Κινούμαστε μέσα στον χώρο ψάχνοντας έναν προορισμό. Η πορεία μας χαράσσεται μέσα στον χρόνο και οι αυλακιές που ανοίγει η διέλευση μας παγιώνονται σε μονοπάτια για τους επερχόμενους. Αν τυχαία παρακολουθήσει κανείς έναν άνθρωπο που φεύγει, την μορφή ενός ανθρώπου που απομακρύνεται, μπορεί ίσως να συλλάβει τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Οι απαντήσεις σε αυτά βρίσκονται πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη.


Ένα σύννεφο σκόνης σκεπάζει την Αθήνα. Τα αχνά περιγράμματα των ανθρώπων δημιουργούν την ψευδαίσθηση της εισόδου σε έναν μαγικό κόσμο, σε έναν κόσμο όπου η περιπλάνηση μπορεί να οδηγήσει στην αποκάλυψη του μυστηρίου. Πάντα στα τυφλά βαδίζουμε, όταν όμως γύρω μας ο κόσμος εξαϋλώνεται η αίσθηση του χάους μεγεθύνεται.

Η ακινησία είναι μόνο μια κατάσταση αναμονής. Ένας ακίνητος άνθρωπος είναι μόνο η προϊστορία μιας ενέργειας. Η φυγή είναι γραμμένη στα κύτταρα όλων των ανθρώπων και η αδημονία διαγράφεται στους μύες ενός ανθρώπου που είναι υποχρεωμένος να περιμένει, καταδικασμένος σε μια απροσδιόριστη περίοδο υπομονής.


Η εξαφάνιση μέσα στο πλήθος είναι κάποτε μια ακατανίκητη ανάγκη, καθώς ο ορίζοντας ανοίγει μπροστά στον περιπλανώμενο άνθρωπο το κεφάλι σκυφτό κοιτά στο χώμα. Τα χέρια στις τσέπες και το μυαλό να γυρνά σε σκέψεις αλλόκοτες, σκέψης φυγής και αλλοτρίωσης.


Ο άνθρωπος προχωράει με αβέβαιο και ασταθή βηματισμό. Όσο αποφασισμένος και αν πιστεύει ότι είναι, είναι στην πραγματικότητα τραγικά αδύναμος την στιγμή που σηκώνει το πόδι του από την γη για να κάνει το επόμενο βήμα. Κάθε πετυχημένο βήμα μπρος είναι μια νίκη επί των στοιχείων της φύσης. Μια διακήρυξη παντοδυναμίας.


Οι άνθρωποι διαγράφουν παράλληλες πορείες. Συναντιούνται για λίγο μόνο και ύστερα προσπερνούν ο ένας τον άλλο. Κάθε συνάντηση είναι μια στιγμή δημιουργίας, καθημερινά η πορεία ενός ανθρώπου συμπίπτει με την πορεία ενός άλλου, μια επαφή στιγμιαία, μια χαρακιά παντοτινή στον χρόνο.


Μια μελαγχολία διαπερνά τον διαβάτη αυτής της γκρίζας πόλης. Η πορεία του δείχνει να τον οδηγεί στο πουθενά. Οι δρόμοι δεν είναι φωτεινοί και η κατάληξη της περιπλάνησης δείχνει απόμακρη, άπιαστο όνειρο ή ανέφικτος στόχος.


Η είσοδος σε ένα σκοτεινό μέρος τρομάζει, ακόμα και αν είναι γνωστό το που θα καταλήξουμε. Το σκοτάδι δεν μπορεί να χωριστεί σε οικείο και άγνωστο. Το σκοτάδι είναι πάντα το ίδιο, ένας χώρος ακατανόητος και μυστηριακός. Κλειστοφοβικός και απέραντος. Ότι κι αν ευαγγελίζονται οι διαφημιστικές ταμπέλες ο προορισμός του ανθρώπου είναι γνωστός. Τελευταίος σταθμός: το σκοτάδι.

Αργός βηματισμός, νωχελική περιπλάνηση. Την ώρα που τριγύρω βουίζει ο κόσμος και η ημέρα τρέχει, ο καθένας βρίσκεται στην δική του απομόνωση. Η μοναξιά επικρατεί, επιβάλλεται, είναι το ζητούμενο τελικά. Μόνος του πορεύεται ο άνθρωπος στη ζωή, κουβαλώντας ο καθένας το δικό του βάρος, τις δικές του αποσκευές σε μια πορεία προς το παράλογο.


Ζούμε σε μια ακραία καταναλωτική κοινωνία. Η περιπλάνηση επιβαρύνεται, καθώς ο σύγχρονος τρόπος ζωής υπαγορεύει την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών που γαντζώνονται στον άνθρωπο και παλεύουν να τον κρατήσουν στάσιμο, καρφωμένο στο έδαφος, ενώ ο ίδιος τρεκλίζοντας προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά που έχει επιβάλλει στον εαυτό του, και να φύγει σε ένα νέο ταξίδι για το άγνωστο.


Στο τέλος όλους μας καταπίνει η ομίχλη και η σκόνη. Βρισκόμαστε στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε και ο δρόμος μας ακολουθεί μια ελλειπτική πορεία που μας φέρνει αντιμέτωπους με τους φόβους από τους οποίους σε πρώτο βαθμό προσπαθήσαμε να ξεφύγουμε. Ίσως στην πραγματικότητα η ζωή κυλά σε τροχιές σταθερές.

Δημοσιεύτηκε στο Π@π@κι τον Φεβρουάριο του 2006

Advertisements