«Μετά από εκατονταετίες κατά τη διάρκεια των οποίων μετατρέπαμε τους φυσικούς πόρους σε ιδιόκτητα αγαθά, σήμερα μετασχηματίζουμε τους πολιτισμικούς πόρους σε επί πληρωμή προσωπικές εμπειρίες και ψυχαγωγικές δραστηριότητες».

[Jeremy Rifkin, «Η Νέα Εποχή Της Πρόσβασης», Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2000]

Σε φεστιβαλικό πυρετό βρίσκεται η Αθήνα την τελευταία εβδομάδα, καθώς υπό εξέλιξη είναι το 9ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Ο Ανεμοδέκτης αυτού του μήνα έχει ως κεντρικό θέμα όχι αυτό το συγκεκριμένο φεστιβάλ ή κάποιο παρεμφερές, αλλά την φεστιβαλική εμπειρία όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται η γράφουσα. Ο κινηματογράφος έχει ήδη κλείσει έναν αιώνα ζωής και έχει δυναμικά μπει στον δεύτερο, με ολοένα και βελτιούμενες τεχνικές δυνατότητες, με καλύτερο ήχο, με καθαρότερη και μεγαλύτερη εικόνα, με τρισδιάστατες προβολές και αίθουσες πριβέ –Golden Class– που υπόσχονται να καταστήσουν τη θέαση, μιας οποιασδήποτε ταινίας, μοναδική εμπειρία. Οι τάσεις του σύγχρονου μάρκετινγκ δείχνουν να στρέφονται προς τις εξατομικευμένες εμπειρίες, το προϊόν προσαρμόζεται στις ανάγκες –ή απλά απαιτήσεις– του καταναλωτή και ­­­σχεδόν εξ αρχής κατασκευάζεται για να ταιριάξει στα καπρίτσια του. Η μαζική παραγωγή φθίνει ολοένα, και μαζί η φιλοσοφία που την ακολούθησε από την Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση και δώθε. Ο κόσμος έχει αλλάξει, και όπως έχουν αλλάξει οι απόψεις του για την κατανάλωση, έτσι και για την ψυχαγωγία η οποία λογίζεται σήμερα ως προϊόν, και μάλιστα αντιμετωπίζεται ως κάτι το ευτελές, που πρέπει να τέρπει το σώμα, αλλά όχι να βάζει το νου σε μπελάδες. Ο κινηματογράφος έχει περάσει σε μεγάλο βαθμό στα χέρια του καπιταλισμού, και ως μέσο ανέκαθεν λαοφιλές έχει υπάρξει εξαιρετικά χρήσιμος όχι μόνο για να περάσει μηνύματα, αλλά για να κατασκευαστεί, να δομηθεί μέσω αυτού μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης κοσμοαντίληψης.

Στο ωραίο βιβλίο του, «Life: The Movie», (το οποίο δυστυχώς δεν θα βρείτε μεταφρασμένο στα ελληνικά) ο αμερικανός καθηγητής Νηλ Γκάμπλερ καταπιάνεται με ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο, που εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε πρώτα και κύρια στις Η.Π.Α., και τείνει, μέσω των νέων τεχνολογιών και της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, να εξαπλωθεί σε ολόκληρο, τον δυτικό τουλάχιστον, κόσμο. Οι Αμερικάνοι έχουν ουσιαστικά πετύχει να κάνουν τις φαντασιώσεις τους «τόσο ζωντανές, τόσο πειστικές, τόσο «ρεαλιστικές» που μπορούν να ζήσουν μέσα σ’ αυτές», και έχουν έτσι καταφέρει να θολώσουν πάρα πολύ τα όρια ανάμεσα στην αληθινή ζωή και την ψυχαγωγία. Η ψυχαγωγία εξαρτάται από την αληθινή ζωή, και έτσι η αληθινή ζωή διαστρεβλώνεται για να ταιριάξει στις απαιτήσεις του κοινού για διασκέδαση, έξω από τις παγιωμένες καπιταλιστικές πρακτικές. Το αμερικάνικο έθνος δημιουργήθηκε μέσα από μια σειρά ζυμώσεων, που για πρώτη φορά έλαβαν χώρα στην περίπτωση του. Η κοσμοθεωρία και η αντίληψη των Αμερικανών για τη ζωή και τον κόσμο είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των ευρωπαίων ή άλλων λαών. Η αμερικανική εθνική ταυτότητα είναι εντελώς ξεχωριστή και έχει συγκροτηθεί κάτω από εξαιρετικά ιδιαίτερες συνθήκες. Για πρώτη φορά στην ιστορία, στην περίπτωση των Η.Π.Α., οι πολίτες είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν εθνική ταυτότητα, να δημιουργήσουν τον εαυτό τους από την αρχή.

Εκτός από τον εαυτό τους όμως δημιούργησαν επίσης την κοσμοθεωρία τους, την τέχνη τους, και την κουλτούρα τους. Σύμφωνα με τον αμερικανό ποιητή Γουόλτ Γουίτμαν: «Μια δημοκρατία δεν πρόκειται ποτέ να θεωρηθεί άψογη αν δεν ανακαλύψει και αναπτύξει πληθωρικά τις δικές της μορφές τέχνης». Έτσι λοιπόν, αναζητώντας τον τρόπο να προσδιοριστούν μέσα στον κόσμο, οι αμερικανοί προέβησαν σε έναν πολιτισμικό μετασχηματισμό από τον 19ο και μέσα στον 20ο αιώνα. Η ζωή έγινε από μόνη της το Μέσον, αργά αλλά σταθερά μετατράπηκε σε εικόνα, έγινε τέχνη, δυο εκφάνσεις που δεν μπορούν πια να διαχωριστούν η μια από την άλλη. Οι παραδοσιακοί τρόποι διασκέδασης, που πάντα υπόσχονταν να μας απομακρύνουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας και να μας επιτρέψουν να δραπετεύσουμε από τα βάρη της ζωής, δεν είναι πια αρκετοί, καθώς η δράση τους είναι προσωρινή. Όταν όμως η ίδια η ζωή γίνεται μέσο απόδρασης τότε οι δυνατότητες που παρέχονται είναι αναρίθμητες, και έτσι η αμερικανική βιομηχανία ψυχαγωγίας, δημιούργησε και επέβαλε την τεχνική του να δραπετεύεις από τη ζωή μέσα στη ζωή. Προοδευτικά, με την κυριαρχία του Χόλιγουντ, όχι τόσο στον τομέα της δημιουργίας, όσο στον τομέα της διανομής, αυτή η στάση ζωής πέρασε και στον υπόλοιπο κόσμο, που συμπεριφέρεται –σε διάφορες παραλλαγές– με παρόμοιους τρόπους.

Έτσι έχουν τα πράγματα, προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Όμως… «ένα μικρό γαλατικό χωριό αντιστέκεται ακόμα στον κατακτητή». Στην προκειμένη περίπτωση, το «γαλατικό χωριό» δεν είναι τοπικός ή εθνικός προσδιορισμός, ο όρος κλήθηκε εδώ να μας βοηθήσει να περιγράψουμε την έννοια του φεστιβάλ, ως ενός θεσμού που αντιστέκεται, και εν πολλοίς αντιβαίνει στην σύγχρονη καπιταλιστική θεώρηση του σινεμά. Οι διοργανωτές ενός φεστιβάλ όπως το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου που λαμβάνει χώρα το φθινόπωρο, η Berlinale In Athens που μετράει ήδη τρεις διοργανώσεις στη χώρα μας, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και οι «παραδιοργανώσεις» του, αλλά και πλήθος άλλων μικρών φεστιβάλ (ψηφιακών ταινιών, μικρού μήκους κ.λπ.), γνωρίζουν υποθέτω ότι δεν χτυπούν το σύστημα και δεν είναι αυτός ο σκοπός τους. Σκοπός ενός φεστιβάλ είναι για ένα ορισμένο –και μάλιστα μικρό– χρονικό διάστημα να μεταβάλλει τα τρέχοντα δεδομένα της κινηματογραφικής εμπειρίας. Ενδεχομένως δεδηλωμένος σκοπός να είναι και η εξασφάλιση διανομής για ταινίες που άλλως ποτέ δεν θα έβρισκαν το δρόμο για τις μεγάλες αίθουσες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το κοινό ενός φεστιβάλ με αποκλίνουσες προβολές (το Φεστιβάλ Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας για παράδειγμα, παρά τα καλά του αφιερώματα και τις πολύ καλές ταινίες που προβάλλονται συνήθως, είναι ένα φεστιβάλ που ακολουθεί την πεπατημένη και η ρήξη, όταν προκύπτει έχει δημιουργηθεί εντέχνως και μέσα από μηχανισμούς του μάρκετινγκ, όπως για παράδειγμα με την προβολή τριών μικρού μήκους ταινιών του Τοντ Χέινς τον περασμένο Σεπτέμβριο) πέρα από την επιλογή του να παρακολουθήσει έναν πιο απαιτητικό κινηματογράφο –αν και αυτό δεν είναι υποχρεωτικό, μια δεν έχει θέσει κανείς ως υποχρεωτικό όρο να είναι όλες οι ταινίες ενός φεστιβάλ ακατέργαστα διαμάντια– επιλέγει και να ενταχθεί στην κατηγορία του φεστιβαλικού κοινού. Ήγουν: Ένα κοινό που κοινωνικοποιείται με έναν τρόπο που το συμβατικό κινηματογραφικό κοινό δεν το κάνει, και δεν έχει λόγο να το κάνει. Οι θεατές ενός φεστιβάλ διέπονται από μια αλληλεγγύη, ακόμα κι αν αυτό δεν γίνεται κατανοητό. Το χειροκρότημα στο τέλος κάθε προβολής, ακόμα κι αν δεν είναι κανείς απ’ τους συντελεστές της ταινίας παρών, ακόμα κι αν η ταινία ήταν μέτρια, δείχνει μια συλλογικότητα, που έχει ξεπεράσει το σύγχρονο ατομικό μοντέλο. Για μιάμιση-δυο ώρες, το κοινό του σινεμά είναι το ίδιο εκείνο κοινό που παρακολούθησε πριν από εκατόν πέντε χρόνια την «Μεγάλη Ληστεία Του Τρένου» του Εντουιν Σ. Πόρτερ, και όταν είδε το τρένο να κινείται μέσα στο πανί σηκώθηκε έντρομο από τον φόβο ότι αυτό κατευθυνόταν κατά πάνω του.

Σε μια φεστιβαλική προβολή, ο σύγχρονος αστός πρέπει να πάει απαλλαγμένος από τα άγχη της καθημερινότητας. Η έναρξη της προβολής δεν είναι απαραίτητο ότι θα υπακούει με ακρίβεια στις προσταγές του τυπωμένου προγράμματος. Η προβολή γίνεται σε συγκεκριμένες αίθουσες, αίθουσες που μετά από λίγες φορές γίνονται οικείες, αίθουσες με χαρακτήρα και προσωπικότητα, όχι παγωμένα και αποστειρωμένα, άψογα τεχνικά, με ασφυκτικό κλιματισμό, κλουβιά ψυχαγωγίας. Αν έχεις παρακολουθήσει ένα-δυο φεστιβάλ στη σειρά, αρχίζεις και αναγνωρίζεις φάτσες. Οι άνθρωποι γύρω σου –με τους οποίους μπορεί έχεις ή να μην έχεις ανταλλάξει ποτέ λέξη– σου είναι οικείοι. Θυμάσαι αμυδρά ότι μαζί τους παρακολούθησες και εκείνη την ταινία ή την άλλη, μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία σου φέρνει στο νου κάτι αστείο που σκέφτηκες μήνες πριν, σε μια παρόμοια ή και την ίδια αίθουσα. Δημιουργείς συνάψεις που συνδέουν το χρόνο σου, φέρνουν το παρελθόν σου στο παρόν. Δοκιμάζεις τα όρια της συνδυαστικής σου ικανότητας. Αισθάνεσαι πάντως περισσότερο άνθρωπος. Γιατί κοιτάς γύρω σου και αυτό που βλέπεις είναι συνάνθρωποι. Πολίτες της ίδιας περιφέρειας με σένα που αυτή τη δεδομένη στιγμή δεν είναι αποστασιοποιημένα πλάσματα, ξένοι με τους οποίους δεν έχεις τίποτα κοινό. Είναι κατά κάποιο τρόπο χαμένοι φίλοι, έχετε όλοι επιλέξει, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, να περάσετε δυο ώρες κάτω απ’ την ίδια οροφή, στον ίδιο χώρο, χωρίς αυτή η απόφαση να έχει δρομολογηθεί από την βιομηχανία της διαφήμισης. Ας το θέσουμε αλλιώς. Μια προβολή στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ, που θα την παρακολουθήσουν όσα άτομα έχει χωρητικότητα η αίθουσα –και συνήθως λιγότερα– δημιουργεί διαφορετικούς συναισθηματικούς δεσμούς απ’ ό,τι μια ταινία που θα προβληθεί σε δεκάδες αίθουσες ανά τη χώρα και θα την παρακολουθήσουν χιλιάδες θεατές, με τους οποίους δεν μπορεί κανείς να σχετιστεί ούτε σε φυσικό, ούτε σε πνευματικό επίπεδο.

Μέσα από ένα φεστιβάλ, κατασκευάζονται αξίες, και η βιωμένη εμπειρία είναι μακράν δυνατότερη και ουσιαστικότερη από τις οπτικοποιημένες εμπειρίες στις οποίες περιορίζει ο σύγχρονος άνθρωπος τις δραστηριότητες του. Μια προβολή σε φεστιβάλ –η προσωπική μου εμπειρία έχει δείξει– έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να διατηρηθεί στη μνήμη, και μάλιστα μαζί με ολόκληρο το περικείμενό της, από μια προβολή σε συμβατικό κινηματογράφο, ακόμα κι αν κατά τη διάρκεια της ταινίας πήρες και έναν μισάωρο υπνάκο όπως πρέπει να ομολογήσω ότι μου έχει συμβεί σε –πολύ– πρωινή δημοσιογραφική προβολή. Κι αυτό ακόμα έχει το γούστο του. Το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου θα συνεχιστεί μέχρι την Κυριακή 13 Απριλίου. Η πρότασή μου είναι: παρακολουθήστε μια-δυο ταινίες και ελάτε να συγκρίνουμε απόψεις! Τώρα όμως θα πρέπει να σας αφήσω, γιατί οι φεστιβαλικές μου υποχρεώσεις με καλούν! Εις το επανιδείν…

Δημοσιεύτηκε στο Movieworld.gr τον Απρίλιο του 2008

Advertisements