Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω αν πρέπει να δηλώσω αρρωστιάρα ή όχι. Σαν παιδί η αλήθεια είναι πού με έχανες πού με έβρισκες κρεβατωμένη με βρογχίτιδα, ωτίτιδα, λαρυγγίτιδα, ένα απ’ όλ’ αυτά, ήμουνα. Τώρα δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου. Καταρχάς έχω αυτό το φοβερό ελάττωμα, ότι δεν κάνω ποτέ πυρετό. Θα βιαστεί κάποιος να πει ότι αυτό είναι ευλογία, αλλά εγώ θα διαφωνήσω κάθετα· όταν αρρωσταίνω το καταλαβαίνω γιατί κάνω δέκατα. Με 37,5 είμαι κανονικότατα κουνουπίδι, και σαν να μην φτάνει αυτό, δεν είμαι ποτέ ο αποδέκτης καμιάς συμπάθειας, καθώς ο καθένας, και με το δίκιο του ίσως, μου λέει «Ε, σταμάτα να γκρινιάζεις για 37,5». Μα ρε παιδιά, εγώ με 37,5 είμαι τόσο άρρωστη όσο είστε εσείς με 39. Έτσι είναι η κατασκευή μου, τί να κάνω; Τελευταία φορά που έκανα αυτόν τον πυρετό που εσείς θα χαρακτηρίσετε «σοβαρό» ήταν πριν δυο χρόνια όταν έπαθα τη γρίπη των χοίρων. Και πριν απ’ αυτό ούτε που μπορώ να θυμηθώ. Σαράντα πυρετό έκανα μια φορά στη ζωή μου, στην Β’ Δημοτικού, και απ’ την πίεση άνοιξε πρώτη φορά η μύτη μου και είχα ν’ αντιμετωπίσω και πυρετό και αιμορραγία. Τρομερά δράματα του Πρώτου κόσμου. Εν ολίγοις αυτό είχα να πω. Δεν κάνω πυρετό. Έλα μου όμως που αντ’ αυτού ο οργανισμός μου αποφάσισε εσχάτως να εφαρμόσει μια νέα στρατηγική βιολογικής μου εξόντωσης, αυτήν της τριπλής λοίμωξης. Τον τελευταίο ένα-ενάμιση χρόνο λοιπόν μπορεί να μην αρρωσταίνω όλη την ώρα, αλλά όταν αρρωστήσω αρρωσταίνω από τουλάχιστον τρία εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Λες και βρίσκομαι σε αιφνίδια ανοσοκαταστολή όλα μου τα βασικά συστήματα μολύνονται ταυτόχρονα. Και άντε να συνέλθεις μετά απ’ τον Αρμαγεδδώνα, ειδικά αν ζεις σε μια εξαιρετικά παγωμένη χώρα και υποχρεούσαι να διεκπεραιώσεις όλες σου τις υποχρεώσεις βρέξει-χιονίσει πάνω στο ποδήλατο.

Αλλά αρκετά με την γκρίνια, ας περάσουμε στα γεγονότα. Εδώ και μια εβδομάδα ακριβώς, παρέα με δυο λοιμώξεις ακόμα στις οποίες δεν θα αναφερθώ καθώς μας αφήσαν χρόνους ύστερα από επιτυχή χορήγηση αντιβίωσης, ανέπτυξα ένα κρύωμα που έκανε μεν τον κύκλο του, φεύγοντας δε, μου άφησε πεσκέσι έναν ωραιότατο βήχα πρωτοφανούς έντασης και ποιότητας. Και βέβαια δεν έχω ούτε δέκατα ούτε πρήξιμο στο λαιμό ούτε πονοκεφάλους όπως είχα στην αρχή, έχω όμως μια φοβερά αντιαισθητική βραχνάδα και σοβαρούς πόνους στο στήθος, πράγμα που ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα καλό. Το πιο επίφοβο φυσικά είναι ότι εγώ είμαι ικανή να πάθω πνευμονία και να μην κάνω καν πυρετό όπως προείπα οπότε να μην το πάρω χαμπάρι μέχρι να είναι αργά. Τέλος πάντων. Είπα: αρκετά με την γκρίνια. Αποφάσισα ότι αυτή η χροιά της φωνής μου είναι ενδιαφέρουσα και θα άξιζε τον κόπο ν’ απαγγείλω λίγη ποίηση και ταυτόχρονα να δοκιμάσω αν μπορώ να σταματήσω να βήχω για τα τέσσερα λεπτά της ώρας που χρειάζεται για να την ηχογραφήσω. Ο Βάρναλης ταίριαζε καλά και στο ηχόχρωμα, και στην επικαιρότητα. Κι έτσι τον τραγούδησα κιόλας λιγάκι –ακούγομαι ελάχιστα διαφορετική απ’ τον Μπιθικώτση, και όχι σε επίπεδο ταλέντου.

Πέρα από τα αστεία. Ξέρω ότι θα έπρεπε να γράψω κάτι πολύ πιο σοβαρό απ’ τα μικρόβιά μου και τον ανύπαρκτο πυρετό μου. Αλλά οι πολιτικές εξελίξεις της προηγούμενης εβδομάδας με εξάντλησαν σε τέτοιο βαθμό που σε συνδυασμό με την ασθένεια με κατέστησαν απολύτως νοκ άουτ για ένα διάστημα. Θα προσπαθήσω να προλάβω τις εξελίξεις όταν σταματήσει ο βήχας.

Οι Μοιραίοι

Κώστας Βάρναλης

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ’ η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

(από τα Ποιητικά, O Kέδρος 1956)

Advertisements