Δυο χρόνια σχεδόν πριν, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, και στο πλαίσιο των εργασιών του Κέντρου Κλασσικού Δράματος και Θεάματος του Παντείου, μας ανατέθηκε να διαβάσουμε το έργο του Ελβετού συγγραφέα Μαξ Φρις, «Ο Μπίντερμαν και οι Εμπρηστές» (Biedermann und die Brandstifter). Η μαύρη αυτή κωμωδία του Φρις παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1953 στο ραδιόφωνο, σαν αλληγορία αναφερόμενη στα απολυταρχικά καθεστώτα που στιγμάτισαν την Ευρώπη το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Πενήντα πέντε και βάλε χρόνια μετά, στην Ελλάδα του 2009 το έργο διαβάζεται σαν κυριολεξία. Μια συνηθισμένη, ανθρώπινη πολιτεία –εν πολλοίς σαν την συνηθισμένη πολιτεία στην «Πανούκλα» του Καμύ– γίνεται βορά των εμπρηστών, που δρουν κάθε βράδυ καταστρέφοντας το ένα σπίτι μετά το άλλο, θέτοντας ολόκληρες γειτονιές στις φλόγες. Ο Μπίντερμαν, ο ήρωας του έργου, διαβάζει την εφημερίδα, ακούει το ραδιόφωνο, παρακολουθεί τις εξελίξεις, βλέπει την υστερία που σιγά σιγά καταλαμβάνει ολόκληρη την πόλη. Όμως δεν πιστεύει σε καμιά περίπτωση πως το δικό του σπίτι κινδυνεύει. Πως η φωτιά μπορεί να χτυπήσει την δική του την πόρτα. Όταν ένας ξένος εμφανίζεται στο σπίτι του και με απειλητική γοητεία πετυχαίνει να φιλοξενηθεί στη σοφίτα του Μπίντερμαν, εκείνος συνεχίζει ν’ αρνείται την πιθανότητα να είναι μελλοντικό θύμα των εμπρηστών. Όταν ο ξένος αρχίζει να στοιβάζει μπιτόνια με πετρέλαιο στη σοφίτα, ο Μπίντερμαν αρνείται να καταλάβει. Όταν ένας δεύτερος ξένος φθάνει κι αρχίζει να ζώνει το σπίτι με φιτίλι, ο Μπίντερμαν αρνείται να δεχθεί την πραγματικότητα. Όταν ο ξένος του ζητάει τα σπίρτα, ο Μπίντερμαν τα παραδίδει με τα ίδια του τα χέρια. Ο Μπίντερμαν καταλήγει στην κόλαση. Δεν μπόρεσε ποτέ να συλλάβει το πώς η συμφορά που χτύπησε τους γείτονές του κατάφερε να φτάσει και στο δικό του σπιτικό.

Με αφορμή το έργο του Φρις και τις φωτιές του 2007, το θεατρικό μας εργαστήρι με πρωτεργάτη έναν καθηγητή του Παντείου με την πιο πολύχρωμη και ζωηρή προσωπικότητα που έχω ποτέ μου γνωρίσει, τον Γιάγκο Ανδρεάδη, ανέβασε μια αβανγκάρντ παράσταση-μιούζικαλ, σχετικά με την ατομική και θεσμική ευθύνη σε καταστάσεις τέτοιας ολοκληρωτικής καταστροφής. Για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα οι γνώμες ποικίλουν. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι εκ των υστέρων βλέπει κανείς πως οι τραβηγμένες εικασίες, οι χαρακτήρες-καρικατούρες, οι αστειότητες που παρουσιάστηκαν στην παράσταση ως αλληγορίες, χωρίς κόπο μπορούν να εφαρμοστούν ως αναγνωστικά εργαλεία στην παρούσα πραγματικότητα. Την παρούσα πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί από τον άξονα αδιαφορία-δολιότητα-ανικανότητα, ακριβώς όπως και τα θεατρικά γεγονότα της παράστασής μας. Το δράμα μας είναι πως ο συνδυασμός αυτός είναι ανίκητος, και ενώ η τέχνη και η πραγματικότητα δείχνει πως και ο αδιάφορος, και ο δόλιος, και ο ανίκανος, στην κόλαση θα καταλήξουν, αυτή είναι μια νίκη πύρρειος. Κι αυτό γιατί η φωτιά δεν αστειεύεται, και δεν υποχωρεί, δεν μπορείς να την σταματήσεις μ’ έναν μαγικό τρόπο μόλις οι υπεύθυνοι συλληφθούν ή τιμωρηθούν. Συνεχίζει να προχωρά, κι ο,τι αγγίξει το καταστρέφει ανεπανόρθωτα. Και άλλωστε η επόμενη ζωή μικρή σημασία έχει για όσους μένουν εδώ για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες σ’ αυτό το παρόν.

Τί μπορεί να πει λοιπόν κανείς για μια χώρα όπου οι συμπεριφορές και η νοοτροπία στρώνουν τον δρόμο της φωτιάς με ροδοπέταλα, όπως ο Μπίντερμαν δίνουν τα σπίρτα στους εμπρηστές και ανοίγουν την πόρτα της κολάσεως για όλους τους εμπλεκόμενους και μη; Στην πειραματική παράσταση του Παντείου όπου είχα την –εν τέλει– χαρά να συμμετέχω, με τον ευφάνταστο τίτλο «(Λ)όλα Κάφτα», η μόνιμη επωδός των κατοίκων της καταδικασμένης πολιτείας είναι πως «αυτά συμβαίνουν αλλού, όχι στο σπίτι μας». Με παντιέρα αυτή την αντίληψη προχωρούν και οι Έλληνες, μονίμως πεπεισμένοι ότι οι ίδιοι βρίσκονται στο απυρόβλητο, ελεύθεροι να αδιαφορούν μονίμως για τα πάντα. Μόλις και αυτές οι φλόγες, οι καταστρεπτικές πυρκαγιές του 2009, όπως μέλλεται να γίνουν γνωστές, σβήσουν, μόλις παύσει το πυρ, θα μαζευτούν πάλι τα μεγάλα στόματα να αποδώσουν ευθύνες που ποτέ δεν θα φτάσουν στους παραλήπτες τους. Ήδη πλανάται η ερώτηση: εκτός από πολιτικές ευθύνες, δεν υπάρχουν και ποινικές ευθύνες για τους κυβερνώντες; Προσωπικά θεωρώ πως υπάρχουν, όμως οι ποινικές ευθύνες αποδίδονται απ’ τη δικαστική εξουσία. Σε αναμονή λοιπόν των δικαστικών λειτουργούν να (μην) πράξουν τα δέοντα, ας συλλογιστούμε για λίγο, τί σημασία έχει η κατηγοριοποίηση της ευθύνης, όταν το ίδιο το γεγονός δεν φαίνεται, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, να αγγίζει κανέναν; Όταν το 2007 το εκλογικό τμήμα της κατακαμμένης Ζαχάρως έδωσε 46,84% στην Ν.Δ., για ποια απόδοση ευθύνης μιλάμε; Στην περίπτωση αυτή θέλω να υπενθυμίσω, ο αρμόδιος υπουργός, με όλο τον γλοιώδη στόμφο που τον χαρακτηρίζει, κατηγορούσε τον Στρατηγό Άνεμο για την ανικανότητα και την ανεπάρκεια της κυβέρνησης να προστατέψει τη χώρα και τους πολίτες της. Το συμπέρασμα είναι πως οι εγκληματικές συμπεριφορές επιβραβεύονται, αρκεί να εκφράζονται με τον πλέον γελοίο τρόπο. Η κωμωδία συνεχίστηκε με τις μεγαλόστομες δηλώσεις του πρωθυπουργού πως «Όπου ήταν δάσος θα ξαναγίνει δάσος». Δυο χρόνια μετά ακόμα κι όσοι πείστηκαν τότε απ’ τις δηλώσεις αυτές πρέπει να έχουν συνειδητοποιήσει ότι επρόκειτο για λόγια του αέρα στην καλύτερη περίπτωση, για αισχρά και αδιάντροπα ψεύδη στη χειρότερη. Αυτά για την ευθύνη των μεγαλοπολιτικών, κι ας τα βάλουμε ένα λεπτό στην άκρη.

Υπάρχει ύστερα και η ευθύνη άλλων φορέων. Των δημοσιογράφων, των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης, των εκπαιδευτικών. Οι φορείς αυτοί είναι εν μέρει υπεύθυνοι για την ανάπτυξη της συλλογικής, κοινωνικής αντίληψης, από την οποία εξαρτάται και απορρέει η κοινωνική ευθύνη. Τα μέσα, και κυρίως η τηλεόραση, έχουν βοηθήσει στην πλήρη αποστασιοποίηση του κόσμου απ’ το σύνολο. Αυτό δεν αναιρεί τις ατομικές ευθύνες, ούτε σημαίνει ότι αν με κάποιο μαγικό τρόπο τα μέσα μεταβάλλονταν εν μια νυκτί θα άλλαζε δραστικά κι ο τρόπος αντίληψης των ανθρώπων. Όταν όμως μια καταστροφή σαν αυτή παρουσιάζεται εν είδη χολιγουντιανής παραγωγής, προσεκτικά, μεγαλόπρεπα, λογοκριμένα• η εικόνα που λαμβάνει ο μέσος πολίτης στον δέκτη του καταλήγει να τον αλλοτριώνει απ’ την πραγματικότητά του. Αυτό σημαίνει ότι αν η φωτιά δεν φτάσει στην πίσω αυλή του, ο πολίτης δεν έχει καμιά επίγνωση της πραγματικότητας του γεγονότος που βλέπει στην τηλεόρασή του. Άκουγα παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων να σχολιάζει το πυροσβεστικό αεροπλάνο με πραγματικό θαυμασμό και δέος στη φωνή: «Εξαιρετική βολή, εξαιρετική ρίψη!», λες και επρόκειτο για ειδικό εφέ σε κινηματογραφική περιπέτεια. Φιλτραρισμένη μέσα απ’ τα μέσα μ’ αυτό τον τρόπο, η φωτιά γίνεται κάτι το εξωπραγματικό. Γι’ αυτό το λόγο, το επόμενο καλοκαίρι, που θα συμβαίνουν τα ίδια πράγματα, και που πάλι δεν θα έχει παρθεί κανένα μέτρο προστασίας, όλοι θα συμπεριφέρονται σοκαρισμένοι κι έκπληκτοι, λες και δεν έχει υπάρξει αυτή η καλοκαιρινή μας πραγματικότητα τουλάχιστον όσο εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου.

Ας αφήσουμε όμως κι αυτή την ευθύνη στην άκρη. Γιατί κατά την άποψή μου, εν τω προκειμένω τέλος πάντων, η σημαντικότερες ευθύνες είναι οι ευθύνες οι ατομικές, των πολιτών αυτής της χώρας που εντελώς πάσχουν από κάθε αίσθημα συλλογικότητας, που δεν τους απασχολεί τίποτα εκτός απ’ το δικό τους σπίτι, που γι’ αυτό είναι έρμαια των μεγαλοδημοσιογράφων και των μικροπολιτικών. Το βλέπουμε καθημερινά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής στην Ελλάδα ότι ο μέσος πολίτης είναι τόσο αποξενωμένος απ’ την κοινωνία ώστε δεν μπορεί πια να θέσει σε λειτουργία τους μηχανισμούς της συλλογικότητας που δρουν προστατευτικά προς το σύνολο. Υπάρχουν εικοσάχρονα παιδιά αυτή τη στιγμή στην Αττική που δεν έχουν ιδέα και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τί συμβαίνει στον ίδιο τους το νομό. Μιλώντας μ’ έναν τέτοιο νεανία στο τηλέφωνο εχθές, και σχολιάζοντας το πόσο τραγικό μου φαίνεται το να μην έχει πάρει χαμπάρι ότι η Αττική καίγεται έλαβα την απάντηση «Ε, τί να κάνω, το STAR δεν δείχνει ειδήσεις». Όταν του πρότεινα ν’ αλλάξει κανάλι για να ενημερωθεί η απάντηση ήταν ακόμα πιο αποστομωτική: «Τώρα βλέπω ταινία». Το βλέπεις και στο Facebook, όπου «φίλοι», είκοσι έως είκοσι πέντε χρονών σχολιάζουν στο status message τους τί ωραία που περνάνε στις διακοπές, τον ποδοσφαιρικό αγώνα Λεβαδειακός-Α.Ο.Καβάλα, διαφημίζουν το «ανδρικό τους χαρέμι» και ποστάρουν το group «8elw na bgainw me to mwro mou kai na pernaw teleia……». Τα βλέπεις αυτά και σκέφτεσαι ότι τελικά όντως, οι λαοί έχουν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν. Από την άλλη όμως σκέφτομαι τον φίλο μου τον Φοίβο, που σήμερα έχει τα γενέθλιά του, και όντας αφοσιωμένος εθελοντής για την δασοπροστασία σίγουρα θα τα περνάει στη σκοπιά ή βοηθώντας με όποιο τρόπο μπορεί, και σκέφτομαι, γιατί να μην μπορούν κι άλλα εικοσάχρονα, όλα τα εικοσάχρονα ελληνόπουλα, να είναι τόσο συνειδητοποιημένα όσο ο Φοίβος• να είναι άνθρωποι που ζουν σε ένα σύνολο κι όχι σε μια ουτοπική, αυτιστική πραγματικότητα όπου ο κίνδυνος σταματά στα σύνορα της αυλής τους και δεν φτάνει ποτέ στην πόρτα τους.

Αν μια κοινότητα, μια κοινωνία, μια χώρα ολόκληρη ξεσηκωνόταν με πράξεις και βοηθούσε, στην πρόληψη, στην κατάσβεση, στην αναδάσωση, δεν είναι βέβαιο πως τα φαινόμενα αυτά θα περιορίζονταν δραστικά, αν δεν έπαυαν εντελώς; Αν μόλις κρυώσει το καμένο χώμα κι αρχίσουν να μοσχοπουλιούνται οικόπεδα δεν βρισκόταν ούτε ένας αγοραστής, δεν θα έληγαν άπαξ για πάντως οι ενέργειες με τέτοιες σκοπιμότητες; Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να μην καταλαβαίνουν ότι και η παραμικρή τους ενέργεια, ή απουσία ενέργειας, έχει τρομακτικό αντίκτυπο στο κοινωνικό σύνολο; Ότι σαν τον «Κυρ-Παντελή» του Τζαβέλα, τον έντιμο άνθρωπο, που κλεισμένος στο μικροαστικό του βασίλειο αγνοεί ότι δώσανε «άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή, να γίνει τ’ όνειρο φέτα ψωμί», έτσι κι αυτοί, έντρομοι, άβουλοι συμφασουλίδες δεν αφήνουν τίποτα κληρονομιά για την νέα γενιά; Τελειώνει ο Τζαβέλας το τραγούδι: «έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά, θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά, κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή, σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη». Τί κάνεις όμως όταν η νέα γενιά σου μοιάζει περισσότερο στον κυρ-Παντελή και πολύ λιγότερο στον φίλο μου τον Φοίβο. Ποιος θα θάψει αυτούς τους κυρ-Παντελίδες μες στα σπαρτά; Έστω, ποιος θα τους αφυπνίσει, να τους κάνει λιγότερο έντιμους, λιγότερο βολεμένους; Ποιος θα δώσει στους ανθρώπους σήμερα να καταλάβουν, αυτό που έγραψε ο καθηγητής μου ο Ανδρεάδης και ερμήνευσε ο αγαπημένος μου φίλος ο Γιώργος σ’ εκείνη την παράσταση στο μικρό θεατράκι της Λήδρας στην Πλάκα: «Πότε θα νιώσουμε πως όταν εκεί μακριά λαμπαδιάζει ο ορίζοντας, η φωτιά ποτέ δεν πάει αλλού; Έρχεται εδώ, στο σπίτι μας».

by Evita Lykou on Sunday, 23 August 2009 at 20:59
Advertisements