Ημερολόγια Μαθημάτων, μέρος Α’


«You Are Like The Realistic Product Of An Idealistic Search For Gold At The Foot Of The Rainbow»

[τίτλος ποιήματος της Μάριαν Μουρ]

Κάποτε, στην αιχμή εκείνη την πολύτιμη ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο, εκεί που το όνειρο χάνει έδαφος χωρίς ακόμα η πραγματικότητα να έχει επικρατήσει, ολόκληρος ο κιναισθητικός μηχανισμός του ανθρώπου μπερδεύεται, δίνοντας για μερικές φευγαλέες στιγμές υλική και απτή υπόσταση στις φαντασίες που καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας είχαν γίνει κυρίαρχες του σαρκίου εκείνου, το οποίο σε όλες τις άλλες περιπτώσεις περιορίζει και δυναστεύει την ανθρώπινη διανοητική διάσταση. Είναι τα μερικά εκείνα δευτερόλεπτα που νιώθεις να ξυπνάς κάπου αλλού, αγγίζεις τα σεντόνια άλλου κρεβατιού και τους τοίχους άλλου δωματίου, πριν η πραγματικότητα σε επαναφέρει με ένα τράνταγμα στο ρεαλιστικό σου παρόν.


Το φαινόμενο αυτό οφείλεται ενδεχομένως σε κάποιο εγκεφαλικό μπλοκάρισμα, που δίνει για λίγες στιγμές σάρκα και οστά στην επιθυμία, τη νοσταλγία ή την μελαγχολία του ονείρου, εγείρει όμως ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές συζητήσεις, αν ανάγει κανείς τους συλλογισμούς του στην πλατωνική Ιδέα και στην αρχαιοελληνική α-λήθεια, την άρση της λήθης, την αποκάλυψη μιας πραγματικότητας που ήταν κάποτε κτήμα μας, όμως την έχουν καλύψει, και αποκρύψει από εμάς τα τόσα χρόνια πολιτισμού και επιτήδευσης που περιορίζουν τον άνθρωπο συναισθηματικά, πνευματικά όσο και διανοητικά.

***

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στο δοκίμιό του για την τεχνολογία («The Question Concerning Technology») προσπαθεί να εντοπίσει την «ουσία» της τεχνολογίας –να αποκαλύψει δηλαδή την αίσθηση με την οποία αυτός ο όρος γίνεται αντιληπτός από μας, έξω από την  ορθολογιστική θέαση της σύγχρονης κοινωνίας– και καταλήγοντας σε μια ακραία θεωρητική συζήτηση πάνω στην έννοια των εννοιών φτάνει να διατυπώσει την ιδέα ότι η τέχνη (η λέξη-ρίζα και της «τεχνολογίας»), δεν απορρέει –και δεν στοχεύει στην– αισθητική απόλαυση, δεν αποτελεί έναν τομέα της πολιτιστικής δραστηριότητας.


Η τέχνη, κατά Χάιντεγκερ, είναι «μια αποκάλυψη», πραγμάτων, είναι όμως ταυτόχρονα «ποίηση», τον ορισμό της οποίας ο Χάιντεγκερ παίρνει από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα: «η γαρ τοι εκ του μη όντος εις το ον ιόντι οτωσύν αιτία πάσα εστί ποίησις» («κάθε αιτία που έγκειται στο ότι προάγει κάτι από το μη ον στο ον είναι ποίηση»). Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η τέχνη έχει τη διττή ικανότητα να αποκαλύπτει, να έλκει από την λήθη, έννοιες ξεχασμένες, και την ίδια στιγμή να διαμορφώνει αυτή την εύθραυστη ουσία της αλήθειας παράγοντας κάτι, γεννώντας το από το «μη ον» στο «ον».

***

Επιστροφή στην στιγμή πριν το ξύπνημα. Είναι άραγε εκείνο το σημείο όπου επιλέγουμε την πραγματικότητα στην οποία θα ανοίξουμε τα μάτια μας; Την δημιουργούμε; Ή είμαστε έρμαια μιας προαποφασισμένης ειμαρμένης πάνω στην οποία δεν έχουμε λόγο, όπως δεν έχουμε κι ελπίδα. Τι δυνατότητα έχει ο άνθρωπος εν τέλει να προάγει από το μη ον στο ον την αλήθεια του; Η Μάριαν Μουρ σε έναν τίτλο ποιήματος περικλείει όλη την αγωνία αυτής της επιζήτησης: «Είσαι Σαν Το Ρεαλιστικό Προϊόν Μιας Ιδεαλιστικής Αναζήτησης Για Χρυσό Στην Άκρη Του Ουράνιου Τόξου». Η ταινία του Χαγιάο Μιγιαζάκι, «Ταξίδι Στη Χώρα Των Θαυμάτων», του 2001, εκθέτει το «προϊόν» αυτό με παλ χρώματα και όμορφη, καθησυχαστική μουσική.


Ρωτάει η μικρή πρωταγωνίστρια, Κιχίρο τον απρόσμενο συμπαραστάτη της, Χάκου: «Δεν θυμάσαι το όνομά σου;». Εκείνος της απαντά μουδιασμένα: «Όχι, αλλά για κάποιο λόγο θυμάμαι το δικό σου». Η μνήμη είναι το μόνο πράγμα που διατηρεί την συνοχή του κόσμου σου. Όσο θυμάσαι κανείς μπορεί να είναι αυτός που γνωρίζει, αν όμως αφήσει τη λήθη να καλύψει την πραγματικότητά του τότε περνά μέσα σ’ αυτό τον κόσμο αποπροσανατολισμένος, χωρίς να μπορεί να φτάσει σε έναν προορισμό, καταδικασμένος να ζει όχι μέσα στο ψέμα, αλλά σε μια συγκεχυμένη, ανεκτή υλικότητα, χωρίς πνεύμα, χωρίς στόχο και ελπίδα να αποστάσει. Η καλή γριά Ζενίμπα δίνει μια ελπίδα: «Τίποτα που συμβαίνει δεν ξεχνιέται ποτέ. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να το θυμηθείς».

***

Γράφει ο άγγλος συγγραφέας, Τ. Ε. Χιούλμ: «Πάνω απ’ την ήσυχη αποβάθρα τα μεσάνυχτα/Μπλεγμένο στο σκοινί απ’ το ψηλό κατάρτι/Κρέμεται το φεγγάρι. Αυτό που έμοιαζε τόσο μακρινό/Δεν είναι παρά ένα παιδικό μπαλόνι ξεχασμένο μετά το παιχνίδι». Η πραγματικότητά μας διαθλάται μέσα από τον καθρέφτη της μοντερνικότητας και αποδεικνύεται ότι σε κάθε στροφή του δρόμου κυριαρχεί η αστάθεια ενός κόσμου που ταλαντεύεται ανάμεσα στο να διατηρήσει ως λείψανα τα κατάλοιπα της παράδοσής του ή να παραδοθεί αμαχητί σε μια πρόοδο που θέλει να διαγράψει το παρελθόν της, να χτίσει πάνω του βιομηχανικές μονάδες και να ξεθεμελιώσει τα ερείπια του παλιού κόσμου για να μην είναι αναγκασμένη να συγκριθεί μ’ αυτό που έχει μέσα απ’ την πάροδο του χρόνου εξιδανικευτεί και στέκει, κατά ορισμένες αντιλήψεις, εμπόδιο ανάμεσα στο σήμερα και το αύριο.

***

Η μοντέρνα θεώρηση του κόσμου έχει οδηγήσει σε μια γενική αβεβαιότητα. Ανασφάλεια πάνω στην ικανότητα να δημιουργήσεις, να αναγεννηθείς, κρατώντας πάντα τις ρίζες σου βαθιά στο χώμα που σε έθρεψε. «Είμαι καινούριος κάθε μέρα. Γεννιέμαι όταν ξυπνώ το πρωί. Μεγαλώνω κατά τη διάρκεια της μέρας και πεθαίνω το βράδυ όταν πηγαίνω για ύπνο», αποκαλύπτει ο Πίτερ, ένας από τους ήρωες του Πωλ Ώστερ στην «Τριλογία Της Νέας Υόρκης», σε έναν φρενιτιώδη μονόλογο. Ο πρωταγωνιστής του, Κουίν, έχει φτάσει σε άλλα επίπεδα παραίτησης: «[ήταν] σαν να είχε καταφέρει να επιζήσει του εαυτού του, σαν να ζούσε, κατά κάποιο τρόπο, μια μεταθανάτια ζωή».

Ένας διαρκής επαναπροσδιορισμός των εννοιών, η επώδυνη αστάθεια που βιώνει κανείς όταν τα πάντα αλλάζουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, οι σταθερές υποχωρούν και η αλήθεια γίνεται ρευστή, αβέβαιη, μεταβαλλόμενη διαρκώς από την μια περίσταση στην άλλη. Ο Ρόμπερτ Κούβερ σε ένα βιβλίο, διαλεκτική του εφιάλτη («Pricksongs and Descants», 1969) προτιμά να εφεύρει την πραγματικότητά του: «Περιπλανιέμαι στο νησί εφευρίσκοντάς το». Η κατασκευή του, στοιχειωμένη από την μεταμοντέρνα λογική της αφαίρεσης δεν είναι παρά ένα εξάμβλωμα του πραγματικού κόσμου, όπου κυριαρχούν οι κανόνες της ζούγκλας, και η καταστροφή παραμονεύει σε κάθε γωνιά του κόσμου του.

***

Υ.Γ. Στον τελευταίο ΑνεμοΔέκτη, που ανέβηκε περισσότερο από δυο μήνες πριν, είχα τάξει μια αλλαγή στη μορφή, μόνο που δεν μπορούσα τότε να την προσδιορίσω. Δεν είναι κάτι ακόμα εντελώς ξεκαθαρισμένο, όμως θα διαμορφώνεται με κάθε μήνα που περνάει. Βασικός άξονας είναι τα ερεθίσματα από αναγνώσματα και εμπειρίες της «ξενιτιάς». Όπως ενδεχομένως παρατηρήσατε –και όπως επεσήμανε και ο αγαπητός editor στο τελευταίο του, εξαιρετικά συγκινητικό για μένα, editorial–υπήρξε μια καθυστέρηση στη δημοσίευση της στήλης, που οφείλεται στην αποχώρησή μου από τα πάτρια εδάφη. Θέλω αυτή η εμπειρία του εξωτερικού να διοχετευθεί σ’ αυτά τα κείμενα, είτε ως μαρτυρία, είτε απλά ως αίσθηση του «άλλου». Γι’ αυτό τον λόγο βάφτισα το σημερινό κείμενο «Ημερολόγια Μαθημάτων». Ας παίξουμε λίγο μ’ αυτό τον όρο… Ραντεβού τον επόμενο μήνα.

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Νοέμβριο του 2008

Advertisements