Πες μου το σκοπό ν’ αρχίσω
να σε λησμονήσω.
Δημήτρης Αποστολάκης

Ενδεχομένως, ίσως, μπορεί κάποιοι να πρόσεξαν πως πάει καιρός απ’ την τελευταία μου ανάρτηση, και μολονότι δεν είμαι ταγμένη σε μια αυστηρή περιοδικότητα, ξέρω ότι δεν σας έχω συνηθίσει σε τόση ασυνέπεια. Αλλά μια και η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής, είμαι βεβαία ότι αντέξατε την απουσία μου γενναία και πως σίγουρα μ’ αγαπάτε ακόμα. Φυσικά η θερινή ραστώνη έπαιξε έναν κάποιο ρόλο στην εξαφάνισή μου· άλλα πράγματα έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο, αλλά δεν είναι της παρούσης, θα επανέλθω επ’ αυτών. Στο θέμα μας τώρα: είχα να κάνω καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα τρία χρόνια και ομολογώ ότι αυτό το ταξίδι το περίμενα πώς και τί. Δεν πειράζει που κατέληξε να είναι τ’ αντίθετο απ’ όσα επιθυμούσα και σχεδίαζα, είπαμε «η απογοήτευση… μπλα, μπλα, μπλα». Μπορεί τίποτα να μην πήγε κατ’ ευχήν, αλλά είχα έτοιμο το plan B, το οποίο και έθεσα σε εφαρμογή άμεσα, κι έτσι μια βδομάδα αφότου κατέφθασα στα πάτρια εδάφη μπήκα στο μεγάλο καράβι που φεύγει απ’ το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης. Δεν είχα πάει στην Κρήτη για πολλά χρόνια, και δεν είχα πάει στο Ηράκλειο ποτέ. Σιχαίνομαι τα πλοία κι ακόμα περισσότερο σιχαίνομαι την ταλαιπωρία. Αλλά έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν είχα κι επιλογή: worst case scenario σε όλο του το μεγαλείο.

Παύση. Μερικούς μήνες πριν έπαθα μια φοβερή, εμμονική τρέλα με τους Χαΐνηδες, ένα Ηρακλειώτικο μουσικό σχήμα που ταξιδεύει τους κρητικούς ρυθμούς, την ντοπιολαλιά, τα όργανα και την μουσική παράδοση μέσα στο χρόνο· δεν θέλω να πω τα εκμοντερνίζει, γιατί πολλές φορές αποδίδεται στον όρο μια αρνητική σημασία που καθόλου δεν επιθυμώ να υπονοήσω. Βρίσκω την μουσική των Χαΐνηδων εξαιρετική κι ακόμα πιο εξαιρετικό τον στίχο τους. Τα λόγια –ποίηση– των τραγουδιών τους είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τεθούν σε λειτουργία οι δακρυγόνοι αδένες. Τους ακούω φανατικά και με προσήλωση, δεν θέλω να χάσω καμιά απ’ αυτές τις όμορφες, περίπλοκες εκφράσεις, την μουσική προφορά των λέξεων. Μέσα στη μουσική τους μπορείς να καταλάβεις στ’ αλήθεια πως «τούτο τον τόπο βοριάς τον δέρνει κι ήλιος τον τυραννεί/κι η μοναξιά του μες την καρδιά μας μαχαίρι και πονεί» (Το Συρτό Του Ανέμου)· το νιώθεις ολόκληρος πως αυτό που τραγουδούν το πόνεσαν, ή τους πόνεσε, το ίδιο κάνει καμιά φορά. Μ’ αυτή τη μουσική στο κεφάλι μου ξεκίνησα να κατέβω στο Κρητικό Πέλαγος, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη και χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες. Το πλοίο έδεσε στο λιμάνι στις πεντέμισι το απόγευμα· το λιμάνι λουσμένο μ’ ένα ολόθερμο φως. Με είχαν προειδοποιήσει ξανά και ξανά ότι το Ηράκλειο είναι μια άσχημη πόλη, «μικρή Αθήνα» την λένε, αλλά εμένα δεν μου φάνηκε έτσι. Περισσότερο σαν απάνεμο λιμάνι το είδα, σαν έναν τόπο για να κατέβω, προσωρινά, ν’ ακουμπήσω για λίγο. Το είδα μέσα από άλλα μάτια, ίσως μέσα απ’ τον στίχο που λέει: «Θε μου πόσο παράξενοι/είν’ οι δικοί μας τόποι/θλιμμένα τα τραγούδια μας/και γελαστοί οι ανθρώποι»· παράξενος μου φάνηκε ο τόπος, αλλά ίσως να ήμουν εγώ η παράξενη, γιατί μέσα μου αντηχούσε κάτι άλλο, «εγώ στα φύλλα της καρδιάς/κρύβω βαθιά τον πόνο» (Θάλασσα Πικροθάλασσα), και αυτό ζωγράφιζε το τοπίο με άλλα χρώματα, πιο μελαγχολικά, μα σίγουρα πιο όμορφα καθότι πιο ζωντανά.

Οι διακοπές έφυγαν μέσα σ’ ένα σύννεφο, μια θολούρα· δεν κατάλαβα πώς πέρασαν, πού πήγαν. Δεν μπορώ να πω πως γύρισα την Κρήτη, και σίγουρα δεν έπαιξα τον χαρωπό τουρίστα. Δεν είδα τ’ αξιοθέατα και δεν πλατσούρισα στις παραλίες. Όμως μύρισα τον τόπο, τον γεύτηκα· τη θέρμη του, την ξερή γη και τον μανιασμένο αέρα. Τον είδα με κάπως αλλιώτικα μάτια. Θες γιατί είχα τη μουσική ακόμα μέσα στο κεφάλι μου; Θέλεις γιατί ήμουν απλά επιδεκτική; Είδα αυτή τη γη που έχει σκαφτεί και ξανασκαφτεί, και από πάνω της πέρασαν τόσοι πολιτισμοί, και τόση πίκρα, και πόλεμος, κι ευημερία, και θανατικό. Και άνθρωποι γεννήθηκαν εκεί, και παντρεύτηκαν, κι αγαπήθηκαν, και μετά έγειραν πάνω της κι έσβησαν. Κι άλλοι έμειναν και ρίζωσαν, κι άλλοι έφυγαν για πάντα, για να πάνε να πονούν αλλού: «Μιαν ανοιχτή πληγή κάθε κομμάτι γη όταν ξεχνιέται/λίγο νεράκι τση καρδιάς δώσε ν’ αντέξει ακόμη/κι όλοι καιροί το δέρνουνε τούτο το σταυροδρόμι». Κοιτάζω το σταυροδρόμι τ’ ανεμοδαρμένο· «δεν είν’ το δάκρυ το στερνό για ‘κείνον που ποθαίνει/μα για θανάτους εκατό κρυφούς δικούς μας βγαίνει». Και κυλούν οι νότες στο πεντάγραμμο: «Εγώ είμαι ένας ξένος κι όσα αγάπησα και έχουνε πια χαθεί/τα ‘χω ακριβοφυλάξει στης καρδιάς μου τον τόπο το πιο βαθύ». Και μια προσταγή. Πάντα κοιτώντας το σταυροδρόμι: «Φύγε πριν πληγωθείς μακριά μου να σωθείς και ας πονέσεις/θα πουν για με πως ήμουνα στο τέλος του χειμώνα/λουλούδι που δεν άντεξε στο γύρισμα του αιώνα» (Ο Μακρύς Χειμώνας).

Κι έτσι περάσαν οι μέρες. Δεκαπενταύγουστος· «βόηθα Παναγιά τη σκέψη/να μην αγριέψει». Καθίσαμε στην μεγάλη βεράντα· απομεινάρια πανσέληνου. Και σκοτάδι. Όχι ησυχία. Σκοτάδι όμως. «Πες μου ποιο στόμα να τα πει και πώς ξεχνιούνται» (Είχα Μια Αγάπη Μια Φορά). Ο ήρωας των Χαΐνηδων είναι ένας άνθρωπος που πρώτα απ’ όλα έχασε. Ξεχώρισε, δοκίμασε, δοκιμάστηκε, έπαιξε κι έχασε. Αυτός ο λυρικός ήρωας πρωταγωνιστεί στις μουσικές τους ιστορίες, σ’ αυτές που χτίζονται πάνω σ’ ένα μόνο τραγουδάκι, και όταν αυτό τελειώσει είναι πλέον αληθινές κι υπαρκτές, ένα αφήγημα σωστό με αρχή, μέση και τέλος. «Χρόνια θαρρώ τη γνώριζα προτού τη συναντήσω/και δεν πιστεύει η καρδιά πως έχει πια χαθεί». Μιλάνε για εκείνη την ευκαιρία που ξεγλίστρησε μέσα απ’ τα χέρια σου, που θα ήταν ανεκτίμητη αν είχε υπάρξει αληθινή, μα τώρα θα μείνει αιώνια ανικανοποίητη, και γι’ αυτό αιώνια ζωντανή. «Σαν κάμεις κόρη μην της πεις πως είχες αγαπήσει/κάποιον τρελό απού θελε ν’ αλλάξει το ντουνιά/στης νιότης την αποκοτιά και τώρα τον σκεπάζει/βαριά σαν την ταφόπλακα του κόσμου η λησμονιά». Ο ήρωας αυτός είναι ένας σαλός της καρδιάς, επώδυνα ξύπνιος και αιώνια ονειροπόλος. «Είναι και μερικές καρδιές από την άλλη όχθη/που βγήκαν και ταξίδεψαν με όρτσα τα πανιά/κι άλλες στης τρέλας το βυθό κι άλλες τις παραδέρνει/ένα μεράκι αλύπητο σε μια φτωχή πενιά». Και μ’ αυτό το υλικό, οι Χαΐνηδες φτιάχνουν τραγούδια που θ’ αντέξουν στο χρόνο, και θα κουβαλάνε μαζί τους όχι μόνο τον λυρισμό και την μελωδία τους, αλλά και τον καθαρό, σαθρό χαρακτήρα της κρητικής γης. «Κι έτσι κατάρα τα κρατεί κάποια παλιά τραγούδια να ταξιδεύουν ζωντανά σ’ όλες τις εποχές και τα σιγοτραγούδησαν στόματα πικραμένα τόσο πολύ που γίνανε στο τέλος προσευχές» (Ο Γάμος).

«Ένα αστέρι έπεσε/κι ας μη μ’ αγαπάς/έκανα ευχή καλή μου/όπου και να πας/πάντα να μπορείς πουλί μου/να ξαν’ αγαπάς» (Σουρμελίμ). Οι δεκαπέντε μέρες πέρασαν, όχι γρήγορα ή εύκολα, απλά πέρασαν, σαν εικοσιτετράωρα που ξοδεύονται το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. «Σ’ ένα κορμό ενός δέντρου το γράψαμε παλιά/χωρίς να το σκεφτούμε δεν βγάλαμε μιλιά/κι αντέχει τόσα χρόνια αυτό το σ’ αγαπώ» (Βαθύ Κόκκιν’ Αχείλι). Στην επιστροφή είχε μποφόρ. Το καράβι, μια πλωτή πολιτεία, κλυδωνιζόταν χωρίς να χάνει τη σιγουριά του. Έδεσε στον Πειραιά με καθυστέρηση. Πάει κι αυτό. Συνεχίζουμε.

«Κλείσε τα μάτια κι άσε με
θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί
να ‘ναι το τελευταίο»…

Δεν το κατάλαβα το τελευταίο βράδυ. Δεν το ένιωσα σαν τέτοιο. Κι έτσι δεν το εκτίμησα όπως του έπρεπε. Προσπαθώ, τώρα που ξέρω, να διασώσω ό,τι ψήγμα ανάμνησης μπορεί να διασωθεί από ένα βράδυ που συνέβη δεκαπέντε μήνες πριν. Θάλασσα.

Advertisements