Ημερολόγια Μαθημάτων, μέρος Β’


«Η ζωή μας, είναι η χρονική διάρκεια του σώματός μας, που είναι ο λειτουργικός χώρος της ζωής μας».

[από το βιβλίο του Γουίλιαμ Γκας, «Willie Masters’ Lonesome Wife», (1968)]

Όταν θέσεις σε μια ομάδα ανθρώπων μια ερώτηση που συνοψίζεται, ασχέτως διατύπωσης στο σχήμα «σώμα και/ή ψυχή και/ή πνεύμα», το σίγουρο είναι ότι η κουβέντα θ’ ανάψει. Μπορούμε άραγε να αποδώσουμε ποσοστά σε κάθε μια από τις παραπάνω έννοιες, και λύνοντας την εξίσωση να εκπληρώσουμε τους πόθους μας για τη ζωή και το μέλλον μας; Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος έχει μια πλευρά σωματική, ζωώδη, που είναι αναμφισβήτητη και μπαίνει πάντα ανάμεσα στις διεργασίες συγκρότησης της προσωπικότητας του ατόμου και την πολιτισμένη κοινωνία. Η διανόηση, ή αλλιώς η πνευματική διάσταση του ανθρώπου, καλείται να κρατήσει το ισοζύγιο. Εκεί όμως που η θετική ισορροπία κοντεύει να επιτευχθεί, τρυπώνει από το πουθενά το συναίσθημα, και αντί η ζυγαριά να μείνει σταθερή και ευθυγραμμισμένη, αρχίζει να τραντάζεται και να παλαντζάρει και μένει αιώνια αιωρούμενη σε μια αμφίθυμη κατάσταση διαρκούς αβεβαιότητας. Όταν υπό το κράτος αυτών των ορμών πρέπει κάποιος επιπλέον να πάρει και αποφάσεις, τότε η εσωτερική σύγκρουση καταλήγει διαλυτική για τη συγκρότηση του «εγώ».

Αγάπη, πίστη, φιλία, σεξουαλική ικανοποίηση, επικοινωνία, πνευματική συγγένεια. Όλα τα στοιχεία που παίζουν ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια φόρμουλα που να τα περιλαμβάνει όλα σε ικανοποιητικές ποσότητες, καταλήγουν να δηλητηριάζουν με την επιρροή τους το ένα το άλλο. Πάντα το «ξένο», το λακανικό «Άλλο», έρχεται και παρεισφρέει ανάμεσα στον εαυτό και το τέλειο. Ο αστάθμητος παράγοντας χαλάει τη συνταγή, ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που πιστεύει κανείς ότι έχει επιτύχει το τέλειο. Το πρόβλημα του ανθρώπου είναι ίσως ότι είναι πάντα καταδικασμένος να σκέφτεται. Να σκέφτεται, να ονειρεύεται και να φαντάζεται, να πλάθει ιδανικούς παραδείσους, και όταν δεν μπορεί να τους βρει και αποτυγχάνει να τους κατασκευάσει είτε να καταρρέει ως προσωπικότητα, είτε να ατσαλώνεται πίσω από προστατευτικούς τείχους που με τον καιρό ψηλώνουν τόσο ώστε κάθε πρόσβαση στον έξω κόσμο περιχαρακώνεται οριστικά. Περιορίζουμε και περιχαρακώνουμε τη ζωή μας γύρω από συγκεκριμένα πρότυπα –που μπορεί να τα κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι– και τελικά δεν μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με αυτή τη ζωώδη πλευρά με την οποία μας προίκισε η φύση μόνο και μόνο γιατί έχουμε ενστερνιστεί τον πολιτισμό περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

Οι πολιτιστικές επιταγές που κερδίζουν ολοένα έδαφος εις βάρος του ενστίκτου, τείνουν να οδηγήσουν στην κατασκευή μιας κοινωνίας μαζικά νευρωσικής, επικίνδυνα αυτιστικής και κλεισμένης στον εαυτό της απ’ όλες τις απόψεις. Το αντίκτυπο τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο είναι βαρύ. Η επικοινωνία χάνεται και το μόνο που μένει είναι ο φόβος, είτε ο φόβος για το «Άλλο», είτε ο φόβος για την μη εκπλήρωση μιας εξαρχής ουτοπικής φαντασίωσης. Ας αναλογιστούμε λίγο τα λόγια του νομπελίστα Χάρολντ Πίντερ: «Για τους τρόμους, όμως, ε, γι’ αυτούς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί η λέξη. Αυτοί είναι πράγμα ολότελα διαφορετικό. Οι τρελοί των ασύλων πιστεύουν στους τρόμους και τους θεωρούν υπαρκτούς και αποφασιστικά στοιχεία της ζωής. Άποψη πολύ συζητήσιμη», (από το μοναδικό του μυθιστόρημα «Οι Νάνοι», εκδ. Καστανιώτη). Τι παραπάνω είναι ο τρόμος από την αβεβαιότητα απέναντι στο «ξένο»; Ο τρόμος είναι μια άνοια ρευστή, όμως προσδιορίζει το υποκείμενο με έναν τρόπο που η ευτυχία, η απόλαυσή ή η ικανοποίηση δεν μπορούν να το κάνουν. Συνειδητοποιώντας κανείς τη δύναμη και την επιρροή που έχει το αρνητικό συναίσθημα πάνω στη ζωή του δεν μπορεί παρά να επιχειρήσει να μεταβάλει τις προσλαμβάνουσές του. Αν όμως δεν μεταβάλει τον ίδιο το μηχανισμό που παράγει τις αρνητικές δονήσεις, τότε δεν πρόκειται να επιτύχει κανένα αποτέλεσμα, αφού οι καινούριες προσλαμβάνουσες αναμφίβολα θα περάσουν μέσα από το ήδη καθορισμένο μονοπάτι, τον μηχανισμό που οδηγεί στην άρνηση.

Από τα παιδικά του χρόνια διδάσκεται κανείς να κατασκευάζει στόχους. Το δυσάρεστο σ’ αυτό είναι ότι διδάσκεται μαζί και το μοντέλο που πρέπει αυτοί οι στόχοι να ακολουθούν για να είναι συμβατοί με τις κοινωνικές επιταγές και να συμπλέουν με τα κοινά μας –ως δυτικής κοινωνίας– πρότυπα, τα όριά μας. Τα όριά μας… Τελικά πόσο οι αποφάσεις μας είναι δικές μας και πόσο είναι καθορισμένες από τις πολιτισμικές επιρροές; Τί είναι αυτό που βάζει τη δύναμη της συνήθειας πάνω από τα πιο επιτακτικά, ζωώδη ένστικτα που αν όντως μας όριζαν σίγουρα θα ζούσαμε μια ζωή με λιγότερες νευρώσεις, υστερία και καταθλιπτικά σύνδρομα. Μήπως το πρόβλημά μας είναι ότι έχουμε παραταϊστεί από την έννοια του Αμερικάνικου Ονείρου, την έχουμε βγάλει από το κοινωνικό πολιτικό της πλαίσιο και την έχουμε ταυτίσει με το Χολιγουντιανό Happy End και ψάχνουμε για κάτι που δεν υπάρχει; Μήπως πρέπει απλώς να αναθεωρήσουμε είτε την ιδέα μας περί ιδανικού, είτε την προδιάθεσή μας να το ψάχνουμε; Αλλά αν όντως το κάνουμε αυτό… τότε τί πρέπει να ψάχνουμε; Μήπως πρέπει να εγκαταλείψουμε συλλήβδην το ψάξιμο; Μήπως όμως το πρόβλημα εξαρχής είναι ότι το θέτουμε στόχους; Κάτι που θα έπρεπε να έρχεται αβίαστα, όπως στη φύση, εμείς το κυνηγάμε σαν και τί. Και βάζουμε και προϋποθέσεις και το τροφοδοτούμε με φαντασιώσεις και όλων των ειδών τους φραγμούς. Ρεαλιστικός ή μη, ο στόχος στοχοποιεί, και αμέσως μετατρεπόμαστε όλοι σε θηράματα και θηρευτές, όχι όπως εννοούνται αυτοί οι όροι στην φυσική ιστορία, αλλά όπως μπορείς να τους βρεις στις ιστορίες των βασιλικών αυλών της Ευρώπης, με τη χλιδή και την υπερβολή που καθιστούν κάθε τί σχεδόν μάταιο.

Στο «Φύλο Της Κερασιάς», της Τζανέτ Ουίντερσον (εκδ. Γνώση), ο άνθρωπος είναι μαζί τρωτός και παντοδύναμος. Το σώμα μπορεί να είναι τερατώδες, μια μηχανή θανάτου, που καταστρέφει στο διάβα του τα πάντα και πετυχαίνει τους υλικούς στόχους, η καρδιά όμως είναι πάντα ευάλωτη. Είναι ένας σάρκινος σάκος από μύες που πάλλονται, είναι όμως και κάτι πολύ παραπάνω. Η μετασωματική πρόσληψη της έννοιας της καρδιάς, την τοποθετεί αριστερά στο ανθρώπινο στήθος, της αποδίδει όμως μαγικές «αδυναμίες» που την καθιστούν ακόμα πιο εύθραυστη απ’ ό,τι επιβάλει ο οργανικός της ρόλος. Ο ήρωας του «Φύλου της Κερασιάς» ψάχνει πάντα να βρει εκείνη την γυναίκα που θα τον ολοκληρώσει και θα γλιτώσει την καρδιά από το ράγισμα. Το πρόβλημα είναι ότι η γυναίκα αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα του, λέω εγώ, είναι ότι η γυναίκα αυτή υπάρχει στη φαντασία του. Όπως οι τρόμοι, έτσι και οι φαντασιακές κατασκευές αποτελούν στοιχεία αποφασιστικά για τη ζωή. Κάπως έτσι καταλήγουν καλοί άνθρωποι να ξοδεύουν όλη τη ζωή τους προσπαθώντας να εμφιαλώσουν το άπιαστο.

Έχοντας δημιουργήσει τον ιδανικό στόχο, ο άνθρωπος αδυνατεί να συμβιβαστεί με την απτή πραγματικότητα. Λάθος, συμβιβάζεται κάποτε υποχρεωτικά, όμως το ανεκπλήρωτο σηκώνει πάντα μέσα του σημαίες, και έτσι δεν αισθάνεται ολοκληρωμένος ποτέ. Για λίγες στιγμές ίσως μόνο, όταν έχει πιστέψει ότι έπιασε το άπιαστο, για τις λίγες στιγμές εκείνες πριν ο καμβάς όπου αποτυπώνεται το «άλλο» μουτζουρωθεί από χρώματα που ο ήρωάς μας ποτέ δεν σκόπευε να εισάγει στην εικόνα του. Αν σκεφτεί κανείς εν τέλει είμαστε εξίσου δυστυχείς ως ατομικότητες, όσο και ως κοινωνικά σύνολα είναι ενδιαφέρον το ότι αυτός ο πολιτισμός που μας καθορίζει, μας καθορίζει με έναν τρόπο αρνητικό για το άτομο και αυτοϋπονομευτικό για τον ίδιο. Το φροϋδικό «ένστικτο του θανάτου», πάντα σε σύγκρουση με την «αρχή της ηδονής» φαίνεται καμιά φορά να υπερέχει, κερδίζει έδαφος, ωθεί το υποκείμενο στο χώμα απ’ το οποίο πλάστηκε, στις ρίζες της ύπαρξής του που είναι η ανυπαρξία. Παραπατώντας ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, στο συναίσθημα και τη λογική, την αλήθεια και το ψέμα, ο άνθρωπος ζει, πορεύεται, πονάει, ερωτεύεται, μισεί, θλίβεται, χαίρεται, φοβάται, ανασαίνει, ντρέπεται, σφάλλει, σκέφτεται, θυμάται, δημιουργεί, καταστρέφει, γεννά, σκοτώνει, καλλιεργεί, ξεριζώνει, εγείρει οικοδομήματα και τα κατεδαφίζει, επιθυμεί και ξεχνά, και τελικά πεθαίνει. Στο σημείο εκείνο που όλη του η ζωή καταλήγει να είναι ο τελευταίος κόκκος άμμου της κλεψύδρας, τι να συλλογίζεται άραγε;

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Δεκέμβριο του 2008

Advertisements