ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μετάφραση του έργου εκπονήθηκε το 2006 ως εργασία για το μάθημα «Ιστορία του Θεάτρου» του ΣΤ’ εξαμήνου φοίτησης, στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη. Πρόκειται για το έργο Luces de Bohemia του Ισπανού συγγραφέα Ramón del Valle-Inclán, η μετάφραση του οποίου έγινε από δίγλωσση (ισπανικά-αγγλικά) έκδοση[1]. Στόχος της εργασίας ήταν η εξερεύνηση του ισπανικού θεάτρου των αρχών του 20ου αιώνα και η μελέτη ενός σημαντικού Ισπανού συγγραφέα. Αρχικά θα ήθελα να μιλήσω συνοπτικά για τον Ramón del Valle-Inclán, την ζωή και το έργο του και να αναφερθώ στην Ισπανική Γενιά του 1898, στην οποία ανήκε ο συγγραφέας. κατόπιν θα επιχειρήσω έναν σύντομο σχολιασμό του μεταφρασμένου έργου και θα μιλήσω για το θεατρικό είδος Εσπερπέντο. Ακολουθεί το μεταφρασμένο κείμενο και ένας σύντομος επίλογος.

Το έργο αυτό το αγαπώ πολύ, κυρίως γιατί όταν μεταφράζεις κάτι εν μέρει το πλάθεις απ’ την αρχή· ένα κομμάτι του είναι για πάντα δικό σου δημιούργημα. Το θυμήθηκα πριν από μερικές ημέρες τυχαία, και παρότι είναι εξαιρετικά μακροσκελές, και άρα μη ελκυστικό για το Ίντερνετ, σύμφωνα με την θεωρία των μέσων, αποφάσισα να το ανεβάσω για τους ελάχιστους που θα μπουν στη διαδικασία να το διαβάσουν, πιστεύοντας ακράδαντα ότι το έργο θα τους ανταμείψει με την μεστότητά του και το βάρος του περιεχομένου του. Το σκέφτηκα πολύ πριν αποφασίσω να το δημοσιεύσω –ό,τι ανεβάζεις στο Ίντερνετ ρισκάρεις να το χάσεις για πάντα, και το συγκεκριμένο πρότζεκτ είναι αποτέλεσμα τεράστιου κόπου για να το εκθέσω για πιθανή λογοκλοπή. Όμως θεώρησα ότι είναι εξίσου κρίμα για τον κόπο μου να μείνει κρυμμένο σ’ ένα ηλεκτρονικό αρχείο και να μην διαβαστεί ποτέ από ανθρώπους που θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος τρόπος να διατηρήσω τα δικαιώματα της μετάφρασης και του συνοδευτικού υλικού, οπότε θεωρήστε πως κατοχύρωσα το copyright. Το έργο διαβάζεται τέλεια σε συνάρτηση με την παγκόσμια πολιτικο-οικονομική κατάσταση, και κυρίως την ιδιαίτερη Ελληνική Κρίση. Ίσως είναι η συγγένεια της μεσογειακής νοοτροπίας, ίσως το ότι η ζωή κάνει κύκλους. Όπως και να ‘χει, η ανάγνωση απαιτεί ένα δίωρο, αν αποφασίσετε να το θυσιάσετε θα με θυμηθείτε (μπορείτε πάντα να συντομεύσετε αγνοώντας το εισαγωγικό υλικό).

1. Ramón del Valle-Inclán

Ο Ισπανός δραματουργός και πεζογράφος Ramón María del Valle-Inclán γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1866 στην ισπανική Galicia και πέθανε τον Ιανουάριο του 1936 έχοντας αφήσει πίσω του πλούσιο έργο. Θεωρείται από πολλούς μελετητές ως ένας από τους πιο σημαντικούς και ριζοσπάστες συγγραφείς, που εργάστηκε με κύριο σκοπό να ανατρέψει και να υπονομεύσει την παραδοσιοκρατία στο κατεστημένο του Ισπανικού Θεάτρου. Ακόμα πιο σημαντική είναι η επιρροή που άσκησε το ανατρεπτικό έργο του στις νεότερες γενιές των Ισπανών δραματουργών.

Η δουλειά του Valle-Inclán επιτίθεται σ’ αυτό που ο ίδιος θεωρούσε υποκρισία, ηθικολογία και συναισθηματισμό των αστών συγγραφέων, σατιρίζει την αφ’ υψηλού άποψη των ανώτερων τάξεων και στοχοποιεί συγκεκριμένες έννοιες όπως η τιμή, ο μιλιταρισμός, ο πατριωτισμός και η ισπανική νοοτροπία απέναντι στο Στέμμα και την Καθολική Εκκλησία. Μέσα από το έργο του περνούν –και δεν μένουν αλώβητα– πρόσωπα του πολιτικού σκηνικού, που εμπαίζονται ανελέητα και δοκιμάζονται σε συμβολικό επίπεδο· και τις περισσότερες φορές αποτυγχάνουν να περάσουν την δοκιμασία. Ο Ramón del Valle-Inclán περιγράφει την Ισπανία ως «ένα απέραντο και ψεύτικα δοξαστικό σκηνικό, γεμάτο από χάρτινα ανδρείκελα, τα οποία, χωρίς ιδανικά και κουράγιο, μας φαίνονται γελοία μέσα στην ηρωική ενδυμασία τους».[2]

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι μια γροθιά στην κενότητα του ισπανικού θεάτρου, όπως αυτός την εκλαμβάνει. Η επαναστατικότητα του Valle-Inclán μολαταύτα συγκρούεται με έναν πρακτικό παράγοντα. Τα έργα του, όπως ο ίδιος τα έχει φανταστεί και περιγράψει λεπτομερώς, ξεφεύγουν αρκετά από τις οικονομικές δυνατότητες των περισσότερων θιάσων, καθώς προσιδιάζουν περισσότερο σε Χολιγουντιανή παραγωγή παρά σε θεατρικό έργο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές η παραγωγή να μην είναι πιστή στο αρχικό κείμενο.

Ο Valle-Inclán έγραψε επίσης σημαντικά μυθιστορήματα όπως το Tyrant Banderas (Tirano Banderas). Ορισμένοι κριτικοί τον θεωρούν το ισπανικό αντίστοιχο του James Joyce, όμως η έλλειψη μεταφρασμένων έργων του τον καθιστά σε μεγάλο βαθμό άγνωστο στο αγγλόφωνο κοινό, αν και η φήμη του μεγαλώνει αλματωδώς όσο παράγονται περισσότερες μεταφράσεις.[3] Στην Ελλάδα ο Valle-Inclán είναι ακόμα πιο άγνωστος, καθώς ελάχιστα έχουν το θέατρο και οι εκδοτικοί οίκοι ασχοληθεί μαζί του.

2. Η Γενιά του 1898

Από το 1875 μέχρι το 1898 κυριάρχησε στην Ισπανία το πρόγραμμα του Antonio Cánovas del Castillo για την Παλινόρθωση. Όταν η Ισπανία έχασε τις αποικίες το 1898  η κοινωνία έπρεπε να υποστεί εκτός από τη φτώχεια και την εξαθλίωση, και την ταπεινωτική ήττα που φάνταζε περιπαικτική μετά την Λαμπρή Επανάσταση του 1868. Οι διανοούμενοι εγκλωβίστηκαν ανάμεσα στα ιδεώδη της Επανάστασης και της Παλινόρθωσης και μέσα από ποικίλες κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις προέκυψε η Γενιά του ’98. Ο Ramón del Valle-Inclán ήταν μέλος της Γενιάς του ’98, μιας ομάδας συγγραφέων, ποιητών, κριτικών και φιλοσόφων που αναπτύχθηκε στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του Ισπανο-Αμερικανικού Πολέμου (1898). Σκοπός τους ήταν να αναζωογονήσουν τη χώρα, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, και να την ανυψώσουν σε μια δόξα της υψηλής διανόησης και της λογοτεχνίας, στην οποία η Ισπανία δεν είχε περιέλθει για αιώνες.

Για τους διανοητές της Γενιάς του ’98 ήταν σημαντικό να ορίσουν την Ισπανία, μέσα στην ιστορία, ως πολιτιστική οντότητα. Οι διανοούμενοι αυτής της ομάδας διατήρησαν μια σημαντική πνευματική ενότητα, αντιτάθηκαν στην Παλινόρθωση του Στέμματος, αναβίωσαν λογοτεχνικούς μύθους και ήρθαν σε σύγκρουση με τα καθιερωμένα και παραδοσιακά λογοτεχνικά είδη. Η πλειοψηφία των έργων τους γράφτηκε μετά το 1910 και σε γενικές γραμμές αναφέρονται στο ριζοσπαστισμό και την επανάσταση. Η σημερινή κριτική για την Γενιά του ’98 υποστηρίζει ότι η ομάδα χαρακτηριζόταν από έναν υπερανεπτυγμένο εγωισμό, αισθήματα ματαίωσης, ειδικά για την σύγχρονη τους Ισπανία, από την νέο-ρομαντική μεγαλοποίηση της ατομικότητας, σύμφωνα με τα πρότυπα των Ευρωπαϊκών καλλιτεχνικών κινημάτων. Από την άλλη μεριά, οι αριστεροί επαναστατικοί συγγραφείς της δεκαετίας του 1930 ισχυρίζονται ότι η αρνητική ανάγνωση της Γενιάς του ’98 οφείλεται στην ιδεολογική αδιαφορία των κριτικών για τους επαναστάτες.

Εκτός από τον Valle-Inclán, διάσημοι εκπρόσωποι της υπήρξαν οι Azorín (José Martínez Ruiz), Pío Baroja, Vicente Blasco Ibáñez, Antonio Machado y Ruiz, Manuel Machado y Ruiz, José Ortega y Gasset και Ramón Pérez de Ayala.[4]

3. Luces de Bohemia – Τα Φώτα της Αλητείας

Ο Valle-Inclán έγραψε το Luces de Bohemia το 1920, εγκαινιάζοντας ένα νέο θεατρικό είδος που ονόμασε Εσπερπέντο (Esperpento). Το έργο γράφτηκε σε δώδεκα σκηνές και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες σε περιοδικό. Το 1924 εμφανίστηκε μια ανανεωμένη έκδοση, σε βιβλίο, με δεκαπέντε σκηνές.[5] Ο όρος Εσπερπέντο αναφέρεται στην γκροτέσκα και γελοία αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσα από το έργο. Η λέξη esperpento σημαίνει άσχημο πρόσωπο ή πράγμα, ή μιλά για μια παραδοξολογία. Για πρώτη φορά ο Valle-Inclán την χρησιμοποιεί για να περιγράψει ένα νέο θεατρικό είδος, αν και υπάρχει πιθανότητα να συνάντησε για πρώτη φορά τον όρο στο Μεξικό, σε σχέση με τη λογοτεχνία.[6]

Ο τίτλος του έργου, Τα Φώτα της Αλητείας, είναι κυριολεκτικός, συμβολικός και με μια ροπή προς την καλλιέπεια. Μιλά για την νυχτερινή ζωή στην Μποέμ συνοικία της Μαδρίτης, μεταξύ των καλλιτεχνών που ζούσαν με έναν αντισυμβατικό, αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής. Αυτοί οι μποέμ καλλιτέχνες πιστεύουν ότι η τέχνη είναι ανώτερη της φύσης και ότι η μεγαλύτερη ομορφιά είναι αυτή των ετοιμοθάνατων ή παρακμασμένων πραγμάτων. Αυτοί οι ίδιοι και στη ζωή και στην τέχνη τους συμπεριφέρθηκαν πάντα με ασέβεια προς τα ηθικά και κοινωνικά προστάγματα. [7]

Σε δεύτερη ανάγνωση, ο τίτλος του έργου μπορεί να εκληφθεί ως συμβολική αναπαράσταση για αυτούς τους λίγους, που βλέπουν το φως μέσα στην καταχνιά και έχουν την δύναμη να περάσουν μέσα από τις σκιές του αστισμού και να δουν την αλήθεια που τους κρύβουν όσοι τους ανάγκασαν να ζήσουν μέσα στους βούρκους της αλητείας. Η αντιπαράθεση μεταξύ φωτός και σκότους γίνεται πολύ εμφανής μέσα στο έργο, τόσο σε συμβολικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Κι εκείνα τα ίδια φώτα όμως εναλλάσσονται με τρομακτική ταχύτητα, μια είναι το σούρουπο σε μια σκονισμένη σοφίτα, το ημίφως στη σπηλιά του Ζαρατούστρα, την επόμενη τα κόκκινα φανάρια και μετά το αποστειρωμένο φως στο γραφείο του Υπουργού.

Τον χαρακτήρα του τυφλού ποιητή Μάξιμο Εστρέλλα, τον μεγαλοφυή και ξεπεσμένο, με λυρικά ξεσπάσματα και αψυχολόγητες αντιδράσεις, ο Valle-Inclán τον εμπνεύστηκε κατά μεγάλη πιθανότητα από τον παλιό του φίλο Alejandro Sawa, Ανδαλουσιανό, μποέμ συγγραφέα και δημοσιογράφο. Η ζωή του Sawa μυθιστορηματική, σκοτεινή και μποέμ, μοιάζει να είναι το υπόδειγμα για την δημιουργία της θεατρικής προσωπικότητας του Άν-αστρου Ποιητή Μαξ.[8] Η προσωπικότητα του Εστρέλλα κυριαρχεί μέσα στο έργο και δίνει το ρυθμό για την εξέλιξη του.

Στα Φώτα της Αλητείας περιγράφεται με την μεγαλύτερη γλαφυρότητα η μποέμ κοινότητα της Μαδρίτης του τέλους του 19ου αιώνα. Υπάρχουν όμως και χαρακτήρες με διαχρονικά χαρακτηριστικά. Ο εκμεταλλευτής έμπορος, ο πολιτικός που θυσίασε τα όνειρα του για το αξίωμα, ο ακόλουθος που φωτίζεται από την λάμψη μιας λαμπρής προσωπικότητας, και γι αυτό τον λόγο συμπεριφέρεται δουλικά όσο το συμφέρον του το υπαγορεύει.

Το έργο τελειώνει με θάνατο. Το αστέρι σβήνει και τα φώτα της αλητείας κυριαρχούν στο σανίδι. Το υψηλό –ακόμα και οι φαμφαρώδεις συζητήσεις με τους Μοντερνιστές έχουν ένα αφελές ιδανικό, την ψηλομύτικη βεβαιότητα ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει κάτι άλλο, μεγάλο ή σπουδαίο, κάτι όμως διαφορετικό- θάβεται κάτω απ΄ το κέρδος, την λαιμαργία και σε ένα βαθμό την προδοσία της φιλίας. Ο θάνατος του Εστρέλλα ήταν αναπόφευκτος, από την πρώτη σκηνή, σε όλο το έργο με μαθηματική ακρίβεια πορεύεται προς το φέρετρο. Αυτό που είναι αναπάντεχο είναι η αυτοκτονία της οικογένειας του, ένα ειρωνικό άγγιγμα, χωρίς βάση στην πραγματικότητα, αφού η σύζυγος του Sawa λάμβανε μετά τον θάνατο του συγγραφέα χρήματα από τον Valle-Inclán και τον ποιητή Dario.[9]

Το Luces de Bohemia είναι ένα έργο που πατάει κατά πολύ στην πραγματικότητα, καθώς υπάρχουν χαρακτήρες αληθινά πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν είναι στην πλειονότητά τους φανταστικές, πρόκειται όμως για μια πραγματικότητα παραμορφωμένη, αλλοιωμένη μέσα από ένα γκροτέσκο πρίσμα. Το Εσπερπέντο μιλάει για τον κόσμο μας δείχνοντας τον υπερβολικό και δύσμορφο ώστε να καταστήσει τις εικόνες πιο δυναμικές και άρα πιο αποτελεσματικές για τον αναγνώστη-θεατή.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τα Φώτα της Αλητείας

Ramon del Valle-Inclán

Μετάφραση απ’ τ’ Αγγλικά: Εβίτα Λύκου

Πειραιάς, Οκτώβριος 2006

Πρόσωπα του Έργου

  • Μαξ Εστρέλλα
  • Η σύζυγος του, Μαντάμ Κολλέτ και
  • Η κόρη τους Κλαουντινίτα
  • Δον Λατίνο ντε Ισπάλις
  • Ζαρατούστρα
  • Δον Γκάι [ο Προσκυνητής]
  • Ένας κουτεντές αλητάκος
  • Το κοριτσάκι της θυρωρού
  • Ο Σαυροφάγος
  • Το αγόρι του μπαρ
  • Η Κουνιστή Εριέττα
  • Ο Βασιλιάς της Πορτογαλίας
  • Ένας μεθυσμένος
  • Οι Μοντερνιστές:
    • Ντόριο ντε Καντέξ
    • Ραφαέλ ντε λος Βέλες
    • Λούτσιο Βέρο
    • Μιγκουέζ
    • Γκαλβέζ
    • Κλαρινίτο
    • Περές
  • Πιτίτο, λοχαγός του ιππικού
  • Ένας νυχτοφύλακας
  • Η φωνή ενός γείτονα
  • Δυο όργανα της τάξης
  • Σεραφίνο ο Λιμοκοντόρος
  • Ένας δικαστικός κλητήρας
  • Ένας φυλακισμένος
  • Ο θυρωρός στα γραφεία της εφημερίδας
  • Δον Φίλμπερτ, Αρχισυντάκτης
  • Αυτού Εξοχότης, ο Υπουργός των Εσωτερικών
  • Ντιεγκίτο Γκαρσία, γραμματεύς της Εξοχότητας του
  • Ένας κλητήρας του υπουργείου
  • Μια παλιόγρια και η Ομορφονιά
  • Ένας άγνωστος νεαρός
  • Η μητέρα του νεκρού παιδιού
  • Ο ενεχυροδανειστής
  • Ο αστυνομικός
  • Η πορτιέρισσα
  • Ένας οικοδόμος
  • Μια γριά γυναίκα
  • Μια γειτόνισσα [η Κούκα]
  • Ο Μπαζίλιο Σουλινάκε
  • Ένας οδηγός νεκροφόρας
  • Δυο νεκροθάφτες
  • Ο Ρούμπεν Ντάριο
  • Ο Μαρκήσιος του Μπράντομιν
  • Ο Δανδής [Φαν-Φαν]
  • Μια παλιά εφημεριδοπώλης [η Πακόνα]
  • Πλήθη
  • Αστυνομία
  • Σκύλοι
  • Γάτοι
  • Ένας παπαγάλος

Η ιστορία λαμβάνει χώρα σε μια εξωφρενική, αστραφτερή και λιμοκτονούσα Μαδρίτη.

Σκηνή Πρώτη

(Σούρουπο. Μια σοφίτα με στενά παράθυρα, γεμάτη ήλιο. Πορτραίτα, γκραβούρες και αυτόγραφα σκορπισμένα στους τοίχους και στερεωμένα με πινέζες. Νωθρή συζήτηση ανάμεσα σ’ έναν τυφλό άνδρα και μια ξανθομάλλα γυναίκα, τώρα θλιμμένη και καταβεβλημένη. Ο τυφλός άνδρας είναι ένας Ανδαλουσιανός ποιητής που γράφει ωδές και μαδριγάλια, ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ. Επειδή η ξανθιά γυναίκα είναι Γαλλίδα, όλοι στη γειτονία την φωνάζουν ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ.)

Μαξ: Διάβασε μου το γράμμα του Μεγάλου Ταύρου άλλη μια φορά.

Μαντάμ Κολλέτ: Υπομονή Μαξ.

Μαξ: Μπορούσε να περιμένει μέχρι να πεθάνω.

Μαντάμ Κολλέτ: Αυτός θα πάει πρώτος.

Μαξ: Κολλέτ! Χωρίς τα λεφτά γι’ αυτό το άρθρο την έχουμε πολύ άσχημα. Πώς αλλιώς θα βρω αυτά τα χρήματα, Κολλέτ;

Μαντάμ Κολλέτ: Κάποια άλλη πόρτα θ’ ανοίξει.

Μαξ: Του θανάτου! Μπορούμε να διαπράξουμε ομαδική αυτοκτονία.

Μαντάμ Κολλέτ: Εγώ δε φοβάμαι το θάνατο, αλλά έχουμε μια κόρη Μαξ!

Μαξ: Κι αν η Κλαουντινίτα προσυπογράψει το σχέδιο μου για την ομαδική αυτοκτονία;

Μαντάμ Κολλέτ: Είναι τόσο νέα Μαξ.

Μαξ: Και οι νέοι αυτοκτονούν, Κολλέτ.

Μαντάμ Κολλέτ: Όχι επειδή σιχάθηκαν τη ζωή. Οι νέοι αυτοκτονούν για ρομαντικούς λόγους.

Μαξ: Τότε αυτοκτονούν γιατί αγαπούν τη ζωή περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Τι κρίμα που η Κλαουντινίτα είναι τόσο τυφλή. Με τέσσερα δράμια κάρβουνο μπορούμε να ταξιδέψουμε στην αιωνιότητα.

Μαντάμ Κολλέτ: Μην απελπίζεσαι. Κάποια άλλη πόρτα θ’ ανοίξει.

Μαξ: Ποια άλλη εφημερίδα θα δώσει δουλειά σε έναν τυφλό σαν κι εμένα;

Μαντάμ Κολλέτ: Γράψε τότε ένα μυθιστόρημα.

Μαξ: Για να μην βρω εκδότη ποτέ…

Μαντάμ Κολλέτ: Ω! Μην γονατίζεις, Μαξ. Όλοι αναγνωρίζουν το ταλέντο σου.

Μαξ: Μ’ έχουν ξεχάσει. Διάβασε μου το γράμμα του Μεγάλου Ταύρου.

Μαντάμ Κολλέτ: Δεν μπορείς να μετράς αυτήν ειδικά την περίπτωση.

Μαξ: Διάβασε.

Μαντάμ Κολλέτ: Είναι ένα γράμμα του διαόλου.

Μαξ: Διάβασε το μου αργά.

(Η ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ παραιτείται και κατηφής διαβάζει το γράμμα με χαμηλή φωνή. Απ’ έξω ακούγεται ο θόρυβος μιας σκούπας. Χτυπά το κουδούνι.)

Μαντάμ Κολλέτ: Κλαουντινίτα, παράτα τη σκούπα και δες ποιος χτυπάει.

Φωνή Κλαουντινίτας: Θα είναι ο Δον Λατίνο όπως πάντα.

Μαντάμ Κολλέτ: Θεέ μου!

Φωνή Κλαουντινίτας: Να του κλείσω την πόρτα στα μούτρα;

Μαντάμ Κολλέτ: Ψυχαγωγεί τον πατέρα σου.

Φωνή Κλαουντινίτας: Μπορώ κιόλας να μυρίσω το σπίρτο.

(Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ ξαφνικά αναπηδά χειρονομώντας έντονα, η όμορφη γενειάδα του, με γκρίζες τούφες, ξεχύνεται στο στήθος του. Το τυφλό, αναστατωμένο κεφάλι του έχει μια κλασσική-αρχαϊκή όψη, θυμίζοντας τις Ερμές στήλες.)

Μαξ: Στάσου Κολλέτ! Βρήκα το φως μου! Βλέπω! Πόσο καλά βλέπω! Τέλεια! Πόσο όμορφη είναι η Μονκλόα. Το μόνο γαλλικό άγγιγμα σ’ αυτήν τη ζοφερή γωνιά της Μαδρίτης. Πρέπει να γυρίσουμε στο Παρίσι, Κολλέτ! Κολλέτ πρέπει να επιστρέψουμε εκεί! Πρέπει να ξαναζήσουμε εκείνες τις μέρες!

Μαντάμ Κολλέτ: Έχεις παραισθήσεις Μαξ.

Μαξ: Βλέπω σου λέω και βλέπω τέλεια!

Μαντάμ Κολλέτ: Τι βλέπεις όμως;

Μαξ: Τον κόσμο!

Μαντάμ Κολλέτ: Κι εμένα; Με βλέπεις εμένα;

Μαξ: Αυτά που μπορώ ν’ αγγίξω για ποιο λόγο να τα δω;

Μαντάμ Κολλέτ: Κάθισε κάτω. Θα κλείσω το παράθυρο. Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο.

Μαξ: Δεν μπορώ.

Μαντάμ Κολλέτ: Φουκαρά.

Μαξ: Είμαι νεκρός. Είναι και πάλι νύχτα.

(Πέφτει πίσω στην πολυθρόνα, η γυναίκα κλείνει το παράθυρο και η σοφίτα βυθίζεται σ’ ένα μισοσκόταδο που αυλακώνεται από λουρίδες φωτός, καθώς ο ήλιος δύει. Ο τυφλός άνδρας αποκοιμιέται και η γυναίκα, μια θλιμμένη σκιά, κάθεται σε μια μικρή καρέκλα όσο διπλώνει το γράμμα του Μεγάλου Ταύρου. Ένα χέρι δίνει στα κλεφτά μια σπρωξιά στην πόρτα, που ανοίγει με ένα παρατεταμένο τρίξιμο. Ένας ασθματικός τυπάκος μπαίνει μέσα, φορά καπέλο με γείσο και γυαλιά, έχει μαζί του ένα μικρό σκυλί και έναν χαρτοφύλακα με εικονογραφημένες επιθεωρήσεις. Είναι ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ. Πίσω του, με παντόφλες και βρώμικη φούστα, ένα νέο κορίτσι εμφανίζεται, η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ.)

Δον Λατίνο: Σε τι κέφια βρίσκεται η ιδιοφυΐα μας;

Κλαουντινίτα: Η ιδιοφυΐα περιμένει τα μετρητά από ‘κείνα τα παλιοβιβλία, που υποτίθεται ότι ένας γεροκατεργάρης επρόκειτο να πουλήσει.  

Δον Λατίνο: Αγαπητό μου κορίτσι, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς καλύτερη γλώσσα όταν απευθύνεσαι σε έναν αδελφικό φίλο του πατέρα σου; Αυτού του σπουδαίου άνδρα που με αποκαλεί «αδελφό»; Τι γλώσσα Κλαουντινίτα!

Μαντάμ Κολλέτ: Έφερες τα λεφτά Δον Λατίνο;

Δον Λατίνο: Μαντάμ Κολλέτ, με εκπλήσσεις! Πάντα εκτιμούσα τον ορθολογισμό και την κατανόηση σου. Ο Μαξ έχει ήδη διαθέσει αυτά τα χρήματα με τον πιο ευγενή τρόπο.

Μαντάμ Κολλέτ: Είναι αλήθεια Μαξ; Είναι δυνατόν;

Δον Λατίνο: Μην τον τραβάς απ’ την αγκαλιά του Μορφέα.

Κλαουντινίτα: Μπαμπά, τι έχεις να πεις;

Μαξ: Να πάτε όλοι στο διάολο!

Μαντάμ Κολλέτ: Ω! Καλέ μου, με την γενναιοδωρία σου μας άφησες πάλι νηστικούς.

Μαξ: Λατίνο, είσαι κυνικός.

Κλαουντινίτα: Δον Λατίνο, αν δεν πληρώσεις τα λεφτά θα σου ξεσκίσω το πρόσωπο.

Δον Λατίνο: Μάζεψε τα νύχια σου Κλαουντινίτα.

Κλαουντινίτα: Θα σου βγάλω τα μάτια.

Δον Λατίνο: Κλαουντινίτα!

Κλαουντινίτα: Αλήτη!

Δον Λατίνο: Επίβαλε πειθαρχία, Μαξ.

Μαξ: Πόσα πήρες για τα βιβλία Λατίνο;

Δον Λατίνο: Τρεις πεσέτες Μαξ. Τρεις τιποτένιες πεσέτες! Σκάνδαλο! Ληστεία!

Κλαουντινίτα: Ας μην τα ‘δινες!

Δον Λατίνο: Κλαουντινίτα, καλό μου παιδί, σ’ αυτή την περίπτωση παραδέχομαι ότι έχεις απόλυτο δίκιο. Πιάστηκα στον ύπνο. Αλλά μπορούμε ακόμα να ακυρώσουμε τη συμφωνία.

Μαντάμ Κολλέτ: Ω, Μαξ, αυτό θα ήταν καλό!

Δον Λατίνο: Αν έρθεις τώρα μαζί μου στο βιβλιοπωλείο αυτού του αχρείου, Μαξ, και κάνεις μια φασαρία μπορεί να πάρεις μέχρι και δυο πέσος! Εσύ κάνεις καλύτερη εντύπωση από μένα.

Μαξ: Ναι, αλλά θα πρέπει να επιστρέψουμε τα χρήματα που μας έδωσε.

Δον Λατίνο: Αρκεί μια χειρονομία. Κάνε παιχνίδι μαέστρο.

Μαξ: Νομίζεις;

Δον Λατίνο: Φυσικά!

Μαντάμ Κολλέτ: Μαξ, δεν πρέπει να βγεις.

Μαξ: Ο αέρας θα με ξυπνήσει. Είναι σαν φούρνος εδώ μέσα.

Δον Λατίνο: Φυσάει δροσερό αεράκι στο δρόμο.

Μαντάμ Κολλέτ: Θα εκνευριστείς μόνο, και δεν θα κερδίσεις τίποτα.

Κλαουντινίτα: Πατέρα μη βγεις έξω!

Μαντάμ Κολλέτ: Μαξ, θα βρω κάτι να βάλω υποθήκη.

Μαξ: Δεν θα ανεχτώ αυτή τη ληστεία! Σε ποιόν πούλησες τα παλιοβιβλία, Λατίνο;

Δον Λατίνο: Στον Ζαρατούστρα.

Μαξ: Κλαουντινίτα, το μπαστούνι και το καπέλο μου.

Κλαουντινίτα: Να του τα δώσω, μητέρα;

Μαντάμ Κολλέτ: Άστον να τα πάρει!

Δον Λατίνο: Μαντάμ Κολλέτ, θα δεις έναν αληθινό ταυρομάχο!

Κλαουντινίτα: Παλιοαλήτη!

Δον Λατίνο: Στο λόγο μου Κλαουντινίτα, κάθε λέξη βγαίνει σαν μουσική απ’ το στόμα σου.

(Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ βγαίνει έξω ακουμπώντας στον ώμο του ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ. Η ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ βγάζει έναν βαθύ αναστεναγμό, εντελώς κυριευμένη από τη θλίψη και η κόρη γεμάτη νεύρα τραβάει τις φουρκέτες από τα μαλλιά της.)

Κλαουντινίτα: Ξέρεις που θα καταλήξει αυτό έτσι; Στην ταβέρνα του Σαυροφάγου.

Σκηνή Δεύτερη

(Η σπηλιά του ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ, στο χαμηλότερο επίπεδο της οδού Συμβούλων. Ακατάστατες στοίβες βιβλίων καλύπτουν τους τοίχους. Τέσσερις φρικιαστικές εικόνες από μια ιστορία περιοδικού σε συνέχειες, είναι κολλημένες στα τέσσερα τζάμια του παραθύρου μιας πόρτας. Μέσα στην σπηλιά, η γάτα, ο παπαγάλος, ο σκύλος και ο βιβλιοπώλης κάθονται και απολαμβάνουν την καθημερινή τους συνεδρία. Με όψη σκαθαριού και καμπούρα, με μια μπόλια στο πράσινο του φιδιού γύρω απ’ το καταπονημένο γλοιώδες πρόσωπο του, ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ, με τα χαρακτηριστικά μαριονέτας, μοιάζει με μια οξύτατη και επώδυνη κακοφωνία, πολύ συγκινητική και κάπως μοντέρνα. Κουλουριασμένος στο κουρελιασμένο γέμισμα μιας μικροσκοπικής πολυθρόνας, με τα πόδια του τυλιγμένα σε κουρέλια και γραπωμένα γύρω από το μαγκάλι, προσέχει το μαγαζί. Ένα ποντίκι βγάζει την περίεργη μουσούδα του από μια τρύπα.)

Ζαρατούστρα: Μη νομίζεις ότι δεν σε βλέπω, κλέφτη!

Γάτα: Νιάου, νιάου, νιάου!

Σκύλος: Γαβ! Γαβ!

Παπαγάλος: Ζήτω η Ισπανία!

(Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ στέκονται στην πόρτα. Ο ποιητής βγάζει το χέρι του από τις πτυχώσεις τις μπέρτας του και το σηκώνει επιβλητικά σε συγχρονισμό με το κλασσικής ομορφιάς, τυφλό του κεφάλι.)

Μαξ: Πολωνέ, δεν υποδέχεσαι έναν ξένο με αβρότητα.

Ζαρατούστρα: Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;

Μαξ: Έχω έρθει πρώτον για να σε χαιρετήσω και έπειτα να σου πω ότι δεν μ’ αρέσει ο τρόπος με τον οποίο κάνεις τις δουλειές σου.

Ζαρατούστρα: Εγώ δεν είχα πάρε-δώσε μαζί σου.

Μαξ: Όχι μαζί μου, σίγουρα όχι, αλλά με τον αντιπρόσωπο μου, Δον Λατίνο ντε Ισπάλις.

Ζαρατούστρα: Και αυτός ο σφιχτοχέρης γιατί παραπονιέται; Ήταν κάλπικα τα χρήματα;

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ επεμβαίνει μ’ αυτό το ιδιαίτερο γνώρισμα ενός φοβητσιάρη σκύλου που γαβγίζει ανάμεσα από τα πόδια του αφεντικού του.)

Δον Λατίνο: Ο μαέστρο δεν είναι ικανοποιημένος με την τιμή που έδωσες και ακυρώνει την συμφωνία.

Ζαρατούστρα: Πολύ αργά για να ακυρώσει τη συμφωνία. Αν είχατε έρθει ένα λεπτό νωρίτερα… αλλά τώρα είναι αδύνατο. Όλο το δεμάτι ανέπαφο –μόλις το πούλησα, με κέρδος μόλις δυο πένες. Έφυγε ο αγοραστής, μπήκατε εσείς.

(Ο βιβλιοπώλης, σταματώντας την φλυαρία, σηκώνει το δεμάτι με τα βιβλία που βρίσκεται ακόμα πάνω στον πάγκο, και μπαίνει στο σκοτεινό πίσω μέρος του μαγαζιού ανταλλάσσοντας νοήματα με τον ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ. Μετά ξαναεμφανίζεται.)

Δον Λατίνο: Τσάμπα δρόμος. Η γριά αλεπού είναι πιο έξυπνη από μας μαέστρο.

Μαξ: Ζαρατούστρα, είσαι κάθαρμα.

Ζαρατούστρα: Αυτά τα επίθετα δεν είναι πρέποντα, Μαξ.

Μαξ: Θα σου σπάσω το κεφάλι.

Ζαρατούστρα: Δον Μαξ, θυμήσου ότι είσαι ποιητής.

Μαξ: Ξεδιάντροπε!

(Ένας ψηλός, κοκαλιάρης, μαυρισμένος από τον ήλιο άνδρας μπαίνει στη σπηλιά. Είναι ντυμένος σαν τους παλιούς εθελοντές της Κούβας, φορά σχοινένια σανδάλια, ελαφρά για το ταξίδι, και στο κεφάλι του ένα εγγλέζικο κασκέτο. Είναι ο αλλόκοτος ΔΟΝ ΓΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ που συνέγραψε ένα χρονικό της νομαδικής του ζωής σε ζωντανά, αν και κάπως παλιομοδίτικα, καστιλιάνικα. Χωρίς να προχωρήσει μακρύτερα από την πόρτα χαιρετά τους παρευρισκομένους καλόκαρδα και επιφυλακτικά.)

Δον Γκάι: Χαίρε Πλήθος!

Ζαρατούστρα: Πως πάει το ταξίδι στον απέραντο κόσμο, Δον Γκάι;

Δον Γκάι: Μάλλον όμορφα.

Δον Λατίνο: Και που περίπου ήσουν τώρα;

Δον Γκάι: Μόλις έφτασα απ’ το Λονδίνο.

Μαξ: Και έρχεσαι από τόσο μακρινά μέρη μόνο και μόνο για να σε μαδήσει ο Ζαρατούστρα;

Δον Γκάι: Ο Ζαρατούστρα είναι ένας καλός φίλος.

Ζαρατούστρα: Μπόρεσες να κάνεις τη δουλειά που είχες κατά νου;

Δον Γκάι: Απολύτως! Μέσα σε δυο μόλις μήνες στην Βασιλική Βιβλιοθήκη, ένδοξοι φίλοι μου, αντέγραψα το μοναδικό υπάρχον χειρόγραφο του Ιππότη Παλμέριν του Βυζαντίου.

Μαξ: Μα ήσουν στ’ αλήθεια στο Λονδίνο;

Δον Γκάι: Ήμουν εκεί δυο μήνες.

Δον Λατίνο: Και πως πάει η Βασιλική Οικογένεια;

Δον Γκάι: Δεν τους συνάντησα στην αποβάθρα. Μαέστρο, πρέπει να είσαι εξοικειωμένος με την Βαβέλ του Λονδίνου.

Μαξ: Ναι είμαι, Δον Γκάι.

(Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ πάει κι έρχεται από το πίσω δωμάτιο με ένα αναμμένο κερί. Το λιγδιασμένο κηροπήγιο τρεμουλιάζει στο χέρι της μαριονέτας. Περπατά αθόρυβα, τα πόδια του τυλιγμένα σε παλιοκούρελα. Το χέρι του, όπου φορά ένα γάντι χωρίς δάκτυλα, μετακινεί το φως του κεριού πάνω στα ράφια. Το μισό του πρόσωπο φωτισμένο και το μισό στη σκιά. Φαίνεται λες και η μύτη του κλίνει προς το ένα του αυτί. Ο παπαγάλος έχει κρύψει το ράμφος του κάτω απ’ τη φτερούγα του. Μια μικρή αστυνομική διμοιρία περνάει μπροστά από το μαγαζί συνοδεύοντας έναν άνδρα δεμένο με χειροπέδες. Ταραχή που αυξάνεται στην συνοικία, βγαίνει ένα αγόρι με ξυρισμένο κεφάλι καβαλώντας ένα καλάμι σαν ξύλινο αλογάκι και κρατώντας μια σημαία.)

Παιδί: Ζή-τω η Ι-σπα-νία!

Σκύλος: Γαβ! Γαβ!

Ζαρατούστρα: Όμορφη Ισπανία!

(Μπροστά από τον πάγκο, οι τρεις επισκέπτες, αιωρούμενοι σαν τρία πουλιά στο κλαδί ενός δέντρου, οξυδερκείς και θλιμμένοι, ξεχνούν τα βάσανα, συνεχίζοντας την φιλολογική τους συζήτηση. Πλατειάζουν, αδιάφοροι για την αστυνομική διμοιρία, τις ζητωκραυγές που αρθρώνει το χαμίνι, το γάβγισμα του σκύλου, και την θρηνητική φλυαρία της μαριονέτας που τους εκμεταλλεύεται. Αυτοί είναι διανοούμενοι χωρίς μια δεκάρα.)

Δον Γκάι: Πρέπει να το παραδεχτείτε. Καμία χώρα δεν μπορεί να συγκριθεί με την Αγγλία. Εκεί, το θρησκευτικό συναίσθημα εκφράζεται με τόση κοσμιότητα και με τέτοια αξιοπρέπεια ώστε αναμφίβολα οι πιο αξιοσέβαστες οικογένειες είναι και οι πιο θρησκευόμενες. Αν η Ισπανία μπορούσε να αποκτήσει μια υψηλότερη ιδέα της πίστης, θα σωζόταν.

Μαξ: Ας πούμε μια επιμνημόσυνο δέηση για την Ισπανία! Εκεί, οι πουριτανοί στην συμπεριφορά είναι οι δημαγωγοί της άκρας αριστεράς. Νέο είδος Χριστιανών υποθέτω, μόνο που δεν το ξέρουν ακόμα.

Δον Γκάι: Στην Αγγλία, καλοί μου φίλοι, προσηλυτίστηκα στο εικονοκλαστικό δόγμα… σε μια Χριστιανοσύνη προσευχών και ύμνων, εξαγνισμένη από τις «θαυματοποιές» εικόνες. Και είδα την ειδωλολατρία του λαού μας!

Μαξ: Όταν πρόκειται για θρησκευτικά θέματα, η Ισπανία είναι μια φυλή από τα βάθη της Αφρικής.

Δον Γκάι: Μαέστρο, πρέπει να ανανεώσουμε τις ιδέες μας για την θρησκεία σύμφωνα με το αρχέτυπο του Θεανθρώπου. Είναι δικό μας καθήκον να προκαλέσουμε την Χριστιανική Επανάσταση  με όλες της υπερβολές του Ευαγγελίου.

Δον Λατίνο: Που είναι περισσότερες απ’ αυτές του συντρόφου Λένιν.

Ζαρατούστρα: Χωρίς θρησκεία δεν μπορεί να υπάρξει καλή πίστη στις εμπορικές συναλλαγές.

Δον Γκάι: Μαέστρο, πρέπει να ιδρύσουμε μια Ανεξάρτητη Ισπανική Εκκλησία.

Μαξ: Με Έδρα της το Εσκόριαλ.

Δον Γκάι: Εξαίσια Έδρα!

Μαξ: Σκληρή σαν γρανίτης.

Δον Λατίνο: Θα καταλήξετε να ακολουθείτε την Μεγάλη Σέκτα των Θεοσοφιστών, και να μυηθείτε στο ανυπέρβλητο δόγμα της.

Μαξ: Λέω, ας αναστήσουμε τον Χριστό.

Δον Γκάι: Ταξίδεψα στις τέσσερις άκρες της γης και έμαθα ότι οι σπουδαιότεροι λαοί, ποτέ δεν έφτασαν πουθενά χωρίς μια Εθνική Εκκλησία. Η πολιτική είναι ανεπαρκής αν της λείπει μια θρησκευτική συνείδηση με ηθική ανώτερη απ’ τους νόμους που γράφουν οι απλοί άνθρωποι.

Μαξ: Σύμφωνοι, περίλαμπρε Δον Γκάι. Η εξαθλίωση του ισπανικού λαού, η τεράστια ηθική του κατάπτωση, κατοικοεδρεύει στην ανύπαρκτη αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα αινίγματα της ζωής και του θανάτου. Για τους Ισπανούς η Ζωή είναι σαν πατάτες γιαχνί. Ο Θάνατος είναι μια άσχημη γριά γυναίκα τυλιγμένη σε κουρέλια, που δείχνει τα δόντια της. Η Κόλαση είναι μια μεγάλη χύτρα, μέσα της κοχλάζει το λάδι και εκεί οι αμαρτωλοί τηγανίζονται σαν μπακαλιαράκια. Ο Παράδεισος είναι σαν το φιλανθρωπικό παζάρι της εκκλησίας, όπου απουσιάζει  η ανηθικότητα και με την άδεια του ιερέα όλα τα τέκνα του Θεού μπορούν να παραβρεθούν. Αυτοί οι αξιολύπητοι άνθρωποι έχουν μεταλλάξει κάθε μεγάλη ιδέα σε ένα παραμύθι που διηγούνται μισαλλόδοξες από ευλάβεια παραδουλεύτρες. Η θρησκεία τους είναι φληναφήματα από εκείνες τις παλιόγριες που ψειρίζουν τις γάτες τους όταν αυτές πεθάνουν.

Ζαρατούστρα: Και τι έχεις να μας πεις Δον Γκάι για αυτές τις μέγαιρες που τις λένε σουφραζέτες;

Δον Γκάι: Ότι δεν είναι όλες τους ανδροπρεπείς. Εξαίρετοι φίλοι μου, ξέρετε πόσο κόστισε η διαμονή μου στο Λονδίνο; Τρεις πένες, που αντιστοιχούν σε περίπου σαράντα λεπτά. Και ήμουν σε ένα σπίτι καλύτερο απ’ αυτά που χρεώνουν τρεις πεσέτες.

Δον Λατίνο: Μαξ, πάμε να πεθάνουμε στην Αγγλία. Μόνο δείξε μου τον δρόμο για το Grand Hotel, Δον Γκάι.

Δον Γκάι: Στην Πλατεία Saint James. Το πιάσατε; Στο σπίτι της Βασίλισσας Ελισάβετ. Έξοχο! Όπως είπα, καλύτερα από ένα σπίτι που νοικιάζεις για τρεις πεσέτες. Για πρωινό τσάι με γάλα, ψωμί και αληθινό βούτυρο. Η ζάχαρη είναι κάπως σπάνια. Ύστερα, για δείπνο, βοδινό στιφάδο. Που και που καμιά ρέγκα. Τυρί, τσάι… συνήθιζα να ζητώ ένα ποτήρι μπύρα, που κόστιζε τρεις δεκάρες. Όλα πολύ καθαρά. Σαπούνι και ζεστό νερό για μπάνιο, χωρίς επιπλέον χρέωση.

Ζαρατούστρα: Είναι αλήθεια ότι οι Εγγλέζοι πλένονται πολύ. Το έχω προσέξει. Μερικοί εμφανίζονται εδώ καμιά φορά και πάντα δείχνουν πολύ σενιαρισμένοι. Οι άνθρωποι από τις άλλες χώρες δεν νιώθουν το κρύο όπως εμείς, οι ιθαγενείς της Ισπανίας.

Δον Λατίνο: Ακριβώς έτσι. Κι όσο για μένα, μετακομίζω στην Αγγλία. Αλλά πως έγινε κι εσύ δεν έμεινες σ’ αυτόν τον παράδεισο Δον Γκάι;

Δον Γκάι: Υποφέρω από ρευματισμούς και χρειάζομαι τον σπανιόλικο ήλιο.

Ζαρατούστρα: Τον ήλιο μας τον φθονούν όλοι οι ξένοι.

Μαξ: Τι θα γινόταν αυτός ο στάβλος αν ήταν και συννεφιασμένος; Και πως θα ήμασταν εμείς οι Ισπανοί; Κάπως πιο θλιμμένοι, ίσως, αλλά όχι τόσο χολερικοί… Ίσως λίγο πιο ανόητοι… αν και αμφιβάλλω γι αυτό.

(Το ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ της θυρωρού βγάζει το κεφάλι του από μια πόρτα. Στα μαλλιά πλεξούδα, κάλτσες που πέφτουν από τις γάμπες της, πεινασμένο προσωπάκι.)

Κορίτσι: Βγήκε η συνέχεια του Γιου της Νεκρής Γυναίκας αυτή την εβδομάδα;

Ζαρατούστρα: Τώρα μόλις διανέμεται.

Κορίτσι: Μήπως ξέρεις αν ο Αλφρέντο παντρεύεται στο τέλος;

Δον Γκάι: Γιατί θες να το μάθεις αυτό, μπουμπούκι μου;

Κορίτσι: Εγώ; Δεκάρα δεν δίνω. Η Δόνα Λορέτα, η γυναίκα του συνταγματάρχη ρωτάει.

Ζαρατούστρα: Κορίτσι μου, να πεις στην κυρία πως ό,τι κάνουν οι ήρωες στην ιστορία είναι μυστικό. Και πάνω απ’ όλα αν πρόκειται για θάνατο ή γάμο.

Μαξ: Καλύτερα να προσέχεις Ζαρατούστρα, είναι οι κατά νόμον αρμόδιοι να κάνουν την ερώτηση Βασιλικό Διάταγμα.

Ζαρατούστρα: Πλάκα θα είχε, ν’ αποκάλυπτα το μυστήριο. Γιατί δεν θα υπήρχε τότε μυθιστόρημα!

(Το μικρό κορίτσι βγαίνει έξω τρέχοντας, πηδώντας πάνω από τις λιμνούλες που έχει κάνει το νερό της βροχής με τα καλαμένια ποδαράκια του. Ο ουτοπιστής ΔΟΝ ΓΚΑΙ συζητά κάτι με τον ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ. Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ οδεύουν προς την ταβέρνα του Σαυροφάγου, οι δάφνες της οποίας υψώνονται πάνω από την οδό Μοντέρα.)

Σκηνή Τρίτη

(Η ταβέρνα του ΣΑΥΡΟΦΑΓΟΥ: Λάμπες ασετιλίνης, ένας πάγκος καλυμμένος με τσίγκο, ένας σκοτεινός προθάλαμος με τραπέζια και μικρά παγκάκια, χαρτοπαίκτες και συγκεχυμένους διαλόγους. Οι μορφές του ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και του ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ ανάμεσα στους ίσκιους, σε μια γωνιά, κάνουν προπόσεις ο ένας στον άλλον με ποτήρια του κόκκινου κρασιού.)

Μπάρμαν: Δον Μαξ, σε έψαχνε η Μαρκησία του Ταγκό.

Μεθύστακας: Σκατά!

Μαξ: Δεν την γνωρίζω την κυρία.

Μπάρμαν: Η Κουνιστή Εριέττα.

Δον Λατίνο: Και από πότε αυτή η αναμαλλιάρα τριγυρνάει με τίτλο ευγενείας;

Μπάρμαν: Απ’ όταν βρέθηκε στην κατοχή της το κτήμα του προσφάτως αποθνήσκοντος πατρός της, που δεν έχει πεθάνει ακόμα.

Δον Λατίνο: Θανατηφόρο αστείο!

Μαξ: Είπε αν θα γυρίσει;

Μπάρμαν: Μπήκε μέσα, κοίταξε ένα γύρω, ρώτησε για σένα και έφυγε σειάμενη κουνάμενη φαλτσάροντας με την τσαμπούνα. Αλλά… κοίτα, εκεί είναι στην πόρτα.

(Η ΚΟΥΝΙΣΤΗ ΕΡΙΕΤΤΑ, σχετικά νέα για γυναίκα του πεζοδρομίου, αλλήθωρη, εφημεριδοπώλισσα και λουλουδού, σηκώνει την μικρή πράσινη κουρτίνα πάνω από το κορακί κεφάλι της, το στολισμένο με γύφτικα χτένια.)

Κουνιστή: Λαχεία, πάρτε λαχεία! Δον Μαξ, σου έχω μια υπενθύμιση από τη μάνα μου: είναι άρρωστη και χρειάζεται τα χρήματα για το τυχερό λαχείο που σε εμπιστεύτηκε ότι θα της πληρώσεις.

Μαξ: Να της δώσεις πίσω το λαχείο και να της πεις να πάει στο Διάολο.

Κουνιστή: Να ‘σαι καλά, μπορώ να σου κάνω κάποια άλλη χάρη;

(Ο τυφλός άνδρας βγάζει ένα παλιό πορτοφόλι και πασπατεύοντας αδιάφορα τα χαρτιά, τραβάει έξω το λαχείο και το πετάει στο τραπέζι: εκείνο μένει εκεί πέρα εκτεθειμένο, ανάμεσα στα ποτήρια του κρασιού, φανερώνοντας τον αριθμό του κάτω από τη μπλε λάμψη της ασετιλίνης. Η ΚΟΥΝΙΣΤΗ βιάζεται να απλώσει τα χέρια της πάνω του.)

Δον Λατίνο: Αυτός ο αριθμός πρόκειται να κληρωθεί!

Κουνιστή: Ο Δον Μαξ περιφρονεί το χρήμα.

Μπάρμαν: Μην την αφήσεις να σε κλέψει, Δον Μαξ.

Μαξ: Αγόρι μου, θα κάνω όπως διάολο μ’ αρέσει. Τράβα ζήτα απ’ το αφεντικό σου το κουτί με τον καπνό.

Μπάρμαν: Δον Μαξ, είναι τυχερός αριθμός. Συμμετρικά τα εφτάρια με τα πέντε.

Κουνιστή: Θα κερδίσει σίγουρα, δεν μπορεί να χάσει. Αλλά πρέπει να πέσεις τα φράγκα κι αυτός ο τσορμπατζής να το βουλώσει. Κύριε, σας αποχαιρετώ, ταπεινή υπηρέτης σας. Αν θέλετε ένα άσπρο γαρίφαλο σας το δίνω τσάμπα.

Μαξ: Μείνε εκεί που είσαι.

Κουνιστή: Με περιμένει ένας χήρος τράγος.

Μαξ: Άστον να ψηθεί. Αγόρι, πήγαινε να σκοτώσεις το πανωφόρι μου.

Κουνιστή: Δεν παίρνεις ούτε καλημέρα γι’ αυτό το κουρέλι. Κάλιο να ζητήσεις να μεταλάβεις από τον Σαυροφάγο.

Μπάρμαν: Με δυο γαλιφιές έχεις τα λεφτά στο χέρι. Λέει ότι είσαι ένας δεύτερος Κικέρωνας, σαν τον Καστελάρ.

Μαξ: Δίπλωσε το πανωφόρι και πήγαινε.

Μπάρμαν: Πόσα ζητάω;

Μαξ: Πάρε ό,τι σου δώσουν.

Κουνιστή: Ούτε που θα τ’ αγγίξουν!

Δον Λατίνο: Σκάσε κατσικοπόδαρη!

Μαξ: Αγόρι μου, κάνε γρήγορα.

Μπάρμαν: Σαν πληγωμένο ελάφι, Δον Μαξ.

Μαξ: Είσαι κλασσικός.

Κουνιστή: Αν δεν κρατήσουν το πανωφόρι για εγγύηση, πες τους ότι ανήκει σε έναν ποιητή.

Δον Λατίνο: Τον σπουδαιότερο της Ισπανίας.

Μεθύστακας: Μυαλό φαινόμενο!

Μαξ: Ποτέ μου δεν είχα ταλέντο. Έζησα πάντα μ’ έναν τρόπο παράλογο.

Δον Λατίνο: Δεν είχες ποτέ το ταλέντο να μάθεις πώς να ζεις, Μαξ.

Μαξ: Και έτσι πεθαίνω αύριο και η γυναίκα και η κόρη μου δεν θα κάνουν άλλο, παρά το σημάδι του σταυρού πάνω στα χείλια τους.

(Ο ΜΑΞ βήχει υπόκωφα, η γενειάδα του τρέμει, και στα τυφλά μάτια του ένα θλιμμένο, γυάλινο βλέμμα, από το αλκοόλ και τον πυρετό.)

Δον Λατίνο: Δεν έπρεπε να βάλεις ενέχυρο το πανωφόρι σου.

Κουνιστή: Και αυτό το κοπρόσκυλο δεν γύρισε ακόμα. Τέλος πάντων, γιατί δεν μας κερνάς ένα ποτό Δον Μαξ;

Μαξ: Παράγγειλε ό,τι θέλεις, Μαρκησία.

Κουνιστή: Ένα λικέρ Rute.

Δον Λατίνο: Αυτό είναι ένα ποτό της υψηλής τάξης.

Κουνιστή: Εμ, Δον Λατίνο, τελικά δεν είμαι η γυναίκα του Βασιλιά της Πορτογαλίας για το τίποτα! Δον Μαξ, δεν μπορώ να περιμένω άλλο, ο σύζυγος μου μου κάνει νοήματα απ’ έξω.

Μαξ: Πες του να έρθει μέσα.

(Ένας ψηλόλιγνος και βρώμικος ζητιάνος, εφημεριδοπώλης, χαμογελάει καθώς πλησιάζει στην πόρτα και σαν σκύλος που ξεψειρίζεται, κουνάει ηλιθίως τους ώμους του, και στέλνει ένα βλογιοκομμένο χαμόγελο. Είναι ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ, που κάνει κάθε είδους σκάρτη συμφωνία, με την ΚΟΥΝΙΣΤΗ ΕΡΙΕΤΤΑ, ΜΑΡΚΗΣΙΑ ΤΟΥ ΤΑΓΚΟ.)

Κουνιστή: Έλα μέσα Μανόλο!

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Όχι, εσύ να ‘ρθεις έξω.

Κουνιστή: Τι τρέχει; Φοβάσαι μη χάσεις το στέμμα σου; Λοιπόν, μπες μέσα ινκόγκνιτο, μπουνταλά.  

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Εριέττα, πρόσεχε μη σε ξεμαλλιάσω.

Κουνιστή: Για κόπιασε!

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Σκεφτείτε πως με φωνάζει Βασιλιά της Πορτογαλίας, για να πει πως δεν αξίζω μια δεκάρα. Τέτοιες δηλώσεις κάνει η καριόλα απ’ όταν πήγε στη δουλειά και έμαθε την αξία των χρημάτων. Κι όσο για μένα, είμαι ο μικρός Γρηγόρης, στις υπηρεσίες σας, και δεν είναι πολύ σωστό που η γυναίκα μου, μια κοινή θνητή, μου φορτώνει αυτό το παρατσούκλι.

Κουνιστή: Βούλωσε το, κουφιοκέφαλε!

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Θα κουνηθείς;

Κουνιστή: Περίμενε να τελειώσω το Rute μου, κερνάει ο Δον Μαξ.

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Και τι τρέχει με σένα και τον ποιητή;

Κουνιστή: Συνεργαζόμαστε.

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Λοιπόν, τελείωνε.

Κουνιστή: Μόλις μου το στάξει ο Σαυροφάγος.

Σαυροφάγος: Με λένε Βενάσιο.

Κουνιστή: Έχεις όνομα από μυθιστόρημα! Έλα, βάλε μου ένα ποτήρι Pernod και δώσε στον άντρα μου ένα ποτήρι νερό. Έχει βγάλει τη μπέμπελη.

Μαξ: Βενάσιο, ούτε να σκεφτείς να με συγκρίνεις με τον Καστελάρ. Ο Καστελάρ ήταν ηλίθιος! Πάμε άλλη μια γύρα!

Δον Λατίνο: Εγκρίνω και τον δεύτερο γύρο και τους ρήτορες σαν τον Καστελάρ.

Σαυροφάγος: Φίλοι μου, είστε πολύ δογματικοί. Ο Καστελάρ είναι εθνική δόξα για την Ισπανία. Σίγουρα δεν ξέρετε, ότι ο πατέρας μου τον βοήθησε να εκλεγεί.

Κουνιστή: Και πώς έγινε αυτό;

Σαυροφάγος: Ο πατέρας μου ήταν ο κουρέας του Δον Μανουέλ Κάμο. Εθνική δόξα του Άραγκον.

Μεθύστακας: Μυαλό φαινόμενο!

Σαυροφάγος: Βούλωσ’ το στόμα σου Ζάκαρι.

Μεθύστακας: Προσβάλω κάποιον;

Σαυροφάγος: Ίσως το κάνεις!

Μεθύστακας: Ο δικός σας έχει σίγουρα καλή ανατροφή.

Κουνιστή: Τότε είσαι γέννημα του Κολεγίου της Χριστιανικής Αδελφότητας. Ήσουν συμμαθητής του μπαμπά μου.

Μεθύστακας: Ποιος είναι ο μπαμπάς σου;

Κουνιστή: Μέλος του Κοινοβουλίου.

Μεθύστακας: Σπούδασα στο εξωτερικό.

Κουνιστή: Ταξιδεύεις ινκόγκνιτο; Μήπως τυχαίνει να είσαι ο πρίγκιψ Δον Τζέημ;

Μεθύστακας: Με γνώρισες απ’ τη φωτογραφία.

Κουνιστή: Σίγουρα πράγματα. Και τριγυρνάς χωρίς λουλούδι στο πέτο;

Μεθύστακας: Έλα και βάλε μου εσύ ένα.

Κουνιστή: Εγώ θα σου το βάλω και κράτα το σαν δώρο.

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Καλύτερα να είσαι τζέντλεμαν Ζάκαρι! Κι ανάθεμα σε, καλύτερα να προσέξεις πριν απλώσεις χέρι πάνω της. Η Εριέττα είναι ιδιοκτησία μου.

Κουνιστή: Βούλωσ’ το, φαφλατά.

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Άκου να δεις τσουλί, μη με προκαλείς.

Κουνιστή: Τότε μη χώνεις τη μύτη σου παντού, μπουνταλά.

(Ο ΜΠΑΡΜΑΝ ξαφνικά μπουκάρει μέσα, ξέπνοος και ενθουσιασμένος, ένα μαντήλι δεμένο στο κούτελο του, λεκιασμένο από αίμα. Ένα έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα σαρώνει τις φάτσες τους και κολλάει εκεί. Όλα τα πρόσωπα, μ’ όλη τη διαφορετικότητα τους, μοιάζουν ακριβώς ίδια.)

Μπάρμαν: Γίνεται μάχη στους δρόμους.

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Ζήτω η εργατική απεργία!

Μεθύστακας: Κόλλα το! Την ψηφίσαμε χθες βράδυ στην Συγκέντρωση της Ένωσης.

Κουνιστή: Κρίσπιν, τις έφαγες γερά!

Μπάρμαν: Από μια αδερφάρα της Επιτροπής των Πολιτών.

Σαυροφάγος: Μίλα με μεγαλύτερο σεβασμό αγόρι μου. Ακόμα και οι ρεπουμπλικάνοι αναγνωρίζουν ότι η ιδιοκτησία είναι ιερή. Η Επιτροπή αποτελείται από πάτρωνες κάθε αξιώματος. Αυτοί οι άνδρες είναι από αξιοπρεπείς οικογένειες. Καλύτερα να ξέρουμε γιατί μιλάμε, ε;

(Ομάδες ανθρώπων τρέχουν φωνάζοντας στον δρόμο με υψωμένες σημαίες. Κάποιοι ρακένδυτοι εργάτες εφορμούν στην ταβέρνα –φόρμες εργασίας, κασκόλ και πάνινα σανδάλια- και μαζί τους ξαναμμένες γυναίκες με μαλλιά σαν σφουγγαρίστρες.)

Βασιλιάς της Πορτογαλίας: Εριέττα, το αίμα μου βράζει! Αν δεν γουστάρεις τα πολιτικά, καλύτερα μείνε πίσω.

Κουνιστή: Μπορώ να σε ακολουθήσω οπουδήποτε κεφάλα, είμαι Εθελόντρια Νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού!

Σαυροφάγος: Αγόρι μου, χαμήλωσε τα παντζούρια. Όποιος γυρεύει μπελάδες να φύγει αμέσως.

(Η λουλουδού και ο νταβατζής της φεύγουν σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, παλεύοντας με τους άλλους πελάτες. Ένας συρφετός από εργάτες τρέχει στους δρόμους. Ακούγεται το σπάσιμο από μεταλλικά παραθυρόφυλλα.)

Μεθύστακας: Ζήτω στους Ήρωες της Δευτέρας Μαΐου!

Δον Λατίνο: Αγόρι μου, πόσα πήρες για το πανωφόρι;

Μπάρμαν: Εννιά πεσέτες!

Μαξ: Πάρε τα χρωστούμενα Βενάσιο. Κι εσύ Μαρκησία, δώσε το λαχείο.

Δον Λατίνο: Αυτή η κότα το ‘σκασε απ’ το κοτέτσι.

Μαξ: Σκοτώνει το όνειρο για τα προικιά μου! Που μπορούμε να την πετύχουμε την πουτάνα;

Σαυροφάγος: Αυτό το θηλυκό δεν θα μείνει μακριά απ’ τις ταραχές.  

Μπάρμαν: Κάνει πιάτσα στο Καφέ των Μοντερνιστών.

Μαξ: Δάνεισε μου τα μάτια σου, Λατίνο, και ας πάμε να γυρέψουμε την Μαρκησία του Ταγκό.

Δον Λατίνο: Δώσε μου το χέρι σου, Μαξ.

Μεθύστακας: Μυαλό φαινόμενο!

Μια Φωνή: Θάνατος στις αδερφάρες της Επιτροπής Πολιτών. Κάτω οι κλέφτες!

Σκηνή Τέταρτη

(Νύχτα. Σε έναν απόκεντρο, χαλικόστρωτο δρόμο, ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ τρεκλίζουν χέρι-χέρι. Οι λάμπες του δρόμου σπασμένες. Όλες οι πόρτες και τα παράθυρα κλειστά. Ένα αδιάκοπο, πράσινο, χλωμό τρεμόπαιγμα στη λάμψη των φώτων. Το φεγγάρι πάνω απ’ τις μαρκίζες, κόβει τον δρόμο στα δυο. Από καιρό σε καιρό η άσφαλτος αντιβουίζει. Ένας επικός τριποδισμός. Κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες. Σκιές αστυνομικών. Η ηχώ της περιπόλου σβήνει. Ο Φούρνος των Μοντερνιστών μισανοίγει την πόρτα του, και μια ακτίνα φωτός κόβει το πεζοδρόμιο στα δυο. Ο ΜΑΞ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ, τρελάρες πότες, περιπατητικοί φιλόσοφοι, προχωρούν και τρεκλίζουν κάτω από μια δέσμη φωτός.)

Μαξ: Που είμαστε;

Δον Λατίνο: Ο δρόμος δε γράφει οδό.

Μαξ: Πατάω συνέχεια πάνω σε σπασμένα γυαλιά.

Δον Λατίνο: Οι ευγενείς μας δεν έκαναν και άσχημη δουλειά στο σπάσιμο.

Μαξ: Ποια κατεύθυνση της πυξίδας ακολουθούμε;

Δον Λατίνο: Απλά ακολούθα.

Μαξ: Απλά πήγαινε με σπίτι.

Δον Λατίνο: Α, κοίτα το Αρχηγείο των Μοντερνιστών είναι ανοιχτό.

Μαξ: Είμαι πεθαμένος, απ’ το ποτό και τους κύκλους που κάνουμε.

Δον Λατίνο: Ένας σκέτος καφές θα σε καρδαμώσει.

Μαξ: Κάνει κρύο, Λατίνο.

Δον Λατίνο: Ναι, είναι παγωμένο το αεράκι.

Μαξ: Δάνεισε μου το αδιάβροχό σου.

Δον Λατίνο: Το ποιητικό παραλήρημα ξαναχτυπά.

Μαξ: Ξέμεινα χωρίς πανωφόρι, χωρίς λεφτά και χωρίς το λαχείο!

Δον Λατίνο: Θα βρούμε την Κουνίστρα εδώ γύρω.

(Η ΚΟΥΝΙΣΤΗ χωρίς τα φτιασιδώματα, απεριποίητη, μαραμένη, εμφανίζεται κάτω απ’ το φως μιας λάμπας του δρόμου με την τσιριχτή, πρόστυχη φωνή της.)

Κουνιστή: 5775! Ο τυχερός αριθμός! Αύριο κληρώνει! Το πουλάω! Το πουλάω! 5775!

Δον Λατίνο: Σίγουρα ξέρεις να κάνεις διαφήμιση.

Κουνιστή: Και σε προσκαλώ για έναν καφέ σκέτο.

Δον Λατίνο: Ευχαριστώ, ακριβή μου.

Κουνιστή: Και για τον Δον Μαξ, ότι θέλει. Τι καλά που βρεθήκαμε όλοι μαζί, τρεις θλιμμένοι τρωγλοδύτες. Δον Μαξ, μόνο για σένα θα κάνω μια σέξι πόζα, και είναι τιμή μου.

Μαξ: Δώσε μου το λαχείο και άντε στον διάολο.

Κουνιστή: Δον Μαξ, πρώτα απ’ όλα πες μου έντιμα, αν τσέπωσες το χρήμα, και αν αυτή τη στιγμή το έχεις στο πορτοφόλι σου.

Μαξ: Ακούγεσαι σαν την αδερφή του Ρομάνονες.

Κουνιστή: Αχ, και να ‘χα τα εκατομμύρια αυτού του καρχαρία!

Δον Λατίνο: Θα ήμουν χαρούμενος και με τον τόκο μιας μέρας.

Μαξ: Η Επανάσταση είναι αναπόφευκτη εδώ, όπως και στη Ρωσία.

Δον Λατίνο: Θα πεθάνουμε πριν τη δούμε.

Μαξ: Τότε λοιπόν, ίσα που θα ζήσουμε.

Κουνιστή: Πήγες στην Πλατεία Cibeles; Έγινε πραγματικός τσακωμός ανάμεσα στους διαδηλωτές και στην αξιότιμη φρουρά της Επιτροπής των Πολιτών. Έναν απ’ αυτούς τον κανονίσαμε καλά!

Δον Λατίνο: Όλοι οι απεργοσπάστες πρέπει να γονατίσουν.

Κουνιστή: Σωστά! Και μόλις μπορέσεις να κλέψεις ένα λεπτό απ’ τις υψηλές ασχολίες σου, εσύ κι εγώ θα ασχοληθούμε προσωπικά μ’ αυτό, Δον Λατίνο.

Μαξ: Παράδωσε μου αυτόν τον συμμετρικό, τυχερό αριθμό Εριέττα.

Κουνιστή: Ας πέσει το χρήμα πρώτα και θα πάρεις το τυχερούλι.

Μαξ: Ο μποναμάς όταν πάρω το βραβείο.

Κουνιστή: Η Μαρκησία του Ταγκό δεν το βλέπει έτσι!

(Το λουκουματζίδικο μισανοίγει την πόρτα του και μέσα από το άντρο, που βρωμοκοπάει λάδι, εξέρχονται σαν Ινδιάνοι, ο ένας μετά τον άλλο, οι νικητές του Μοντέρνου Παρνασσού. Ο ΡΑΦΑΕΛ ΝΤΕ ΛΟΣ ΒΕΛΕΣ, ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ, ο ΛΟΥΤΣΙΟ ΒΕΡΟ, ο ΜΙΝΓΚΟΥΕΖ, ο ΓΚΑΛΒΕΖ, ο ΚΛΑΡΙΝΙΤΟ και ο ΠΕΡΕΣ. Κάποιοι είναι αργοί, λεπτοί και θλιμμένοι, οι άλλοι είναι ακμαίοι, εύθυμοι και φουσκομάγουλοι. Ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ, πρόσχαρος σαν καλικάντζαρος, ειρωνικός σαν παλιός Αθηναίος, ψευδός σαν γύφτος, σκηνοθετεί τον γκροτέσκο χαιρετισμό του, που έχει κάτι από την μεγαλοπρέπεια των Βερσαλλιών.)

Ντόριο: Αγαστέ και Αδήριτε Μάγε, χαίρε!

Μαξ: Χαιρετισμούς, Δον Ντόριο.

Ντόριο: Μαέστρο, σε βλέπω να ριγείς μπροστά στην απελευθερώτρια κραυγή των τιμημένων μαζών.

Μαξ: Ο επικός βρυχηθμός της θάλασσας. Νιώθω άνθρωπος του λαού!

Ντόριο: Εγώ όχι!

Μαξ: Γιατί εσύ είσαι μαλάκας.

Ντόριο: Μαέστρο, ας μην αρχίσουμε με τέτοια αβροφροσύνη! Μαέστρο, δεν νιώθεις περισσότερο άνθρωπος του λαού απ’ όσο εγώ. Είσαι ένας ποιητής, και εμείς οι ποιητές είμαστε αριστοκρατία. Ο όχλος πάντα συναντά το βουνό στη βάση του, όπως είπε ο Ίψεν.

Μαξ: Μην με κουράζεις με τον Ίψεν.

Περές: Τώρα έγινες και κριτικός θεάτρου, Δον Μαξ;

Ντόριο: Σκάσε Περές.

Δον Λατίνο: Μόνο οι ιδιοφυΐες μιλούν εδώ.

Μαξ: Νιώθω άνθρωπος του λαού. Γεννήθηκα για να υπερασπίζω τους Πληβείους, αλλά μπλέχτηκα με τ’ αποβράσματα και έγινα ένας κάλπης που κάνει μεταφράσεις και σκαρώνει στίχους. Ακόμα κι έτσι όμως, καλύτερους απ’ αυτούς που φτιάχνετε εσείς οι μοντερνιστές.

Ντόριο: Γιατί δεν ζητάς μια θέση στην Ακαδημία;

Μαξ: Μην αστειεύεσαι μ’ αυτό ηλίθιε. Τα διαπιστευτήρια μου είναι υπεραρκετά. Όμως αυτή η άθλια δημοσιογραφία με σαμποτάρει. Μισούν την απείθεια μου και απεχθάνονται το ταλέντο μου. Για να επιτύχεις πρέπει να τους ευχαριστήσεις όλους, με τον γνωστό τρόπο. Ο Μεγάλος Ταύρος έκοψε το κείμενο μου λες και ήμουν κανένας υπηρέτης! Η Ακαδημία με αγνοεί. Και είμαι ο πρώτος ποιητής της Ισπανίας! Ο πρώτος! Ο πρώτος! Και πάμπτωχος! Και δεν θα εξευτελιστώ ζητώντας ελεημοσύνη. Και ας μη με φτάνουν ούτε οι ακτίνες του ήλιου! Εγώ είμαι ο αληθινός αθάνατος και όχι αυτοί οι κερατάδες του Πτωχοκομείου της Ακαδημίας. Θάνατος στον Μαρά!

Οι Μοντερνιστές: Θάνατος! Θάνατος! Θάνατος!

Κλαρινίτο: Εμείς της νεότερης γενιάς, μαέστρο, θα προωθήσουμε την υποψηφιότητα σου, για μια θέση στην Ακαδημία.

Ντόριο: Συμβαίνει αυτή τη στιγμή, η έδρα του Δον Μπενίτο του Ρεβυθά να είναι κενή.

Μαξ: Πιθανότατα θα εκλέξουν τον αρχιφύλακα Μπασάλλο, για την ηρωική του αυτοβιογραφία.

Ντόριο: Μαέστρο, γνωρίζεις τα Νέα Δίστιχα για το Νάνο στο Χάνι; Αριστούργημα! Το κελαηδήσαμε εχθές την αυγή στο Puerta del Sol. Η μεγάλη επιτυχία της σεζόν.

Κλαρινίτο: Για να μην πούμε ότι ακόμα και η αστυνομία ήρθε να μας διαλύσει.

Κουνιστή: Ούτε ο Ραφαέλ Ελ Γκάλο στην αρένα δεν ήταν σε καλύτερη φόρμα.

Δον Λατίνο: Θα έπρεπε να προσφέρετε μια ακρόαση στον μαέστρο.

Ντόριο: Δον Λατίνο, η ευχή σου προσταγή.

Περές: Και θα τραγουδήσεις μαζί μας, Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Μπορώ να σκούξω σαν γουρούνι.

Ντόριο: Είσαι κλασσικός.

Δον Λατίνο: Και τι κάνει ένας κλασσικός ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι αηδόνια; Ελάτε παιδιά, πάμε!

(Ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ, άσχημη καρικατούρα και καμπούρης, ανοίγει τα χέρια του, που στο φως του φεγγαριού, μοιάζουν με ξεπουπουλιασμένες φτερούγες.)

Ντόριο: Ο Νάνος στο Χάνι.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Τι κάνει; Τι κάνει; Τι κάνει;

Ντόριο: Είχε κάθε ακόλαστου το νταηλίκι.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Φρίκη! Φρίκη! Φρίκη!

Ντόριο: Θέλει μεγάλη φάρα να ορίσει.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Θ’ αποχωρίσει! Θ’ αποχωρίσει! Θ’ αποχωρίσει!

Ντόριο: Ένας αγύρτης σαν τον Ταρτούφο Μαλσίν

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Προσβολήν! Προσβολήν! Προσβολήν!

Ντόριο: Με την διάνοια ενός βλάκα.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Πλάκα! Πλάκα! Πλάκα!

Ντόριο: Ένας κούφιος άσωτος.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Καφασωτός! Καφασωτός! Καφασωτός!

Ντόριο: Μα ο κώλος του βρωμάει παπρίκα.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Ευρήκα! Ευρήκα! Ευρήκα!

(Μεγάλη διακοπή. Το ιππικό καταφθάνει τριποδίζοντας και η περιπολία της Ρωμαϊκής φρουράς βγαίνει από έναν παράπλευρο δρόμο. Μοιάζουν να κουβαλούν το φεγγάρι στα κράνη και τα σπαθιά τους. Η σάλπιγγα βαράει προσοχή και αμέσως η πόρτα του λουκουματζίδικου κλείνει με έναν ξαφνικό κρότο. Ο ΠΙΠΙΤΟ, επικεφαλής του ιππικού του δήμου, σηκώνεται στους αναβολείς του.)

Πιτίτο: Είναι απίστευτο που εσείς, οι διανοούμενοι κάνετε όλη αυτή τη φασαρία. Δεν αφήνεται τίποτα για τους αγράμματους.

Μαξ: Ευρήκα! Ευρήκα! Ευρήκα! Χρυσό Ράμφος. Και στα ελληνικά, για μεγαλύτερη σαφήνεια, Χρυσόστομος. Κύριε Εκατόνταρχε, αναμφιβόλως θα μιλάτε ελληνικά και τις τέσσερις διαλέκτους!

Πιτίτο: Πάρε τον μεθύστακα στην ψειρού.

Μαξ: Και το χαίρεται! Κύριε Εκατόνταρχε, κι εγώ το ίδιο, μπορώ να καταλάβω τα καλιαρντά σου.

Πιτίτο: Φύλαξξξξξ! Φύλαξξξξξ!

Νυχτοφύλακας: Έρχομαι! …

Πιτίτο: Ανέλαβε αυτόν τον μπεκρούλιακα!

(Ο ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ φθάνει, ρυθμικά ισορροπώντας το φανάρι και το μπαστούνι του. Λαχανιάζει και μυρίζει μπράντυ. Ο ΚΑΠΑΙΤΑΝ ΠΙΤΙΤΟ κάνει γύρους το άλογο του. Σπίθες ξεπετιούνται από τις οπλές του αλόγου. Η θορυβώδης περιπολία του ιππικού ακούγεται που ξεμακραίνει.)

Πιτίτο: Νυχτοφύλακα, είσαι υπεύθυνος γι’ αυτόν τον άνδρα.

Νυχτοφύλακας: Να του ρίξω μια μπούφλα;

Πιτίτο: Καλύτερα ακόμα, μαστίγωσε τον.

Νυχτοφύλακας: Εμπρός!

Δον Λατίνο: Κέρνα τον ένα ποτό, Μαξ. Πρέπει να εξημερώσεις αυτό τον Αστουριανό τρωγλοδύτη.

Μαξ: Είμαι πανί με πανί.

Δον Λατίνο: Δεν έχεις τίποτα;

Μαξ: Ούτε δεκάρα.

Νυχτοφύλακας: Περπάτα.

Μαξ: Είμαι τυφλός.

Νυχτοφύλακας: Περιμένεις να σου επαναφέρω την όραση;

Μαξ: Νομίζεις ότι είσαι η Αγία Λουτσία;

Νυχτοφύλακας: Είμαι η Εξουσία.

Μαξ: Δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Νυχτοφύλακας: Αλλά θα μπορούσε. Προχώρα.

Μαξ: Σου είπα, είμαι τυφλός.

Νυχτοφύλακας: Είσαι αναρχικός, και το ίδιο κι αυτοί οι μακρυμάλληδες. Φύγετε! Φύγετε! Φύγετε! Φύγετε όλοι!

Δον Λατίνο: Τι θράσος!

Νυχτοφύλακας: Κάντε πέρα!

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Ας συνοδεύσουμε τον μαέστρο! Θα συνοδεύσουμε τον μαέστρο!

Γείτονας: Πέπεεε! Πέπεεε!

Νυχτοφύλακας: Κουνήσου! Εσείς μείνετε πίσω και μη μπείτε σε μπελάδες!

(Χτυπάει την πόρτα του λουκουματζίδικου με το μπαστούνι του: ο ΨΩΜΑΣ, ένας χοντρός άντρας με λευκή ποδιά, σκύβει απ’ έξω. Ρωτά τι συμβαίνει και τραβιέται πίσω μουρμουρίζοντας κάτι. Σύντομα δυο ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΕΣ βγαίνουν έξω, με νυσταγμένα μάτια, σφίγγοντας τις ζώνες τους.)

Αστυφύλακας: Τι τρέχει;

Νυχτοφύλακας: Αυτός ο τύπος πάει στο τμήμα.

Β’ Αστυφύλακας: Κάνουμε αλλαγή βάρδιας. Θα τον αφήσουμε στο αρχηγείο

Νυχτοφύλακας: Ό,τι να ‘ναι, ένα μέρος να περάσει το βράδυ.

Γείτονας: Πέπεεε! Πέπεεε!

Νυχτοφύλακας: Κι άλλος μπεκρής! Εντάξει! Σας τον παραδίδω.

Αστυφύλακες: Κι εσείς κύριοι, κάντε πίσω.

Ντόριο: Θα συνοδεύσουμε τον μαέστρο.

Αστυφύλακας: Δεν με νοιάζει ούτε αν το όνομα του μπεκρή είναι Δον Μαριάνο ντε Κάβια, ο διάσημος δημοσιογράφος. Αυτός στ’ αλήθεια έχει ένα μυαλό… και όσο περισσότερο πίνει τόσο καλύτερα γράφει.

Β’ Αστυφύλακας: Καμιά φορά γίνεται ακόμα και βαρετός.

Δον Λατίνο: Και ξεδιάντροπος!

Αστυφύλακας: Εσύ, ο τρόπος που μιλάς, τον ξέρεις;

Δον Λατίνο: Είμαστε γνωστοί.

Β’ Αστυφύλακας: Μήπως τυχαίνει να είστε δημοσιογράφοι;

Ντόριο: Χτύπα ξύλο! Χτύπα ξύλο!

Κουνιστή: Είναι όλοι τραπεζίτες.

Αστυφύλακας: Αν θέλετε να συνοδεύσετε τον φίλο σας, δεν υπάρχει νόμος να το απαγορεύει και μέχρι που επιτρέπεται κιόλας. Αλλά πρέπει να είστε φρόνιμοι. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο ταλέντο.

Β’ Αστυφύλακας: Ας ξεκινήσουμε να περπατάμε.

Μαξ: Λατίνο, δώσε μου το χέρι σου. Κύριοι αξιωματικοί: θα με συγχωρήσετε που είμαι τυφλός!

Αστυφύλακας: Πολιτική ορθότης!

Δον Λατίνο: Προς ποια κατεύθυνση πηγαίνουμε;

Αστυφύλακας: Κατευθείαν στο Αρχηγείο της Αστυνομίας.

Β’ Αστυφύλακας: Πάμε! Πάμε!

Μαξ: Ο Μαρά στο ικρίωμα! Θάνατος στον μεγάλο Φαρισαίο.

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Θάνατος! Θάνατος! Θάνατος!

Μαξ: Θάνατος στον Εβραίο και στο βδελυρό του σόι.

Αστυφύλακας: Αρκετά με τις φωνές! Και προσοχή με τον πιωμένο ποιητή! Πάει γυρεύοντας, γαμώτο!

Β’ Αστυφύλακας: Θα τον γδάρουν ζωντανό. Και είναι κρίμα γιατί μοιάζει σοβαρός άνδρας.

Σκηνή Πέμπτη

(Προθάλαμος στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Σειρές από ράφια καλυμμένα με ντοσιέ. Πάγκοι κατά μήκος του τοίχου. Σε ένα τραπέζι μερικοί βρώμικοι χαρτοφύλακες. Ασφυκτική ατμόσφαιρα όπως σε μια σπηλιά και με τη μυρωδιά μπαγιάτικου καπνού. Νυσταγμένοι αστυνομικοί. Μυστικοί αστυνομικοί με πολιτικά. Καπελάκια του μπόουλινγκ, γκλομπς, γιακάδες από σελλουλόιντ, μεγάλα δαχτυλίδια, επιδεικτικά τριχωτές κρεατοελιές. Υπάρχει ένας ασουλούπωτος γέρος –με μια περούκα στο κεφάλι του και αστραφτερά μανικετόκουμπα- που γράφει, και ένας αθλητικός λιμοκοντόρος –με γυαλιστερό χτένισμα, που αναδίδει άρωμα- που βαδίζει πάνω κάτω και υπαγορεύει κάτι ενόσω μασάει Αμερικάνικο ταμπάκο. Όσοι βρίσκονται στις διαταγές του τον αποκαλούν ΔΟΝ ΣΕΡΑΦΙΝΟ, αλλά γενικά είναι γνωστός ως ΣΕΡΑΦΙΝΟ ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ. Ελαφριά αναταραχή. Φωνάζοντας, με το κεφάλι του γυμνό, πνευματώδης και αλλόφρον, μπουκάρει ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ τον οδηγεί απ’ το μανίκι, παρακλητικός και αναστενάζων. Πίσω τους εμφανίζονται τα κράνη των αστυνομικών. Και μέσα στο διάδρομο, υπό το φως μιας λάμπας λαδιού συγκεντρώνονται οι πίπες, οι γραβάτες και οι πλούσιες χαίτες του μοντερνισμού.)

Μαξ: Σας έφερα δυο αστυνομικούς. Μεθοκοπούσαν σε ένα καταγώγιο και τους έκανα να βγουν και να με συνοδεύσουν μέχρι εδώ.

Σεραφίνο: Πρόσεχε τη συμπεριφορά σου, αγαπητέ Κύριε.

Μαξ: Δεν μου λείπουν οι τρόποι Επίτροπε.

Σεραφίνο: Επιθεωρητής

Μαξ: Το ίδιο κάνει.

Σεραφίνο: Πώς σε λένε;

Μαξ: Το όνομα μου είναι Μάξιμο Εστρέλλα. Το ψευδώνυμο μου Άν-Αστρος. Έχω την τιμή να μην είμαι ακαδημαϊκός.

Σεραφίνο: Το παρατραβάς. Όργανα, γιατί συνελήφθην;

Αστυφύλακας: Για πρόκληση ταραχής σε δημόσιο χώρο και επειδή φώναζε διεθνιστικά συνθήματα. Είναι κομμάτι μεθυσμένος.

Σεραφίνο: Επαγγέλλεσαι;

Μαξ: Προσωρινά άνεργος.

Σεραφίνο: Που έχεις δουλέψει;

Μαξ: Πουθενά.

Σεραφίνο: Μα δεν είπες μόλις, ότι τώρα είσαι άνεργος;

Μαξ: Ένας ελεύθερος άνδρας, σαν ωδικό πτηνό, δεν εργάζεται. Και ύστερα, αυτή τη στιγμή με αμφισβητείτε, με εξευτελίζετε, με φυλακίζετε, με ψάχνετε και με ανακρίνετε!

Σεραφίνο: Που μένεις;

Μαξ: Γράφ’ το με κεφαλαία: Γωνιά Αγίου Κοσμά. Σ’ ένα παλάτι.

Δικαστικός Κλητήρας: Πες καλύτερα λαϊκή πολυκατοικία. Η γυναίκα μου, πριν παντρευτούμε, έμενε στη σοφίτα του προαναφερθέντος οικήματος.

Μαξ: Όπου κι αν ζω είναι παλάτι.

Δικαστικός Κλητήρας: Δεν μπορώ να ξέρω.

Μαξ: Γιατί εσείς, γραφειοκρατικά σκουλήκια, δεν ξέρετε τίποτα. Ούτε πώς να ονειρεύεστε.

Σεραφίνο: Συλλαμβάνεσαι.

Μαξ: Εντάξει! Λατίνο, υπάρχει ένα ένας πάγκος κάπου εδώ να πέσω να κοιμηθώ;

Σεραφίνο: Δεν ήρθες εδώ για να κοιμηθείς.

Μαξ: Μα νυστάζω πολύ.

Σεραφίνο: Προσβάλεις την εξουσία μου! Ξέρεις ποιος είμαι;

Μαξ: Ο Σεραφίνο ο Λιμοκοντόρος.

Σεραφίνο: Επανάλαβε το αστείο άλλη μια φορά και θα σε ρίξω κάτω ξερό.

Μαξ: Είμαι σίγουρος ότι θα ελέγξεις τον εαυτό σου! Είμαι, όπως και να το κάνουμε, ο πρώτος ποιητής της Ισπανίας! Έχω επιρροή σε όλες τις εφημερίδες! Και ξέρω τον Υπουργό των Εσωτερικών! Ήμασταν συμμαθητές.

Σεραφίνο: Η Εξοχότητα του ο Υπουργός δεν είναι αλήτης.

Μαξ: Είσαι άσχετος με την Μοντέρνα Ιστορία.

Σεραφίνο: Παρουσία μου κανένας δεν προσβάλει τον Δον Πάκο. Αυτό δεν θα το ανεχτώ. Σε πληροφορώ ότι τον Δον Πάκο τον έχω σαν πατέρα μου!

Μαξ: Αυτό δεν το πιστεύω. Επίτρεψε μου να το επιβεβαιώσω με ένα τηλεφώνημα.

Σεραφίνο: Μπορείς να του τηλεφωνήσεις απ’ το μπουντρούμι.

Δον Λατίνο: Κύριε Επιθεωρητά, παρακαλώ, να είστε λίγο πιο ευγενής. Αυτό το θέμα άπτεται της Εθνικής μας Δόξης! Του Βίκτορος Ουγκώ της Ισπανίας!

Σεραφίνο: Κράτα τη γλώσσα σου!

Δον Λατίνο: Συγχωρέστε την παρέμβαση μου.

Σεραφίνο: Αν θες να του κάνεις παρέα, έχουμε κατάλυμα και για σένα.

Δον Λατίνο: Ευχαριστώ, Επιθεωρητά.

Σεραφίνο: Όργανα, πάρτε αυτό τον μεθύστακα στο δύο.

Αστυφύλακας: Περπάτα.

Μαξ: Δεν υποχωρώ!

Σεραφίνο: Να τον σύρετε!

Β’ Αστυφύλακας: Προχώρα, αλήτη.

Μαξ: Με σκοτώνουν! Με σκοτώνουν!

Ένας Μοντερνιστής: Βάρβαροι!

Δον Λατίνο: Και σκέψου ότι είναι μια Εθνική Δόξα.

Σεραφίνο: Δεν επιτρέπω διαμαρτυρίες εδώ πέρα! Καλύτερα να πηγαίνετε.

Άλλος Μοντερνιστής: Ζήτω η Ιερά Εξέταση!

Σεραφίνο: Ησυχία! Ή θα συλληφθείτε όλοι.

Μαξ: Με σκοτώνουν! Με σκοτώνουν!

Αστυφύλακες: Μπεκρούλιακα! Αλήτη!

Οι Μοντερνιστές (εν χωρώ): Πρέπει να πάμε στα γραφεία της εφημερίδας!

(Ολόκληρη η ομάδα πετάγεται έξω. Γραβάτες πετούν από ‘δω κι από ‘κει, σβησμένες πίπες, ρομαντικές τούφες μαλλιά. Μπορεί κανείς ν’ ακούσει τους αναστεναγμούς και τις κραυγές πίσω από τις πόρτες των κελιών.)

Σεραφίνο: Αυτοί οι ψευτοκουλτουριάρηδες νεοφερμένοι μάλλον θα νομίζουν ότι μοιράζουμε γλυκό εδώ πέρα!

Σκηνή Έκτη

(Το μπουντρούμι. Ένα κελάρι, κακοφωτισμένο από μια μικρή λάμπα λαδιού. Η μορφή ενός άντρα αναδεύεται στις σκιές. Μπλούζα, κασκόλ και σκοινένια πέδιλα. Βηματίζει στο πάτωμα μιλώντας μόνος. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει με πάταγο. Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ σπρώχνοντας και σκουντουφλώντας, κυλάει στο βάθος του κελιού. Η πόρτα κλείνει με βρόντο.)

Μαξ: Αποβράσματα! Πραιτοριανοί! Δειλοί!

Φωνή απ’ έξω: Πας γυρεύοντας! Συνέχισε έτσι!

Μαξ: Λακέ!

(Η φιγούρα του ένοικου του κελιού αναδύεται από την σκοτεινιά. Κάτω απ’ το φως, φαίνεται, σιδηροδέσμιος, με το πρόσωπο του αιματοβαμμένο.)

Φυλακισμένος: Καλησπέρα!

Μαξ: Δεν είμαι μόνος λοιπόν;

Φυλακισμένος: Όχι, απ’ όσο φαίνεται.

Μαξ: Ποιος είσαι φίλε;

Φυλακισμένος: Ένας παρίας.

Μαξ: Από την Καταλονία λοιπόν;

Φυλακισμένος: Από παντού.

Μαξ: Παρίας! Μόνο οι καταλάνοι εργάτες βαφτίζουν την απείθεια τους μ’ αυτό το υποτιμητικό επίθετο. «Παρίας», αυτή η λέξη όταν βγαίνει από στόματα σαν το δικό σου είναι σαν σπιρούνισμα. Η ώρα θα σημάνει σύντομα για όλους σας.

Φυλακισμένος: Έχεις μάτια που λίγοι άνθρωποι διαθέτουν. Η Μπαρσελόνα τρέφει την φλόγα του μίσους: Είμαι ένας εργάτης από την Μπαρσελόνα και είμαι περήφανος για αυτό.

Μαξ: Είσαι αναρχικός;

Φυλακισμένος: Είμαι αυτό που με έκανε ο νόμος.

Μαξ: Ανήκουμε στην ίδια εκκλησία.

Φυλακισμένος: Αλλά εσύ φοράς το φουλάρι του καλλιτέχνη.

Μαξ: Την θηλιά της πιο απεχθούς δουλικότητας. Θα το βγάλω για να μπορέσουμε να μιλήσουμε.

Φυλακισμένος: Δεν είσαι προλετάριος.

Μαξ: Είμαι ο πόνος ενός κακού ονείρου.

Φυλακισμένος: Μοιάζεις φωτισμένος άνθρωπος. Μιλάς σαν τις παλιές καλές μέρες.

Μαξ: Είμαι ένας τυφλός ποιητής.

Φυλακισμένος: Αυτή δεν είναι μικρή συμφορά. Στην Ισπανία, η εργατιά και η διανόηση πάντα περιφρονούνται. Όλα τα ορίζει το χρήμα εδώ.

Μαξ: Πρέπει να τοποθετήσουμε μια ηλεκτρική γκιλοτίνα στο Πουέρτα ντελ Σολ.

Φυλακισμένος: Δεν είναι αρκετό. Ο επαναστατικός στόχος πρέπει να είναι η καταστροφή του πλούτου, όπως στη Ρωσία. Το να αποκεφαλίσουμε τους πλούσιους δεν αρκεί. Πάντα θα εμφανιστεί κάποιος επίδοξος κληρονόμος, ακόμα κι αν καταργήσεις την κληρονομιά δεν θα σταματήσεις όλους εκδιωγμένους από το να δολοπλοκούν για να την πάρουν πίσω. Δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε την επιστροφή της παλιάς άρχουσας τάξης, και μπορείς να το πετύχεις αυτό μόνο με το να καταστρέψεις όλο τον πλούτο. Η Βιομηχανική Μπαρσελόνα πρέπει να καταρρεύσει, για να γεννηθεί απ’ τα ερείπια της, με μια νέα άποψη για την ιδιοκτησία και τη μισθωτή εργασία. Στην Ευρώπη δεν υπάρχει εργοδότης με πιο μαύρη καρδιά από το Καταλάνο αφεντικό, και αναφέρομαι μόνο στην Ευρώπη, γιατί υπάρχουν ακόμα οι Ισπανικές αποικίες στην Αμερική. Η Μπαρσελόνα δεν μπορεί να σωθεί αν δεν ερειπωθεί πρώτα.

Μαξ: Όμως, η Μπαρσελόνα είναι μέσα στην καρδιά μου.

Φυλακισμένος: Είμαι πάντα κομμάτι της.

Μαξ: Της χρωστάω τις μοναδικές χαρές που ένιωσα στην διάρκεια της σκοτεινιάς των τυφλών μου ωρών. Κάθε μέρα ένα νεκρό αφεντικό, καμιά φορά δυο… Αυτό είναι παρηγορητικό.

Φυλακισμένος: Αλλά δεν λες τίποτα για τους εργάτες που συνεχίζουν να πέφτουν.

Μαξ: Οι εργάτες πολλαπλασιάζονται σαν τις μύγες. Απ’ την άλλη μεριά, τα αφεντικά είναι σαν τους ελέφαντες, και όπως κάθε παντοδύναμο και προϊστορικό πλάσμα αναπαράγονται αργά. Σαούλ, πρέπει να διαδώσουμε τη νέα μας θρησκεία σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Φυλακισμένος: Το όνομα μου είναι Ματθαίος.

Μαξ: Αλλά σε βαφτίζω Σαούλ. Είμαι ποιητής και έχω πνευματικά δικαιώματα πάνω στ’ αλφάβητο. Άκου και θυμήσου, Σαούλ, για όταν θα είσαι πάλι ελεύθερος. Με ένα καλό κυνηγητό, η τιμή για τα κρανία των Καταλάνων αφεντικών μπορεί ν’ ανέβει πάνω απ’ το ελεφαντόδοντο της Καλκούτας.

Φυλακισμένος: Γι’ αυτό δουλεύουμε.

Μαξ: Και από την άλλη μεριά, σαν τελευταία παρηγοριά σκέψου ότι με το να καταργήσουμε το προλεταριάτο ξεφορτωνόμαστε και τους εργοδότες μαζί.

Φυλακισμένος: Αν καταστρέψουμε την πόλη, θα εξολοθρεύσουμε τους Φαρισαίους της Μπαρσελόνας.

Μαξ: Δεν θα το αρνηθώ. Ας αφήσουμε την Φαρισαϊκή Μπαρσελόνα να καταστραφεί, όπως η Καρχηδόνα και η Ιερουσαλίμ. Ο κύβος ερρίφθη. Δώσε μου το χέρι σου.

Φυλακισμένος: Είμαι δεμένος.

Μαξ: Είσαι νέος; Δεν μπορώ να σε δω.

Φυλακισμένος: Είμαι νέος. Τριάντα χρονών.

Μαξ: Για τί κατηγορείσαι;

Φυλακισμένος: Είναι μεγάλη ιστορία. Έχω κατηγορηθεί για ανταρσία… αρνήθηκα να αφήσω την δουλειά μου και να πάω στον πόλεμο, ξεκίνησα και μια εξέγερση στο εργοστάσιο. Το αφεντικό μου έκανε μήνυση, έπρεπε να εκτίσω την ποινή μου, γύρισα όλη την περιοχή ψάχνοντας να βρω δουλειά. Τρέχω ακόμα από δικαστήριο σε δικαστήριο, πάντα με κλητεύει ο ένας δικαστής ή ο άλλος. Αλλά ξέρω τη μοίρα που με περιμένει: Τέσσερις σφαίρες, για απόπειρα απόδρασης. Μια και καλή… μόνο αυτό και τίποτα άλλο…

Μαξ: Γιατί, τί φοβάσαι;

Φυλακισμένος: Ότι μπορεί να διασκεδάσουν με το να με βασανίσουν.

Μαξ: Βάρβαροι!

Φυλακισμένος: Πρέπει να τους ξέρεις.

Μαξ: Απατεώνες! Και είναι αυτοί που διαμαρτύρονται με αγανάκτηση για τον «Μαύρο Θρύλο».

Φυλακισμένος: Για μερικές άθλιες πεσέτες, σε κάποια απόκεντρη γωνιά της πόλης, θα περνάω και θα με τελειώσουν… και πληρώνονται για να προστατεύσουν τις ανθρώπινες ζωές! Και αυτό τα πλούσια καθάρματα το αποκαλούν δικαιοσύνη.

Μαξ: Πλούσιοι και φτωχοί το ίδιο. Η Ιβηρική βαναυσότητα είναι κοινή σε όλους.

Φυλακισμένος: Όλους τους.

Μαξ: Όλους τους! Ματθαίε, που είναι η βόμβα που θα κατακρεουργήσει την καταραμένη γη της Ισπανίας;

Φυλακισμένος: Κύριε ποιητή, που τόσα προβλέπεις, δεν έχεις προσέξει ένα σηκωμένο χέρι;

(Η πόρτα του κελιού ανοίγει και ένας ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΛΗΤΗΡΑΣ, με την αλαζονεία ενός παλικαρά, κάνει σήμα στον αλυσοδεμένο κρατούμενο να τον ακολουθήσει.)

Δεσμοφύλακας: Εσύ εκεί, Καταλανέ, ετοιμάσου.

Φυλακισμένος: Είμαι έτοιμος.

Δεσμοφύλακας: Πάμε λοιπόν. Θα κάνεις μερικές ωραίες διακοπές, ρουφιάνε.

(Με καρτερική σταθερότητα, ο φυλακισμένος πλησιάζει τον τυφλό άνδρα και του αγγίζει τον ώμο με το πηγούνι του. Προφέρει το αντίο του με χαμηλή φωνή.)

Φυλακισμένος: Η σειρά μου ήρθε… Δεν νομίζω ότι θα ξαναϊδωθούμε…

Μαξ: Αυτό είναι φρικτό!

Φυλακισμένος: Απλά θα με σκοτώσουν. Και τι θα γράψουν τα καθάρματα στις εφημερίδες αύριο;

Μαξ: Ό,τι τους πουν να τυπώσουν.

Φυλακισμένος: Κλαις;

Μαξ: Από αδυναμία και οργή. Ας αγκαλιαστούμε, αδερφέ.

(Αγκαλιάζονται. Ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ και ο αλυσοδεμένος άνδρας φεύγουν. Η πόρτα ξανακλείνει. Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ βρίσκει τον τοίχο ψηλαφιστά και κάθεται κάτω στηριζόμενος πάνω του, με τα πόδια σταυρωμένα σαν σε θρησκευτική στάση Ανατολίτικου διαλογισμού. Η μορφή του τυφλού ποιητή δείχνει μια επώδυνη και σιωπηλή θλίψη. Απ’ έξω έρχεται μια βοή και φωνές και ο ήχος απ’ τον καλπασμό των αλόγων.)

Σκηνή Έβδομη

(Τα Δημοσιογραφικά Γραφεία της Εφημερίδας των Λαών. Μια χαμηλή είσοδος με πλακόστρωτο δάπεδο. Στη μέση ένα μεγάλο, μαύρο τραπέζι, περικυκλωμένο από άδειες καρέκλες που σημαδεύουν τις θέσεις, μπροστά από ξεθωριασμένα ντοσιέ στοίβες χαρτιά των οποίων η λευκότητα προβάλλεται στον φωτεινό και πρασινωπό κύκλο μιας λάμπας με πτυχωτό «καπέλο». Σε μια άκρη, ένας φαλακρός άντρας καπνίζει και γράφει, εδώ και χρόνια αρχισυντάκτης, μια θλιβερή παρουσία με πλεχτό πανωφόρι, γαμψά δάχτυλα και νύχια λερωμένα με μελάνι. Αυτός ο λογικός αλλά και μυθικός άντρας, ξανανάβει την γόπα του τσιγάρου του. Το παραπέτασμα τραβιέται και ο διαπεραστικός ήχος ενός ηλεκτρικού κουδουνιού σπάει την παγερή σιωπή. Ο ΘΥΡΩΡΟΣ εμφανίζεται ξαφνικά, ένας μικρόσωμος βρώμικος γέρος, μουστακαλής, κοιλαράς, ακριβώς σαν εκείνους στους ανδρείους συνταγματάρχες που πέφτουν από τα άλογα τους στην διάρκεια μιας επίσημης πομπής. Μια εντυπωσιακή ομοιότης που φαντάζει απίστευτη.)

Θυρωρός: Ο Δον Λατίνο ντε Ισπάλις είναι εδώ, με μερικούς ακόμα καπιταλιστές του ίδιου φυράματος. Ζητούν να δουν τον ίδιο το Διευθυντή. Τους είπα ότι μόνο εσείς βρίσκεστε εδώ. Θα τους δείτε Δον Φίλμπερτ;

Δον Φίλμπερτ: Ας περάσουν.

(Συνεχίζει να γράφει. Ο ΘΥΡΩΡΟΣ βγαίνει έξω και η μικρή πράσινη πόρτα του παραπετάσματος μένει να αιωρείται, φέρνοντας στο νου παλιές γκαρσονιέρες που χρησιμοποιούνται σαν παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες. Τότε μπαίνει το λεφούσι των μοντερνιστών, μακριά μαλλιά, πίπες στο στόμα, ξεφτισμένα πανωφόρια, μια μπέρτα εδώ κι εκεί. Ο φαλακρός εφημεριδάς σπρώχνει τα γυαλιά στο κούτελο του, εξετάζει το τσιγάρο του και φορά έναν αέρα σπουδαιότητας.)

Δον Φίλμπερτ: Κύριοι και καλοί άνθρωποι, περάστε μέσα! Πείτε μου, παρακαλώ, τι μπορούμε να κάνουμε εγώ και η Εφημερίδα για σας!

Δον Λατίνο: Είμεθα εδώ όπως διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε ένα άθλιο αίσχος εκ μέρους της Αστυνομίας! Ο Μαξ Εστρέλλα, ο σπουδαίος ποιητής –ακόμα και αν υπάρχουν κάποιοι που αρνούνται την σπουδαιότητα του- μόλις συνελήφθη και κακοποιείται βάναυσα στα υπόγεια του Υπουργείου Κακοδιοίκησης!

Ντόριο: Η Ισπανία είναι πάντοτε το βασίλειο του Καρόλου του Δεύτερου.

Δον Φίλμπερτ: Μα την Αγία Πατάτα! Είναι δυνατόν ο μεγάλος μας ποιητής να είναι μέθυσος;

Δον Λατίνο: Ένα ποτηράκι παραπάνω δεν δικαιολογεί αυτή την εξοργιστική παραβίαση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων!

Δον Φίλμπερτ: Ο Μαξ Εστρέλλα συμβαίνει να είναι και δικός μας φίλος. Μα την Αγία Πατάτα! Αν ο Διευθυντής δεν έχει έρθει μέχρι τώρα δεν πρόκειται να έρθει καθόλου. Ξέρετε πως βγαίνει μια εφημερίδα. Ο Διευθυντής είναι πάντα τύραννος! Χωρίς να τον συμβουλευτώ δεν μπορώ να πάρω την απόφαση να τυπώσω τη διαμαρτυρία σας στις στήλες μας. Και δεν ξέρω ποια είναι η πολιτική της εφημερίδας σε σχέση με την Αστυνομική Διεύθυνση. Και όσο για την δική σας ιστορία, για να είμαι ειλικρινής ακούγεται κομμάτι τραβηγμένη.

Ντόριο: Αυτό είναι αποτρόπαιο, Δον Φίλμπερτ.

Κλαρινίτο: Δειλία, πέρα για πέρα!

Περές: Ντροπή διάολε!

Δον Λατίνο: Έγκλημα!

Ντόριο: Η Ισπανία είναι πάντοτε το βασίλειο του Φιλίππου του Δεύτερου.

Δον Λατίνο: Ντόριο, αγόρι μου, μας ντροπιάζεις.

Δον Φίλμπερτ: Νιάτα! Ευγενές πάθος! «Θείος Θησαυρός», έτσι τα αποκαλεί ο Ρουμπέν, ο βάρδος απ’ τη Νικαράγουα! «Νιάτα, Θείος Θησαυρός! Φεύγετε χωρίς επιστροφή». Διαβάζω κιόλας ξέρετε, και καμιά φορά εκτιμώ ακόμα και τους ευφυείς του μοντερνισμού. Ο Διευθυντής με κοροϊδεύει κιόλας ότι έχω μολυνθεί απ’ την ασθένεια! Διάβασε κανείς την ιστορία που δημοσίευσα στο Κόσμος;

Κλαρινίτο: Εγώ Δον Φίλμπερτ! Την διάβασα και την εκτίμησα.

Δον Φίλμπερτ: Κι εσύ, Ντόριο, φίλε μου;

Ντόριο: Ποτέ δεν διαβάζω τους συγχρόνους μου, Δον Φίλμπερτ.

Δον Φίλμπερτ:  Ντόριο, φίλε μου, δεν θέλω να σου απαντήσω ότι το ίδιο αγνοείς και τους κλασσικούς.

Ντόριο: Το μυαλό σου και το δικό μου, Δον Φίλμπερτ, αναβλύζουν ευφυΐα. Μπορείς να το δεις στους λεκέδες στο γιακά του πουκαμίσου μας.

Δον Φίλμπερτ: Με τέτοια ευγενική μνεία στην αισθητική των ενδυμάτων μου, αποκαλύφθηκε ότι είσαι ένας νεαρός εστέτ!

Ντόριο: Είσαι όντως καυστικός, Δον Φίλμπερτ!

Δον Φίλμπερτ: Εσύ έλυσες τη γλώσσα μου!

Ντόριο: Δεν είχα τέτοια πρόθεση!

Κλαρινίτο: Ντόριο, κόψε τα παιδιάστικα αστεία.

Δον Φίλμπερτ: Ντόριο, φίλε μου, είμαι μαθημένος και σε κατηγορίες και σε μπηχτές. Αυτά είναι τα κονταροχτυπήματα της δημοσιογραφίας. Και δεν εννοώ της σημερινής δημοσιογραφίας. Διασταύρωσα το ξίφος μου με τον πολιτικό Σιλβέλα σε ένα επίσημο δείπνο, και κέρδισα το βραβείο στα Φλοράλια της όμορφης Μάλαγα. Ο Ναρκίσο Ντιάζ για την ακρίβεια αναφέρει αυτό το κονταροχτύπημα λίγο αργότερα στο ρεπορτάζ του για τον Κήρυκα. Απολαυστικότατη αφήγηση, όπως τα περισσότερα κομμάτια του, και όπως σημείωσε, εγώ δεν ήμουν καθόλου κακός στο ρόλο μου. Παρέθεσε τον ορισμό μου για τη δημοσιογραφία. Τον γνωρίζετε; Δεν έχει σημασία, θα τον επαναλάβω για σας. Ο εφημεριδάς είναι το γρανάζι του κοινοβουλίου. Το Κογκρέσο είναι ένα μεγάλο γραφείο σύνταξης, και κάθε γραφείο σύνταξης είναι ένα μικρό Κογκρέσο. Η δημοσιογραφία είναι κατεργαριά και παρωδία, ακριβώς όπως η πολιτική. Είναι στον ίδιο κύκλο, μοναχά σε διαφορετικές σφαίρες. Θα μπορούσα να τα εξηγήσω όλα αυτά θεοσοφιστικά αν είχατε μυσταγωγηθεί στα ευγενή διδάγματα του Κάρμα.

Ντόριο: Εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε μυσταγωγημένοι, εκείνος που παρασύρεται λιγάκι είναι ο Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Περισσότερο από λιγάκι, αγόρι μου, πολύ περισσότερο από λιγάκι. Αν δεν το ξέρεις, το λογοτεχνικό μου ψευδώνυμο έχει μια Καβαλιστική χροιά: Το νερό του βαπτίσματος με έκανε Λατίνο. Είμαι Λατίνος γιατί γεννήθηκα στα Βετικά Όρη, στην Ανδαλουσιανή Ισπανία. Και είμαι Λατίνος γιατί έσκουζα στο Λατινικό Κουαρτέτο στο Παρίσι. Στην Καβαλιστική γλώσσα το Λατίνο μετατρέπεται σε μια από τις μαγικές λέξεις: Ονιτάλ. Κι εσείς Δον Φίλμπερτ, φαίνεται να παίζεται λίγο με τη Μαγεία και την Καβάλα.

Δον Φίλμπερτ: Ας μην περιπλέκουμε τα πράγματα. Αυτό είναι πολύ σοβαρό, Δον Λατίνο, πραγματικά είμαι θεοσοφιστής!

Δον Λατίνο: Δεν ξέρω τι είμαι εγώ!

Δον Φίλμπερτ: Αυτό μπορώ να το πιστέψω.

Ντόριο: Ένας αλήτης από τη Μαδρίτη.

Δον Λατίνο: Ντόριο, μην σπαταλάς το πνεύμα σου για πράγματα που είναι εξαντλήσιμα. Μεταξύ φίλων είναι καλύτερα να προσφέρεις ένα τσιγάρο. Έλα λοιπόν, δώσε μου μια τζούρα.

Ντόριο: Δεν καπνίζω.

Δον Φίλμπερτ: Πρέπει να έχεις κάποια αδυναμία!

Ντόριο: Βιάζω τις παρακόρες.

Δον Φίλμπερτ: Είναι διασκεδαστικό;

Ντόριο: Έχει την γοητεία του, Δον Φίλμπερτ.

Δον Φίλμπερτ: Πρέπει να έχεις γίνει πατέρας πολλές φορές μέχρι τώρα.

Ντόριο: Τις βάζω να το ρίξουν.

Δον Φίλμπερτ: Άθλιε βρεφοκτόνε!

Περές: Βρώμικα κόλπα!

Ντόριο: Μην παρεμβαίνεις Περές! Δον Φίλμπερτ, ο ταπεινός υπηρέτης σας είναι Νέο-Μαλθουσιανός.

Δον Φίλμπερτ: Το γράφεις αυτό στα μπιλιέτα σου;

Ντόριο: Έχω μια φωτεινή ρεκλάμα στο σπίτι μου.

Δον Λατίνο: Έτσι τελειώνει πάντα. Καθώς μοιραζόμαστε ένα άδειο πιάτο, εμείς οι Ισπανοί παρηγορούμε τους εαυτούς μας για την πείνα και την κακή διοίκηση.

Ντόριο: Και για τους κακούς ηθοποιούς, και για τα κακά έργα, και για το αργό τραμ, και την πλακόστρωση στους δρόμους.

Περές: Είσαι εικονοκλάστης!

Ντόριο: Άκου ευλαβικά, Περές, και μείνε σιωπηλός.

Δον Φίλμπερτ: Η Ισπανία! Μπορεί να της λείπει το ψωμί, αλλά ποτέ δεν ξεμένει από πνεύμα και καλό χιούμορ.

Ντόριο: Μπορείτε εσείς, Δον Φίλμπερτ, να μαντέψετε ποιος είναι ο νούμερο ένα πλακατζής;

Δον Φίλμπερτ: Εσείς, καταραμένοι εικονοκλάστες, θα ισχυριστείτε προφανώς ότι είναι ο Δον Μιγκέλ ντε Ουνάμουνο.

Ντόριο: Όχι κύριε! Ο νούμερο ένα πλακατζής είναι ο Βασιλιάς μας, Δον Αλφόνσο ο Όγδοος.

Δον Φίλμπερτ: Έχει τη ζωηράδα των Βουρβόνων και αυτή των ιθαγενών της Μαδρίτης.

Ντόριο: Ο νούμερο ένα πλακατζής, Δον Φίλμπερτ. Ο νούμερο ένα! Ο Βασιλιάς μας Αλφόνσο, μόλις έσπασε κάθε ρεκόρ κάνοντας τον Γκαρσία Πριέτο Πρωθυπουργό!

Δον Φίλμπερτ: Εδώ, νέε μου, δεν επιτρέπεται να εκστομίζεις βλασφημίες. Τυγχάνει η εφημερίδα μας να έχει τον Δον Μάνουελ Γκαρσία Πριέτο για έμπνευση. Ξέρω ότι δεν είναι ο ποιο ευφυής άνθρωπος και δεν είναι πραγματικός ρήτορας, αλλά είναι ένας σοβαρός πολιτικός. Και εν τέλει, ας επιστρέψουμε στην υπόθεση του φίλου μας του Μαξ Άν-αστρου. Θα μπορούσα να τηλεφωνήσω στο ιδιαίτερο γραφείο του Υπουργού. Ξέρω κάποιον εκεί που στο παρελθόν κάλυπτε τις αστυνομικές περιπολίες για μας. Θα του ζητήσω να το κανονίσει. Μα την Αγία Πατάτα! Ο Μαξ Άν-αστρος είναι ένας από τους μαέστρους και του αξίζει μια αναγνώριση. Τι κάνουν αυτοί οι κύριοι για τους νταβατζήδες και τους τραμπούκους; Την πλεμπάγια με τα μαχαίρια; Ο Άν-αστρος ήταν όπως πάντα;

Δον Λατίνο: Φωτοβόλος.

Δον Φίλμπερτ: Πόσο οικτρό!

Δον Λατίνο: Δεν υπερέβη τα εσκαμμένα. Ήμουν μαζί του. Φαντάσου! Φίλοι από τις μέρες εκείνες στο Παρίσι! Γνωρίζετε το Παρίσι; Πήγα στο Παρίσι με την Βασίλισσα Ισαμπέλα. Έγραψα τότε, υπερασπιζόμενος την σπουδαία κυρία. Μετέφρασα ακόμα μερικά βιβλία για τον εκδοτικό οίκο Garnier. Ήμουν οικονομικός συντάκτης της Ισπανο-Αμερικανικής Σάλπιγγας. Σπουδαίο φύλλο! Και πάντα με το ψευδώνυμο μου Λατίνο ντε Ισπάλις.

(Ένα τηλέφωνο ακούγεται να χτυπάει. Ο ΔΟΝ ΦΙΛΜΠΕΡΤ ο καταρροϊκός και φαλακρός δημοσιογράφος, ο λογικός αλλά και μυθικός άντρας που μπορεί να βρει κανείς στο προσωπικό κάθε εφημερίδας, ζητά γραμμή για τα ιδιαίτερα γραφεία του Υπουργείου. Σιωπή. Ύστερα ψίθυροι, ένα ελαφρό γέλιο, κάποια αστεία σε χαμηλό τόνο. Ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ κάθεται στην καρέκλα του διευθυντή, σηκώνει τις κουρελιασμένες μπότες του στο τραπέζι και αφήνει ένα δυνατό αναστεναγμό.)

Ντόριο: Θα συνθέσω το κύριο άρθρο παραφράζοντας τον λόγο του αρχηγού μας: «Οι ζωτικές δυνάμεις της χώρας μας είναι νεκρές!». Αυτό ανέκραζε ο φίλος μας ο επιφανής Δούκας την Αλουτσέμα, εχθές ακόμη, σε ένα θαυμάσιο ρητορικό ξέσπασμα. Και η Αίθουσα, εντελώς συνεπαρμένη χειροκροτούσε αυτή τη βαθυστόχαστη σύλληψη, τόσο βαθυστόχαστη όσο και η άλλη επισήμανση: «Οι απειλητικοί ύφαλοι υποχωρούν αργά καθώς το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι». Και όλα μαζί συνήθως συνοψίζονται στη μια και υπέρτατη κραυγή: «Σαντιάγκο και ανοιχτή Ισπανία, για την ελευθερία και την πρόοδο».

(Ο ΔΟΝ ΦΙΛΜΠΕΡΤ αφήνει το ακουστικό του τηλεφώνου και μπαίνει στο δωμάτιο, καλύπτοντας το φαλακρό του κεφάλι με τα κιτρινωπά, λερωμένα με μελάνι χέρια του. Τα χέρια ενός σκελετωμένου υπομνηματογράφου την Ημέρα της Κρίσης!)

Δον Φίλμπερτ: Δεν θα ανεχτώ τέτοια αστεία! Βάλε τα πόδια σου κάτω! Πού την είδες τέτοια ξεδιαντροπιά;

Ντόριο: Στην Γερουσία των Γιάνκηδων.

Δον Φίλμπερτ: Γέμισες το ντοσιέ μου σκόνη!

Ντόριο: Είναι ένα φιλοσοφικό μάθημα. Χους ει και εις χουν απελεύσει!

Δον Φίλμπερτ: Δεν μπορούσες ούτε να το πεις στα Λατινικά! Είστε ένα μάτσο θρασύτατα βρωμόπαιδα!

Κλαρινίτο: Οι υπόλοιποι δεν δείξαμε κανενός είδους έλλειψη σεβασμού, Δον Φίλμπερτ.

Δον Φίλμπερτ: Απολαύσατε όμως τ’ αστείο, και το γέλιο σ’ αυτή την περίπτωση είναι αναίδεια. Να γελάτε με κάτι που είναι τόσο ανώτερο σας! Δεν υπάρχει τίποτα αξιοσέβαστο σε σας. Ο Μαρά είναι μόνο ένας τσαρλατάνος!

Ντόριο: Ο Βασιλιάς της Πάρλας!

Δον Φίλμπερτ: Ο Μπενλιούρε, φτηνός άγιος, un santi boni barati.

Ντόριο: Αυτά λένε στη Βαλένθια.

Δον Φίλμπερτ: Ο Καβεστάνι, ο μεγάλος ποιητής, τίποτα παραπάνω από ένα φτηνό στιχοπλόκο.

Ντόριο: Δίνει μαθήματα κιθάρας με διαγράμματα.

Δον Φίλμπερτ: Και δεν θα με εξέπληττε αν το αφεντικό μου, αυτός ο διαπρεπής άνθρωπος σας φαίνεται ένας γελοίος τιποτένιος.

Ντόριο: Ένας ακόμη γαμπρός.

Δον Φίλμπερτ: Για σένα δεν υπάρχει τίποτα σπουδαίο στη χώρα μας, τίποτα που να του αξίζει σεβασμός. Σε οικτίρω! Είστε πράγματι ανόητοι λεχρίτες. Δεν νιώθετε κανέναν πατριωτισμό!

Ντόριο: Είναι μια πολυτέλεια που δεν σηκώνει το βαλάντιο μας. Περίμενε μέχρι να πάρουμε ένα αυτοκίνητο, Δον Φίλμπερτ.

Δον Φίλμπερτ: Δεν μπορείς να μιλήσεις σοβαρά ούτε για μια στιγμή. Και υπάρχει κάποιος δικός σας, τον οποίο όλοι αποκαλείτε δάσκαλο, που τολμά να φωνάξει: «Ζήτω στην ασημαντότητα». Και σκέψου, όχι στο Café, όχι μεταξύ φίλων, αλλά σε μια συνάντηση του Οίκου της Γνώσης! Και αυτό απλά δεν μπορεί να συνεχιστεί κύριοι! Δεν πιστεύετε σε τίποτα: είστε μηδενιστές και κυνικοί. Για καλή μας τύχη υπάρχει μια άλλη νεολαία που δεν είναι καθόλου σαν εσάς, μια αφοσιωμένη νεολαία, μια νεολαία γεμάτη πολιτικό πνεύμα.

Δον Λατίνο: Αν αναφέρεσαι σ’ αυτούς τους λεχρίτες στην Επιτροπή Πολιτών, ενίσταμαι! Τουλάχιστον αυτοί εδώ οι μοντερνιστές, πες τους διαπρεπείς αλήτες αν το θες, δεν έπεσαν ποτέ τόσο χαμηλά όσο να γίνουν αξιότιμοι πολισμάνοι. Ο καθένας με την αξία του. Και παρεμπιπτόντως, είναι αλήθεια ότι κάποιος απ’ αυτούς τους νεολαίους με τ’ αδιάβροχα δολοφονήθηκε ετούτο το απόγευμα; Έχεις ακούσει κανένα νέο;

Δον Φίλμπερτ: Ήταν ένας νεαρός… σχετικά μιλώντας. Εξήντα χρονών.

Δον Λατίνο: Λοιπόν, θάψτε τον. Ένα πτώμα περισσότερο ή λιγότερο, μόνο ο εργολάβος κηδειών νοιάζεται!

(Το τηλέφωνο χτυπά ξαφνικά. Ο ΔΟΝ ΦΙΛΜΠΕΡΤ σηκώνει το ακουστικό και ξεκινά μια παντομίμα κινήσεων, χειρονομιών και ξεφωνητών. Όσο ακούει με το λαιμό του στραβωμένο και το ακουστικό στο αυτί, ανιχνεύει όλο το δωμάτιο παρατηρώντας προσεχτικά τους νεαρούς μοντερνιστές. Όταν κλείνει το τηλέφωνο έχει την ντόμπρα έκφραση μιας ήσυχης συνείδησης. Από το ατάραχο χαμόγελο του, το φίλντισι στο φρύδι του… την ευρεία σφαιρικότητα της φαλάκρας του, αναδύεται ο θεοσοφιστής.)

Δον Φίλμπερτ: Δόθηκε ήδη η διαταγή να αφεθεί ο φίλος μας ο Μαξ Εστρέλλα ελεύθερος. Συμβουλέψτε τον να μην πίνει τόσο πολύ. Έχει αληθινό ταλέντο. Μπορεί οπωσδήποτε να κάνει πολύ περισσότερα απ’ αυτά που κάνει. Και τώρα παρακαλώ φύγετε κι αφήστε με να δουλέψω. Πρέπει να βγάλω ολόκληρο το φύλλο μόνος μου.

Σκηνή Όγδοη

(Η προσωπική Γραμματεία της Εξοχότητάς του. Μυρωδιά από καπνό Αβάνας, άσχημοι πίνακες ζωγραφικής, μια επίφαση πολυτέλειας, στο βάθος όμως επαρχιώτικη. Το δωμάτιο θυμίζει κατά ένα μέρος γραφείο και κατά ένα μέρος χαρτοπαικτική λέσχη. Ξαφνικά το χτύπημα του τηλεφώνου τρυπώνει μέσα στην γραφειοκρατική αγκαλιά. Ο ΝΤΙΕΓΚΙΤΟ ΓΚΑΡΣΙΑ –αποκαλούμενος ΔΟΝ ΝΤΙΕΓΚΟ ΝΤΕΛ ΚΟΡΡΑΛ στις Αίθουσες των Δικαστηρίων και στην Εφημερίδα των Πταισματοδικών– κάνει τρεις πήδους και χώνει το ακουστικό στο αυτί του.)

Ντιεγκίτο: Ποιος είναι;

Έχω ήδη δώσει διαταγή να αφεθεί ελεύθερος.

Καθόλου! Καθόλου!

Ένας αλκοολικός!

Ναι, ξέρω το έργο του. Ένα θλιβερό ατύχημα!

Δεν είναι δυνατό. Δεν έχουμε δεκάρα τσακιστή εδώ πέρα.

Θα του το πω. Θα κάνω ένα υπόμνημα τώρα.

Καθόλου! Καθόλου!

(Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ γλιστράει από την πόρτα, χλομός, γρατσουνισμένος, η γραβάτα του στραβή, η έκφραση του προσώπου του υπεροπτική, μοιάζει κάπως ανισόρροπος. Πίσω του, παίζοντας με το κλείστρο του όπλου του εμφανίζεται ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ.)

Κλητήρας: Αλτ, κύριε!

Μαξ: Μην ακουμπάς τα βρωμόχερά σου πάνω μου.

Κλητήρας: Φύγετε από δω πριν προκαλέσετε μπελάδες στον εαυτό σας.

Μαξ: Να με αναγγείλεις στον Υπουργό.

Κλητήρας: Δεν μπορεί να σας δει.

Μαξ: Α! Είσαι λογικός άνθρωπος, πράγματι. Αλλά ίσως μπορεί να μ’ ακούσει.

Κλητήρας: Αποσυρθείτε κύριε. Δεν είναι η ώρα που δέχεται το κοινό αυτή.

Μαξ: Να με αναγγείλεις.

Κλητήρας: Έχω εντολές κύριε… και δεν θα σας βοηθήσει σε τίποτα να γίνεστε κουραστικός .

Ντιεγκίτο: Φερνάντεζ, άσε τον κύριο να περάσει.

Μαξ: Ώστε βρίσκω επιτέλους έναν πολιτισμένο ιθαγενή!

Ντιεγκίτο: Φίλε μου Εστρέλλα, Άν-αστρε, να με συγχωρείς αλλά μπορώ να μείνω μαζί σου λίγα μόνο λεπτά. Μου τηλεφώνησαν απ’ την Εφημερίδα για την υπόθεση σου. Πραγματικά σε συμπαθούν εκεί πέρα. Φυσικά σε συμπαθούν και σε σέβονται παντού. Είμαι στις υπηρεσίες σου τώρα ή οποιαδήποτε στιγμή. Μην με ξεχνάς… Ποιος ξέρει; Νιώθω νοσταλγία για τη δημοσιογραφία… Κάποια μέρα σκοπεύω να δημιουργήσω κάτι… Εδώ και κάποιο καιρό σκαρώνω αυτή την ιδέα για ένα εικονογραφημένο φυλλάδιο, μια ελαφρά επιθεώρηση, χαρούμενη, πνευματώδη… σαν φυσαλίδες σαμπάνιας, εφήμερο σπινθηροβόλημα. Βασίζομαι πάνω σου. Και τώρα αντίο, μαέστρο. Πραγματικά λυπάμαι που αφορμή για τη συνάντηση μας στάθηκε μια τόσο απεχθής κατάσταση.

Μαξ: Είμαι εδώ για να διαμαρτυρηθώ ακριβώς γι’ αυτό. Έχετε στρατολογήσει για αστυνομία τον πιο γλοιώδη βούρκο όλης της Ισπανίας!

Ντιεγκίτο: Υπάρχει κάτι απ’ όλα παντού, μαέστρο.

Μαξ: Δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε. Θέλω να με ακούσει ο Υπουργός αυτοπροσώπως, και επί τι ευκαιρία να τον ευχαριστήσω προσωπικά για την απελευθέρωση μου.

Ντιεγκίτο: Η Εξοχότητα του, ο Υπουργός, δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτό.

Μαξ: Θα το μάθει από μένα.

Ντιεγκίτο: Η Εξοχότητα του, ο Υπουργός, δουλεύει σκληρά αυτή τη στιγμή. Θα πάω όμως και θα τον δω.

Μαξ: Κι εγώ θα έρθω μαζί σου.

Ντιεγκίτο: Αδύνατο!

Μαξ: Θα κάνω σκηνή!

Ντιεγκίτο: Είσαι τρελός!

Μαξ: Ναι, τρελός με το να με αγνοούν και να με σνομπάρουν. Ο Υπουργός είναι φίλος μου, ένας φίλος από τις ηρωικές εποχές. Θέλω να τον ακούσω να λέει ότι δεν με ξέρει! Πάκο! Πάκο!

Ντιεγκίτο: Θα σε αναγγείλω.

Μαξ: Μπορώ να το κάνω μόνος μου. Πάκο! Είμαι ένα φάντασμα από το παρελθόν!

(Η Εξοχότητα του ανοίγει την πόρτα του γραφείου και κοιτά έξω με τα μανίκια του πουκαμίσου του σηκωμένα, το φερμουάρ του παντελονιού του κατεβασμένο, τα γιλέκο του λυτό και τα ματογυάλια του να κρέμονται από την άκρη ενός κορδονιού, σαν δυο βλακώδης βολβούς ματιών που χορεύουν πάνω στη μπάκα του.)

Υπουργός: Τι είναι όλος αυτός ο σαματάς, Ντιεγκίτο;

Ντιεγκίτο: Εξοχότατε, δεν μπορούσα να τον σταματήσω.

Υπουργός:  Και ποιος είναι αυτός ο άντρας;

Μαξ: Ένας φίλος από τα επικά χρόνια. Δεν με αναγνωρίζεις καν, Πάκο. Η ζωή με άλλαξε τόσο πολύ! Ώστε δεν μ’ αναγνωρίζεις! Είμαι ο Μάξιμο Εστρέλλα!

Υπουργός: Μα φυσικά! Φυσικά! Φυσικά! Φυσικά! Όμως… είσαι τυφλός;

Μαξ: Τυφλός σαν τον Όμηρο και σαν τον Βελισάριο.

Υπουργός: Τυφλός από ατύχημα υποθέτω…

Μαξ: Σίγουρα και ανεπανόρθωτα. Είναι το δώρο της Αφροδίτης.

Υπουργός: Για το Θεό! Και γιατί δεν σκέφτηκες να έρθεις να με δεις νωρίτερα; Σπάνια βλέπω και την υπογραφή σου στις εφημερίδες πια.

Μαξ: Υπάρχω, ένας άντρας ξεχασμένος! Εσύ ήσουν πιο διορατικός, να εγκαταλείψεις την τέχνη και να μας κάνεις ευτυχισμένους κυβερνώντας. Πάκο, δεν βγάζεις αρκετά ούτε για να φας απ’ τη λογοτεχνία. Η τέχνη σφύζει από λαμπερά χρώματα, κουρελαρία και πείνα!

Υπουργός: Οπωσδήποτε η τέχνη δεν κερδίζει την αναγνώριση που της αξίζει. Αλλά είναι ακόμα κι έτσι εμπορεύσιμο αγαθό. Φίλε Μαξ, πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου. Άσε μου ένα σημείωμα στον φίλο μου εδώ και πες μου τι χρειάζεσαι… Ήρθες λίγο αργά.

Μαξ: Ήρθα με τους δικούς μου ρυθμούς. Δεν είμαι εδώ για να ικετέψω. Ήρθα για να απαιτήσω ικανοποίηση και τιμωρία. Είμαι τυφλός, είναι αλήθεια. Με αποκαλούν ποιητή, κερδίζω το ψωμί μου συνθέτοντας ποίηση και ζω μέσα στην αθλιότητα. Ίσως νομίζεις ότι είμαι αλκοολικός. Ευτυχώς! Αν δεν ήμουν μπεκρής θα είχα τινάξει τα μυαλά μου εδώ και πολύ καιρό. Πάκο, οι πληρωμένοι φονιάδες σου δεν έχουν το δικαίωμα να με χαστουκίζουν και να φτύνουν στα μούτρα μου και ήρθα να απαιτήσω την παραδειγματική τιμωρία του άθλιου όχλου σου και κάποια ικανοποίηση για την προσβολή στο πρόσωπο της Θείας Δίκης!

Υπουργός: Φίλε μου Μαξ, δεν ξέρω τι είν’ αυτά που μου λες. Τι συνέβη Ντιεγκίτο;

Ντιεγκίτο: Λοιπόν, υπήρξαν ένα σωρό έκτροπα στους δρόμους, και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η συνάθροιση μεγάλων ομάδων και ο μαέστρο μας από ‘δω ήταν κάπως ταραγμένος…

Μαξ: Με συνέλαβαν χωρίς κανένα λόγο και με βασάνισαν σαν στην Ιερά Εξέταση της Ισπανίας. Να τα σημάδια στους καρπούς μου.

Υπουργός: Τι λέει η αναφορά της αστυνομίας, Ντιεγκίτο;

Ντιεγκίτο: Ειλικρινά, τίποτα παραπάνω απ’ όσα συνόψισα τώρα δα για την Εξοχότητα σας.

Μαξ: Αυτό είναι ψέμα! Με συνέλαβε αυθαίρετα κάποιος λεγεωνάριος τον οποίο ρώτησα, άδολα πιστεύω, αν γνώριζε τις τέσσερις ελληνικές διαλέκτους.

Υπουργός: Ας αφήσουμε την πλάκα κατά μέρος, η ερώτηση σου μοιάζει αυθαίρετη σε μένα Μαξ. Να περιμένεις τέτοια κλασσική ευρυμάθεια από έναν αστυνομικό;

Μαξ: Ήταν υποδιοικητής.

Υπουργός: Δε με νοιάζει ακόμα κι αν ήταν Στρατηγός! Δεν είσαι καθόλου άμεπτος Μαξ! Είσαι πάντα ο ίδιος παλιός χωρατατζής. Τα χρόνια μοιάζουν να σε προσπερνούν! Αχ, πώς ζηλεύω όμως την ανεξάντλητη αίσθηση του χιούμορ σου.

Μαξ: Για μένα είναι αιώνιο σκοτάδι. Είμαι τυφλός εδώ κι ένα χρόνο. Εγώ υπαγορεύω, η γυναίκα μου γράφει αλλά δεν γίνεται δουλειά έτσι.

Υπουργός: Η γυναίκα σου, δεν είναι Γαλλίδα;

Μαξ: Ένας άγγελος απ’ τους ουρανούς που συλλαβίζει τη γλώσσα μας με την ορθογραφία της κολάσεως. Πρέπει να της υπαγορεύσω γράμμα-γράμμα. Χάνω συνέχεια τον ειρμό μου. Είναι μαρτύριο! Αν υπήρχε ψωμί στο σπίτι μου, ανάθεμα με αν θα ήταν τόσο επώδυνη η τυφλότητα μου. Για την ακρίβεια, ένας τυφλός άνδρας ξέρει περισσότερα για τους τρόπους του κόσμου, γιατί τα μάτια είναι μοναχά αισιόδοξοι απατεώνες. Αντίο Πάκο! Ήθελα απλά να ξέρεις ότι δεν ήρθα να ζητήσω χάρες. Ο Μαξ Εστρέλλα δεν είναι ακόμα ένας ενοχλητικός φουκαράς.

Υπουργός: Περίμενε, Μάξιμο, μην φεύγεις. Αφού ήρθες, ας μιλήσουμε λίγο. Ανασταίνεις μια ολόκληρη εποχή, ίσως την καλύτερη της ζωής μου. Πόσο μακριά μοιάζουν όλα! Μελετούσαμε μαζί. Έμενες στην Οδό της Μνήμης. Είχες μια αδερφή. Ήμουν ερωτευμένος με την αδερφή σου! Έγραφα στίχους για ‘κείνη!

Μαξ: Οδός της Μνήμης,

Της Ελένης το παραθύρι,

Εικόνα μαύρης κόμης,

Και σε είδα εκεί,

Οδός της Μνήμης,

Καντάδα στο δρόμο,

Σκάλα για το φεγγάρι,

Και ανέβηκα σε σένα.

Υπουργός: Τι μνήμη που έχεις! Μένω έκπληκτος! Τι απόγινε η αδερφή σου;

Μαξ: Μπήκε σε μοναστήρι.

Υπουργός: Και ο αδερφός σου ο Άλεξ;

Μαξ: Πέθανε!

Υπουργός: Και οι άλλοι; Ήσασταν μεγάλο σόι!

Μαξ: Νομίζω είναι όλοι νεκροί!

Υπουργός: Δεν έχεις αλλάξει στο ελάχιστο! Μαξ, δεν θέλω να πληγώσω την περηφάνια σου, αλλά όσο βρίσκομαι σ’ αυτή τη θέση θα μπορούσα να κανονίσω κάποιου είδους σύνταξη.

Μαξ: Ευχαριστώ!

Υπουργός: Το δέχεσαι λοιπόν;

Μαξ: Δεν έχω άλλη λύση.

Υπουργός: Γράψε ένα υπόμνημα Ντιεγκίτο. Που μένεις, Μαξ;

Μαξ: Ετοιμάσου για πολύ γράψιμο νεαρέ. Μπαγασάκου 23α, Εσωτερικό Κλιμακοστάσιο, Δεύτερη Σοφίτα. Σημείωση: Αν μέσα στον λαβύρινθο χρειάζεστε ένα νήμα να σας οδηγήσει, μην ρωτήσετε τη θυρωρό, δαγκώνει.

Υπουργός: Πόσο ζηλεύω το χιούμορ σου!

Μαξ: Ο κόσμος είναι δικός μου, όλα μου χαμογελούν, είμαι οπωσδήποτε ένας άντρας χωρίς έγνοιες.

Υπουργός: Πραγματικά σε ζηλεύω!

Μαξ: Πάκο, μην είσαι μαλάκας.

Υπουργός: Μαξ, κάθε μήνα θα σου παραδίδουν τα χρήματα στο σπίτι σου. Και τώρα αντίο! Αγκάλιασε με!

Μαξ: Ορίστε, σφίξε μου το χέρι και μη γίνεσαι τόσο συναισθηματικός.

Υπουργός: Αντίο, Διάνοια και Αναρχία!

Μαξ: Να ξέρεις ότι ήρθα για να αξιώσω ικανοποίηση για την αξιοπρέπεια μου και τιμωρία γι’ αυτό το συρφετό. Να ξέρεις ότι δεν πέτυχα σε καμιά από τις επιδιώξεις μου, και πως μου δίνεις λεφτά, και πως τα αποδέχομαι γιατί κι εγώ ο ίδιος είμαι μέρος του συρφετού. Δεν επιτρέπεται ν’ αφήσω αυτό τον κόσμο χωρίς τουλάχιστον μια φορά να έχω πιάσει πάτο. Πράγματι μου αξίζει το αγκάλιασμα της Εξοχότητας σου!

(Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ με τα χέρια του ανοιχτά σε σταυρό, το κεφάλι του σηκωμένο, τα μάτια του καρφωμένα επίμονα, τραγικά στην τυφλή τους γαλήνη, κινείται μπροστά σαν φάντασμα. Η Εξοχότητα του, ο κοιλαράς, παραφορτωμένος, παχύσαρκος, ανταποκρίνεται με την ξαφνική χειρονομία ενός μεγάλου ηθοποιού αξιώσεων στο παλιό καλό Γαλλικό μελόδραμα. Οι δυό τους αγκαλιάζονται. Όταν χωρίζονται, ένα δάκρυ τρεμοπαίζει στα ματόκλαδα της Εξοχότητας του. Σφίγγει το χέρι του γέρου μποέμ και του δίνει διακριτικά μερικές επιταγές.)

Υπουργός: Αντίο! Αντίο! Να ξέρεις ότι δεν θα ξεχάσω αυτή τη μέρα.

Μαξ: Αντίο, Πάκο! Σε ευχαριστώ εκ μέρους δυο αξιοθρήνητων γυναικών!

(Η Εξοχότητα του πατά ένα κουμπί. Ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ έρχεται νυσταγμένος. Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ, πασπατεύοντας με το μπαστούνι του, πάει κατευθείαν σε μια άκρη του δωματίου, κοντά σε ένα μπαλκόνι.)

Υπουργός: Φερνάντεζ, συνόδεψε τον κύριο και βάλ’ τον σ’ ένα ταξί.

Μαξ: Ο σκύλος μου πρέπει να με περιμένει στην είσοδο.

Κλητήρας: Αυτός που σας περιμένει είναι ένας παλιός φίλος στον προθάλαμο.

Μαξ: Ο Δον Λατίνο ντε Ισπάλις: Ο σκύλος μου.

(Ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ παίρνει τον γέρο μποέμ από το μανίκι. Με αργό βηματισμό τον οδηγεί έξω απ’ το γραφείο και λοξά κρυφοκοιτάζει την χειρονομία της Εξοχότητας του. Αυτή την καταπονημένη χειρονομία ενός μεγάλου ηθοποιού αξιώσεων που παίζει τον πατέρα στη μεγάλη σκηνή της αναγνώρισης.)

Υπουργός: Αγαπητέ μου Ντιεγκίτο, έχεις εδώ έναν άντρα που υστερεί μόνο σε δύναμη θέλησης! Είχε τα πάντα: διαγωγή, ευφράδεια, πνεύμα. Η καθημερινή του ομιλία αστραποβολούσε με λαμπερά χρώματα, σαν τις φλεγόμενες σπίθες από το καμινέτο ενός οξυγονοκολλητή.

Ντιεγκίτο: Θεσπέσια εικόνα!

Υπουργός: Δεν χωρά αμφιβολία. Άξιζε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο της γενιάς μου.

Ντιεγκίτο: Δείτε όμως τον τώρα, βαθιά μέσα στο βούρκο, να ζέχνει οινόπνευμα και να χαιρετά κάθε γαλλίδα τσατσά με τ’ όνομα της.

Υπουργός: Είκοσι χρόνια! Μια ολόκληρη ζωή! Και εκεί που δεν το περιμένεις εμφανίζεται αυτό το μποέμικο φάντασμα! Σώθηκα απ’ την καταστροφή εγκαταλείποντας την ευχαρίστηση του να γράφω ποίηση. Ντιεγκίτο, δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτή τη ζωή, γιατί δεν γεννήθηκες ποιητής.

Ντιεγκίτο: Χτύπα ξύλο!

Υπουργός: Αχ, Ντιεγκίτο, ποτέ δεν θα καταλάβεις τι σημαίνει να είσαι μέρος της Μποέμικης Αλητείας! Γεννήθηκες γραφειοκράτης, δεν είσαι αποστάτης του κόσμου των ονείρων. Αλλά εγώ είμαι!

Ντιεγκίτο: Και το μετανιώνετε τώρα, Δον Φρανσίσκο;

Υπουργός: Ναι, πιστεύω ότι το μετανιώνω.

Ντιεγκίτο: Γιατί θα ήθελε η Εξοχότης του, ο Υπουργός Εσωτερικών, να ανταλλάξει τη θέση του με τον κακορίζικο ποιητή Μαξ;

Υπουργός: Κοιτάχτε τον πτυχιούχο νομικής, Δον Ντιέγκο ντελ Κορράλ, που ήδη παρελαύνει με τη δικαστική τήβεννο. Εντιμότατε, σας παρακαλώ να διακόψετε την ανάκριση για ένα λεπτό, και να σκεφτείτε ένα τρόπο για να δικαιολογήσουμε τις πεσέτες που θα δώσουμε στον ποιητή μας, Μαξ Εστρέλλα.

Ντιεγκίτο: Θα τις πάρουμε απ’ τα μυστικά κονδύλια της Αστυνομίας.

Υπουργός: Ειρωνεία!

(Η Εξοχότητα του βυθίζεται σε μια πολυθρόνα μπροστά από το τζάκι ρίχνει ένα τρεμάμενο φως στο χαλί. Ανάβει ένα πούρο και ζητά την Εφημερίδα. Φορά τα γυαλιά του, ρίχνει μια βιαστική ματιά στη φυλλάδα, την βάζει πάνω στο κεφάλι του και το ρίχνει στον ύπνο.)

Σκηνή Ένατη

(Ένα café. Ο χώρος του δωματίου αυξάνεται από τους γύρω θαμπούς καθρέπτες. Μαρμάρινα τραπέζια. Κόκκινα τραπέζια. Κόκκινοι καναπέδες. Στο πίσω μέρος το μπαρ, και πίσω του, από το στήθος και πάνω φαίνεται ένας μικρόσωμος γέρος άνδρας που στέκεται πάνω από την ετερόκλητη διάταξη των μπουκαλιών. Είναι ένα café με πιάνο και βιολί. Η σκιά της μουσικής αιωρείται ανάμεσα στους καπνούς και το κοκκινωπό τρεμούλιασμα της ηλεκτρικής λάμπας. Στους πολλαπλασιαστικούς καθρέπτες βρίσκονται κολλημένες φτηνές μελοδραματικές ιστορίες. Στο βάθος, με μια παράδοξη γεωμετρία, το café πάει λοξά. Ο αισθησιακός χτύπος της μουσική, το φως στα βάθη των καθρεπτών, η άχλη του καπνού που διακόπτεται από το τρέμουλο που ρίχνουν οι βολταϊκές λάμπες, αναμειγνύουν την διαφορετικότητα τους σε μια και μοναδική εικόνα. Μπαίνει ο ΑΝ-ΑΣΤΡΟΣ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ, ξένοι, αλλά μεταμορφώνονται μέσα σ’ αυτό τον τριπλό ρυθμό.)

Μαξ: Που πάμε;

Δον Λατίνο: Είμαστε στο café Κολόμπους.

Μαξ: Δες αν είναι εδώ ο Ρουμπέν. Συνήθως κάθεται μπροστά απ’ τους μουσικούς.

Δον Λατίνο: Εκεί είναι, σαν βρεμένη γάτα.

Μαξ: Ας πάμε σ’ αυτόν Λατίνο. Όταν πεθάνω, τα σκήπτρα της ποίησης θα περάσουν σ’ αυτό τον αράπη.

Δον Λατίνο: Μην μου ζητήσεις να γίνω εκτελεστής της διαθήκης σου.

Μαξ: Είναι σπουδαίος ποιητής!

Δον Λατίνο: Δεν τον καταλαβαίνω!

Μαξ: Δεν σου αξίζει να είσαι ούτε ο μπαρμπέρης του Μαρά!

(Ανάμεσα στις καρέκλες και τα μαρμάρινα τραπέζια, φτάνουν στη γωνιά όπου σιωπηλός κάθεται ο ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ. Αντιλαμβανόμενος αυτή την εμφάνιση, ο ποιητής νιώθει την πίκρα της ζωής και, με την εγωιστική χειρονομία ενός θυμωμένου παιδιού, κλείνει τα μάτια και καταπίνει μια γουλιά από το ποτήρι με το αψέντι. Τελικά, η μάσκα του ειδώλου ζωντανεύει με ένα χαμόγελο βαρύ απ’ το ποτό. Ο τυφλός άνδρας σταματάει μπροστά απ’ το τραπέζι του και σηκώνει το χέρι του, μια μεγαλοπρεπής χειρονομία, ανάλογη ενός αγάλματος του Καίσαρα.)

Μαξ: Χαίρε, αδερφέ, αν και νεότερος στα χρόνια, μεγαλύτερος στην αξία.

Ρουμπέν: Έκτακτα! Πόσος καιρός πάει από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, Μαξ! Τι κάνεις;

Μαξ: Τίποτα!

Ρουμπέν: Έκτακτα! Δεν έρχεσαι ποτέ από ‘δω;

Μαξ: Το café είναι πολύ ακριβή πολυτέλεια, καθώς ο θάνατος με πλησιάζει, αφιερώνω τον εαυτό μου στην ταβέρνα.

Ρουμπέν: Μαξ, ας αγαπήσουμε τη ζωή, κι όσο μπορούμε, ας ξεχάσουμε την Μαύρη Δέσποινα.

Μαξ: Γιατί;

Ρουμπέν: Ας μη μιλάμε γι’ Αυτήν!

Μαξ: Εσύ Την φοβάσαι, κι εγώ ερωτοτροπώ μαζί Της! Ρουμπέν, θα μεταφέρω ό,τι μήνυμα θέλεις να μου δώσεις για την άλλη όχθη της Στύγας. Ήρθα να σφίξω το χέρι σου για τελευταία φορά, καθοδηγημένος από την ένδοξη καμήλα μου, τον Δον Λατίνο ντε Ισπάλις. Έναν άντρα που απεχθάνεται την ποίηση σου λες και είναι Ακαδημαϊκός!

Δον Λατίνο: Αγαπητέ Μαξ, μην υπερβάλλεις.

Ρουμπέν: Κύριε, είστε ο Δον Λατίνο ντε Ισπάλις;

Δον Λατίνο: Γνωριζόμαστε χρόνια μαέστρο! Πόσος καιρός πέρασε! Ήμασταν μαζί δημοσιογράφοι στην Ισπανο-Αμερικανική Σάλπιγγα.

Ρουμπέν: Δεν έχω καλή μνήμη Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Ήμουν οικονομικός συντάκτης. Στο Παρίσι είχαμε φιλικές σχέσεις Ρουμπέν.

Ρουμπέν: Το είχα ξεχάσει.

Μαξ: Μα δεν έχεις πάει ποτέ στο Παρίσι!

Δον Λατίνο: Αγαπητέ Μαξ, σου το λέω για άλλη μια φορά, μην υπερβάλλεις. Κάθισε κάτω και προσκάλεσε μας σε δείπνο. Ρουμπέν, σήμερα αυτός ο σπουδαίος ποιητής, ο φίλος μας, ονομάζεται Ολόλαμπρο Αστέρι!

Ρουμπέν: Έκτακτα! Μαξ, πρέπει να δραπετεύσουμε απ’ την Αλητεία.

Δον Λατίνο: Κοίτα τον, κοκκίνισε! Έχει ένα μάτσο παράδες, παρμένους απ’ το τομάρι των φορολογούμενων.

Μαξ: Αυτό τ’ απόγευμα έβαλα ενέχυρο το παλτό μου και απόψε σας προσκαλώ σε δείπνο. Δείπνο με ξανθή σαμπάνια, Ρουμπέν!

Ρουμπέν: Έκτακτα! Σαν τον Άγιο Μαρτίνο της Τουρ, μοιράζεσαι το μανδύα σου μαζί μου, μεταμορφωμένο σε δείπνο. Έκτακτα!

Δον Λατίνο: Σερβιτόρε, το μενού! Μου φαίνεται κάπως υπερβολικό να παραγγείλουμε γαλλικά κρασιά. Κύριοι, πρέπει κανείς να σκέφτεται και το αύριο.

Μαξ: Ας μην το σκεφτούμε.

Δον Λατίνο: Θα υποστήριζα την άποψη σου, αν μαζί με τον καφέ, το ποτό και το τσιγάρο παίρναμε και δηλητήριο.

Μαξ: Άθλιοι αστοί!

Δον Λατίνο: Αγαπητέ μου Μαξ, ας κάνουμε μια συμφωνία. Θα πιω μετριοπαθώς, μια μικρή μπύρα, κι εσύ θα μου παραδώσεις σε ζεστό χρήμα ό,τι θα σου είχε αλλιώς στοιχίσει η απληστία μου.

Ρουμπέν: Μην ξεχνάς τους καλούς σου τρόπους, Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Ο ταπεινός σας υπηρέτης δεν είναι ποιητής. Κερδίζω το ψωμί μου με πιο επίπονη εργασία απ’ το να γράφω ποίηση.

Ρουμπέν: Είμαι κι εγώ μαθητής της επουράνιας λογιστικής.

Δον Λατίνο: Σ’ αυτή την περίπτωση να με συγχωρείς! Γιατί πράγματι, κύριε, ακόμη κι αν βλέπω τον εαυτό μου περιορισμένο στη θλιβερή εσχατιά του να πραγματεύομαι απλός την εξόφληση χρεολυσίων, είμαι ένας ειδήμων την Γνώσης και της Μαγείας.

Ρουμπέν: Το ίδιο κι εγώ!

Δον Λατίνο: Αναθυμούμαι τώρα ότι είχες αποκτήσει κάποιες γνώσεις σ’ αυτόν τον τομέα.

Ρουμπέν: Έχω αντιληφθεί ότι τα Στοιχεία είναι Συνειδήσεις.

Δον Λατίνο: Αναμφιβόλως! Αναμφιβόλως! Αναμφιβόλως! Συνείδηση, Θέληση και Δύναμη!

Ρουμπέν: Θάλασσα και Γη, Φωτιά και Άνεμος, θεία τέρατα. Πιθανότατα είναι θεία γιατί είναι Αιώνια.

Μαξ: Μόνο το Τίποτα είναι Αιώνιο.

Δον Λατίνο: Και ο καρπός του Τίποτα: τα τέσσερα Στοιχεία συμβολίζονται στα τέσσερα Ευαγγέλια. Η Δημιουργία, που πλειοψηφεί, έχει την αρχή της στην Τετραδικότητα. Αλλά από την Τριαδική-Ενότητα πηγάζουν οι Αριθμοί. Γι’ αυτό οι Αριθμοί είναι Ιεροί.

Μαξ: Πάψε Πυθαγόρα! Όλα αυτά είναι πράγματα που έμαθες τα βράδια που κοιμόσουν με τη γρια Μαντάμ Μπλαβάτσκι.

Δον Λατίνο: Μαξ, αυτά τα αστεία είναι ανυπόφορα! Είσαι ένας άθρησκος οπαδός του Βολτέρου μέχρι το μεδούλι! Η Μαντάμ Μπλαβάτσκι ήταν μια καταπληκτική γυναίκα και δεν έχεις δικαίωμα να βεβηλώνεις την μνήμη της με χυδαία ευφυολογήματα. Μπορεί να στείλει την τιμωρία σου με κάποιο πονηρό δαιμόνιο από το κάρμα της. Και δεν θα ήταν η πρώτη φορά που συμβαίνει!

Ρουμπέν: Ακατανόητα τα θαύματα! Ευτυχώς, εμείς ούτε τα βλέπουμε ούτε τα καταλαβαίνουμε. Χωρίς αυτή την άγνοια, η ζωή θα ήταν μόνο φόβος για τα μελλούμενα.

Μαξ: Είσαι πιστός, Ρουμπέν;

Ρουμπέν: Πιστεύω!

Μαξ: Στον Θεό;

Ρουμπέν: Και στον Χριστό!

Μαξ: Και στις φλόγες της κολάσεως;

Ρουμπέν: Και ακόμα περισσότερο στην αρμονία του Παραδείσου!

Μαξ: Ρουμπέν, είσαι σκέτη απάτη.

Ρουμπέν: Ίσως αφελής.

Μαξ: Δεν μπλοφάρεις;

Ρουμπέν: Όχι!

Μαξ: Για μένα δεν υπάρχει τίποτα μετά τον επιθανάτιο ρόγχο. Αν υπάρχει κάτι θα επιστρέψω και θα σου πω.

Ρουμπέν: Ήσυχα, Μαξ, ας μην διαρρήξουμε τις σφραγίδες της ανθρώπινης φύσης μας.

Μαξ: Ρουμπέν, να θυμάσαι αυτό το δείπνο. Και τώρα ας αναμείξουμε το κρασί με τα ρόδα των στίχων σου. Ακούμε.

(Ο ΡΟΥΜΠΕΝ ανακτά την αυτοκυριαρχία του με ένα ρίγος, οι κινήσεις του αυτές ενός ειδώλου, ξυπνά στη μνήμη τρόμους και μυστήρια. Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ, κάπως εμφατικά απλώνει το χέρι του σε εκείνον. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ γεμίζει τα ποτήρια τους. Ο ΡΟΥΜΠΕΝ αναδύεται από την περισυλλογή του με την τεράστια και αχανή θλίψη που είναι σκαλισμένη στα είδωλα των Αζδέκων.)

Ρουμπέν: Για να δούμε, αν μπορώ να θυμηθώ το «Προσκύνημα στην Κομποστέλλα»… Αυτό είναι το τελευταίο μου ποίημα.

Μαξ: Το έχεις δημοσιεύσει; Αν έχει δημοσιευτεί θα μου το έχουν διαβάσει, αλλά από το στόμα σου θα ακουστεί καινούριο.

Ρουμπέν: Είναι πιθανό να μην το θυμάμαι.

(Ένας νεαρός άντρας, που γράφει στο διπλανό τραπέζι, και προφανώς μεταφράζει, αφού έχει μπροστά στα μάτια του ένα ανοιχτό βιβλίο και μια στοίβα χαρτιά, στρέφεται ντροπαλά προς τον ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ.)

Νεαρός: Μαέστρο, για όποιο σημείο δεν θυμάσαι, μπορώ να σε βοηθήσω εγώ.

Ρουμπέν: Έκτακτα!

Μαξ: Που δημοσιεύτηκε;

Νεαρός: Το διάβασα σε χειρόγραφο. Επρόκειτο να δημοσιευθεί σε ένα περιοδικό που πέθανε πριν καλά-καλά γεννηθεί.

Μαξ: Μήπως ήταν το περιοδικό του Πάκο Βιλλεσπέσα;

Νεαρός: Ήμουν γραμματέας του.

Δον Λατίνο: Καλό πόστο.

Μαξ: Δεν έχεις να ζηλέψεις τίποτα, Λατίνο.

Νεαρός: Θυμάσαι, μαέστρο;

(Ο ΡΟΥΜΠΕΝ συγκατανεύει με μια ιερατική χειρονομία, και αφού βρέχει τα χείλια του στο ποτήρι του, απαγγέλλει με αργό ρυθμό, σαν κοιμισμένος, και δίνει έμφαση στην προσπάθεια του να ξεχωρίσει τα –ς από τα –τ.)

Ρουμπέν: Ο δρόμος έφτανε στο τέλος του,

και στην σκοτεινή γωνία του μεντεσέ μιας πόρτας,

μοιραζόμαστε ένα μπαγιάτικο καρβέλι

με τον Μαρκήσιο του Μπράντομιν.

Νεαρός: Αυτό είναι το τέλος μαέστρο.

Ρουμπέν: Είναι η αφορμή να πιούμε για τον αστρικό μας φίλο.

Μαξ: Εκείνος εξέλειπε απ’ αυτό τον κόσμο.

Ρουμπέν: Προετοιμάζει το θάνατο στο χωριό του, και το αποχαιρετιστήριο γράμμα του έγινε η αφορμή γι’ αυτούς τους στίχους. Ας πιούμε στην υγειά ενός εξαίσιου αμαρτωλού!

Μαξ: Ας πιούμε!

(Σηκώνει το ποτήρι του, και ενώ γεύεται το άρωμα του αψέντι, αναστενάζει και ατενίζει τον μακρινό ουρανό των Παρισίων. Το πιάνο και το βιολί ξεκινούν το κύριο μουσικό μέρος μιας οπερέτας και η πελατεία του café κρατά το τέμπο χτυπώντας τα ποτήρια τους με τα κουτάλια. Αφού πίνουν, οι φωνές των τριών εξόριστων ακούγονται να μιλούν στα Γαλλικά. Αναπολούν και προβάλουν τα φώτα της θείας και θνητής γιορτής. Παρίσι! Καμπαρέ! Ονειροφαντασία! Με τον ρυθμό των λέξεων και τα στραβά του πόδια, παρελαύνει ο ΠΑΠΑ ΒΕΡΛΕΝ.)

Σκηνή Δέκατη

(Ένα μονοπάτι ανάμεσα σε παρτέρια λουλουδιών σε ένα πάρκο. Ο ουρανός καθαρός κι απόμακρος. Το φεγγάρι σεληνιασμένο. Περιπολίες του ιππικού. Ένα αυτοκίνητο περνάει ήσυχα και φωτεινά. Ρακένδυτες νεαρές γυναίκες, και δύσμορφες γριές, μπογιατισμένες σαν μάσκες έχουν βγει παγανιά, γυρεύοντας πελάτες στις λαθραίες σκιές των φυλλωμάτων. Κάποιες κοιμισμένες μορφές είναι σκορπισμένες εδώ κι εκεί στα παγκάκια του πάρκου. Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ περπατούν στις σκιές του δρόμου. Το ανοιξιάτικο άρωμα από τις πασχαλιές εισβάλει στην υγρασία της νύχτας.)

Παλιόγρια: Έι, μελαχρινέ κούκλε! Πσστ! Κούκλε! Θέλεις να έρθεις λιγάκι εδώ;

Δον Λατίνο: Όταν βάλεις μερικά δόντια.

Παλιόγρια: Σου περισσεύει τουλάχιστον κανένα τσιγάρο;

Δον Λατίνο: Θα σου δώσω καλύτερα τον Αγγελιαφόρο, μπας και μορφωθείς. Έχει ένα γράμμα του Μαρά μέσα.

Παλιόγρια: Να του μπει ένα παλούκι!

Δον Λατίνο: Ο Ιουδαϊκός Νόμος δεν το επιτρέπει.

Παλιόγρια: Μα τι χαριτωμένος! Κάτσε ένα λεπτό, θα φωνάξω μια φίλη. Ομορφονιά! Ομορφονιά!

(Έρχεται η ΟΜΟΡΦΟΝΙΑ, μια νεαρή πόρνη ντυμένη με κουρέλια, άσπρους κοθόρνους, μπροστέλα, και παλιό σάλι. Σταματά στη σκιά του μικρού κήπου και γελά ξεδιάντροπα.)

Ομορφονιά: Μπα, μπα, τι κομψά παγώνια! Θα με σώσετε απ’ τους δρόμους απόψε.

Παλιόγρια: Θα επιπλώσουν το σπίτι μας.

Ομορφονιά: Λίγα ψιλά σε μένα, μια πεσέτα για το κρεβάτι κι έγινε η δουλειά.

Παλιόγρια: Καρμίρηδες, ούτε μια τζούρα.

Μαξ: Ορίστε, πάρε ένα πούρο.

Παλιόγρια: Πειραχτήρι!

Ομορφονιά: Τσάκωσ’ το, ηλίθια!

Παλιόγρια: Εντάξει, θα το βουτήξω! Έχει πάνω και χρυσή ταινία!

Ομορφονιά: Θα μου δώσεις μια τζούρα, δεν θα μου δώσεις;

Παλιόγρια: Θα το φυλάξω αυτό.

Ομορφονιά: Για τον Βασιλιά της Πορτογαλίας.

Παλιόγρια: Κουτή! Για τον Επιθεωρητή Υγείας.

Ομορφονιά: Κι εσείς, αστεροπαρμένοι, έχετε όρεξη για κάτι επικίνδυνο;

(Διακριτικά και μυστικά, οι δυο πόρνες έχουν ξετυλιχτεί από τις σκιές του μονοπατιού. Η ΠΑΛΙΟΓΡΙΑ στέκεται δίπλα στον ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ και η ΟΜΟΡΦΟΝΙΑ στο πλάι του ΑΝ-ΑΣΤΡΟΥ.)

Ομορφονιά: Βλέπεις τι καθαρό που είναι το μεσοφόρι μου;

Μαξ: Είμαι τυφλός.

Ομορφονιά: Πρέπει να βλέπεις κάτι!

Μαξ: Τίποτα.

Ομορφονιά: Πιάσε με. Είμαι πολύ σφιχτή.

Μαξ: Σαν μάρμαρο.

(Η νεαρή πόρνη, με έκφυλο γέλιο, παίρνει το χέρι του ποιητή, το γλιστρά απ’ τους ώμους της και το πιέζει δυνατά στο στήθος της. Η ΠΑΛΙΟΓΡΙΑ δείχνει τα ξεδοντιασμένα ούλα της κάτω απ’ το ασβεστωμένο πρόσωπο της και με πανουργία δελεάζει τον ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ.)

Παλιόγρια: Κούκλε, έλα μαζί μου. Ο φίλος σου τα βολεύει μια χαρά με την Ομορφονιά. Μην είσαι ντροπαλός! Έλα μαζί μου. Άμα έρθει κανένας μπάτσος θα τον ξεφορτωθούμε μ’ αυτό το πούρο Αβάνας!

(Τον παίρνει μαζί της χαμογελώντας, άσπρη σαν στοιχειωμένη, ψιθυρίζοντας. Χάνονται ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Μια γκροτέσκα παρωδία του «Κήπου της Αρμίδας». Ο ΜΑΞ ΑΝ-ΑΣΤΡΟΣ και η άλλη πόρνη μένουν απομονωμένοι στην άκρη της δημοσιάς.)

Ομορφονιά: Πιάσε το στήθος μου… έλα… μην είσαι ντροπιάρης… εσύ είσαι ποιητής!

Μαξ: Πώς το ξέρεις;

Ομορφονιά: Από την περούκα του Ναζωραίου. Κάνω λάθος;

Μαξ: Όχι, δεν κάνεις λάθος.

Ομορφονιά: Αν έμπαινα στον κόπο να σου πω τα όσα έχω ζήσει θα είχες μια πρώτης τάξεως ιστορία. Πες μου: Πώς με βρίσκεις;

Μαξ: Μια νύμφη!

Ομορφονιά: Έχεις πολύ μορφωμένο λεξιλόγιο! Ο φίλος σου έχει ήδη γνωριστεί με την Κουτσομπόλα. Έλα. Δώσε μου το χέρι σου. Ας βρούμε ένα πιο σκοτεινό μέρος. Να δεις πώς θα σου σηκωθεί.

Μαξ: Πήγαινέ με σ’ ένα παγκάκι να περιμένω αυτό το Ισπαλικό γουρούνι.

Ομορφονιά: Δεν σε πιάνω.

Μαξ: Ισπάλις, είναι η Σεβίλλη.

Ομορφονιά: Ίσως σαν γύφτικο κουσέλι. Είμαι από την φτηνή πλευρά της πόλης.

Μαξ: Πόσο χρονών είσαι;

Ομορφονιά: Δεν ξέρω πόσο χρονών είμαι.

Μαξ: Και αυτή είναι πάντα η πιάτσα σου;

Ομορφονιά: Τις περισσότερες φορές.

Μαξ: Τουλάχιστον κερδίζεις το ψωμί σου τίμια.

Ομορφονιά: Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σκληρά δουλεύω. Και προσέχω πολύ τι κάνω. Η Κουτσομπόλα ήθελε να με πάρει στο σπίτι της. Πολύ σικ μπορντέλο! Αρνήθηκα να πάω… Δεν μου πάει η ξάπλα… πάντα κρατάω το καλύτερο κομμάτι για εκείνον που ξέρει να μου γλυκομιλήσει. Γιατί δεν προσπαθείς;

Μαξ: Δεν έχω χρόνο.

Ομορφονιά: Προσπάθησε, απλά να δεις τι μπορείς να κάνεις. Σου λέω ότι μου αρέσεις όλο και περισσότερο.

Μαξ: Κι εγώ σου λέω ότι είμαι ένας άφραγκος ποιητής.

Ομορφονιά: Μήπως από τύχη είσαι ο τύπος που έγραψε το τραγούδι για τον ταυρομάχο Χοσελίτο;

Μαξ: Εγώ είμαι!

Ομορφονιά: Αλήθεια;

Μαξ: Αλήθεια.

Ομορφονιά: Πες το…

Μαξ: Δεν το θυμάμαι.

Ομορφονιά: Γιατί δεν το έβγαλες εσύ απ’ το καπέλο σου! Πέρα απ’ την πλάκα, τι είναι δικό σου;

Μαξ: Οι στίχοι για τον Εσπαρτέρο

Ομορφονιά: Τους θυμάσαι;

Μαξ: Τους τραγουδώ φλαμένκο.

Ομορφονιά: Πάω στοίχημα ότι δεν μπορείς!

Μαξ: Αν είχα μια κιθάρα!

Ομορφονιά: Την κουμαντάρεις;

Μαξ: Δεν είμαι τυφλός για το τίποτα.

Ομορφονιά: Πραγματικά αρχίζεις να μ’ αρέσεις!

Μαξ: Δεν έχω λεφτά.

Ομορφονιά: Πλήρωσε μόνο για το κρεβάτι, κι αυτό είναι. Αν μείνεις ικανοποιημένος μαζί μου, και θέλεις να με κεράσεις έναν καφέ με λουκουμάδες, δε θα σου αρνηθώ.

(Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ, με την χαρακτηριστική κίνηση ενός τυφλού άνδρα κινεί το χέρι του γύρω απ’ το στρογγυλό της πρόσωπο, το λαιμό και τους ώμους της. Η μικρή πόρνη γελά με μια ανεμελιά γαργαλιστικής ηδυπάθειας. Βγάζει ένα τσιγγάνικο χτένι από τον κότσο της, και όσο χτενίζει τα μαλλιά της το γέλιο της λαχανιάζει μέχρι που μαραζώνει τελείως.)

Ομορφονιά: Θέλεις να ξέρεις πόσο χρονών είμαι; Είμαι πολύ μαυριδερή και πολύ άσχημη!

Μαξ: Δεν φαίνεται να είσαι. Πρέπει να είσαι δεκαπέντε χρονών.

Ομορφονιά: Αυτή ακριβώς είναι η ηλικία μου. Πάνε τρία μόλις χρόνια απ’ όταν με επισκέφτηκε ο αρχάγγελος. Σταμάτα να το σκέφτεσαι και πάμε. Υπάρχει ένα πολύ αξιοπρεπές σπίτι εδώ δίπλα.

Μαξ: Και θα κρατήσεις το λόγο σου;

Ομορφονιά: Ποιόν απ’ όλους; Να σου δώσω το καλύτερο κομμάτι; Δεν δείχνεις αρκετά φλαμέγκο για μένα. Αλλά τι χέρια που έχεις. Σταμάτα να αγγίζεις το πρόσωπο μου. Άγγιξε το σώμα μου.

Μαξ: Είναι τα μαλλιά σου μαύρα;

Ομορφονιά: Είναι!

Μαξ: Μυρίζεις άνθη πορτοκαλιάς.

Ομορφονιά: Γιατί τα πουλούσα.

Μαξ: Τι χρώμα μάτια έχεις;

Ομορφονιά: Μπορείς να μαντέψεις;

Μαξ: Πράσινα;

Ομορφονιά: Σαν της Παστόρα Ιμπέριο, της χορεύτριας. Κάθε σπιθαμή μου είναι τσιγγάνικη.

(Η κεχριμπαρένια καύτρα ενός τσιγάρου και ο ασθματικός βήχας του ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ εμφανίζεται απ’ το σκοτάδι. Ο τριποδισμός από την έφιππη φρουρά αντηχεί ευκρινώς στην άσφαλτο. Τα φώτα ενός αυτοκινήτου, το φανάρι ενός νυχτοφύλακα. Οι μεντεσέδες μιας σιδερένιας πύλης. Μια λαθραία σκιά. Το ασπρισμένο πρόσωπο μιας άλλης, περιπατητικής γριάς πόρνης. Διάφορες σκιερές μορφές.)

Σκηνή Ενδέκατη

(Ένας δρόμος στην Αυστριακή συνοικία της Μαδρίτης. Οι τοίχοι του κήπου ενός γυναικείου μοναστηριού. Η κατοικία ενός αριστοκράτη. Τα φώτα μιας ταβέρνας. Στο πεζοδρόμιο μια ομάδα τεθλιμμένων γυναικών της περιοχής. Μια γυναίκα με το στήθος της γυμνό και την φωνή της βραχνιασμένη, κρατά στα χέρια της ένα νεκρό παιδί, στον κρόταφο του ανοιγμένη μια τρύπα από σφαίρα. Ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ και ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ σταματούν απότομα.)

Μαξ: Κι εδώ πατάμε σε σπασμένα γυαλιά.

Δον Λατίνο: Πρέπει να έγινε μεγάλη συμπλοκή.

Μαξ: Αποβράσματα! Όλοι τους! … Εμείς οι ποιητές πιο πολύ απ’ όλους.

Δον Λατίνο: Ζει κανείς και με θαύματα!

Μητέρα: Πούστηδες, δειλοί! Μακάρι η φωτιά της κόλασης να καίει τα μαύρα τα σωθικά σας! Πούστηδες, δειλοί!

Μαξ: Τι συμβαίνει Λατίνο; Ποιος κλαίει; Ποιος φωνάζει με τέτοιο λυσσαλέο πάθος;

Δον Λατίνο: Μια μανάβισσα που κρατάει ένα νεκρό παιδί στα χέρια της.

Μαξ: Αυτή η τραγική φωνή με συγκλόνισε.

Μητέρα: Πληρωμένοι δολοφόνοι! Δολοφόνοι παιδιών!

Ενεχυροδανειστής: Είναι λίγο ταραγμένη και δεν ξέρει τι λέει.

Αστυφύλακας: Οι αρχές τα λαμβάνουν όλα υπόψην.

Ταβερνιάρης: Αυτά είναι ατυχή επακόλουθα στην προσπάθεια να αποκατασταθεί ο νόμος και η τάξη.

Ενεχυροδανειστής: Αυτοί οι καταραμένοι, αναρχικοί ληστοσυμμορίτες κατέστρεψαν τη βιτρίνα μου.

Πορτιέρισσα: Πώς και δεν κατέβασες τα ρολά γρηγορότερα;

Ενεχυροδανειστής: Δεν ήμουν εκεί όταν άρχισε η συμπλοκή. Υποθέτω, θα συμφωνήσουν να πληρώσουν για τις ζημιές σε προσωπική ιδιοκτησία.

Ταβερνιάρης: Άνθρωποι που λεηλατούν δημόσια ιδρύματα, που υπάρχουν για να εξυπηρετούν τον κόσμο, είναι άνθρωποι χωρίς πατριωτικά αισθήματα.

Μητέρα: Σφαγείς του μονάκριβου σπλάχνου μου.

Οικοδόμος: Ο λαός είναι πεινασμένος.

Ενεχυροδανειστής: Και πολύ υπερόπτης.

Μητέρα: Πούστηδες, δειλοί!

Γριά: Φρόνημα Ρομουάλντα!

Μητέρα: Ας με σκοτώσουν όπως σκότωσαν το μικρό μου μαγιάτικο ρόδο!

Κουρελιάρα: Αθώο σαν αρνί! Πρέπει να το συνυπολογίσουμε!

Ταβερνιάρης: Υποθέτω, τώρα θα ισχυριστείτε ότι δεν σήμανε συναγερμός.

Συνταξιούχος: Εγώ ο ίδιος άκουσα τις σειρήνες.

Μητέρα: Ψέματα!

Συνταξιούχος: Ο λόγος μου είναι ιερός!

Ενεχυροδανειστής: Η θλίψη σε τρέλανε τελείως, Ρομουάλντα.

Μητέρα: Δολοφόνοι! Σας κοιτάω και βλέπω το δήμιο!

Συνταξιούχος: Η αρχή της Εξουσίας είναι αμείλικτη.

Οικοδόμος: Ενάντια στους φτωχούς. Σκοτωνόμαστε για να προστατέψουμε τους μεγαλεμπόρους που μας ρουφάνε το αίμα.

Ταβερνιάρης: Και που συμβαίνει να πληρώνουν τους φόρους τους. Να ληφθεί κι αυτό υπόψην.

Ενεχυροδανειστής: Οι τίμιοι έμποροι δεν ρουφάνε το αίμα κανενός.

Πορτιέρισσα: Προφανώς δεν έχουμε λόγο να παραπονιόμαστε!

Οικοδόμος: Η ζωή ενός εργάτη δεν είναι τίποτα για την κυβέρνηση.

Μαξ: Λατίνο, πάρε με απ’ αυτό τον κύκλο του Διαβόλου.

(Ακούγεται κροτάλισμα από σφαίρες. Η ομάδα μετακινείται επιφυλακτικά, μπερδεμένη και φοβισμένη. Οι βραχνές φωνές της μητέρας γίνονται δυνατότερες, καθώς, ακούγοντας τους πυροβολισμούς, σφίγγει το νεκρό παιδί της στο στήθος της.)

Μητέρα: Ελάτε μαύροι στρατιώτες, σκοτώστε κι εμένα με τις μολυβένιες σφαίρες σας.

Μαξ: Αυτή η φωνή με σκίζει σαν μαχαίρι.

Μητέρα: Πόσο παγωμένο είσαι, λουλούδι μου.

Μαξ: Ποτέ δεν άκουσα φωνή με τόση τραγική μανία.

Δον Λατίνο: Πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι καλή παράσταση.

Μαξ: Ανόητε!

(Κατεβαίνοντας το πεζοδρόμιο, συνοδευόμενος από τον τριποδισμό των ξύλινων παπουτσιών, εμφανίζεται το φανάρι του νυχτοφύλακα, το μπαστούνι και η μυτερή του κουκούλα.)

Ενεχυροδανειστής: Τί έγινε νυχτοφύλακα;

Νυχτοφύλακας: Ένας φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει. Ένας Καταλάνος ήταν.

Μαξ: Λατίνο, δεν μπορώ πια ούτε να ουρλιάξω… βράζω από οργή! Μασάω τα νύχια μου. Αυτός ο νεκρός άνδρας ήξερε την μοίρα του… Ούτε ο θάνατος δεν τον τρόμαζε, αλλά φοβόταν το μαρτύριο… Σ’ αυτούς τους διαλυμένους καιρούς, ο «Μαύρος Θρύλος» είναι η μόνη ιστορία στην Ισπανία. Η ζωή μας είναι η κόλαση του Δάντη. Πεθαίνω πεινασμένος αλλά ευχαριστημένος που δεν κατέθεσα κανένα ανάθημα σ’ αυτό το τραγικό τσίρκο. Άκουσες τα σχόλια αυτών των ανθρώπων εδώ πέρα, παλιομαλάκα; Είσαι ακριβώς σαν αυτούς. Χειρότερος απ΄ αυτούς, γιατί δεν έχεις μια δεκάρα κι όμως δημοσιεύεις και πουλάς στη γύρα άθλια λογοτεχνία με δόσεις. Λατίνο, άθλιε θεληματάρη της ανιαρής περιπέτειας, πάρε με στο Βιαντούκτο. Σε προσκαλώ να αναγεννηθείς με μια θεαματική κατάδυση.

Δον Λατίνο: Μην εξάπτεσαι, Μαξ!

Σκηνή Δωδέκατη

(Γωνιά ενός απότομου, επικλινούς δρόμου με μια μπαρόκ εκκλησία για φόντο. Καθαρό φεγγάρι πάνω από τους σκοτεινούς λόφους. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ και ο ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ φιλοσοφούν, καθισμένοι στα σκαλιά μιας εξώθυρας. Κατά την διάρκεια της συζήτησης τους, ο ουρανός γίνεται πιο φωτεινός. Στην κορυφή της εκκλησίας, μερικά πουλιά κελαηδούν. Μακρινές λάμψεις της αυγής. Οι νυχτοφύλακες έχουν ήδη φύγει, αλλά οι πόρτες είναι ακόμα κλειστές. Οι πορτιέρηδες αρχίζουν να ξυπνούν.

Μαξ: Η αυγή πρέπει να προβάλει.

Δον Λατίνο: Μόλις που αρχίζει να χαράζει.

Μαξ: Και πόσο κρύο κάνει!

Δον Λατίνο: Ας περπατήσουμε λίγο.

Μαξ: Δεν μπορώ να σηκωθώ, είμαι στ’ αλήθεια μουδιασμένος.

Δον Λατίνο: Αυτά παθαίνεις για να βάζεις το πανωφόρι σου ενέχυρο!

Μαξ: Δάνεισε μου το παλτό σου, Λατίνο.

Δον Λατίνο: Μαξ, είσαι απίστευτα αλλόκοτος.

Μαξ: Βοήθησε με να σταθώ στα πόδια μου.

Δον Λατίνο: Όπα-λα, κάλπικε αντιδραστικέ!

Μαξ: Δεν μπορώ να λυγίσω τα πόδια μου.

Δον Λατίνο: Πόσο καλά προσποιείσαι.

Μαξ: Ηλίθιε!

Δον Λατίνο: Ομολογώ ότι το πρόσωπο σου έχει μάλλον παράξενη όψη.

Μαξ: Δον Λατίνο ντε Ισπάλις, γκροτέσκα φιγούρα, θα σε κάνω αθάνατο σ’ ένα μυθιστόρημα.

Δον Λατίνο: Σε μια τραγωδία, Μαξ.

Μαξ: Η τραγωδία μας δεν είναι πια τραγωδία.

Δον Λατίνο: Αλλά πρέπει να είναι κάτι.

Μαξ: Εσπερπέντο.

Δον Λατίνο: Μην στραβώνεις το στόμα σου, Μαξ.

Μαξ: Κρυώνω μέχρι θανάτου!

Δον Λατίνο: Έλα, σήκω. Ας περπατήσουμε.

Μαξ: Δεν μπορώ, σου λέω.

Δον Λατίνο: Σταμάτα αυτή τη φάρσα. Ας πάμε μια βόλτα.

Μαξ: Ζέστανε με, με την ανάσα σου. Που πήγες, Λατίνο;

Δον Λατίνο: Είμαι δίπλα σου.

Μαξ: Απ’ όταν μεταμορφώθηκες σε Βόδι δεν μπορώ να σε αναγνωρίσω. Ζέστανέ με Ένδοξο Βόδι από το στάβλο της Βηθλεέμ. Μούγκρισε, Λατίνο! Είσαι βόδι με κουδούνια, κι αν μουγκρίσεις δυνατά, θα εμφανιστεί ο Μεγάλος Ιερός Ταύρος. Θα παίξουμε μαζί του ταυρομαχίες.

Δον Λατίνο: Έχεις αρχίσει να με τρομάζεις. Σταμάτα αυτό τ’ αστείο.

Μαξ: Οι αβάντ-γκαρντ είναι αλήτες. Ο Γκόγια εφηύρε το Γκροτέσκο. Οι κλασσικοί ήρωες έχουν πάει βόλτα στην αλέα της Γάτας.

Δον Λατίνο: Είσαι τελείως ανόητος.

Μαξ: Κλασσικοί ήρωες που αντανακλώνται σε κοίλους καθρέφτες, δημιουργούν το Γκροτέσκο. Η τραγική γεύση της Ισπανικής ζωής μπορεί να αναδειχθεί μόνο μέσα από μια αισθητική που είναι συστηματικά παραμορφωμένη.

Δον Λατίνο: Σκατά! Τώρα θα κολλήσεις κι εσύ αυτή την αρρώστια!

Μαξ: Η Ισπανία είναι μια γκροτέσκα παραμόρφωση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δον Λατίνο: Ίσως! Εγώ κρατιέμαι έξω απ’ αυτά!

Μαξ: Σε έναν κοίλο καθρέφτη, ακόμα και οι πιο ωραίες εικόνες είναι παράδοξες.

Δον Λατίνο: Συμφωνώ. Αλλά εμένα μ’ αρέσει να κοιτάω τον εαυτό μου στους καθρέφτες στην αλέα της Γάτας.

Μαξ: Η παραμόρφωση παύει να είναι παραμόρφωση όταν υποτάσσεται στα τέλεια μαθηματικά. Η παρούσα μου αισθητική προσέγγιση είναι να μετασχηματίσω όλες τις κλασσικές νόρμες με τα μαθηματικά ενός κοίλου καθρέφτη.

Δον Λατίνο: Και που θα βρεις αυτό τον καθρέφτη;

Μαξ: Στον πάτο του ποτηριού.

Δον Λατίνο: Είσαι σαΐνι! Σου βγάζω το καπέλο!

Μαξ: Λατίνο, ας παραμορφώσουμε το στυλ στον ίδιο καθρέφτη που διαστρεβλώνει τα πρόσωπα μας και διαστρέφει ολόκληρη την μίζερη ζωή στην Ισπανία.

Δον Λατίνο: Πρέπει να εγκατασταθούμε στην αλέα της Γάτας.

Μαξ: Πάμε να δούμε τι παλάτι μπορούμε να νοικιάσουμε. Έλα, στήριξε με στον τοίχο. Τίναξε με.

Δον Λατίνο: Μην στραβώνεις το στόμα σου.

Μαξ: Είναι νευρικός σπασμός. Δεν καταλαβαίνω καν ότι το κάνω.

Δον Λατίνο: Είναι άσχημο τ’ αστείο που ‘χεις σκαρώσει.

Μαξ: Δάνεισε μου το παλτό σου.

Δον Λατίνο: Και κοίτα πώς έμεινα να ξυλιάζω μέσα στο κρύο.

Μαξ: Δεν νιώθω πια τα χέρια μου και τ’ ακροδάκτυλα μου πονάνε. Είμαι πολύ άρρωστος.

Δον Λατίνο: Προσπαθείς απλά να με κοροϊδέψεις για να πάρεις το παλτό μου.  

Μαξ: Ηλίθιε, πήγαινε με στην πόρτα του σπιτιού μου και άσε με να πεθάνω στην ησυχία μου.

Δον Λατίνο: Ξέρεις καλά ότι οι άνθρωποι δεν ξυπνούν νωρίς σ’ αυτά τα μέρη.

Μαξ: Φώναξε.

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ, γυρνώντας την πλάτη του στον ΜΑΞ αρχίζει να κλωτσάει και να κοπανάει την πόρτα. Ο θόρυβος από τα χτυπήματα αντηχεί στον τρομακτικό περίβολο του απότομου, επικλινούς δρόμου, και σαν απάντηση σε κάποιου είδους πρόκληση, το ρολόι της εκκλησία χτυπά πέντε φορές κάτω απ’ τον ανεμοδείκτη.)

Μαξ: Λατίνο!

Δον Λατίνο: Τι καπρίτσιο πάλι; Σταμάτα να κάνεις γκριμάτσες.

Μαξ: Αν ήταν η Κολλέτ ξύπνια! Βοήθησε με να σταθώ στα πόδια μου για να την φωνάξω.

Δον Λατίνο: Η φωνή σου δεν πρόκειται να φτάσει εκεί πάνω, στον έβδομο ουρανό που ζεις.  

Μαξ: Κολλέτ! Έπληξα αφόρητα!

Δον Λατίνο: Μην ξεχνάς τον καλό σου φίλο στο πλευρό σου.

Μαξ: Λατίνο, νομίζω ότι ξαναβρίσκω το φως μου. Αλλά πως ήρθαμε εμείς σ’ αυτή την κηδεία; Τέτοια αποθέωση ταιριάζει μόνο στο Παρίσι! Α, κατάλαβα, είμαστε στην κηδεία του Βίκτορος Ουγκώ! Άκου Λατίνο… αλλά, πως έγινε να πρωτοστατούμε εμείς σ’ αυτό το νταραβέρι;

Δον Λατίνο: Διώξε τις παραισθήσεις, Μαξ.

Μαξ: Γιατί, είναι απίστευτο πόσο καλά βλέπω.

Δον Λατίνο: Ξέρεις ότι δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπεις αυτό το όραμα

Μαξ: Ποιόν θάβουμε, Λατίνο;

Δον Λατίνο: Είναι ένα μυστικό που πρέπει να κρατήσουμε μεταξύ μας.

Μαξ: Πόσο λαμπερά αστράφτει ο ήλιος στη νεκροφόρα!

Δον Λατίνο: Μαξ, αν αυτά που φλυαρείς δεν ήταν ένα μεγάλο αστείο, θα είχαν θεοσοφιστική σημασία… Σε μια κηδεία όπου πρωτοστατώ, πρέπει να είμαι ο νεκρός. Αλλά όλα αυτά τα στεφάνια με κάνουν να υποψιάζομαι ότι ο νεκρός είσαι εσύ.

Μαξ: Θα σου κάνω την τιμή. Απλά για να σε ηρεμίσω λίγο απ’ τον τρόμο που σου έδωσε το προμήνυμα μου, ορίστε κείτομαι εδώ εις αναμονή. Πραγματικά, εγώ είμαι ο νεκρός. Και τι θα γράψουν τα καθάρματα στις εφημερίδες αύριο; Αυτό αναρωτιόταν ο Καταλάνος παρίας.

(Ο ΜΑΞΙΜΟ ΕΣΤΡΕΛΛΑ πλαγιάζει στο κατώφλι της πόρτας. Ένα αδέσποτο σκυλί τρέχοντας σε ζικ-ζακ διασχίζει τον επικλινή δρόμο. Σταματώντας ακριβώς στη μέση, σηκώνει το πίσω πόδι του και κατουράει. Τα ομιχλώδη μάτια του, σαν κάποιου ποιητή, υψώνονται στο τελευταίο αστέρι του ουρανού.)

Μαξ: Λατίνο, τραγούδα το Dies Irae.

Δον Λατίνο: Αν συνεχίσεις μ’ αυτό το μακάβριο αστείο, έφυγα.

Μαξ: Εγώ είμαι αυτός που φεύγει για πάντα.

Δον Λατίνο: Σήκω πάνω, Μαξ. Πάμε.

Μαξ: Είμαι νεκρός.

Δον Λατίνο: Αρχίζεις να με τρομάζεις! Μαξ, ας προχωρήσουμε. Σήκω και μην στραβώνεις το στόμα σου, γαμώτο! Μαξ, Μαξ! Καταραμένο ερείπιο! Απάντησε μου!

Μαξ: Οι πεθαμένοι δεν μιλούν.

Δον Λατίνο: Σε παρατάω για τα καλά.

Μαξ: Καληνύχτα.

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ, χουχουλιάζει τα ξυλιασμένα δάχτυλα του και κάνει μερικά βήματα, ισιώνοντας την πλάτη του, κάτω απ’ την κουρελιασμένη ζακέτα του, που είναι πιτσιλισμένη με λεκέδες από ξεραμένη λάσπη. Με ένα κατσούφικο βήξιμο, επιστρέφει στο πλευρό του ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ. Προσπαθεί να τον ανασηκώσει λίγο, μιλώντας στ’ αυτί του όλη την ώρα.)

Δον Λατίνο: Μαξ, είσαι νεκρός απ’ το μεθύσι και θα ήταν έγκλημα ν’ αφήσω αυτό το πορτοφόλι πάνω σου και να δώσω σε κάποιον στην ευκαιρία να σε ληστέψει. Μαξ, θα κρατήσω το πορτοφόλι σου μέχρι αύριο.

(Τελικά πίσω από την πόρτα ακούγεται η απότομη φωνή μιας γειτόνισσας. Ο ήχος απ’ τα βήματα της αντιλαλεί στον διάδρομο. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ χάνεται σ’ ένα μικρό δρομάκι.)

Φωνή της Γειτόνισσας: Σενιόρα Φλόρα! Σενιόρα Φλόρα! Σε πλάκωσε το πάπλωμα;

Φωνή της Πορτιέρισσας: Ποιος είναι; Περίμενε να πάρω τα σπίρτα.

Γειτόνισσα: Σενιόρα Φλόρα!

Πορτιέρισσα: Έρχομαι, τώρα. Ποιος είναι;

Γειτόνισσα: Τι τεμπέλα που είσαι… ποιος να ‘ναι; Η Κούκα είμαι, πάω για μπουγάδα.

Πορτιέρισσα: Α! Καταραμένα σπίρτα! Είναι κιόλας ώρα;

Γειτόνισσα: Είναι ήδη ώρα και έχει περάσει κιόλας!

(Ακούγονται τα κουρασμένα βήματα μιας γυναίκας με παντόφλες. Τα ακολουθεί ένα μουρμουρητό. Η κλειδαριά τρίζει, και δυο γυναίκες εμφανίζονται, στο βαθούλωμα της πόρτας: η μια, ασπρομάλλα, ζωηρή και κοκαλιάρα σαν κυνηγάρικο σκυλί, με έναν μπόγο ρούχα στηριγμένο στον γοφό της. Η άλλη στρουμπουλή και μεσήλικη, με τριμμένη κόκκινη φούστα, κουρελιασμένο σάλι γύρω απ’ τους ώμους της, ανακατεμένα μαλλιά και παντόφλες. Το σώμα του ποιητή γλιστράει μέσα και παραμένει ακίνητο στο κατώφλι καθώς ανοίγει η πόρτα.)

Γειτόνισσα: Ιησού Χριστέ! Ένας πεθαμένος!

Πορτιέρισσα: Είναι ο Δον Μάξιμο ο ποιητής, κάποιος τον παράτησε εδώ πιωμένο.

Γειτόνισσα: Είναι σαν κερί!

Πορτιέρισσα: Άκου, Κούκα, για όνομα του Θεού, πρόσεχε λίγο εδώ πέρα, ένα λεπτό. Θ’ ανέβω να το πω στη Μαντάμ Κολλέτ.

(Η ΠΟΡΤΙΕΡΙΣΣΑ ανεβαίνει τα σκαλιά του δρόμου με τις παντόφλες της να χτυπάνε. Την ακούει κανείς να καταριέται. Η Κούκα, που έχει μείνει μόνη της, κάπως φοβισμένη, αγγίζει τα χέρια του ποιητή και σκύβει να εξετάσει τα μισάνοιχτα μάτια του, κάτω απ’ το χλωμό του μέτωπο.)

Γειτόνισσα: Θεέ και Κύριε! Αυτό δεν έγινε απ’ το ποτό! Είναι αληθινός θάνατος και ολοφάνερος! Σενιόρα Φλόρα! Σενιόρα Φλόρα! Δεν μπορώ να κάτσω άλλο εδώ. Έχω ήδη χάσει τη μισή μέρα! Ας το φροντίσουν οι αρχές. Και ν’ αφήνουν τέτοια φρίκη σε δημόσια θέα! Σενιόρα Φλόρα! Αυτό είναι ο ίδιος ο Θάνατος!

Σκηνή Δέκατη Τρίτη

(Μια νεκρώσιμος σύναξη σε μια σοφίτα. Η ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ και η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ ξεχτένιστες και ωχρές, θρηνούν για το μακαρίτη που είναι ήδη ξαπλωμένος στο στενό του φέρετρο, σαβανωμένος, ανάμεσα σε τέσσερα κεριά. Σχίζοντας μια σανίδα, η αστραφτερή κορυφή ενός καρφιού σημαδεύει τον άψυχο κρόταφο του νεκρού. Το φέρετρο είναι απ’ έξω καλυμμένο με μαύρο σαν να πενθεί, ενώ οι άγριες, άβαφες σανίδες πευκόξυλου, από μέσα, καλύπτονται από μια άθλια κιτρινωπή ψάθα. Το φέρετρο είναι τοποθετημένο στο πλακόστρωτο πάτωμα, ενώ οι δυο γυναίκες που θρηνούν δέχονται τις αντανακλάσεις των κεριών στα σταυρωμένα χέρια τους. Ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ, ο ΚΛΑΡΙΝΙΤΟ και ο ΠΕΡΕΣ, στηριζόμενοι στον τοίχο, είναι τρεις νεκρικές μαριονέτες, στοιχισμένες η μια μετά την άλλη. Ξαφνικά, ο θρήνος διακόπτεται από τον κελαριστό ήχο του κουδουνιού της πόρτας.)

Ντόριο: Ο εργολάβος κηδειών θα έρθει στις τέσσερις.

Κλαρινίτο: Δεν μπορεί να έφτασε η ώρα κιόλας.

Ντόριο: Μήπως έχεις ένα ρολόι, Μαντάμ Κολλέτ;

Μαντάμ Κολλέτ: Μην τους αφήσετε να μου τον πάρουν ακόμα! Μην τους αφήσετε να τον πεθάνουν!

Περές: Δεν μπορεί να είναι ο νεκροθάφτης.

Ντόριο: Κανείς δεν έχει ρολόι! Δεν χωρά αμφιβολία: Είμαστε μια έξοχη παρέα ευγενών.

(Η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ, με αργό, κουρασμένο βήμα, παραπατώντας λιγάκι, έχει βγει για να ανοίξει την πόρτα. Ακούγεται μια βοή ψιθύρων και ο βήχας του ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ. Ο κλασσικός βήχας από ταμπάκο και μπράντυ.)

Δον Λατίνο: Η Ιδιοφυΐα είναι νεκρή! Μην κλαις, καλό μου παιδί! Πέθανε και δεν πέθανε! …Η Ιδιοφυΐα είναι αθάνατη! …Παρηγόρα τον εαυτό σου Κλαουντινίτα, γιατί έχεις την τύχη να είσαι η κόρη του πρώτου ποιητή της Ισπανίας! Θα έπρεπε να παρηγορείσαι, ξέροντας ότι είσαι η κόρη του Βίκτορος Ουγκώ! Περικλεές ορφανό! Άσε με να σε αγκαλιάσω!

Κλαουντινίτα: Είσαι πιωμένος!

Δον Λατίνο: Έτσι φαίνεται μόνο. Αναμφίβολα μοιάζω πιωμένος. Είναι η οδύνη!

Κλαουντινίτα: Η ανάσα σου βρωμάει μπράντυ!

Δον Λατίνο: Είναι η οδύνη! Το αποτέλεσμα της βαθιάς θλίψης, ένα φαινόμενο επιστημονικά αποδεδειγμένο από τους Γερμανούς.

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ τρεκλίζει προς την πόρτα κουβαλώντας ένα σακίδιο γεμάτο περιοδικά κρεμασμένο απ’ την πλάτη του, και με το μικρό, κολοβό και χωρίς αυτιά σκυλί του ανάμεσα στα κοκαλιάρικα πόδια του. Έχει τα γυαλιά του σηκωμένα στο μέτωπο του και σφουγγίζει τα τσιμπλιάρικα μάτια του με ένα βρώμικο μαντίλι.)

Κλαουντινίτα: Αν του ρίξεις σπίρτο θ’ ανάψει!

Ντόριο: Όλα για την κηδεία. Πάντα σωστός.

Δον Λατίνο: Μαξ, αδερφέ μου, αν και μικρότερος στα χρόνια…

Ντόριο: Μεγαλύτερος σε αξία. Μαντέψαμε ο ένας τον άλλο.

Δον Λατίνο: Ακριβώς. Το είπες, αλητήριε.

Ντόριο: Ο μαέστρο το είπε πριν από σένα.

Δον Λατίνο: Μαντάμ Κολλέτ, είσαι μια περικλεής χήρα και μέσα στον βαθύ σου πόνο πρέπει να νιώθεις περήφανη που υπήρξες η σύντροφος του πρώτου ποιητή της Ισπανίας! Πέθανε φτωχός, όπως οφείλει να πεθάνει μια ιδιοφυΐα! Μαξ, δεν λες πια λέξη στο φτωχό σου σκύλο! Μαξ, αδερφέ μου, αν και μικρότερος στα χρόνια, μεγαλύτερος σε…

Ντόριο: …αξία!

Δον Λατίνο: Μπορούσες τουλάχιστον να με αφήσεις να τελειώσω, βλάκα! Νέοι Μοντερνιστές, ο μαέστρο είναι νεκρός, και απευθύνεστε ο ένας στον άλλο με οικειότητα στον Ισπανο-Αμερικανικό Παρνασσό! Έβαλα ένα στοίχημα μ’ αυτό το κρύο πτώμα για το ποιος από τους δυο μας θα ξεκινούσε πρώτος για το τελευταίο ταξίδι, και κέρδισε το στοίχημα όπως πάντα! Πόσες φορές δεν βάλαμε το ίδιο στοίχημα! Θυμάσαι αδερφέ μου; Πέθανες από πείνα, όπως θα πεθάνω κι εγώ, ακριβώς όπως όλοι εμείς οι άξιοι Ισπανοί θα πεθάνουμε από πείνα. Βρόντηξαν όλες τις πόρτες στα μούτρα σου και εσύ πήρες την εκδίκηση σου πεθαίνοντας της πείνας. Ωραία! Αυτή η ντροπή να πέσει πάνω στα κεφάλια των κερατάδων της Ακαδημίας! Στην Ισπανία το ταλέντο είναι έγκλημα.

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ σκύβει και φιλάει το μέτωπο του νεκρού άνδρα. Στα πόδια της κάσας ανάμεσα στο νευρικό τρεμόπαιγμα των κεριών, το μικρό σκυλί κουνάει την κοντή του ουρά. Η ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ σηκώνει το κεφάλι της με μια οδυνηρή χειρονομία, απευθυνόμενη στις τρεις μαριονέτες που είναι στημένες στη σειρά.)

Μαντάμ Κολλέτ: Για όνομα του Θεού, πάρτε τον στο διάδρομο.

Ντόριο: Πρέπει να του φέρουμε αμμωνία. Έχει στ’ αλήθεια ξεφαντώσει!

Κλαουντινίτα: Ας κοιμηθεί να συνέλθει! Τον σιχαίνομαι.

Δον Λατίνο: Κλαουντινίτα, με κατηγορείς άδικα. Έχεις συγχυστεί απ’ την πολύ θλίψη!

Κλαουντινίτα: Αλήτη! Πάντα ανακατεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν!

Δον Λατίνο: Το ξέρω ότι στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς!

Ντόριο: Ας περπατήσουμε στο διάδρομο, Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Πάμε! Αυτή η σκηνή είναι απλά πολύ οδυνηρή!

Ντόριο: Ας μην την παρατείνουμε λοιπόν.

(Ο ΝΤΟΡΙΟ ΝΤΕ ΚΑΝΤΕΞ σπρώχνει τον ελαφρά μεθυσμένο φίλο, και τον οδηγεί αργά προς την πόρτα. Το μικρό σκυλί πηδά πάνω απ’ το φέρετρο και τους ακολουθεί, ρίχνοντας κάτω ένα από τα κεριά. Στην σειρά με τις κολλημένες στον τοίχο μαριονέτες μένει μια άδεια θέση γεμάτη υπαινιγμούς.)

Δον Λατίνο: Θα σε κεράσω μερικά ποτήρια κοκκινέλι. Τί λες;

Ντόριο: Ξέρεις καλά ότι είμαι καλόβολος άνθρωπος, Δον Λατίνο.

(Εξαφανίζονται στο κοκκινωπό ημίφως του μακρόστενου και θλιμμένου διαδρόμου, με τη γάτα στο πόδι της στάμνας και την πορτοκαλί αντανάκλαση στα πλακάκια. Η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ τους βλέπει να φεύγουν, τα μάτια της καίνε από θυμό. Τότε, υστερικά ξεσπάει σε λυγμούς και δαγκώνει το μαντίλι που στρίβει στα δάχτυλά της.)

Κλαουντινίτα: Με κάνει κι ανατριχιάζω! Δεν αντέχω ούτε να τον κοιτάω. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο δολοφόνος του πατέρα!

Μαντάμ Κολλέτ: Για όνομα του Θεού, παιδί μου, μην λες παλαβομάρες.

Κλαουντινίτα: Ο μόνος δολοφόνος. Τον μισώ!

Μαντάμ Κολλέτ: Το μοιραίο θα ερχόταν. Ήταν αναπόφευκτο και ξέρεις ότι το περιμέναμε… η θλίψη, το να είναι αβοήθητος και τυφλός, αυτό τον σκότωσε… Δεν μπορούσε να δουλέψει, και τώρα αναπαύεται.

Κλαρινίτο: Θα δείτε πως τώρα όλοι θα αναγνωρίσουν το ταλέντο του.

Περές: Δεν ρίχνει πια σκιά.

Μαντάμ Κολλέτ: Χωρίς την επιδοκιμασία από εσάς τους νέους, που κι εσείς αγωνίζεστε μέσα σε τόση δυστυχία, θα ήταν μόνος τις τελευταίες του μέρες στη γη.

Κλαουντινίτα: Πιο μόνος από πριν!

Περές: Ο μαέστρο ήταν επαναστάτης, σαν εμάς.

Μαντάμ Κολλέτ: Μαξ, φτωχέ μου σύντροφε, εσύ μόνος σου σκότωσες τον εαυτό σου. Το έκανες μόνος σου, χωρίς να θυμηθείς αυτές τις δυο φτωχές γυναίκες! Σ’ όλη τη ζωή σου δούλεψες σκληρά για να ξεκάνεις τον εαυτό σου!

Κλαουντινίτα: Ο μπαμπάς ήταν τόσο καλός!

Μαντάμ Κολλέτ: Ήταν κακός μόνο για τον εαυτό του!

(Εμφανίζεται στην πόρτα ένας ψηλός άντρας, επιφυλακτικός, αυστηρός, με τη μακριά, κόκκινη γενειάδα ενός ραβινικού αναρχικού και με τα φθονερά μάτια ενός πεισματάρη βούβαλου. Είναι ένας τρισάθλιος Γερμανός δημοσιογράφος, καταγεγραμμένος στα κατάστιχα της αστυνομίας σαν Ρώσος αναρχικός, και γνωστός με το ψεύτικο όνομα ΜΠΑΖΙΛΙΟ ΣΟΥΛΙΝΑΚΕ.)

Μπαζίλιο: Ειρήνη υμήν!

Μαντάμ Κολλέτ: Συμπάθα μας Μπαζίλιο! Δεν έχουμε ούτε καρέκλα να σου προσφέρουμε!

Μπαζίλιο: Ω! Μην ασχολείστε με το άτομο μου. Με κανένα τρόπο. Δεν θα το δεχόμουν αυτό, Μαντάμ Κολλέτ. Και πρέπει σε παρακαλώ να με συγχωρήσεις αν έφτασα με κάποια καθυστέρηση, όπως το Βαλωνικό Ιππικό, όπως λέτε συνήθως εσείς οι Ισπανοί. Στην ταβέρνα ήταν κάποιοι από μας, Σλάβοι μετανάστες και τρώγαμε, μόλις έμαθα την ανακοίνωση ότι ο αγαπητός μου φίλος Μάξιμο Εστρέλλα πέθανε. Μου έδωσαν την εφημερίδα στο μπαρ του Σαυροφάγου. Ο θάνατος του ήρθε απρόσμενα;

Μαντάμ Κολλέτ: Αιφνίδια κατάρρευση! Δεν πρόσεξε τον εαυτό του!

Μπαζίλιο: Ποιος επιβεβαίωσε τον θάνατο; Οι γιατροί είναι πολύ καλοί στην Ισπανία, τόσο καλοί όσο οι καλύτεροι σε άλλες χώρες. Μολαταύτα, οι Ισπανοί στερούνται μιας διεθνώς αναγνωρισμένης αρχής. Αυτό δε συμβαίνει στη Γερμανία. Σπούδασα ιατρική δέκα χρόνια και δεν είμαι γιατρός. Τώρα η πρώτη μου εντύπωση όταν μπήκα μέσα ήταν ότι υπάρχει εδώ ένας άνδρας κοιμισμένος, καθόλου ένας άνδρας νεκρός. Και γι’ αυτή την πρώτη εντύπωση είμαι πολύ πείσμων, όπως λένε οι Ισπανοί. Μαντάμ Κολλέτ, έχεις μεγάλη ευθύνη. Ο φίλος μου ο Μαξ Εστρέλλα δεν είναι νεκρός! Παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ενδιαφέρουσας περίπτωσης καταληψίας.

(Η ΜΑΝΤΑΜ ΚΟΛΛΕΤ και η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ αγκαλιάζονται με μια δυνατή στριγκλιά, τα μάτια τους ξαφνικά ζωηρά, τα χέρια τους δεμένα και τα σγουρά τους μαλλιά να φτερουγίζουν στο μέτωπο τους. Η ΣΕΝΙΟΡΑ ΦΛΟΡΑ, η πορτιέρισσα, φτάνει λαχανιασμένη. Την αναγγέλλουν τα αγκομαχητά και οι παλιές της παντόφλες.)

Πορτιέρισσα: Ήρθε ο οδηγός της νεκροφόρας! Είστε αρκετοί για να κουβαλήσετε τη σωρό του μακαρίτη; Αν όχι θα ανέβει ο άντρας μου.

Κλαουντινίτα: Ευχαριστούμε, μπορούμε να το κανονίσουμε.

Μπαζίλιο: Αγαπητή μου πορτιέρισσα, παρακαλώ ενημερώστε τον οδηγό της νεκροφόρας η ταφή αναβάλλεται. Κι ας έχει καλόν αέρα. Έτσι δεν το λέτε εσείς οι Ισπανοί;

Μαντάμ Κολλέτ: Πες του να περιμένει! …Μπορεί να κάνεις λάθος Μπαζίλιο.

Πορτιέρισσα: Κάτω είναι πλατιά καπέλα, ακόμα και ρεντιγκότες, και εκτός κι αν κάνω λάθος μια στολισμένη νεκροφόρα! Τι αστείος κόσμος: Θα έλεγε κανείς ότι είναι η κηδεία ενός Βουλευτή! Ποτέ δεν κατάλαβα ότι ο μακαρίτης ήταν τόσο σημαντικός! Μαντάμ Κολλέτ, τι εξήγηση να δώσω στον οδηγό; Γιατί αυτός ο τύπος δεν θα περιμένει! Λέει ότι έχει να κάνει άλλη μια γύρα στην οδό Κάρλος Ρούμπιο.

Μαντάμ Κολλέτ: Θεέ μου, δώσ’ μου φώτιση! Δεν μπορώ να αποφασίσω τι…

Πορτιέρισσα: Τα Τέσσερα Καμίνια! Μόνο σκέψου το γρήγορα, είναι χιλιόμετρα μακριά και το απόγευμα σχεδόν τελείωσε!

Κλαουντινίτα: Ας φύγει! Δεν τον θέλουμε πίσω!

Μαντάμ Κολλέτ: Αν δεν μπορεί να περιμένει… αναμφίβολα δεν μπορούμε…

Πορτιέρισσα: Θα σας κοστίσει διπλά, κι αυτό μόνο για να κρατήσεις το πτώμα στο σπίτι για λίγες ακόμα ώρες! Μαντάμ Κολλέτ, άσ’ τους να τον πάρουν!

Μαντάμ Κολλέτ: Κι αν δεν είναι νεκρός;

Πορτιέρισσα: Να μην είναι νεκρός; Δεν έχετε βγει απ’ το δωμάτιο, γι’ αυτό δεν προσέξατε τη μπόχα εδώ μέσα!

Μπαζίλιο: Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να μου πείτε κυρία, αν σπουδάσατε ιατρική σε κάποιο Πανεπιστήμιο; Αν το έχετε πράξει, θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό και δεν θα μιλήσω άλλο. Αλλά αν όχι, θα μου επιτρέψετε να μην μπω σε αντιδικία μαζί σας, όταν σας λέω ότι δεν είναι νεκρός αλλά μόνο καταληπτικός.

Πορτιέρισσα: Δεν είναι νεκρός; Και νεκρός είναι και βρωμάει!

Μπαζίλιο: Εσείς κυρία, χωρίς να έχετε σπουδάσει σε Πανεπιστήμιο, δεν μπορείτε να με αμφισβητείτε πάνω σε τέτοια θέματα. Η Δημοκρατία δεν αποκλείει την εργατική τάξη, αυτό τουλάχιστον το γνωρίζετε, κυρία θυρωρέ.

Πορτιέρισσα: Κοίτα τι λέει! Λες ότι δεν είναι νεκρός, έτσι; Θα έπρεπε να είσαι σαν αυτόν! Μαντάμ Κολλέτ, έχεις έναν καθρέφτη; Βάλ’ τον μπροστά απ’ το στόμα του και θα δεις ότι δεν αναπνέει!

Μπαζίλιο: Ενίσταμαι. Μια τέτοια απόδειξη δεν είναι επιστημονική! Όπως πάντα λέτε εσείς οι Ισπανοί, είναι ένα «Χαίρομαι που σε βλέπω». Έτσι δεν το θέτετε;

Πορτιέρισσα: Ήρθες εδώ πέρα για να κάνεις συζητήσεις και να αναστατώσεις αυτές τις δυο φτωχές γυναίκες με μια φάρσα! Έχουν ήδη αρκετά να τις ταλαιπωρούν με το πένθος και τα χρέη.

Μπαζίλιο: Μπορείτε να συνεχίσετε να μιλάτε κυρία θυρωρέ. Όπως βλέπετε δεν σας διακόπτω.

(Ο ΟΔΗΓΟΣ της νεκροφόρας εμφανίζεται την κάσας της πόρτας: Μύτη μεθύστακα, παλιό μεταξωτό καπέλο με διακοσμητικό, φθαρμένο πένθιμο κοστούμι, φουσκωτή περούκα και μαύρη περισκελίδα.)

Οδηγός Νεκροφόρας: Είναι ήδη τέσσερις και έχω κι άλλο πελάτη στην οδό Ρούμπιο!

Μπαζίλιο: Μαντάμ Κολλέτ, αναλαμβάνω την ευθύνη, γιατί έχω δει κι έχω μελετήσει περιπτώσεις καταληψίας σε Γερμανικά νοσοκομεία. Ο σύζυγος σου, ο φίλος και σύντροφος μου Μαξ Εστρέλλα, δεν είναι νεκρός!

Πορτιέρισσα: Μπορείς να προσπαθήσεις να μην δημιουργήσεις επεισόδιο, καλέ μου κύριε; Μαντάμ Κολλέτ, που έχεις τον καθρέφτη;

Μπαζίλιο: Είναι ένα αντιεπιστημονικό πείραμα!

Οδηγός Νεκροφόρας: Βάλε ένα αναμμένο σπίρτο στον αντίχειρά του. Αν καεί μέχρι το τέλος, το πτώμα είναι νεκρό σαν τον παππού μου. Και συγχωρέστε με αν είμαι αδιάκριτος!

(Ο ΟΔΗΓΟΣ στηρίζει το καμουτσίκι του στον τοίχο και ανάβει ένα σπίρτο. Σκύβοντας μπροστά απ’ το φέρετρο, ξεσφίγγει τα χέρια του νεκρού και γυρνά μια απ’ της κιτρινωπές του παλάμες. Στα ακροδάχτυλα του βάζει το αναμμένο σπίρτο, που συνεχίζει να καίει και πολύ αργά σβήνει. Η ΚΛΑΟΥΝΤΙΝΙΤΑ αφήνει μια τσιριχτή κραυγή, γυρνάει τα μάτια της και αρχίζει να χτυπάει το κεφάλι της στο πάτωμα.)

Κλαουντινίτα: Ο πατέρας μου! Ο πατέρας μου! Ο αγαπημένος μου πατέρας!

Σκηνή Δέκατη Τέταρτη

(Ένα απομακρυσμένο σημείο του νεκροταφείου της Ανατολικής Μαδρίτης. Το βραδάκι είναι ψυχρό. Ο αέρας τσουχτερός. Το φως του απογεύματος απλώνει μια επιθετική ξεραΐλα στις σειρές με τις ταφόπλακες. Δυο νεκροθάφτες ρίχνουν χώμα μέσα σε έναν τάφο. Σταματούν τη δουλειά για ένα λεπτό. Ανάβουν φωτιά με τα τσακμάκια τους, για το τσιγάρο που κρατάει ο καθένας τους πίσω απ’ τ’ αυτί του. Κάθονται στην άκρη του τάφου και καπνίζουν.)

Πρώτος Νεκροθάφτης: Ο τύπος ήταν άνθρωπος των γραμμάτων.

Δεύτερος Νεκροθάφτης:  Φτωχή κηδεία του κάνανε!

Πρώτος Νεκροθάφτης: Οι εφημερίδες τον γράφουν σαν άνθρωπο μεγάλης αξίας.

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Στην Ισπανία, η αξία ποτέ δεν ανταμείβεται. Αυτό που ανταμείβεται είναι η διαφθορά και η κατεργαριά. Όλα τα κακά ανταμείβονται στην Ισπανία.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Μην τα βάφεις όλα μαύρα!

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Λοιπόν, πάρε για παράδειγμα τον Αλέκτορα, εκεί πέρα!

Πρώτος Νεκροθάφτης: Κι αυτός τι κέρδισε;

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Ζει σαν βασιλιάς κι ας είναι ένα γλοιώδες ερπετό. Κοίτα τον πως το γλεντάει με τη χήρα του Δημοτικού Συμβούλου.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Εννοείς του Δημοτικού Λωποδύτη.

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Συ είπας. Θα πίστευες ποτέ ότι μια γυναίκα με τη δική της θέση θα ερωτοχτυπιόταν ποτέ μ’ έναν τέτοιο τύπο;

Πρώτος Νεκροθάφτης: Στραβωμάρα! Σαν κάθε θηλυκό!

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Έτσι θριαμβεύει η αρετή! Και το ίδιο πάει παντού.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Την ξέρεις την πουλάδα; Είναι στ’ αλήθεια μανούλι;

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Ζουμερό κομμάτι. Όταν περπατάει τα κωλομέρια της λικνίζονται. Πρώτο πράμα!

Πρώτος Νεκροθάφτης: Τι διαολεμένη τύχη που έχει αυτός ο μπαγάσας!

(Από ένα μονοπάτι ανάμεσα στις ταφόπλακες και τους σταυρούς, εμφανίζονται οι σκιές δυο αργοπορημένων ανθρώπων, που περπατούν αργά και συζητούν: Δυο φίλοι απ’ την επικήδεια πομπή του ΜΑΞ ΕΣΤΡΕΛΛΑ. Μιλούν με χαμηλή φωνή και περπατούν σιγά-σιγά, δίνοντας την εντύπωση δυο ψυχών εμποτισμένων με έναν θρησκευτικό σεβασμό για το θάνατο. Η μια απ’ αυτές, ένας αριστοκρατικός ηλικιωμένος με χιονάτη γενειάδα και μια Ισπανική μπέρτα γύρω απ’ τους ώμους του, είναι ο κέλτης ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝΤΟΜΙΝ. Η άλλη είναι ο περισπούδαστος, με τη μορφή Αζδέκου, ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ.)

Ρουμπέν: Είναι τρομακτικής σπουδαιότητας, ότι ύστερα από τόσα χρόνια, εσύ κι εγώ συναντιόμαστε σ’ ένα νεκροταφείο.

Μαρκήσιος: Σε Καθαγιασμένο Έδαφος. Αν το αποκαλέσεις έτσι, αγαπητέ μου Ρουμπέν, η συνάντηση μας αποκτά διαφορετική σπουδαιότητα.

Ρουμπέν: Αυτό είναι αλήθεια. Ούτε νεκροταφείο, ούτε νεκρόπολις. Αυτά είναι ονόματα που δηλώνουν μια θλιβερή και τρομερή παγωνιά –σαν να μελετά κανείς γραμματική. Μαρκήσιε, τί σημαίνει η νεκρόπολις για σένα;

Μαρκήσιος: Ακαδημαϊκή σχολαστικότητα.

Ρουμπέν: Η νεκρόπολις είναι για μένα το τέλος όλων, εννοώ το ανεπανόρθωτο και φρικιαστικό… να χάνεσαι χωρίς ελπίδα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Καθαγιασμένο Έδαφος; Το Καθαγιασμένο Έδαφος κρατάει ένα φως.

Μαρκήσιος: Έχει έναν χρυσό τρούλο. Και κάτω απ’ αυτόν, καλέ μου Ρουμπέν, αντηχεί ευλαβικά η έκτακτη και τρομερή σάλπιγγα.

Ρουμπέν: Μαρκήσιε, ο θάνατος θα μπορούσε να είναι κι αξιέραστος αν δεν υπήρχε ο φόβος για το άγνωστο. Εγώ θα ήμουν πανευτυχής πριν τρεις χιλιάδες χρόνια στην Αθήνα.

Μαρκήσιος: Δεν θα άλλαζα το Χριστιανικό μου βάπτισμα για το μειδίαμα ενός Έλληνα κυνικού. Περιμένω να περάσω στην αιωνιότητα για τις αμαρτίες μου.

Ρουμπέν: Έκτακτα!

Μαρκήσιος: Ίσως η ζωή στην Ελλάδα να ήταν πιο γαλήνια απ’ την δική μας…

Ρουμπέν: Αυτοί ήταν οι μόνοι άνθρωποι που γνώριζαν πώς να εξαγνίσουν τη ζωή.

Μαρκήσιος: Εμείς εξαγνίζουμε το θάνατο. Η ζωή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στιγμή. Ο θάνατος είναι η μόνη αλήθεια. Και απ’ όλους τους θανάτους προτιμώ τον Χριστιανικό θάνατο.

Ρουμπέν: Έκτακτη φιλοσοφία από έναν Ισπανό ευγενή! Έκτακτα!

(Σταματούν να μιλούν και περπατούν σιωπηλά. ΟΙ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ έχουν τελειώσει με το γέμισμα του λάκκου και πίνουν λαίμαργα, εκ περιτροπής, από το ίδιο φλασκί. Απέναντι από τη σειρά με τις λευκές ταφόπλακες προβάλουν οι μαύρες σιλουέτες τους.  Ο ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ και ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝΤΟΜΙΝ σταματούν μπροστά από τον σκοτεινό λόφο του φρεσκοσκαμμένου τάφου.)

Ρουμπέν: Μαρκήσιε, πώς έγινε να είσαι φίλος με τον Μάξιμο Εστρέλλα;

Μαρκήσιος: Ο Μαξ ήταν ο γιος ενός Καρλίστα λοχαγού, που πέθανε πολεμώντας στο πλευρό μου, στον πόλεμο. Γιατί, εκείνος σου είχε πει κάτι διαφορετικό;

Ρουμπέν: Μου είπε ότι οι δυο σας είχατε πολεμήσει σε μια επανάσταση, πέρα στο Μεξικό.

Μαρκήσιος: Τι φαντασία! Ο Μαξ γεννήθηκε τριάντα χρόνια μετά το ταξίδι μου στο Μεξικό. Ξέρεις σε τι ηλικία έχω φτάσει; Λιγάκι ακόμα και θα κουβαλάω έναν ολόκληρο αιώνα στην πλάτη μου. Για φαντάσου, αγαπητέ μου ποιητή, σε λίγο θα λογοδοτήσω στον Κύριο.

Ρουμπέν: Είσαι ανέσπερος, Μαρκήσιε;

Μαρκήσιος: Πολύ φοβάμαι πως ναι… αλλά υπομονή!

(Οι μαύρες σκιές από τους ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ –τα γυαλιστερά τους φτυαριά στους ώμους τους- πλησιάζουν μέσα από ένα μονοπάτι από τάφους. Συνεχίζουν να πλησιάζουν.)

Μαρκήσιος: Λες να είναι φιλόσοφοι, όπως αυτοί στον τάφο της Οφηλίας;

Ρουμπέν: Μαρκήσιε, έχεις ποτέ γνωρίσει μια Οφηλία;

Μαρκήσιος: Στην «εποχή του παγωνιού» όλες οι κόρες είναι Οφηλίες. Αυτό το πλάσμα ήταν μάλλον μια «πουλάδα», αγαπητέ μου Ρουμπέν. Και ο πρίγκιπας, όπως όλοι οι πρίγκιπες, ένας βλάκας.

Ρουμπέν: Δεν σου αρέσει ο θεϊκός Γουίλιαμ;

Μαρκήσιος: Στην περίοδο της λογοτεχνικής μου επιπολαιότητας, διάλεξα τον Γουίλιαμ για δάσκαλο μου. Είναι έξοχος. Με έναν άτολμο φιλόσοφο και έναν ανόητο κορίτσι με όλη την αφέλεια του, κατάφερε να δημιουργήσει την πιο όμορφη τραγωδία. Στο Ισπανικό μας θέατρο, αγαπητέ μου Ρουμπέν, ο Άμλετ και η Οφηλία θα γίνονταν δυο εξαιρετικά διασκεδαστικοί χαρακτήρες: ένας άτολμος νέος και ένα ανόητο κορίτσι! Σκέψου τι θα είχαν κάνει μαζί τους οι θεσπέσιοι Αδερφοί Κουίντερο!

Ρουμπέν: Όλοι έχουμε κάτι απ’ τον Άμλετ μέσα μας.

Μαρκήσιος: Ίσως εσύ, που ακόμα κορτάρεις γυναίκες. Όσο για μένα, φορτωμένος με τα χρόνια μου, βρίσκομαι πιο κοντά στο να είμαι το κρανίο του Γιόρικ.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Αν ψάχνετε την έξοδο, κύριοι, απλά ακολουθήστε μας. Το μέρος κλείνει.

Μαρκήσιος: Ρουμπέν, πως θα σου φαινόταν να μέναμε μέσα;

Ρουμπέν: Φρικαλέο!

Μαρκήσιος: Τότε, ας ακολουθήσουμε αυτούς τους δυο.

Ρουμπέν: Μαρκήσιε, θα θέλατε να έρθουμε πάλι εδώ αύριο για ν’ αφήσουμε έναν εσταυρωμένο στο μνήμα του φίλου μας;

Μαρκήσιος: Αύριο! Μέχρι αύριο κι εσύ κι εγώ θα έχουμε ξεχάσει αυτή τη χριστιανική πρόθεση.

Ρουμπέν: Πιθανόν!

(Σιωπηλά και αργοπορώντας κάπως, ακολουθούν πίσω από τους ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ που, στρίβοντας στη γωνία της γραμμής των τάφων σταματούν για να τους περιμένουν.)

Μαρκήσιος: Τα χρόνια μου δεν μου επιτρέπουν να περπατήσω γρηγορότερα.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Δεν χρειάζεται ν’ απολογείστε, κύριε.

Μαρκήσιος: Θέλω λίγα ακόμα χρόνια για να συμπληρώσω έναν αιώνα.

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Πρέπει στ’ αλήθεια να έχετε δει τη μια κηδεία μετά την άλλη!

Μαρκήσιος: Εκτός κι αν είσαι σ’ αυτή τη δουλειά πολύ καιρό, πιθανώς περισσότερες από σένα. Και, πες μου, πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι αυτή την εποχή;

Πρώτος Νεκροθάφτης: Δεν παραπονιόμαστε. Και νέοι και γέροι.

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Η πτώση του φύλλου φέρνει τη σοδειά του φθινοπώρου.

Μαρκήσιος: Σας πληρώνουν λοιπόν με την κηδεία;

Πρώτος Νεκροθάφτης: Μας δίνουν ένα ημερομίσθιο, τρεις πεσέτες, και ότι προκύψει. Με το κόστος ζωής σήμερα, δεν είναι αρκετό για να φας, ούτε φτωχικά. Μαζεύουμε κάτι από ‘δω, κάτι από ‘κει. Εν ολίγοις, φτώχεια.

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Όλα εξαρτώνται από την τύχη. Αυτό είναι το βασικό.

Πρώτος Νεκροθάφτης: Κάποιες οικογένειες, όταν χάσουν κάποιο μέλος τους, μας πληρώνουν μια ή δυο πεσέτες, ή μισή, για να φροντίσουμε τον τάφο. Υπάρχουν πάντα αυτοί που υπόσχονται και δεν πληρώνουν. Οι περισσότερες οικογένειες πληρώνουν για τους πρώτους μήνες. Αλλά για ολόκληρο το χρόνο, από τις εκατό, ίσως μια. Η θλίψη δεν κρατάει πολύ.

Μαρκήσιος: Δεν γνωρίσατε ποτέ, ούτε μια απαρηγόρητη χήρα;

Πρώτος Νεκροθάφτης: Ούτε μια! Ίσως όμως και να υπάρχει κάποια.

Μαρκήσιος: Δεν ακούσατε ποτέ για την Αρτεμισία και τον Μαύσωλο;

Πρώτος Νεκροθάφτης: Απ’ όσο ξέρω, τίποτα απολύτως!

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Είναι τόσο πολλές οι γυναίκες συγγενείς που έρχονται σ’ αυτό το μέρος, που είναι δύσκολο να τις ξέρουμε όλες.

(Περπατούν αργά. Ο ΡΟΥΜΠΕΝ στοχαστικός γράφει βιαστικά κάτι πάνω σε έναν φάκελο. Φτάνουν στην πόρτα και η μαύρη σιδερένια πύλη τρίζει. Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ φιλανθρωπικά βγάζει το φιλντισένιο χέρι του κάτω απ’ τη μπέρτα του και μοιράζει μερικά λεφτά στους ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ.)

Μαρκήσιος: Δεν ξέρετε μυθολογία, αλλά είστε δυο στωικοί φιλόσοφοι. Είθε να αντικρίσετε πολλές κηδείες ακόμα!

Πρώτος Νεκροθάφτης: Στις υπηρεσίες σας! Ευχαριστούμε πολύ!

Δεύτερος Νεκροθάφτης: Παρομοίως. Δούλοι σας κύριε!

(Βγάζοντας τους σκούφους τους, χαιρετούν και φεύγουν. Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝΤΟΜΙΝ με ένα χαμόγελο τυλίγει τον εαυτό του στη μπέρτα του. Ο ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ ακόμα κρατά στα χέρια του τον φάκελο στον οποίο έχει σκαρώσει μερικές γραμμές. Και εγκαταλείποντας το καταφύγιο του στις φυλλωσιές ο οδηγός του ηλικιωμένου ΜΑΡΚΗΣΙΟΥ πλησιάζει την πόρτα του νεκροταφείου.)

Μαρκήσιος: Είναι ποίημα αυτό, Ρουμπέν; Θέλεις να μου το διαβάσεις;

Ρουμπέν: Όταν το σουλουπώσω. Είναι ακόμα ένα τερατούργημα.

Μαρκήσιος: Αγαπητέ μου Ρουμπέν, τα ποιήματα θα έπρεπε να δημοσιεύονται σε όλα τους τα στάδια, από αυτό που εσύ αποκαλείς τερατούργημα μέχρι την οριστική τους μορφή. Μ’ αυτό τον τρόπο θα αποκτούσαν την ίδια αξία με τα τυπογραφικά δοκίμια. Αλλά είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις να μου το διαβάσεις;

Ρουμπέν: Αύριο, Μαρκήσιε.

Μαρκήσιος: Ενώπιον ενός ανδρός της ηλικίας μου, και μπροστά από την πόρτα ενός νεκροταφείου, η λέξη «αύριο» δεν θα έπρεπε να εκστομίζεται. Τέλος πάντων, ας ανεβούμε στην άμαξα, έχω ακόμη να επισκεφτώ έναν ληστοσυμμορίτη. Θέλω να με βοηθήσεις να πουλήσω το χειρόγραφο των «Απομνημονευμάτων» μου σε έναν εκδότη. Χρειάζομαι τα χρήματα, καταστράφηκα εντελώς απ’ όταν μου ήρθε η ατυχής ιδέα να αποσυρθώ στο Κάστρο των Μπράντομιν. Οι γυναίκες δεν με κατέστρεψαν, παρ’ ότι τις αγάπησα τόσο πολύ. Αυτό που με κατέστρεψε είναι η γεωργία!

Ρουμπέν: Έκτακτα!

Μαρκήσιος: Τα απομνημονεύματα μου θα δημοσιευτούν μετά το θάνατο μου. Θα τα πουλήσω σαν να πούλαγα τον σκελετό μου. Ας αλληλοβοηθηθούμε.

Σκηνή Δέκατη Πέμπτη

(Η ταβέρνα του ΣΑΥΡΟΦΑΓΟΥ. Σκοτάδι, τρεμοπαίζει το φως από μια λάμπα ασετιλίνης. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ΝΤΕ ΙΣΠΑΛΙΣ στέκεται μπροστά από τον πάγκο, επιμένοντας και τραυλίζοντας καθώς προσκαλεί έναν ΔΑΝΔΗ, τον ΦΑΝ-ΦΑΝ, να πιει. Παραπατάει, γλιστράει και γίνεται ενοχλητικός.)

Δον Λατίνο: Πιες, φίλε μου! Δεν μπορείς να φανταστείς την θλίψη που πλημμυρίζει την καρδία μου. Πιες! Στην υγειά της μούργας!

Δανδής: Κι αυτό επειδή δεν είσαι καλοαναθρεμμένος πότης!

Δον Λατίνο: Σήμερα θάψαμε τον πρώτο ποιητή της Ισπανίας! Μόνο τέσσερις φίλοι στο νεκροταφείο! Αυτό ήταν όλο! Ούτε ένας αλήτης εκ μέρους του Λόγιου Κατεστημένου. Τι πιστεύεις γι’ αυτό, Βενάσιο;

Σαυροφάγος: Ό,τι πεις, Δον Λατί.

Δον Λατίνο: Η ιδιοφυΐα λάμπει με το δικό της φως! Έτσι δεν είναι φίλε;

Δανδής: Πράγματι έτσι είναι, Δον Λατίνο.

Δον Λατίνο: Έχω αναλάβει το σπουδαίο έργο της δημοσίευσης των γραπτών του. Περικλεές καθήκον! Είμαι ο εκτελεστής της λογοτεχνικής του διαθήκης. Μας έχει κληροδοτήσει ένα κοινωνικό μυθιστόρημα του αναστήματος των Αθλίων του Ουγκώ. Είμαι ο θεματοφύλακας. Και κάθε δεκάρα από τα χρήματα από την πώληση των έργων του θα πάνε στην οικογένεια. Και δεν με νοιάζει αν καταστραφώ για να τα δημοσιεύσω! Αυτό είναι το καθήκον κάθε φίλου! Σαν τον νυχτερινό προσκυνητή, η αθάνατη ελπίδα μου δεν είναι εγκόσμια! Κύριοι, κανείς εκπρόσωπος του Λόγιου Κατεστημένου! Όμως τουλάχιστον αυτό: τέσσερις αληθινοί φίλοι, τέσσερις αληθινές προσωπικότητες! Ο Υπουργός Εσωτερικών, ο Μπράντομιν, ο ποιητής Ρουμπέν και ο ταπεινός σας υπηρέτης. Δεν είναι αυτό αλήθεια φίλε μου;

Δανδής: Σε ό,τι με αφορά μπορείς να πεις ότι ακόμα κι ίδια η κόρη του Ισπανού μονάρχη ήταν εκεί.

Σαυροφάγος: Νομίζω ότι το παρακάνεις αν ισχυρίζεσαι ότι η Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε στην κηδεία του Δον Μαξ. Και αν τ’ αφήσεις αυτό να διαδοθεί θα βρεθείς γρήγορα σε μπελάδες.

Δον Λατίνο: Δεν λέω ψέματα! Ο Υπουργός Εσωτερικών αυτοπροσώπως ήταν στο νεκροταφείο! Ανταλλάξαμε χαιρετισμούς!

Μπάρμαν: Πρέπει να ήταν ο Φαντομάς.

Δον Λατίνο: Πάψε βουτυρόπαιδο, ο ίδιος ο Πρόεδρος Μαρά δεν εξέφρασε τα συλλυπητήρια του για την οικογένεια του Γκάλλο, του ταυρομάχου;

Δανδής: Ο Χοσέ Γκομέζ, ο Γκαλλίτο, ήταν ένα αστέρι, και πέθανε στην αρένα μαχόμενος λαμπρά ενάντια στον ταύρο γιατί ήταν ο βασιλιάς των ταυρομάχων.

Σαυροφάγος: Και ο ταυρομάχος «σεισμός»; Εννοώ τον Χουάν Μπελμόντε.

Δανδής: Ένας διανοούμενος.

Δον Λατίνο: Αγόρι, άλλο ένα γύρο. Αυτή είναι η πιο θλιβερή μέρα της ζωής μου. Έχασα έναν αδερφικό φίλο και το μαέστρο μου. Βενάσιο, γι’ αυτό πίνω.

Σαυροφάγος: Ο λογαριασμός σου εκτοξεύεται στα ύψη, Δον Λατί! Ψάξε στις τσέπες σου να δεις αν έχεις καθόλου λεφτά. Για κάθε περίπτωση.

Δον Λατίνο: Έχω αρκετά λεφτά για να αγοράσω κι εσένα και το Σταυρό του Μαρτυρίου.

(Τραβάει μια χούφτα χαρτονομίσματα από τις τσέπες του παλτού του και τα πετάει στον πάγκο, κάτω από το εξεταστικό βλέμμα του νεαρού δανδή και το αποβλακωμένο ύφος του Βενάσιο. Ο ΜΠΑΡΜΑΝ σκύβει για να μαζέψει ένα χαρτονόμισμα πού έχει πέσει στα λασπωμένα πόδια του γερο-μεθύστακα. Η νεαρή ΚΟΥΝΙΣΤΗ ΕΡΙΕΤΤΑ, μέχρι τώρα κατηφής σε μια γωνιά στο καταγώγιο, βγάζει το μαντήλι από το μέτωπο της και, αναθαρρεύοντας λιγάκι, καρφώνει τα μάτια της στον πάγκο.)

Μπάρμαν: Απέκτησες περιουσία, Δον Λατί;

Δον Λατίνο: Κάποιος μου χρωστούσε μερικές πεσέτες και τελικά μου τις έδωσε.

Σαυροφάγος: Δεν είναι τόσο λίγες!

Κουνιστή: Δέκα χιλιάδες καπέλα!

Δον Λατίνο: Σου χρωστάω κάτι;

Κουνιστή: Φυσικά! Κέρδισες το λαχείο που σου πούλησα!

Δον Λατίνο: Δεν είναι αλήθεια.

Κουνιστή: Νούμερο 5775.

Μπάρμαν: Αυτό είναι ακριβώς το νούμερο που είχε ο Δον Μαξ!

Κουνιστή: Στο τέλος δεν το ήθελε και το αγόρασε ο Δον Λατί. Και ο παλιοτσιγκούνης δεν ήρθε να μου παραδώσει το μερίδιο μου.

Δον Λατίνο: Ούτε καν το σκέφτηκα!

Κουνιστή: Έχεις κακή μνήμη.

Δον Λατίνο: Θα σου δώσω το μερίδιο σου.

Κουνιστή: Ξέρεις ποιο είναι το σωστό.

Δον Λατίνο: Μπορείς να βασίζεσαι στην άπειρη γενναιοδωρία μου.

(Ο ΜΠΑΡΜΑΝ γλιστράει πίσω απ’ το αφεντικό του και στα κρυφά, παριστάνοντας ότι κάνει κάτι άλλο, τον τραβάει απ’ την ποδιά. Ο ΣΑΥΡΟΦΑΓΟΣ κλειδώνει την ταμειακή μηχανή και ακολουθεί τον νεαρό σε ένα σκοτεινό σημείο όπου είναι συσσωρευμένα τα ασκιά του κρασιού. Ψιθυρίζουν και χειρονομούν, κρατώντας όλη την ώρα τα μάτια και τ’ αυτιά τους στο ταμείο. Η ΚΟΥΝΙΣΤΗ ΕΡΙΕΤΤΑ κλείνει το μάτι στον ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ.)

Κουνιστή: Δον Λατί, θα μπορούσες να φτιάξεις μια καλή προίκα για μένα μ’ αυτό το πλιάτσικο.

Δον Λατίνο: Θα σου επιπλώσω ένα διαμέρισμα.

Κουνιστή: Ζήτω στους άντρες!

Δον Λατίνο: Κρίσπιν, αγόρι μου, ένα λικέρ για την κυρία.

Μπάρμαν: Έρχεται, Δον Λατί!

Δον Λατίνο: Πηγαίνεις στην εξομολόγηση;

Κουνιστή: Δον Λατί, είσαι μεγάλος μακαντάσης! Πολύ καυτός τύπος! Έι, έλα τώρα, σταμάτα να με τσιμπάς!

Δανδής: Πρόσεχε Δον Λατίνο, όλοι ζαχαρώνουν τα λεφτά σου.

Κουνιστή: Είχαμε μοιράσει το τυχερό λαχείο πενήντα-πενήντα! Δον Λατί, πλήρωσες μιάμιση πεσέτα και έγινες συνεταίρος!

Δον Λατίνο: Αυτό είναι ληστεία Εριέττα!

Κουνιστή: Άσε τις κρυάδες για τους ταυρομάχους! Δεν με κλέβεις ξανά! Ορκίζομαι ότι είσαι ένας γερο σάτυρος.

Δανδής: Αυτό το θηλυκό δεν κάνει για σένα.

Κουνιστή: Θα τον έχωνα στον τάφο μέσα σε μια βδομάδα.

Δον Λατίνο: Θα το δούμε αυτό.

Δανδής: Αυτό που χρειάζεσαι είναι μια γυναίκα που ο ενθουσιασμός της να έχει καμφθεί.

Κουνιστή: Η μάνα μου θα σου ταίριαζε καλύτερα. Αλλά η μαμά είναι μια τίμια χήρα, για να κερδίσεις κάτι από κείνη θα πρέπει να την πας στο Ληξιαρχείο.

Δον Λατίνο: Είμαι κήρυκας του ελευθέρου έρωτα.

Κουνιστή: Έλα να ζήσεις με μένα και τη μαμά μου και θα είσαι τόσο ευυπόληπτος νοικάρης που θα σε διαφημίζουν στις εφημερίδες. Για την ακρίβεια, τώρα δα ένας ενοικιαστής μας βαρέθηκε να τα ψειρίζει και εγκατέλειψε έναν ξενώνα που θα σου ταίριαζε τέλεια. Για πού το ‘βαλες, Δον Λατί;

Δον Λατίνο: Να δω έναν άνθρωπο για ένα άλογο. Επιστρέφω αμέσως. Μην ανησυχείς γλυκιά μου. Περίμενε με εδώ.

Κουνιστή: Δον Λατί, είμαι μια πολύ ζηλιάρα γυναίκα, έρχομαι μαζί σου.

(Ο ΣΑΥΡΟΦΑΓΟΣ σταματάει την μυστική σύνοδο με τον νεαρό και με δυο μεγάλους διασκελισμούς φτάνει στην ταμειακή μηχανή. Βουτώντας τον μεθύστακα από το πανωφόρι, τον σταματάει στην πόρτα. Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ανοιγοκλείνει τα μάτια, στραβώνει το στόμα, και κρεμάει τα χέρια σαν μαριονέτα.)

Δον Λατίνο: Μην είσαι τόσο ζώο!

Σαυροφάγος: Εσύ κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε κάτι. Ο νεκρός άφησε ένα χρέος εδώ, μερικά κατοστάρικα. Μπορείς να ελέγξεις τους λογαριασμούς αργότερα, αλλά προτείνω να φροντίσεις το χρέος τώρα.

Δον Λατίνο: Για ποιο λόγο;

Σαυροφάγος: Γιατί είσαι ένας παλιομπαμπέσης και το ξέρουμε κι οι δύο.

(Ο ΔΑΝΔΗΣ, ΦΑΝ-ΦΑΝ, τους πλησιάζει ελαφρώς ταλαντευόμενος. Σκόπιμα αφήνει τους άλλους να δουν ότι κρύβει ένα μαχαίρι στο χέρι του. Βήχει και ξύνει το κεφάλι του, κάνοντας τον σκούφο του να στραβώσει. Η ΕΡΙΕΤΤΑ τυλίγει γύρω της ένα σάλι και ανοίγει κρυφά ένα μικρό σουγιά.)

Δανδής: Εδώ είμαστε, όλοι ανοιχτομάτηδες, και έχουμε προτεραιότητα να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό το μάτσο με τους παράδες.

Κουνιστή: Ο Δον Λατί φεύγει από δω μέσα ακουμπισμένος πάνω μου.

Δανδής: Ντελίριο!

Σαυροφάγος: Έι, εσύ άνθρωπε, κράτα το μαραφέτι κάτω και μην πας γυρεύοντας για μπελάδες.

Δανδής: Δον Λατί, κατάφερες μια δουλειά με την τράπεζα!

Δον Λατίνο: Φυσικά.

Κουνιστή: Τράβα να δεις αν έρχομαι, βλάκα. Ο Δον Λατί κέρδισε το τζακ ποτ με το λαχείο του, το 5775. Του το πούλησα εγώ η ίδια!

Σαυροφάγος: Εγώ και τ’ αγόρι ήμασταν μάρτυρες, έτσι δεν είναι παιδί μου;

Μπάρμαν: Έτσι ακριβώς!

Δανδής: Κουραφέξαλα!

(Η ΠΑΚΟΝΑ μια γριά ρουφιάνα και επίσης εφημεριδοπώλισσα, μπαίνει στην ταβέρνα κρατώντας ένα μικρό πακέτο χαρτιά και αφήνει ένα αντίτυπο του Κήρυκα στον πάγκο. Βγαίνει όπως μπήκε, σιωπηλή και περίεργη. Μοναχά στην πόρτα, κοιτώντας τ’ αστέρια, αρθρώνει την κραυγή της ξανά.)

Εφημεριδοπώλισσα: Ο Κήρυκας της Μαδρίτης! Ο Κήρυκας! Μυστήριος θάνατος δύο γυναικών στην οδό Μπαγασάκου. Διαβάστε τα όλα στον Κήρυκα!

(Ο ΔΟΝ ΛΑΤΙΝΟ ξεκόβει από την παρέα και πλησιάζει τον πάγκο, καχύποπτος και αινιγματικός. Στο φωτεινό σημείο κάτω απ’ τη λάμπα, κρατάει την ανοιχτή εφημερίδα με τα δυο του χέρια, ψελλίζει τους τίτλους με τους οποίους ο ρεπόρτερ αναγγέλλει τα γεγονότα στην οδό Μπαγασάκου. Οι άλλοι τον κοιτάνε με μια ειρωνική έκπληξη, σαν να ήταν ένα γέρος βλάκας μεθύστακας.)

Δον Λατίνο: «Αναθυμιάσεις άνθρακα. Δυό γυναίκες νεκρές από ασφυξία. Τα πτώματα βρέθηκαν από το γείτονα. Η Δόνα Βιντσέντα δηλώνει άγνοια. Έγκλημα ή αυτοκτονία Μυστήριο!»

Μπάρμαν: Δες αν η εφημερίδα κατονομάζει τα θηλυκά, Δον Λατί.

Δον Λατίνο: Άσε με να δω.

Δανδής: Μη σπας το κεφάλι σου γερο-ξεκούτη.

Κουνιστή: Πάμε, Δον Λατί.

Μπάρμαν: Πάω στοίχημα ότι οι νεκρές είναι η γυναίκα και η κόρη του Δον Μάξιμο!

Δον Λατίνο: Αυτό είναι παράλογο! Γιατί να αυτοκτονήσουν;

Σαυροφάγος: Είχαν δύσκολους καιρούς μπροστά τους!

Δον Λατίνο: Ήταν μαθημένες. Μόνο μια εξήγηση υπάρχει. Η οδύνη για το χαμό του λαμπρού τους άστρου!

Σαυροφάγος: Και μόλις τώρα που θα μπορούσες να τις βοηθήσεις.

Δον Λατίνο: Φυσικά! Και έχω μια καρδιά από χρυσάφι, Βενάσιο!

Σαυροφάγος: Ο κόσμος είναι κουλουβάχατα!

Δον Λατίνο: Μια χαζομάρα!

Μεθύστακας: Μυαλό φαινόμενο!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η μετάφραση ενός θεατρικού έργου είναι σημαντικά δυσκολότερη από τη μετάφραση πρόζας –ίσως εξίσου δύσκολη με τη μετάφραση ποίησης. Η ελληνική μετάφραση έγινε από ένα κείμενο ήδη μεταφρασμένο, και όχι από τη γλώσσα στην οποία αρχικά γράφτηκε το έργο. Παρ’ όλ’ αυτά δεν πιστεύω ότι το γλωσσικό εμπόδιο ήταν καθοριστικό, ως προς την απόδοση του κειμένου στα ελληνικά. Βασικός πόρος υπήρξε η αγγλική γλώσσα, όμως σε πολλά σημεία το μεταφρασμένο κείμενο ακολουθεί τη σύνταξη του ισπανικού, επανέρχεται δηλαδή αυτόματα σχεδόν στην αρχική του μορφή, φανερώνοντας με ενδιαφέροντα τρόπο μια συγγένεια ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς με τη μεταφορά από τα αγγλικά προς τα ελληνικά αναδύονται συντακτικές και δομικές ομοιότητες με το ισπανικό πρωτότυπο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισα οφείλεται στη σπιρτάδα και τη ζωντάνια του έργου, με τα συνεχή λογοπαίγνια που είναι δύσκολο να μεταφερθούν στα ελληνικά, όπως για παράδειγμα το λογοπαίγνιο που γίνεται συχνά και με νόημα, με το όνομα του ποιητή. Πρωταρχική μου μέριμνα στάθηκε το να μεταφερθεί το κείμενο σε μια γλώσσα ρέουσα και θεατρική, έτσι ώστε να είναι δυνητικά εφικτή η μεταφορά του στην θεατρική σκηνή.


[1] Ramón del Valle-Inclán, Luces de Bohemia – Bohemian Lights, Εκδόσεις Edinburg, 1976, μετάφραση από τα ισπανικά του Anthony Zahareas

[2] Αντώνης Ζαχαρέας, Ο Συγγραφέας και ο Ήρωας, άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή, 25/12/2005

[5] Ramón del Valle-Inclán, Luces de Bohemia – Bohemian Lights, Εκδόσεις Edinburg, 1976, μετάφραση από τα ισπανικά του Anthony Zahareas, σ. 264

[6] Αυτόθι, σσ. 222, 254

[7] Αυτόθι, σ. 222

[8] Αυτόθι, σ. 223

[9] Αυτόθι, σ. 262

Advertisements