«Γιατί να σου ξαναμιλήσω, εσύ δεν θάπαιρνες χαμπάρι. Δεν είσαι καν γέρος κι αλήτης. Ούτε όταν ωρυόμουν “Μην πατάτε τις κάλτσες σας, είναι φρικτό αυτό που κάνετε”, κατάλαβες τίποτα. Απλώς κοίταζες ενστικτωδώς τα πόδια σου, έμπλεκες το λογικό κεφάλι σου με δαύτα, μπλεκόσουν και συνήθως έπεφτες, κι αν ήσουνα μάγκας κι ένοιωθες τα μπράτσα σου γερά ερχόσουν για καυγά. Ή φώναζες τους μπάτσους. Λες και θα μ’ έκανες καλά, ανόητε. Και όλα αυτά γιατί σου έθεσα το ερώτημα στο τετράγωνό σου κεφάλι, “Γιατί πατάς τις κάλτσες σου;”. Πράγμα που συμβαίνει».

[Από το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», 1981]

Τέχνη και κοινωνική ευθύνη

Ας αρχίσουμε με ένα ερώτημα εκ της αποδείξεως αναπάντητο: «Τι είναι τέχνη;». Στο ερώτημα αυτό δεν έχει κανείς δώσει οριστική λύση και θα ήταν ίσως αφέλεια να διατυπώσουμε εδώ έναν ορισμό που να διεκδικεί οποιοδήποτε σκήπτρο οικουμενικότητας. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να παραθέσουμε μια σειρά από προτάσεις, ανοιχτές στη συζήτηση και τον ελεύθερο διάλογο, ιδέες και απόψεις που ενδέχεται –και αποσκοπούμε στο– να πυροδοτήσει νέες σκέψεις και κάποιον αναστοχασμό. Μια επερώτηση πάνω στο κυρίως θέμα που με έχει απασχολήσει πολύ τις τελευταίες αρκετές ημέρες είναι η διάσταση ανάμεσα στην λεγόμενη «στρατευμένη τέχνη» και την «απολιτίκ» τέχνη ή αλλιώς τέχνη για την τέχνη. Μπορεί η τέχνη να είναι εντελώς αποσπασμένη από τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής της; Είναι εφικτό ο καλλιτέχνης να αποκοπεί από το πλαίσιο στο οποίο διάγει το βίο του και να επιδιώξει ένα αισθητικό αποτέλεσμα κωφάλαλο προς την πραγματικότητα μέσα στη οποία συντίθεται; Και πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, τι έχει να πει κανείς για την τέχνη εκείνη που κινείται μέσα στα όρια του κοινωνικού της πλαισίου, χωρίς όμως να επιδιώκει τη ρήξη, υποστηρίζοντας αντίθετα το τρέχον –το όποιο– καθεστώς; Μπορεί τελικά να γίνει τέχνη χωρίς ανατροπή και σύγκρουση; Θα ζητήσω εδώ την υπομονή σας, καθώς επιθυμώ διακαώς να εκφράσω την εντελώς προσωπική μου άποψη πάνω στο ζήτημα, και μου είναι εντελώς αδύνατο να συγκρατηθώ χάριν της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας.

Η τέχνη γεννιέται μέσα από τη ρήξη και την ανατροπή. Μέσα από την αμφισβήτηση των κανόνων. Στο πλαίσιο της τέχνης οι κανόνες ακυρώνονται. Οι κοινωνικές συμβάσεις απορρίπτονται, οι φυσικοί νόμοι αντιστρέφονται, η σταθερότητα και η ασφάλεια αποβάλλονται από τον ορίζοντα της σκέψης και αντικαθίστανται από μια ρευστή μεταβλητότητα. Κάθε κίνημα στον τομέα της τέχνης υπήρξε κάποτε νεωτεριστικό, κι όταν τα μανιφέστα πάλιωναν, η νέα γενιά ερχόταν να αμφισβητήσει αυτό που κάποτε υπήρξε η αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης, και που με το πέρασμα του χρόνου αναπόφευκτα μεταβλήθηκε σε καθεστώς το ίδιο. Ο συγγραφέας ενός  περίφημου βιβλίου για την τέχνη, Ερνστ Γκόμπριχ, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Κάθε γενιά απορρίπτει κάποια στιγμή τα κριτήρια των προγενέστερων. Κάθε έργο τέχνης αρέσει στην εποχή του όχι μόνο για όσα πραγματώνει, αλλά και για όσα δεν πραγματώνει» (E. H. Gombrich, «Το Χρονικό Της Τέχνης», εκδ. ΜΙΕΤ, 1994, σ.σ. 8-9). Μπορεί λοιπόν να υπάρξει τέχνη μέσα στη συντήρηση; Η τέχνη που στρατεύτηκε στο πλευρό του καθεστώτος –στρατευμένη κι αυτή οπωσδήποτε– είναι χονδροειδής και ενίοτε αστεία. Με τι λόγια μπορεί κανείς να υμνήσει το παλιό, το μη εμπνευσμένο, το καθιερωμένο και τετριμμένο; Και πώς μπορεί οτιδήποτε ήδη διατυπωμένο να επανέλθει στην δημόσια σφαίρα μέσα σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο, αν δεν είναι ιδωμένο από μια φρέσκια ματιά; Κατά την άποψή μου αυτό δεν είναι δυνατό –εφόσον δεν μιλάμε για την τέχνη που τυπώνεται στα σχολικά εγχειρίδια κρατών με απολυταρχικά καθεστώτα. Από την άλλη μεριά, ο όρος «στρατευμένη τέχνη» κουβαλά ορισμένες δυσάρεστες ή παραπλανητικές συνδηλώσεις. Το βασικό του μειονέκτημα είναι ότι έχει ταυτιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με την στρατευμένη αριστερά, και στο φαντασιακό ενός μέσου αναγνώστη, απαιτείται ως αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξή του μια πολεμική σύρραξη. Αυτό είναι κάτι που δεν ισχύει, καθώς η τέχνη μπορεί να στρατευθεί στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού καθεστώτος, απέναντι όχι σε έναν εχθρό, κατακτητή, δυνάστη, αλλά σε μια κοινωνική πραγματικότητα που έχει θέσει μια μερίδα ανθρώπων στο περιθώριο και προωθεί συμπεριφορές απόρριψης και κακόβουλης αποβολής τους από τους κόλπους της κοινωνίας. Το θέμα μας πια δεν αφορά σ’ ένα αιωνίως άλυτο πρόβλημα σχετικά με τον ορισμό της τέχνης. Έχει να κάνει με την τέχνη που συνομιλεί με την κοινωνία, που εκπορεύεται από και προς αυτήν. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε μια ταινία, σε ένα θεατρικό έργο και σε μια προσωπικότητα καταλύτη, που ενέπνευσε τη σύζευξη των παραπάνω στοιχείων σ’ αυτό το κείμενο.

Το 2003 βγήκε το φιλμ του Κυριάκου Κατζουράκη «Ο Δρόμος Προς Τη Δύση». Πρόκειται για ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, που μιλά για τον πόνο της μετανάστευσης, της παράνομης κυρίως μετανάστευσης, και της διακίνησης ανθρώπινων ψυχών ωσάν σφάγια του δυτικού Πάσχα. Η Κάτια Γέρου, στο ρόλο της Ιρίνα, μιας κοπέλας από κάποια δημοκρατία της Πρώην Σοβιετικής Ένωσης που έπεσε θύμα του εμπορίου λευκής σαρκός, δίνει μια ανατριχιαστική ερμηνεία, μπαίνοντας και βγαίνοντας στα πλάνα της ταινίας, σαν φάντασμα που έχει τη δύναμη να στοιχειώσει στη σκέψη του θεατή. Πλάι στην Ιρίνα, παρουσιάζονται πολλοί ανώνυμοι μετανάστες, αληθινοί άνθρωποι, των οποίων ο αληθινός πόνος ξεπερνά την εμβληματική παρουσία της ηθοποιού. Παιδιά που περπάτησαν χιλιόμετρα μέσα στο χιόνι, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας. Άνθρωποι που ξέμειναν ημέρες και ημέρες μέσα στο σκοτεινό αμπάρι ενός σαπιοκάραβου. Γυναίκες που δεν είδαν ποτέ το φως της νέας πατρίδας που τους υποσχέθηκαν, γιατί κλειδώθηκαν βίαια σε ένα αποτρόπαιο παρόν. Η ταινία συγκινεί με την αμεσότητα και την ειλικρίνειά της. Δεν ικετεύει οίκτο για κανέναν, ούτε προβάλλεται ως παρηγοριά και άλλοθι μιας κοινωνίας που επιλέγει να αγνοεί όσα την φέρνουν σε δύσκολη θέση. Παρακολούθησα την ταινία σε μια προβολή της, την 1η Ιουλίου, στο πλαίσιο της διημερίδας με τίτλο «Τέχνη & Κοινωνικός Αποκλεισμός», που διοργανώθηκε από το Ε.Κ.Πο.Σ.Π.Ο. Νόστος, Φορέας κατά του Κοινωνικού Αποκλεισμού και της Ανεργίας, στο Studio Λήδρα, στην Πλάκα.

Το Studio Λήδρα –Λήδρα σκέτη για όσους έχουν περάσει υπερβολικά πολλές ώρες στα υπόγεια καμαρίνια της ως μέλη της θεατρικής ομάδας του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και άλλων θιάσων που φιλοξενεί κατά καιρούς– είναι ένα θεατράκι με περίεργη, ακανόνιστη σκηνή, που λειτουργούσε σαν μπουάτ τα χρόνια της ακμής της Πλάκας. Στον μικρό, φιλόξενο χώρο της έχουν τραγουδήσει ο Νίκος Ξυλούρης και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, και μια σειρά από προσωπικότητες της εποχής, πριν και κατά τη διάρκεια της Επταετίας. Στα χρόνια της παρακμής η Λήδρα μετατράπηκε σε στριπτιτζάδικο, πριν περάσει μετά από μια σειρά περιπετειών που δεν είναι της παρούσης, στα χέρια του Παντείου Πανεπιστημίου, ως μισθωμένο οίκημα. Με τα χέρια τους οι καθηγητές του Παντείου ξήλωσαν από το κέντρο της σκηνής το στύλο του στριπτίζ, για να μετατρέψουν τον χώρο εκ νέου σε ένα μέρος που –με αρκετές δυσκολίες ομολογουμένως– φιλοξενεί αξιόλογες πρωτοβουλίες έκφρασης. Η εκδήλωση «Τέχνη & Αποκλεισμός» ήταν μια απ’ αυτές, και το ντοκιμαντέρ του Κατζουράκη καθήλωσε το κοινό στις άβολες θέσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής του. Το κοινό αποτελούνταν ως επί τω πλείστων από μετανάστες, εκπροσώπους της κοινότητας του Νόστος, φοιτητές και ακαδημαϊκούς δασκάλους, ένα μείγμα που μετά το πέρας της προβολής πυροδότησε μια θερμή και ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση. Το να παρακολουθείς μια ταινία, είναι από μόνο του μια εμπειρία μυητική. Μια ταινία με υπόβαθρο νοημάτων και σκέψης, «στρατευμένη» θα λέγαμε στην υπηρεσία της κοινωνικής αφύπνισης, είναι μια εμπειρία υποβλητική. Το να παρακολουθεί κανείς αυτή την ταινία, σε ένα χώρο που κουβαλά την ιστορία της Λήδρας, με ένα κοινό το οποίο διατηρεί κοινά βιώματα με τους ήρωες του έργου, είναι μια εμπειρία καθηλωτική. Στη συζήτηση που ακολούθησε, μια κουβέντα σε κλίμα συναδελφικής αλληλεγγύης που σπάνια δομείται σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε ένα πλήθος τυχαίων ατόμων, εκφράστηκαν απόψεις, ακούστηκαν αφηγήσεις, διατυπώθηκαν διαμαρτυρίες και οργισμένα παράπονα. Εξωτερικεύτηκαν δηλαδή σκέψεις και συναισθήματα σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε χώρος ν’ ακουστούν, να γίνουν κατανοητά και να ζυμωθούν με άλλες σκέψεις και απόψεις. Δεν έγινε κάποια μεγάλη κοινωνική επανάσταση. Ήταν μόνο ένα απόγευμα Τρίτης. Δεν μπορεί όμως κανείς να πει ότι δεν έφυγε από ‘κει έστω και λιγάκι αλλαγμένος.

Λίγες ημέρες πριν από την εκδήλωση αυτή, είχα την τύχη να παρακολουθήσω την πρεμιέρα μιας ερασιτεχνικής θεατρικής παράστασης από τα μέλη της Κοινωνικής Επανένταξης του ΚΕ.ΘΕ.Α Εν Δράσει. Το έργο που παίχτηκε για τρεις ημέρες στο θέατρο Τζένη Καρέζη, ήταν «Η Αυλή Των Θαυμάτων», του Ιάκωβου Καμπανέλη. Οι ηθοποιοί, όλοι άνθρωποι που έχουν αποφυλακιστεί, ολοκληρώσει το πρόγραμμα απεξάρτησης από τις τοξικές ουσίες και επανενταχθεί στην κοινωνία, έδωσαν μια σπουδαία παράσταση, όχι με το υποκριτικό τους ταλέντο και την τεχνική τους ικανότητα, αλλά με την καρδιά και την ψυχή τους. Τα δικά τους λόγια μιλούν καθαρότερα για την πρωτοβουλία αυτή: «Πράττουμε συμμετέχοντας στα κοινά. Μέσα από την τέχνη στοχεύουμε στην κοινωνική προσφορά και καταθέτουμε τους προβληματισμούς μας. Έτσι αποφασίσαμε να επικοινωνήσουμε με ένα σημαντικό για εμάς μήνυμα, δημοσιοποιώντας τη δράση μας ως ενεργοί πολίτες πλέον της κοινωνίας, έχοντας αισθανθεί την ηθική υποχρέωση προς την κοινωνία να ανταποδώσουμε με κάποιο τρόπο τη βοήθεια που δεχτήκαμε. Πιστεύουμε ότι κοινωνικά δραστήριος είναι ο πολίτης αυτός που ενεργεί και πράττει για τη λύση των κοινωνικών προβλημάτων καθημερινά, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Η παρουσία μας στη σκηνή είναι πράξη ζωής». Πράξη ζωής αναμφίβολα η παρουσία τους, μιας ζωής που χάθηκε και ξανακερδήθηκε με κόπο. Ο μόχθος για την επανένταξη, ο πόνος που βιώθηκε στο πέρασμα τους από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια στο φως, ταίριαξε μαγικά με την καθημερινότητα μιας λαϊκής γειτονιάς της δεκαετίας του 1950. Η παρουσία του συγγραφέα, Ιάκωβου Καμπανέλη στην αίθουσα, συμβολικά έδειξε το πώς η τέχνη μπορεί να διαβεί μεγάλες χρονικές αποστάσεις, αλλά να επικοινωνεί πάντα τα κοινωνικά της μηνύματα όταν αυτά υπάρχουν. Η εξαιρετική παρουσία όλου του θιάσου απέδειξε το ότι η τέχνη δεν είναι –όπως δεν θα έπρεπε να είναι– ένα τοτέμ που χτίζεται από μια κοινωνική ελίτ (τον Καλλιτέχνη με κεφαλαίο κάπα) προς κατανάλωση από τις αδαής μάζες. Ο καθένας ως ατομικότητα μπορεί να είναι τόσο παραγωγός όσο και καταναλωτής τέχνης, εξασκώντας το προσωπικό του κριτήριο και εκπληρώνοντας έναν κοινωνικό ρόλο που στις σύγχρονες κοινωνίες έχει ξεχαστεί.

«…Τελικά βρίσκω πως αντί να κάνουμε τέχνη καταλήξαμε να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να κάνουμε τέχνη», γράφει ο Νικόλας Άσιμος στα μέσα της δεκαετίας του 1970, σε επιστολή του προς τις εφημερίδες της εποχής. Το κείμενο αυτό, και αρκετά άλλα, δελτία τύπου, επιστολές, καθώς και ένα μεγάλο μέρος αυτοβιογραφικής αποδόμισης, βρίσκονται στο μοναδικό βιβλίο που δημοσίευσε ο Άσιμος, με τον τίτλο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το οποίο δεν κυκλοφόρησε σε εκδοτικό οίκο, αλλά διανέμονταν φωτοτυπημένο από χέρι σε χέρι. Με δυσκολία μπορεί ένας κόσμος που έχει ποτιστεί από την απροσμέτρητη τηλεοπτική βλακεία, τα μπλογκμπαστερικά κλισέ στο σινεμά, την σεφερλική επιθεώρηση στο θέατρο και την κονσερβαρισμένη λογοτεχνία των ένθετων των εφημερίδων να αντιληφθεί το νόημα της παραπάνω παράθεσης. Οι «συνθήκες για να κάνουμε τέχνη» γίνονται καλύτερα αντιληπτές, στο πλαίσιο της κοσμοθεωρίας του Άσιμου: «Την τέχνη μου τη βάζω στην υπηρεσία της επανάστασης. Καταπολεμώ την αστική ιδεολογία της καταπίεσης, εκμετάλλευσης, υποκρισίας και εξάρτησης […]. Τη δουλικότητα, υποταγή, αδυναμία, άρνηση της πάλης και βόλεμα των ψευδαισθήσεων. Τη θρησκεία, τους θεούς και τα είδωλα, τις μεταφυσικές καραμέλες, τον ιδεαλισμό, τον ατομικισμό, την άρνηση της πάλης, το φόβο, την εξαπάτηση, την κακομοιριά, τη μοίρα και το θάνατο. Μισώ οτιδήποτε στατικό και σάπιο. […] Περιττό λοιπόν να μιλάμε για επανάσταση κουλτούρας ξεχωριστά από την επανάσταση. […] Δε φτάνει να κάνεις μόνο τέχνη». Στον νοερό κόσμο του Άσιμου, η τέχνη υπήρξε ένα δημόσιο βήμα με σκοπό να προκαλέσει αντίδραση από τις αγελαίες μάζες των συμβιβασμένων ανθρώπων. Κλείνουν εφέτος είκοσι χρόνια από την αυτοκτονία του, και ο Άσιμος παραμένει ένα άτομο εν πολλοίς παρεξηγημένο, αν και το έργο του έχει σε ένα βαθμό ενταχθεί στο σύστημα που ο ίδιος απεχθανόταν. Ο άνθρωπος που πήγε κάποια φορά σε μια κηδεία φορώντας επτά γραβάτες («Σοβαρό με θέλετε; Να, επτά φορές σοβαρός είμαι»), που έμεινε στη μνήμη μερικών ως ο κλόουν των Εξαρχείων, ρακοσυλλέκτης, πότης, ακατανόητος, απόβλητος και παλαβωμένος, είχε τη διορατικότητα να γράφει: «Κάθε τέχνη που σκόπιμα αποφεύγει να αντικρίσει κατάφατσα την πραγματικότητα, παίζει το ρόλο του υπηρέτη της εκμεταλλεύτριας τάξης, που με κάθε τρόπο φροντίζει να κρατάει το λαό στον ύπνο. […] Θέλουμε τα θερινά μας μαγαζιά χώρους ζωντανούς ζύμωσης, όπου με φτηνό ποτό θα μαζευόμαστε οι εργάτες κι ο λαός, θα συζητάμε τα προβλήματά μας. Θα βρίσκουμε λύσεις και θα προχωράμε μπροστά». Ο Άσιμος πέρασε από τη Λήδρα, «ορμητήριο όλων των περιθωριακών καλλιτεχνών, των όξω απ’ το κοπάδι, ένα στέκι στα μέτρα τα δικά μας». Άφησε στο μικρό αυτό θεατράκι κάτι από τον ίδιο, μαζί με τα ριζίτικα του Ξυλούρη και τις στριπτιτζούδες, τους φοιτητές που παίζουν ερασιτεχνικό θέατρο και τους μετανάστες που είδαν να ξεδιπλώνεται στο πανί η δική τους ιστορία. Ο λόγος για τον οποίο η παράγραφος αυτή είναι γεμάτη αυτολεξεί δηλώσεις του Άσιμου είναι το ότι επιθυμώ να τον ερμηνεύσω όσο το δυνατό λιγότερο, και να αφήσω τον ίδιο να μιλήσει χωρίς να παρέμβω σ’ αυτά που έχει να πει, και που μια εικοσαετία μετά το θάνατό του είναι ακόμα επίκαιρα.

Το ζήτημα εν τέλει είναι πόσο μπορεί σήμερα η οποιαδήποτε καλλιτεχνική έκφραση –αρκετά με τον βαρύγδουπο όρο «Τέχνη»– να τροφοδοτήσει μια σεισμική δόνηση στα επαναπαυμένα πλήθη. Να ξυπνήσει εκείνη την πολύχρωμη ψυχή των ανθρώπων που θα τους κάνει να σηκώσουν το κεφάλι και ένας-ένας, όλοι τους, να ξεχωρίσουν απ’ την αγέλη και να σταθούν μαζί σαν ατομικότητες πια, αλλά με μια κοινωνική συνείδηση που θα αλλάξει την τραγικότητα της μοναξιάς και της απάθειας που βιώνουν οι σημερινές κοινωνίες. Η ιδέα είναι ίσως ουτοπική, αλλά αυτή είναι η δουλειά της ουτοπίας. Όχι βέβαια να πραγματοποιηθεί, ποτέ να πραγματοποιηθεί, αλλιώς αποκαθηλώνεται ευθείς και χάνει το δικαίωμα να ονομάζεται ουτοπία. Ο ρόλος μιας γνήσιας ουτοπίας είναι να εμπνέει. Να μην εκπληρωθεί ποτέ. Αλλά να έχει βάλει τα θεμέλια για κάτι που κάποτε θα πιάσει τόπο.

[Όλες οι φωτογραφίες απεικονίζουν έργα του βρετανού καλλιτέχνη-«φάντασμα» Banksy, ενός από τους πιο διάσημους «γκραφιτάδες παγκοσμίως»]

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Ιούλιο του 2008

Advertisements