«Σ’ αγαπώ».

Μου απάντησες: «Δεν πιστεύω σ’ ένα σύμπαν χωρίς εσένα». Κι έξω γρύλιζε ο λύκος.

Έπεφτε η νύχτα αδυσώπητα. Την βλέπαμε να φτάνει∙ απροσποίητα, χωρίς επιτήδευση. Γύρω μας αγριάδα βουνίσια. Τραχείς βράχοι, ανεμοδαρμένα πεύκα λυγισμένα σε περίεργες γωνίες να σχηματίζουν ξεχαρβαλωμένες χορευτικές φιγούρες με το σώμα τους∙ τα κλαδιά τους απλωμένα προς το τίποτα σ’ ένα χάδι ματαιωμένο. Τα φύλλα λαμπύριζαν ασημένια στο μισόφωτο, θρόιζαν μ’ έναν συριστικό ήχο. Έτρεμα.

Ο ουρανός είχε γίνει πια μαβής. Μέσα στο δάσος ακούγονταν ανάσες απ’ την άγρια ζωή που ξυπνούσε. Ένας λυγμός ήρθε από μακριά. Μια απόκοσμη κραυγή. «Φοβάμαι», σου είπα. Μου είπες να μην φοβάμαι. Ότι πάντα θα είσαι εδώ. Και κοιτούσες προς την πόρτα.

Το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει εντελώς. Απ’ τα μικρά παράθυρα έμπαινε μόνο μια υποψία φωτός. Καθόσουν σε μια καρέκλα αντικριστά μου. Έβλεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου να βασιλεύουν καθώς οι μουσικές της νύχτας τρύπωναν από τις γρίλιες των παραθύρων κι από τη χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα. «Για πάντα», μου είπες. Με κάρφωνες με τα μάτια σου σαν αναμμένα κάρβουνα. Σηκώθηκα και έψαξα για τη λάμπα. Έστριψα το φιτίλι με το χέρι μου και την άναψα μ’ ένα σπίρτο∙ η μυρωδιά του πλημμύρισε το χώρο καθώς μια αδύναμη δέσμη καπνού ανέβηκε να διαλυθεί στο ταβάνι. «Σ’ αγαπώ. Πέρα απ’ οτιδήποτε, ρε πούστη μου», σε άκουσα να λες. Κοίταξα το φως για ώρα, πόνεσαν τα μάτια μου απ’ το φως που έμπαινε στο κεφάλι μου.

Έφερα τη λάμπα στο τραπέζι∙ την ακούμπησα στο κέντρο του. Ο χώρος φωτίστηκε ίσα-ίσα στη διάμετρο από εμένα προς εσένα. Τα χέρια μας μπορούσαν να γίνουν δυο ακτίνες και να συναντηθούν στο κέντρο του κύκλου. Δεν αγγιχτήκαμε. «Μην φύγεις», σου είπα. Έξω έκανε κρύο. Δεν ένιωθες τον κίνδυνο; Δεν με κοιτούσες πια. Το βλέμμα σου είχε ξενιτευτεί έξω απ’ το παράθυρο, στον έναστρο ουρανό. Ήσουν κιόλας μακριά. Ο λύκος πλησίαζε. Τον ένιωθα να πλησιάζει: το βαρύ βάδισμά του, τα μάτια που γυάλιζαν στο σκοτάδι, το στόμα μισάνοιχτο, γεμάτο σάλια και δόντια κοφτερά. «Μην φύγεις». Δεν μπορείς να καταλάβεις τον κίνδυνο; Δεν ξέρεις πως αν περάσεις αυτή την πόρτα δεν θα επιστρέψεις ποτέ; «Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ μέχρι να πεθάνω», μου είπες, «θα σ’ αγαπώ πάντα». Τότε μην φεύγεις. «Δεν μπορώ να μείνω», μου είπες, και κοίταξες πάλι στο παράθυρο. Μην φεύγεις. «Δεν με χάνεις μικρή μου», μου είπες. Μα σε είχα ήδη χάσει.

Ο λύκος στεκόταν έξω απ’ την πόρτα και κατάπινε τα κούφια λόγια. Σαν γευστικό ορντέβρ, οι κουβέντες σου του άνοιγαν την όρεξη, προετοιμασία για έναν ανίερο Μυστικό Δείπνο. «Δεν μπορώ», μου είπες. Το ήξερα. «Κι εγώ;», σπάραξα. Δεν υπήρχε απάντηση. Δεν υπήρχα πια εγώ. Υπήρχε έξω απ’ την πόρτα ο λύκος σε κατάσταση προσμονής. Στεκόταν ακίνητος. Αγέρωχος. Όμορφος κι απόκοσμος. Πεινασμένος. Δειπνούσε με τις τελευταίες μας στιγμές. Σαν να πήρες ξαφνικά όρκο βαρύ να μην με ξαναδείς, τα μάτια σου απέφευγαν τα δικά μου. Ήμουν εκεί, σάρκα, ψυχή, ολόκληρη εκεί. Δεν ήθελες πια να έρθεις κοντά μου. «Σ’ αγαπώ».

«Μου το είπες». Το ξέρω πως στο είπα. Θα το πω απόψε για όλες τις φορές που δεν θα είσαι πια εδώ να το ακούσεις. Σου έλεγα «Σ’ αγαπώ» και το ‘τρωγε ο λύκος. Γκρίζο, λαμπερό τρίχωμα, έξυπνο, σπινθηροβόλο βλέμμα.

Ήσουν ακόμα καθιστός και σ’ έβλεπα να φεύγεις. Το φεγγάρι πια μεσουρανούσε και ζωγράφιζε μεγαλειώδεις σκιές απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων. Μέσα το φως της λάμπας τρεμόπαιζε. Το φιτίλι καιγόταν αργά και σταθερά. Μ’ έκαιγε. «Μην φύγεις». Δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Ο λύκος σε περίμενε στην πόρτα. «Μην μ’ αφήνεις». Καμιά απόκριση. Το πρόσωπό σου πια λευκός καμβάς. Άκουγες κι εσύ το λαχάνιασμα του λύκου. Το άγριο τραγούδι που έβγαινε απ’ τα σωθικά του σε είχε μαγέψει. Σε καλούσε κοντά του. «Μην πας». Καμιά απόκριση. «Σε παρακαλώ». Θλιβερά τελευταία λόγια. Ο λύκος ουρλιάζοντας κατάπιε την ικεσία.

Σηκώθηκες και βάδισες προς την πόρτα. Ούτε που γύρισες να κοιτάξεις πίσω. Δεν υπήρχα πια παρά σαν μακρινή εντύπωση. «Θα είσαι πάντα η πρώτη μου γυναίκα,∙ το πιο μεγάλο κεφάλαιο», είπες στο βρόντο. Κι ύστερα η πόρτα άνοιξε. Μια ριπή κρύου αέρα όρμησε στο δωμάτιο και έσβησε τη φλόγα της λάμπας. Καθισμένος στα πισινά του πόδια ο λύκος σε περίμενε. Βαρύς, μεγαλόπρεπος, υπέροχος. Τον είδα να στέκεται εκεί, ακίνητος, σε κατάσταση πλήρους ετοιμότητας. Πίσω του το δάσος σκοτεινό και μυστηριώδες. Αφιλόξενο. Αναμετρηθήκαμε. Είχε το βλέμμα του νικητή. Εγώ την κοψιά του ηττημένου. Καμιά άλλη κουβέντα.

Η πόρτα έκλεισε πίσω σου.

Advertisements