Nobody puts Baby in a corner.

[Από την ταινία «Dirty Dancing» του Εμίλ Αρντολίνο, 1987]

Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε την ανατολή του ηλίου; Ας το αναδιατυπώσουμε: πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε την ανατολή; Όχι επειδή περάσατε όλη τη νύχτα προσπαθώντας απεγνωσμένα να λύσετε μια άσκηση, να γράψετε μια εργασία, να μπαλώσετε τ’ αμπάλωτα του γραφείου και να βγάλετε άκρη από το μπερδεμένο κουβάρι της καθημερινότητας, πράγμα που σας οδήγησε έξι η ώρα το χάραμα, με το κεφάλι στο πληκτρολόγιο και μια λεπτή γραμμή σάλιου να στάζει ανάμεσα στο «Μ» και το «</,», να δείτε την γραμμή του ορίζοντα να φωτίζεται χωρίς εσείς να είστε σε θέση να ξεχωρίσετε αν είναι ο ήλιος που ανατέλλει ή τα alien που ήρθαν για να σας απαλλάξουν απ’ τη μιζέρια σας. Ας μείνουμε στο πνεύμα της ερώτησης: Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε τον ήλιο ν’ ανατέλλει;

Ανάλογα με την εποχή, την ατμόσφαιρα, το τοπίο, η εμπειρία της ανατολής του ηλίου μεταβάλλεται. Μπορεί να φανεί σαν μια γλυκιά μεταβολή του βαθύ μπλε της νύχτας, όπου μια αχνή λωρίδα ουρανού ξεκινά να γίνεται γαλανή, παίρνοντας όλες τις αποχρώσεις του κυανού μέχρι ο ήλιος να αρχίσει να διακρίνεται ευκρινώς στον ορίζοντα. Μπορεί να σκάσει σαν μια τριανταφυλλί οπτασία, σαν ένα αντίστροφο ηλιοβασίλεμα που θα χαρίσει στην πλάση μια στιγμιαία λησμονιά απ’ όλα όσα πονάνε. Μπορεί ο ήλιος να βγαίνει σιγά σιγά, μυστικά, απ’ τη φωλιά όπου είχε αποσυρθεί όσο το φεγγάρι βασίλευε σ’ αυτή την γη μας. Μπορεί να ξεπετάγεται βίαια και να κάνει εντυπωσιακή είσοδο, σέρνοντας μαζί του την μέρα με όλη της τη σκληρότητα. Τα ηλιοβασιλέματα λοιπόν διαφοροποιούνται. Αναμφίβολα. Αυτό που διαφοροποιείται όμως πιο έντονα και πιο αποφασιστικά είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες παρακολουθεί κανείς ένα ηλιοβασίλεμα. Το ίδιο και μια δύση. Οι συνθήκες υπό τις οποίες κανείς βιώνει την απλότητα και την ομορφιά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που παρακολούθησες ένα ηλιοβασίλεμα στην αμμουδιά, αγκαλιά με κάποιον αγαπημένο. Ή μόνος στο μπαλκόνι του σπιτιού σου, χαλαρός, με καφέ και τσιγάρο, αλλά χωρίς σκοτούρες και θλίψη. Ή ξαπλωμένος στο σχεδόν υγρό χορτάρι ενός ανθισμένου λόφου, με την μυρωδιά απ’ τους υακίνθους να σε ζαλίζει και να μπαίνει ανάμεσα σε σένα και το ηλιοβασίλεμα, προβάλλοντας εικόνες ψυχεδελικές στον ημιφωτισμένο ορίζοντα.

Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να θρηνήσουμε στον μοντέρνο τρόπο ζωής μας είναι η εξαφάνιση της απλότητας. Τα γούστα μας γίνονται περίπλοκα, όλο και πιο περίπλοκα, και όλο και πιο δύσκολα ικανοποιήσιμα. Δεν είναι πια πως δεν υπάρχει χρόνος για να δεις αγκαλιασμένος το ηλιοβασίλεμα, είναι πως προτιμάς να το δεις σε οθόνη Plasma υψηλής ευκρίνειας, και έχεις εντελώς ξεχάσει ότι η αυθεντική εμπειρία βρίσκεται ένα μόλις βήμα μακριά. Ένα βήμα με κατεύθυνση την πόρτα του χρυσαφένιου κλουβιού σου. Αυτή η «αναβάθμιση» των ηθών αντανακλάται έντονα στον χώρο του σινεμά. Για μια τέχνη που ξεκίνησε βουβή, σήμερα το δεδομένο προαπαιτούμενο των Dolby Surround είναι αναμφίβολα μεγάλο βήμα. Για τα ειδικά εφέ μπορούμε να πούμε πολύ λίγα χωρίς να δείξουμε μια παντελή έλλειψη γνώσεων στον τομέα –έναν τομέα που μεταβάλλεται με αστραπιαίες ταχύτητες έχοντας ξεφύγει πια απ’ τα χνάρια της τέχνης κι έχοντας γίνει επιστήμη. Εκεί όμως που εντοπίζεται η μεγάλη διαφοροποίηση είναι στο περιεχόμενο, παρά στο περιτύλιγμα της κινηματογραφικής παραγωγής. Οι ταινίες χωρίζονται χοντρικά και εύκολα σε blockbuster επιτυχίες και «ποιοτικό κινηματογράφο». Ο διαχωρισμός είναι αρκετά τσουβαλιαστικός, αλλά χάριν του επιχειρήματος ας τον διατηρήσουμε, κρατώντας υπόψιν ότι υπάρχουν παντού και πάντα εξαιρέσεις –αυτές που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ένα μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής λοιπόν είναι φιλμ προς κατανάλωση, προϊόντα ενός υλιστικού παιχνιδιού, το περιεχόμενο των οποίων είναι ένας καθρέφτης της αγχωτικής κοινωνίας μας. Ένα άλλο κομμάτι της κινηματογραφικής παραγωγής, προσπαθώντας τόσο απεγνωσμένα να κάνει την διαφορά καταντά βαρύγδουπο και σχολαστικό, με αποτέλεσμα η θέαση των εν λόγω ταινιών να είναι περισσότερο πηγή ψυχικού άχθους παρά υγιούς προβληματισμού. Σαν το ψεύτικο ηλιοβασίλεμα της μικρής οθόνης, οι ταινίες αυτές είναι μια καλογυαλισμένη επίδειξη λαμπρών εσωτερικών κόσμων, που πάσχουν όμως σε αυθεντικότητα.

Τον μήνα που μας πέρασε, υπό συνθήκες μεγάλου άγχους ανέπτυξα το συνήθειο να παρακολουθώ κάθε βράδυ μια συγκεκριμένη ταινία –την ίδια πάντα. Μιλάω περιέργως για το χορευτικό ρομάντζο «Dirty Dancing», του 1987 από τον σκηνοθέτη Εμίλ Αρντολίνο. Η ταινία είναι μια κλασσική παραγωγή της δεκαετίας του 1980, με όλη την ανάλογη αισθητική όπως την ξέρουμε και λατρεύουμε να την μισούμε. Δεδομένου ότι η υπόθεση διαδραματίζεται πίσω στο 1963, το όλο θέαμα είναι επενδεδυμένο με μια χαριτωμένη αφέλεια, που το θέτει εκτός συναγωνισμού, σε επίπεδο πλοκής τουλάχιστον. Μια νεαρά ύπαρξη, βυθισμένη στα βιβλία και τον ιδεαλισμό της έρχεται αντιμέτωπη με την έντονη σεξουαλικότητα ενός παιδιού απ’ την άλλη μεριά του φράχτη και… παίρνουν φωτιά. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να ειπωθεί πάνω στην υπόθεση, και θα βιαζόταν κανείς να κατακρίνει το έργο ως ρηχό, μια ακόμα ευκαιριακή επιτυχία, βασισμένη σε κλισέ ρομαντισμούς και την αρρενωπή γοητεία του Πάτρικ Σουέιζ. Είναι όμως πειραματικά αποδεδειγμένη αλήθεια πως γύρω στην δέκατη φορά που το βλέπει κανείς, αρχίζει να εντοπίζει και να επεξεργάζεται αναγνώσεις που με την πρώτη ματιά δεν είναι εμφανείς. Φυσικά δεν πρόκειται ο στοχασμός να μετατρέψει το «Dirty Dancing» σε ταινία του Κισλόφσκυ, όμως υπάρχει σ’ αυτό το συνδυασμό αφέλειας και πόζας που αποτελεί την ταινία, κάτι το παραπάνω. Γύρω στην δέκατη πέμπτη επανάληψη της ταινίας συνειδητοποιείς ότι το κλειδί για να την κατανοήσεις είναι η απλότητα. Αυτό που έχει λείψει σήμερα από την καθημερινότητά μας, από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη ζωή και τα πράγματα είναι η απλότητα. Κανένα βιώσιμο, βαρύγδουπο κοινωνικό σχόλιο δεν θα βγει απ’ το «Dirty Dancing», όσο κι αν προσπαθήσει κανείς.

Αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κάποιος όμως, τόσο στην απλότητα του σεναρίου, όσο και στην αυθεντικότητα των ερμηνειών –και κυρίως στις απίστευτα ζωντανές εκφράσεις της Τζένιφερ Γκρέι– είναι ότι έχουμε περιπλέξει την ζωή και τα κανάλια πρόσληψης της πραγματικότητάς μας τόσο πολύ, ώστε πια η απλή ευτυχία ενός αγγίγματος, μιας βόλτας στη βροχή, μιας νύχτας αυθεντικού πάθους, έχει ξεθωριάσει κάτω απ’ τις πολύπλοκες απαιτήσεις του Εγώ μας, που ολοένα και αυξάνονται. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής αίσθηση του ανικανοποίητου, που κορυφώνεται στον τομέα της προσωπικής ζωής, και είναι αντιστρόφως ανάλογη της επαγγελματικής επιτυχίας. Δύσκολα κάτι τόσο εύκολο γίνεται κατανοητό. Το γεγονός όμως ότι το έργο δεν θίγει μεγάλα πολιτικά προβλήματα και δράματα του αιώνα, δεν σημαίνει ότι δεν μιλάει για μεγάλα πράγματα. Έχουμε μάθει τόσο πολύ να εκμηδενίζουμε το ορμέμφυτό μας που δεν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε όταν βρίσκεται η έκφρασή του μπροστά στα μάτια μας. Στο «Dirty Dancing» ο παράγοντας «χορός» βοηθάει τον αισθησιασμό να ξεκλειδωθεί, και αφήνει τα σώματα να μιλήσουν χωρίς περιττές διανοητικές διεργασίες να μπαίνουν στην μέση. Το πρόβλημα μας εν γένει είναι ότι λέμε πολλά λόγια, και κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα λίγο. Η πορεία του πολιτισμού μας είναι μη αναστρέψιμη, και κανείς δεν θα επιστρέψει στην κακοχτενισμένη αθωότητα του ‘80, ή την χαρωπή αφέλεια του ‘60. Ψήγματα αυτού του πολιτισμού, αυτό είναι πια που σώζουμε, και πρέπει να το κάνουμε συνειδητά, πριν η παλίρια του εικοστού πρώτου αιώνα μας πάρει τόσο μακριά απ’ τον εαυτό μας ώστε να μην μπορούμε πια να θυμηθούμε ότι κάποτε είχαμε ψυχή, είχαμε αισθήματα, είχαμε και σώμα.

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Μάιο του 2009

Advertisements