Η υπογράφουσα, Ερατώ Μάργαρη-Αντωνοπούλου της Άννας και του Θεοδώρου, και έχουσα σώας τας φρένας, ξεκινώ σήμερα δεκαεννέα Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες δέκα, από την ΒΔ πτέρυγα, στον τρίτο όροφο του αντικαρκινικού νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», τη σύνταξη της διαθήκης και τελευταίας επιθυμίας μου:

Αγάπη μου, όταν θα σου διαβάσουν αυτήν τη διαθήκη να ξέρεις ότι ποτέ δεν έπαψα να θεωρώ πως ό,τι μου ανήκει είναι δικό σου. Μια νομική διαδικασία τόσο τυπική όσο η αποδοχή κληρονομιάς σου αποδίδει την υλική περιουσία μου, μα ήσουν κύριος της καρδιάς και του μυαλού μου για χρόνια. Πέρασα πολύ καιρό συνομιλώντας με σένα εν αγνοία σου, μπροστά από τον μεγάλο καθρέφτη στο χολ, κάτω απ’ το θόρυβο του ντους, σκαλίζοντας άτσαλα τα όμορφα λουλούδια σου στον κήπο. Χωρίς να το ξέρεις και χωρίς να το θέλεις η σκέψη σου υπήρξε η συντροφιά μου όλα αυτά τα σκληρά, μοναχικά χρόνια που κλεισμένη σ’ ένα σκονισμένο γραφείο άφηνα τη ζωή να φεύγει σαν την άμμο της κλεψύδρας, κόκκος-κόκκος. Μην με παρεξηγείς που μιλάω με φράσεις κλισέ. Για τον έρωτα και το θάνατο έχουν ήδη όλα ειπωθεί, και κανείς λογοτέχνης δεν μπορεί να φτιάξει καινούρια γλώσσα για να μιλήσει γι’ αυτά εκ νέου. Τώρα που χάνω το «κυρία» πλάι απ’ τ’ όνομά μου δικαιούμαι πια κι εγώ να πάψω να παλεύω με τη γλώσσα και να μιλήσω απλά, κι ίσως συνηθισμένα.

Να μην λυπάσαι που δεν θα με δεις πριν φύγω∙ δεν θα ήθελα να με δεις. Ήθελα να έχεις για μένα μέσα σου πάντα την εικόνα της γελαστής κοπέλας, με τα καστανά μαλλιά ν’ ανεμίζουν ανεξέλεγκτα παντού, το πονηρό χαμόγελο γραμμένο στα χείλη και τα μάτια παιχνιδιάρικα κρυμμένα πίσω απ’ τα δυο μου χέρια. Σαν εκείνη τη μέρα που φορούσα το πράσινο φόρεμά μου, με τα μεγάλα γεωμετρικά σχήματα, και κάλτσες με δαντελένια καλτσοδέτα. Κάναμε μιαν απογευματινή βόλτα στη μαρίνα. Οι βάρκες τακτικά αραγμένες η μια πλάι στην άλλη και το νερό ήρεμο∙ πέρα στο βάθος του ορίζοντα ένα απ’ τα πολυτελή γιοτ που πάντα σε γοήτευαν λικνιζόταν απαλά καθώς ξεμάκραινε. Ο ήλιος έδυε και η πλάση είχε βαφτεί ροζ. Πίσω μας η πόλη άσχημη και γκρίζα, αλλά μπροστά μας ένας άλλος κόσμος, στιγμιαία ιδανικός. Μου κρατούσες το χέρι και απήγγειλες ποίηση γελαστός. Γυρίσαμε σπίτι μας και κάναμε έρωτα όλη τη νύχτα. Έτσι θέλω να με θυμάσαι.

Δεν θέλω να δεις το τέλος μου. Ένα ανθρώπινο κουφάρι, χωρίς μαλλιά και φρύδια, με κίτρινο δέρμα και σκελετωμένο κορμί. Όσο η μορφίνη στάζει σταγόνα-σταγόνα μέσα στον ορό, κλείνω τα μάτια και θυμάμαι ν’ αγγίζω με το χέρι μου το δικό σου που έσφιγγε το λεβιέ των ταχυτήτων∙ το σήκωνες και τ’ ακουμπούσες στο γόνατό σου∙ με κρατούσες όπως τρέχαμε στην παραλιακή∙ με φιλούσες σε κάθε κόκκινο φανάρι. Τίποτα δεν μου έλειψε τόσα χρόνια όσο οι στιγμές που κρατιόμασταν έτσι απλά απ’ το χέρι, δίχως να μιλάμε. Χωρίς μεγαλοστομίες και υποσχέσεις, μόνο δυο χέρια ενωμένα, δάχτυλα μπλεγμένα και παλάμες ν’ ακουμπούν η μια την άλλη: το βράδυ που καθόμασταν κουρνιασμένοι στο παγκάκι κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό και μετράγαμε τα φωτάκια εκεί πάνω, τόσο μακρινά, τόσο ξένα, κι εμείς τρομοκρατημένοι απ’ το απέραντο του σύμπαντος αγκαλιαζόμασταν σφιχτά για να αναγνωρίσει το ένα σώμα στο άλλο τη σημαντικότητά του. Κι έπειτα πέρασαν τα χρόνια και μας φόρτωσαν με βάρη πολλά και λάθη. Εσύ έφυγες, εγώ έμεινα στο σπίτι μας μοναχή. Πρώτα πάγωσα και μετά μαράθηκα. Κι ύστερα το μέσα μου άρχισε να με τρώει ζωντανή.

Δεν σε αναζήτησα πριν, όχι γιατί δεν ήθελα, μα γιατί ήξερα πως εσύ δεν το θέλεις. Ύστερα ήταν πια πολύ αργά για να σου πω οτιδήποτε. Κι αν τώρα σ’ αναγκάζω με νομικά τερτίπια να διαβάσεις τους τελευταίους μου συλλογισμούς να μην το δεις σαν εκδίκηση ή σαν επιβολή. Θεωρώ μεγάλο κρίμα να πάρω μαζί μου φεύγοντας τις πιο τρυφερές μου σκέψεις για σένα∙ αυτές που ποτέ δεν μπόρεσα να σου πω από κοντά πριν η ζωή με συστήσει στο θάνατο. Μην πικραθείς και μην μετανιώσεις. Παρ’ το σαν την παραξενιά μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας και μην του δώσεις περισσότερη σημασία απ’ όση του πρέπει: με αυτή την διαθήκη, αφήνω στον πρώην σύζυγό μου, Μάριο Αντωνόπουλο της Κυριακής και του Σπυρίδωνα, το σύνολο της περιουσίας μου, ήτοι τραπεζικές καταθέσεις ύψους σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ ευρισκόμενες εις τον προσωπικό μου λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα∙ χαρτοφυλάκιο είκοσι χιλιάδων μετοχών της ΧΑΛΚΟΡ Α.Ε (ΠΡΩΗΝ ΒΕΚΤΩΡ)∙ το ακίνητο επί της οδού Φιλολάου 15 στον Άλιμο, και οτιδήποτε περιέχεται σε αυτό, οικιακό εξοπλισμό και προσωπικά αντικείμενα.

Δεν μπορώ να στο επιβάλλω, μα σε παρακαλώ∙ ζήσε σ’ αυτό το σπίτι που πέρασα τόσα λαμπερά καλοκαίρια χωρίς εσένα. Φέρε μια καινούρια νοικοκυρά∙ γέμισέ το με παιδιά που δεν θα είναι τα δικά μας. Γίνε ευτυχισμένος στη μνήμη μου. Θέλω να κρατήσεις τα βιβλία μου και να κάψεις τα ημερολόγιά μου. Δεν χρειάζεται να τα διαβάσεις, μα αν το κάνεις δεν πιστεύω πως θα βρεις σ’ αυτά τίποτα που δεν γνωρίζεις ήδη πολύ καλά. Κρύψε την κοσμηματοθήκη μου, εκείνο το κουτί με το πλουμιστό σμάλτο που μου έφερες κάποτε από τα ταξίδια σου, στο πίσω μέρος της αποθήκης και ξέχασέ την εκεί. Χρόνια μετά, όταν μια κόρη σου θα παίζει κρυφτό με τα άλλα παιδιά, θα βρει τον χαμένο θησαυρό∙ άστην να τα πάρει τότε όλα. Τα κοσμήματα μιας μεγάλης γυναίκας πρέπει πάντα να πηγαίνουν σε μια κόρη. Εμένα που το κορμί μου γέρασε πριν τα χρόνια μου περάσουν, και κόρη δεν μου έδωσε να της αφήσω την κληρονομιά, δεν θέλω τα κοσμήματά μου να βρεθούν στα χέρια ενός ψυχρού παλαιοπώλη. Θα κρατήσω μόνο τη βέρα μου, όπως την είχα πάντα από τον χωρισμό μας, περασμένη σε μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό μου. Την θέλω μαζί μου στο ταξίδι σαν οβολό για το βαρκάρη.

Ξέρω ότι θα σου έρθει η διαθήκη αυτή σαν έκπληξη, μα δεν το κάνω για να σε πειράξω. Είσαι ό,τι αγάπησα και δεν θα μπορούσα να έχω πράξει αλλιώς. Δεν σου ζητώ να θυσιάσεις ούτε ρανίδα απ’ τη μνήμη σου για να φυλάξεις την θύμησή μου. Άσε τον τάφο μου να ερημώσει∙ χωρίς λουλούδια, χωρίς λιβάνι. Στις γυναίκες που πεθαίνουν μοναχές δεν αξίζουν αναθέματα. Σε λίγα χρόνια τα κόκκαλά μου θα ξεθαφτούν απ’ την πολιτεία και θα περάσουν στ’ αζήτητα∙ η τελευταία μου κατοικία θα είναι μόνο προσωρινή, όπως προσωρινό ήταν ό,τι θεώρησα παντοτινό στην ζωή μου∙ όπως προσωρινός ήσουν κι εσύ. Οποιαδήποτε εκπρόσωπος του φεμινιστικού κινήματος θα έφριττε και θα οργιζόταν διαβάζοντας αυτές τις αράδες. Όμως δεν θ’ αφήσω την πολιτική να υπαγορέψει τα τελευταία μου λόγια∙ τα τελευταία λόγια είναι ένα τραγούδι του πόνου κι όχι πολιτικό μανιφέστο. Επομένως ας με συγχωρήσει το φεμινιστικό κίνημα μα λίγο πριν τον τάφο, όταν το κορμί λιώνει ενώ είσαι ακόμα ζωντανός μαθαίνεις πόσο λίγο μετράει η ιδεολογία. Πολυλογώ. Διστάζω να κόψω αυτή την τελευταία επικοινωνία.  Πάντα φοβόμουν το αντίο. Όσο συνθέτω αυτό το έγγραφο νιώθω πως υπάρχει ακόμα μια γραμμή που μας ενώνει, μια υπέργεια επικοινωνία που θα διαλυθεί μόλις βάλω την τελευταία τελεία. Μα δεν μπορώ να συνεχίσω να γράφω για πάντα∙ το «για πάντα» άλλωστε φαντάζει εντελώς ειρωνικό σ’ αυτή την περίπτωση. Τελεία λοιπόν.

Αθήνα, 19 Φεβρουαρίου 2010

Η διαθέτης:

Ε. Μάργαρη-Αντωνοπούλου

 

 

«Έσβησε εχθές, σε ηλικία σαράντα δύο ετών, η συγγραφέας και ακαδημαϊκός Ερατώ Μάργαρη-Αντωνοπούλου μετά από πολύμηνη μάχη με την επάρατη νόσο. Τον περασμένο Μάρτιο η Μάργαρη-Αντωνοπούλου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το τελευταίο μυθιστόρημά της «Όταν Έρχομαι να Φεύγεις». Η πολυβραβευμένη συγγραφέας δημοσίευσε συνολικά επτά μυθιστορήματα, μια συλλογή δοκιμίων και δυο ποιητικές συλλογές, καθώς και πληθώρα σημαινόντων ακαδημαϊκών άρθρων σε ελληνικά και διεθνή έντυπα. Μέρος του λογοτεχνικού της έργου έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και έχει γνωρίσει σημαντική επιτυχία στο εξωτερικό. Το υπουργείο Πολιτισμού εξέφρασε με ανακοίνωσή του θερμά συλλυπητήρια για την «απώλεια μιας από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες των νεοελληνικών γραμμάτων». Η κηδεία της θα τελεστεί αύριο το μεσημέρι από το νεκροταφείο Παλαιού Φαλήρου. Ο δικηγόρος της εκλιπούσης δήλωσε πως τελευταία επιθυμία της συγγραφέως ήταν αντί στεφάνων να γίνουν δωρεές στο Ίδρυμα Δράσης Κατά του Καρκίνου του Μαστού». ΑΠΕ-ΜΠΕ

Advertisements