Κλείνεις τα μάτια και δεν μπορείς να κοιμηθείς. Νιώθεις την αναπνοή σου να πιάνεται και ένα δυσάρεστο καυτό κύμα να πλημμυρίζει το στομάχι σου. Όλοι οι μύες σφίγγονται και το κεφάλι σου βουίζει. Οι σκέψεις περνούν απ’ την οθόνη του μυαλού σε ταχύτητα αστραπής και νιώθεις ότι βρίσκεσαι ένα βήμα πριν κάνεις βουτιά στο κενό. Ιδρώνεις. Αρχίζεις να λαχανιάζεις. Κοιτάς προς τα πάνω και νιώθεις πως το ταβάνι είναι έτοιμο να σε πλακώσει. Οι τοίχοι κλείνουν γύρω σου και σε καταλαμβάνει ο πανικός της ασφυξίας. Θέλεις να φωνάξεις αλλά δεν βγαίνει φωνή. Ξαφνικά όλα γίνονται θολά∙ θέλεις να χτυπήσεις κάποιον∙ θέλεις να κλάψεις∙ θέλεις να εξαϋλωθείς. Τίποτα απ’ αυτά δεν θα γίνει και αργά-αργά θα επιστρέψεις στην πρότερη κατάσταση οριακής ηρεμίας απ’ όπου ξεκίνησες.

Πέρασα την βρεφική και μωρουδιακή μου ηλικία σε πλήρη ηρεμία. Αν πιστέψει κανείς την μαμά μου –και γιατί όχι άλλωστε– ήμουν ένα μωρό που θρεφόταν απ’ τον ύπνο, πάντα ήσυχο, μονίμως σιωπηλό, ποτέ και για κανένα λόγο απαιτητικό, με λίγα λόγια ένα μωρό υπόδειγμα. Χωρίς κολικούς, πονάκια, ενοχλήσεις, δεν τράβηξα ποτέ την προσοχή πάνω μου κλαίγοντας και δεν φαινόμουν να ταράχτηκα ποτέ και για κανένα λόγο όσο βρισκόμουν σ’ αυτό το ευλογημένο στάδιο. Κι όμως. Απ’ την νηπιακή μου ηλικία και δώθε, κάτι φαίνεται να πήγε πολύ, πολύ, πολύ στραβά. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν ένα αγχωτικό παιδί. Έχω την εντύπωση –αν και πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να κατασκευάζω αυτή την εικόνα εκ των υστέρων– ότι βρισκόμουν μονίμως υπό το κράτος του φόβου. Χωρίς κανείς να με πιέζει άμεσα έσπρωχνα πάντα τον εαυτό μου τσίμα-τσίμα στα όριά μου. Μεγάλωσα σε μια διαρκή προσπάθεια ν’ αποδείξω σε μένα και στους άλλους ότι είμαι το πανέξυπνο λαμπρό, μοναδικό πλάσμα που όλοι θεωρούσαν πως είμαι. Γονείς, φίλοι, συγγενείς, δάσκαλοι: «Χρυσό κορίτσι», έλεγε η νηπιαγωγός μου, «Είναι πανέξυπνη», έλεγε η δασκάλα μου στην πρώτη δημοτικού, «Είναι τόσο έξυπνη που μέσα στο μάθημα βαριέται και δεν μπορώ να την ελέγξω στην τάξη», έλεγε ο δάσκαλος μου στην δευτέρα δημοτικού. Και έφτασε έτσι γαϊτανάκι ως το πανεπιστήμιο. Κι εγώ μονίμως να πρέπει να υπερασπίσω τον τίτλο μου. Εξουθενωμένη.

Πήρα το πτυχίο μου με άριστα∙ εκφώνησα τον όρκο στην τελετή ορκωμοσίας∙ μάζεψα τα μπογαλάκια μου και ήρθα στην Αγγλία για να συνεχίσω τις θεωρητικές και οικονομικά ασύμφορες σπουδές μου με μια κάποια έπαρση λόγω του λαμπρού μου παρελθόντος. Το πρόβλημα φυσικά γιγαντώθηκε εκεί. Αν έμενα στην έπαρση ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί πολύ πιο θετικά για μένα. Εγώ όμως πάντα ήμουν επιρρεπής στο άγχος κι όταν οι συνθήκες ωρίμασαν το άγχος με πήρε από κάτω και κάπως έτσι ξεκίνησα ένα πολύ πολύ μακρύ ταξίδι σ’ ένα πολύ πολύ σκοτεινό μονοπάτι που ακόμα δεν φαίνεται να έχει τελειώσει. Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου βρέθηκα σε μια κατάσταση διαρκούς αβεβαιότητας. Καταρχάς ο τρόπος με τον οποίο είχα μάθει να βλέπω τον εαυτό μου, περίπου σαν το πιο λαμπρό αστέρι τ’ ουρανού, αναιρέθηκε πλήρως. Αφενός λόγω αντικειμενικών συνθηκών (το μάστερ μου ήταν σε μια γλώσσα που δεν ήταν η μητρική μου γλώσσα και σ’ ένα αντικείμενο που δεν ήταν άμεσα συναφές με το αντικείμενο του πρώτου μου πτυχίου) και αφετέρου λόγω της πολιτικής του πανεπιστημίου που δεν ξεχωρίζει μοναδικότητες μέσα στο μάθημα, η αυτοπεποίθησή μου άρχισε να δέχεται το ένα πλήγμα πίσω απ’ τ’ άλλο. Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως παρία της τάξης, ως φοιτήτρια δευτέρας διαλογής (το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι συμφοιτητές μου ήταν αγγλόφωνοι δεν βοήθησε καθόλου). Άρχισα ν’ αμφισβητώ τις δυνατότητές μου με έναν τρόπο που δεν το είχα κάνει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή στη ζωή μου.

Ταυτόχρονα άρχισα να ψάχνω να βρω έναν τρόπο για να συνεχίσω τις σπουδές μου σε διδακτορικό επίπεδο. Από ακαδημαϊκής άποψης αυτό ήταν ένα κομμάτι κέικ, και η αίτησή μου έγινε αμέσως δεκτή. Από οικονομικής άποψης φαινόταν απ’ όλες τις μεριές ακατόρθωτο. Δεδομένου όμως ότι είμαι ίσως ο πιο πεισματάρης άνθρωπος που έχει περπατήσει σ’ αυτό το σύμπαν δεν θεώρησα στιγμή ότι υπήρχε περίπτωση να επιτρέψω στις εξωτερικές συνθήκες να πάρουν την απόφαση για μένα. Άρχισα να εξετάζω κάθε είδους πιθανή λύση στο πρόβλημά μου, μέχρι που κατέληξα ότι η προοπτική του να εκπονήσω μια διδακτορική διατριβή ενώ δουλεύω είκοσι πέντε ώρες την εβδομάδα είναι απόλυτα επιτεύξιμος στόχος. Πήρα ταυτόχρονα και μερικές άλλες βλακώδεις αποφάσεις που δεν είναι της παρούσης να τις αναλύσω εδώ. Καμία απόφαση δεν πάρθηκε ελαφρά τη καρδία. Είμαι πείσμων∙ αλλά δεν είμαι χαζή. Όσο προετοίμαζα την ηρωική μου παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο τόσο φόρτωνα τον εαυτό μου με άγχη που συσσωρεύονταν και στοιβάζονταν ωραία-ωραία στους ώμους μου.

Κι έτσι τον Ιούλιο ήρθε η πρώτη κρίση πανικού. Το απίστευτο, απαίσιο κι όμως συναρπαστικό αυτό συναίσθημα του ότι δεν ελέγχεις τον εαυτό σου, ο εαυτός σου ελέγχει εσένα. Το σώμα σου αντιδρά ερήμην σου. Ο χρόνος και ο χώρος γίνονται έννοιες σχετικές όσο μετατρέπεσαι σε ένα πλάσμα άβουλο κι αβοήθητο. Ύστερα σου μένει μια άσχημη γεύση στο στόμα κι ένας δραματικός τρόμος. Πιο μετά θα το νιώθεις να ‘ρχεται, θα ξέρεις ότι δεν μπορείς να το εμποδίσεις, και σιγά-σιγά αυτός ο αγχώδης πανικός θα διαποτίσει κάθε έκφανση της καθημερινότητάς σου. Δεν είναι πια κρίση πανικού, είναι κάτι πολύ πιο ήπιο και ύπουλο. Είσαι μόνιμα τσιτωμένος. Κάθε δυνατός, απότομος θόρυβος σε κάνει να πετιέσαι όρθιος, οι καθημερινές υποχρεώσεις μοιάζουν βουνό, ξέρεις ότι πρέπει να τις διεκπεραιώσεις, κι αυτό το πρέπει σε καταβάλει όσο τίποτα. Λίγες μέρες μετά την πρώτη κρίση πανικού, επισκέφθηκα την γιατρό του κέντρου υγείας του πανεπιστημίου για να παραπονεθώ για προβλήματα συγκέντρωσης και διαταραχές του ύπνου∙ μου σύστησε αμέσως θεραπεία με αγχολυτικά την οποία αρνήθηκα κατηγορηματικά. Την ευχαρίστησα ευγενικά, σηκώθηκα κι έφυγα. Πήγα στο κοντινότερο φαρμακείο και αγόρασα ένα υπερτεράστιο κουτί βαλεριάνες. «Αυτό αρκεί», είπα.

Τις ημέρες που ακολούθησαν βασική μου έγνοια αποτέλεσε η ολοκλήρωση της πτυχιακής μου εργασίας. Το τελευταίο εικοσαήμερο πριν την παραδώσω κατέληξα να κοιμάμαι κατά μέσο όρο δυο με τρεις ώρες την ημέρα. Έπεφτα στο κρεβάτι ενώ είχα δει από ώρα την ανατολή του ήλιου. Έκλεινα τα μάτια, κι ενώ το κορμί μου σπάραζε για ύπνο, το μυαλό μου αρνούνταν να το επιτρέψει. Κάποια στιγμή οι διακόπτες κατέβαιναν αυτόματα και βυθιζόμουν σ’ έναν ιδρωμένο λήθαργο απ’ τον οποίο έβγαινα δυο ώρες αργότερα με τον ίδιο απότομο τρόπο. Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλα για να συνεχίσω να κοιμάμαι ήταν μάταιο. Με το που τίναζε και τα τελευταία υπολείμματα του ύπνου το μυαλό μου άρχιζε να στροφάρει σε απίστευτες ταχύτητες. Καμιά σκέψη δεν έβγαζε νόημα, κι ύστερα από μερικές μέρες ήμουν πια τόσο κουρασμένη που είχα την εντύπωση ότι λειτουργώ στον αυτόματο πιλότο. Δεν σκεφτόμουν εγώ, το μυαλό μου σκεφτόταν για μένα. Δεν έγραφα πια την πτυχιακή μου. Ήταν σαν να γράφεται μόνη της όσο εγώ απλά κοιτούσα τον υπολογιστή με βλέμμα απλανές. Όσο οι μέρες περνούσαν τόσο τα πάντα έπαιρναν να μοιάζουν με την θέα που πρέπει να έχει κανείς μέσα από μια σαπουνόφουσκα. Όλα ιριδίζοντα, λικνιζόμενα, όλα ασταθή και ταλαντευόμενα. Την ημέρα που παρέδωσα την πτυχιακή μου γύρισα σπίτι και κοιμήθηκα για δώδεκα ώρες. Μου πήρε περίπου μια βδομάδα για ν’ αρχίσω να συνέρχομαι, όμως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Είχα εξ άλλου θριαμβεύσει.

Ξεκίνησα το διδακτορικό μου λιγότερο από ένα μήνα μετά. Είχα κέφι, είχα όρεξη, είχα στόχο. Βρήκα μια δουλειά, μπήκα σ’ ένα ρυθμό, μπόρεσα υπό αυτές τις συνθήκες να ελέγξω το άγχος μου και να το διοχετεύσω σ’ αυτά που έπρεπε να γίνουν, σαν κινητήριο δύναμη, σαν καύσιμο για να συνεχίσω να πηγαίνω. Κι όλα μοιάζαν να πηγαίνουν κατ’ ευχήν μέχρι που μπήκε το 2010 και όλα πήγαν απότομα κι απρόσμενα στο διάολο. Μέσα σε μια μέρα έχασα την δουλειά μου, τον υπολογιστή μου και τον καλύτερό μου φίλο. Άνεργη και με το ηθικό μου πεσμένο στα τάρταρα άφησα το άγχος να ξεχυθεί μέσα μου και να με μπλοκάρει ολοκληρωτικά. Πέρασα μια εβδομάδα κοιτώντας το ταβάνι της κρεβατοκάμαράς μου και κλαίγοντας σταθερά ανά μισάωρο. Έκανα περίπου δέκα μέρες να φάω οτιδήποτε και αυτή τη φορά έφτασα να κοιμάμαι δώδεκα ώρες την ημέρα. Όσο η ψυχολογική μου διάθεση χειροτέρευε τόσο χειροτέρευαν κι οι εξωτερικές συνθήκες, όσο περισσότερο αγχωνόμουν χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι τόσο περισσότερο έχανα τον έλεγχο. Σταμάτησα να τρώω γενικώς, σταμάτησα να διαβάζω, σταμάτησα να γράφω, άρχισα να κάνω ό,τι δουλειά του ποδαριού κατάφερνα να βρω για να επιπλεύσω οικονομικά, και γενικώς πέρασα μια περίοδο που καλύτερα να μην αρχίσω να την περιγράφω εκτενέστερα γιατί δεν θέλω να την θυμάμαι. Μέσα στο κεφάλι μου επικρατούσε μια κατάσταση σπαγγέτι. Οι σκέψεις μπλέκονταν η μια με την άλλη, πιθανές λύσεις, πιθανές συνέπειες, πραγματικά γεγονότα, επιθυμητά γεγονότα, φόβοι, λαχτάρες, τα πάντα έπαιζαν ταυτόχρονα στη διαπασών όλη την ώρα, σε όλα τα μέρη, με όλους τους τρόπους. Έχοντας υπάρξει πάντοτε επιρρεπής στους εφιάλτες κατάφερα αυτή την περίοδο να σπάσω κάθε ρεκόρ φρικαλεότητας στα όνειρά μου. Με λίγα λόγια κράσαρα εντελώς.

Η γιατρός που με είδε στην Ελλάδα τον Απρίλιο διέγνωσε βαρβάτη κατάθλιψη με αγχώδες σύνδρομο. Να την χαίρομαι. Καμιά φορά πρέπει να καταρρεύσεις τελείως για ν’ αρχίσεις να βάζεις τα πράγματα σε μια τάξη∙ να δώσεις προτεραιότητα στα βασικά και να θέσεις τα δευτερεύοντα στην άκρη. Δεν είναι κάτι που γίνεται αυτόματα μετά από μια τέτοια εμπειρία. Θέλει δουλειά και θέλει κόπο. Κι εγώ είμαι ένας χαρακτήρας που δύσκολα ξεβολεύεται από τα μοτίβα που ήδη γνωρίζει. Αν γράφω αυτό το κείμενο σήμερα είναι για να επισημάνω στον εαυτό μου πόσο εύκολο είναι να βρεθείς ανά πάσα στιγμή ξανά στο σημείο εκκίνησης. Εδώ και μερικές μέρες έχω αρχίσει ν’ αγχώνομαι. Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ και ξυπνάω εύκολα. Είμαι διαρκώς κουρασμένη, όμως όχι ακόμα οριακά. Για άλλη μια φορά τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Όμως αξίζει να περάσει κανείς ξανά αυτή την ταλαιπωρία; Σας διαβεβαιώ πως δεν αξίζει. Άμα καταφέρω να πείσω και τον εαυτό μου τότε όλα θα πάνε κατ’ ευχήν. Θα σας κρατώ ενήμερους.

Advertisements