Πώς να ξεκινήσεις μια νεκρολογία; Δεν υπάρχει τρόπος στα δημοσιογραφικά χρονικά που να μην έχει γίνει πια αφόρητα κλισέ. «Ρε; Χάσαμε τον Παπάζογλου :-/»: Έμαθα την είδηση από ένα απρόσμενο SMS∙ στο διάλειμμα ανάμεσα στις εργασίες ενός συνεδρίου για την ψυχανάλυση, στο Λιντς∙ μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα.

Αποκομμένη εντελώς απ’ τον κόσμο στον οποίο έλαβε χώρα το γεγονός, έκανα αστραπιαία επαναφορά σε ένα καλοκαίρι όταν ίσα-ίσα έφηβη εγγράφηκε η μουσική του πρώτη φορά μέσα μου. Αυγουστιάτικο βράδυ στην Κέρκυρα, επιστρέφοντας από την Πόλη στο χωριό μου. Ένα χωριό ορεινό, σκαρφαλωμένο σχεδόν κάθετα στο βουνό οι Άγιοι Δέκα, φωτοστέφανο πάνω απ’ τ’ Αχίλλειο. Για να το φτάσεις στριφογυρνάς τον ανηφορικό δρόμο που τυλίγεται στο βουνό σαν το σώμα του φιδιού, τριγύρω άγρια βλάστηση, από πάνω άγριο φεγγάρι. Στην τοπική αναμετάδοση του προγράμματος της ΕΡΑ έπαιζε ο Αύγουστος. Το αυτοκίνητο έπαιρνε τις στροφές απότομα, καμιά φορά άλλα αυτοκίνητα πετάγονταν απ’ το αντίθετο ρεύμα με εκτυφλωτικούς προβολείς. Ζέστη. Το πίσω κάθισμα δεν είχε παράθυρα και ένα ελαφρύ αεράκι ερχόταν από μπροστά. Κι αυτή η νύχτα να γεμίζει με τα λυτά της μαλλιά που έλουζαν την άμμο σαν καταρράκτης. Τόσο έντονα φυτεύτηκε μέσα μου αυτή η εικόνα που δεν μπορώ ποτέ ν’ ακούσω τον Αύγουστο χωρίς να θυμηθώ το δρόμο που οδηγεί στο χωριό μου, την απατηλή δροσιά της αυγουστιάτικης νύχτας, τα φανταστικά εκείνα αστέρια τα κρυμμένα στα μάτια της. Ποιανής; Δεν ξέρω∙ της αρχετυπικής γυναίκας μάλλον, του θηλυκού που μαγνητίζει και απορροφά, που εμπνέει θλιμμένα τραγούδια∙ ήθελα πολύ να διεκδικήσω το φως των αστεριών για τα δικά μου μάτια. «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό», είναι η αρχή με την οποία πάντα πορεύτηκα∙ κι ας μου βγαίνει πάντα σε κακό θα συνεχίζω να πορεύομαι σε αδιάβατους δρόμους με μόνη ελπίδα τα χιλιάδες φιλιά, τα στιγμιαία λαμπερά διαμάντια που κάνουν τη ζωή ν’ αξίζει να την ανέχεσαι.

Φεύγουν οι άνθρωποι, και είναι λογικό, αν και αρνούμαστε να το δεχτούμε ως αναμενόμενο. Φεύγουν ακόμα και οι σπουδαίοι άνθρωποι, οι σπουδαίοι δημιουργοί∙ αφήνουν χώρο για τους επόμενους. Κάπως με πειράζει όμως που έφυγε ένας άνθρωπος –που τον ξέρω όχι σαν ποιητή μα σαν στιχάκι– στα εξήντα τρία του χρόνια, από μια αρρώστια που σαρώνει αδηφάγα κι αδιάκριτα ζωές και βίους. Τον Νίκο Παπάζογλου δεν τον γνώρισα ποτέ μου, και δεν μπορώ να γράψω για την γλυκύτητα του χαρακτήρα του, για το ξεχωριστό της προσωπικότητάς του –πράγματα για τα οποία έχουν ήδη γράψει άλλοι στο Διαδίκτυο και τις μέρες που έρχονται θα γράψουν πολλοί ακόμα. Μπορώ όμως να γράψω για τα τραγούδια του. Για το Εγώ Δεν Είμαι Ποιητής που πριν δυο χειμώνες κάποιος είδε στον τοίχο μου στο FB και το τίμησε με «άπειρα likes»,  όπως του πρέπει. Για τις Στιγμές που σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι, το ιδανικό τίποτα μιας ευτυχίας που μισοϋπόσχεται η μελωδία. Για την Καλημέρα, την μισή ζωή που πέρασε χωρίς κανείς μας να το καταλάβει∙ για τον καθρέφτη που του χαμογελάς αντί να τον σπάσεις να πάψει να σε στοιχειώνει με τα γοητευτικά του ψέματα. Μπορώ να συνεχίσω έτσι για σελίδες επί σελίδων, αλλά δεν έχει νόημα στην πραγματικότητα. Δεν λέω κάτι καινοφανές, τίποτα πρωτότυπο. Ένας άνθρωπος που τον ξέρω από την γελαστή φωτογραφία του στο εξώφυλλο της  Εκδίκησης της Γυφτιάς, από το κόκκινο μαντίλι στο λαιμό του, από ένα ξεθωριασμένο βίντεο όπου τραγουδά την Ρωγμή του Χρόνου μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη. Δυο άντρες νέοι, μια κιθάρα∙ και οι δυο τους πια δεν είναι κοντά μας. Έμεινε για πάντα η μαγνητοσκοπημένη σύμπτωσή τους, όπου ντυμένοι του Ουλιάνωφ το μειδίαμα περιμένουν την ανάστασή τους.

Πάω ν’ ακούσω τον Αριστοφάνη που Γύρισε από τα Θυμαράκια, έναν απ’ τους πιο αγαπημένους μου δίσκους, απ’ τα πιο αγαπημένα μου ακούσματα. Βγάζω το CD απ’ τη θήκη του∙ βάζω να παίζει ο πρόλογος. Το κουβάλησα μαζί μου στην Αγγλία γιατί μ’ αρέσει να τ’ ακούω απ’ την αρχή ως το τέλος, να προσέχω τις λεπτομέρειες, όλους τους φθόγγους και όλες τις νότες, όλους τους αναστεναγμούς και τα βογγυτά με τη σωστή τους σειρά. Θ’ ακούσω τον Παπάζογλου στην Παράβαση∙ κάτι ανάλαφρο, κάτι βαρύ, κάτι σημαντικό. Θα πω αντίο μαζί με χιλιάδες άλλους ανθρώπους που δεν ξέρουν άλλο απ’ τις μουσικές και τους στίχους του, απ’ τη φωνή και την ερμηνεία του. Κι αυτό αρκεί.

Advertisements