό. Μάλλον το έβλαψε.

Και ξεκαθαρίζω πώς: το κράτος δικαίου είναι βασισμένο σε θεμελιώδεις αρχές που οφείλουν να είναι απαράβατες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες άνευ εξαιρέσεως. Θεμελιωδέστερη αρχή του είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας του ατόμου και των απόρρητων προσωπικών δεδομένων του (συμπεριλαμβανομένου του ιατρικού απορρήτου). Οτιδήποτε άλλο και με οποιοδήποτε πρόσχημα αποτελεί χυδαίο κανιβαλισμό, και στην προκειμένη περίπτωση η αφορμή είναι μια βρωμερή σκοπιμότητα που ακούει στο όνομα «προεκλογική περίοδος». Δεν με απασχολεί το πόσο νομιμοφανής μπορεί να παρουσιαστεί αυτή η κίνηση (τα μέχρι τώρα στοιχεία που έχω διαβάσει μάλλον δεν συνάδουν προς την άποψη ότι ήταν νόμιμη): αποτελεί αφορμή της κατάλυσης του κράτους δικαίου. Και αυτό είναι το εφαλτήριο για οποιαδήποτε μελλοντική κατάλυσή του. Με ή χωρίς αφορμή. Ως αποτέλεσμα μπορεί να έχει μόνο την αναισθητοποίηση της κοινωνίας, τη δημιουργία μιας στρατιάς από θηρία που είναι έτοιμα να κατασπαράξουν το πιο αδύναμο απ’ τα μικρά τους, να τραφούν από τις σάρκες του και να συνεχίσουν ανενόχλητα να δομούν την ευημερία τους πάνω στον πόνο των λιγότερο προνομιούχων.

Δεν σκοπεύω να ανοίξω κουβέντα περί ευθυνών (της εκδιδόμενης ή του πελάτη). Ακριβώς γιατί δεν έχει καμιά σημασία. Δεν θέλω να επιχειρηματολογήσω ότι η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει γιατί οι κοπέλες ήταν θύματα («ας δημοσιεύσουμε και τις φωτογραφίες των πελατών που αγόραζαν σεξ χωρίς προφυλάξεις από παράνομους οίκους», ακούγεται από εχθές). Η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων δεν έπρεπε να έχει γίνει, τελεία. Το ξέρω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν έζησε ποτέ την Αναγέννηση, δεν έζησε τον Διαφωτισμό. Η δημιουργία του Ελληνικού Κράτους δεν στηρίχτηκε ουσιαστικά στα θεμέλια των κινημάτων που διαμόρφωσαν την υπόλοιπη Ευρώπη παρά κατ’ επίφασιν μόνο και δια της αντιγραφής, χωρίς ποτέ να καταφέρουμε να εμβαθύνουμε σ’ αυτά. Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της Ελληνικής κοινωνίας, και το πληρώνουμε (και) στην κρίση που βιώνουμε την τελευταία διετία. Είμαστε όμως όπως και να το κάνουμε άνθρωποι του 21ου αιώνα. Σ’ αυτό το σημείο πια θα έπρεπε να έχουμε αποκομίσει κάτι από την Ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά στην οποία δικαιωματικά έχουμε μερίδιο. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό η κοινωνία ν’ αντιδρά όπως ο εξάχρονος εαυτός μου. Δεν πρέπει ν’ αφήσει τα θηρία να τραφούν απ’ το φόβο της. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι αδιαπραγμάτευτη υπό όλες ανεξαιρέτως τις συνθήκες. Οι ένοχοι για οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη πράξη πρέπει να τιμωρηθούν με βάση τους νόμους και το Σύνταγμα. Η περιφορά των κουφαριών τους στην πλατεία προς παραδειγματισμό είναι απομεινάρι κάποιας πολύ σκοτεινής εποχής που εύχομαι να μην αναβιώσει όσο φοβάμαι πως αυτό σχεδόν έχει ήδη γίνει.

Advertisements